«Ο Άνθρωπος που Σκότωσε τον Δον Κιχώτη»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Τhe Man Who Killed Don Quixote)

 

  • Είδος: Δράμα –Κωμωδία – Περιπέτεια φαντασίας
  • Χώρα: Αγγλία, Ισπανία, Γαλλία, Πορτογαλία, Βέλγιο (2018)      
  • Σκηνοθεσία: Τέρι Γκίλιαμ
  • Με τους: Άνταμ Ντράιβερ, Τζόναθαν Πράις, Στέλαν Σκάρσγκαρντ, Όλγκα Κιριλένκο, Τζοάνα Ριμπέιρο, Τζόρντι Μόγια
  • Διάρκεια: 132’
  • Διανομή: Seven Films

Το όνειρο του έλαβε σάρκα και οστά. Όνειρο τριάντα χρόνων, που έπειτα από τις αντίξοες οικονομικές συνθήκες της παραγωγής, την αναβολή των γυρισμάτων λόγω της ασθένειας του Ζαν Ροσφόρ (ο Γάλλος ηθοποιός αρχικά είχε τον βασικό ρόλο), αλλά και τα θέματα υγείας που αντιμετώπισε ο ίδιος ο σκηνοθέτης, ο Δον Κιχώτης του τρελο-Αμερικανού Τέρι Γκίλιαμ, τελικά, αποκαλύφθηκε. «Καθίστε ήσυχα δίπλα μου, να σας αφηγηθώ ένα όμορφο, σύγχρονο παραμύθι, με άρωμα άλλων εποχών, γεμάτο ανθρωπιά, φαντασία, έρωτα, αλτρουισμό, γενναιότητα και άθλους», μοιάζει να λέει ο «παππούς» στη μαζεμένη «μαρίδα» γύρω του. Και η «μαρίδα» που διψά για όμορφα κινηματογραφικά παραμύθια με όλα τα παραπάνω συστατικά ριγμένα απλόχερα στην ιστορία στρώθηκε για να ακούσει… να δει. Και ο έμπειρος «παππούς»-παραμυθάς, που τα «ρίχνει» τόσο περιγραφικά, αυτή την φορά όρθωσε το γοητευτικό βασίλειο του φαντασιόπληκτου ήρωα του Θερβάντες, κι άρχισε την αφήγηση. Ο ιδεαλιστής, ευπατρίδης Δον της Μάντσας, ο ρομαντικός ιππότης με την τσαλακωμένη πανοπλία, τα φθαρμένα ρούχα, το κουρασμένο, κοκκαλιάρικο άλογο, τα ημιδιαλυμένα άρματά και συντροφιά τον πιστό του ακόλουθο, τον πεισματάρη Σάντσο Πάντσα, ξεκινάει για να δώσει την τελευταία, μεγάλη, ηρωική του μάχη-παράσταση απέναντι στους γίγαντες, καρφώνοντας απειλητικούς ανεμόμυλους, προσφέροντας δύναμη, ελπίδα, προστασία και δικαιοσύνη στους αδύναμους και κατατρεγμένους. Ο Τέρι Γκίλιαμ σκηνοθετεί τον εαυτό του, την μεγάλη διαδρομή του στην Τέχνη του σινεμά, τα όνειρα του. Ο Τέρι Γκίλιαμ είναι ο φευγάτος αγρότης Αλόνσο Κιχάδα, που διάβασε τα βιβλία ιπποσύνης και αποφάσισε να πάρει το όνομα Δον Κιχώτης, κυνηγώντας τους δαίμονες, τα αερικά του, σώζοντας το πνεύμα της Δουλτσινέας από τα κακά μάγια της Τέχνης, καθαρίζοντας, λυτρώνοντας τις σκέψεις του. Ο Τέρι Γκίλιαμ, είναι ο φυλακισμένος Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα, ξαναγράφοντας, έπειτα από τα 400 χρόνια, το έπος του πιο γοητευτικού, χάρτινου ήρωα, αυτή τη φορά στην μεγάλη οθόνη, δοσμένο ως μια σύγχρονη, αλληγορική ιστορία, καθολικά ενταγμένη στα κατορθώματα του καλόκαρδου Δον Κιχώτη. Ένα κινηματογραφικό παραμύθι για όσους αγάπησαν με την καρδούλα τους τον ευφάνταστο Αμερικανό σκηνοθέτη, για όσους ακόμα πλέκουν σκάλες από την μακριά κόμη γυναικών, ώστε να ανεβούν, πλήρους αισιοδοξίας, ψηλά στα σιωπηλά αστέρια και να ατενίσουν χαμογελώντας νικηφόρα την Γη της απαισιοδοξίας μακριά από τον αέρα του αφάνταστου και των αρωμάτων της σήψης. Εκεί όπου σε στέλνει ο Τέρι Γκίλιαμ με την ταινία του είναι πανέμορφα, είναι βασίλειο ζωντάνιας και απόλυτης κάθαρσης από κάθε τοξική σκέψη. Όσο παραμυθένια και παράδοξα φαντάζουν τα γεγονότα της ταινίας, τόσο αληθινά, συγκινητικά, αναζωογονητικά και ορθά φιλοσοφημένα είναι. Τώρα, το ποιος είναι αυτός που σκότωσε τον Δον Κιχώτη, όπως αναφέρει και ο τίτλος της ταινίας; Ε, ως φινάλε ενός καλού παραμυθιού αφήνουμε να το απολαύσετε. Και να το απολαύσετε με την ψυχή σας!

Ο διάσημος, Αμερικανός, σκηνοθέτης διαφημιστικών σποτς, ο υπερόπτης, κακομαθημένος και κυνικός 37χρονος Τόμπι (Άνταμ Ντράιβερ – καταπληκτικός) βρίσκεται στην Ισπανία με όλο το κινηματογραφικό συνεργείο για να φιλμάρει μια μεγάλη καμπάνια βότκας, που του έχει ανατεθεί από το Αφεντικό (Στέλαν Σκάρσγκαρντ – απολαυστικός), ενώ πίσω από την παραγωγή βρίσκεται ο σκληρός Ρώσος ολιγάρχης Αλεξέι Μίσκιν (Τζόρντι Μόγια – καλός). Μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω από το ισπανικό τοπίο που χρησιμοποιείται ως φυσικό διάκοσμο του διαφημιστικού υπάρχει ένα μικρό χωριό. Σε εκείνο το χωριό πριν χρόνια, ο σκηνοθέτης στα χρόνια της νιότης και ως ιδεαλιστής σπουδαστής, είχε γυρίσει την πρώτη του ταινία (πτυχιακή) με θέμα τα κατορθώματα του Δον Κιχώτη, του συγγραφέα Θερβάντες, χρησιμοποιώντας τους κατοίκους ως πρωταγωνιστές. Η Δουλτσινέα ήταν η κόρη του αυστηρού ταβερνιάρη του χωριού, ή όμορφη και ονειροπόλα Αντζέλικα (Τζοάνα Ριμπέιρο – πολύ καλή). Για τον ρόλο του Δον Κιχώτη είχε επιλέξει τον ντόπιο, καλοσυνάτο και αγαθούλη τσαγκάρη Χαβιέ (Τζόναθαν Πράις – φ-α-ν-τ-α-σ-τ-ι-κ-ό-ς!). Ο Τόμπι αποφασίζει να εγκαταλείψει για λίγο το χλιδάτο, διαφημιστικό σετ. Αρπάζει μια μοτοσυκλέτα και τραβάει προς το χωριό για να θυμηθεί το παρελθόν του και να συναντήσει ξανά εκείνους τους απλοϊκούς κατοίκους. Η εικόνα που υπάρχει εκεί, έπειτα τόσα χρόνια, είναι εντελώς διαφορετική απ΄ ότι την είχε αφήσει. Η ονειροπόλα Αντζέλικα εγκατέλειψε τον τόπο και πήγε να κάνει καριέρα ηθοποιού για να καταλήξει ακριβή βίζιτα με πελάτη το Ρώσο ολιγάρχη. Ο γέροντας τσαγκάρης Χαβιέ που υποδύθηκε τον Δον Κιχώτη της Μάντσας έχει παραφρονήσει εντελώς και νομίζει πως είναι ο πραγματικός Δον Κιχώτης, ενώ στο πρόσωπο του σκηνοθέτη αντικρίζει την επιστροφή του αγαπημένου του ακόλουθου Σάντσο Πάντσα. Φοράει την πανοπλία ξεφεύγει από τον κλοιό παρακολούθησης των συγχωριανών του, κι αρχίζει μια τρελή περιπέτεια συντροφιά με τον Τόμπι, που προσπαθεί να τον πείσει, ότι δεν είναι ο Σάντσο Πάντσα και εκείνος δεν είναι ο Δον Κιχώτης. Παραγωγή μεγαλείο εξωτερικών γυρισμάτων του Μπέντζαμιν Φερνάντεζ και παραμυθένιου σουρεαλισμού με την φωτογραφία του συνεργάτη του Τέρι Γκίλιαμ,  Νικόλα Πεκορίνι («The Zero Theorem», «Ο Φανταστικός Κόσμος του Δρ. Παρνάσους», «Φόβος και Παράνοια στο Λας Βέγκας») μαζί με την άριστη ενδυματολογική δουλειά της Λίνας Μόσουμ («Ερωτικό Κτήνος», «Τα 13 Τριαντάφυλλα», «Τα Φαντάσματα του Γκόγια») φέρνουν κάθε πλάνο να είναι μια εξαιρετική εικονογράφηση, άλλοτε ξεθωριασμένη από τον χρόνο κι άλλοτε λαμπερή σαν ολόχρυσο, μεσαιωνικό φλορίνι. Το σενάριο του Τέρι Γκίλιαμ και του Τόνι Γκρισόνι ευγενικά και εγκάρδια προσκαλεί τον θεατή στο γνώριμο σύμπαν των ιστοριών του σκηνοθέτη, αυτών του «Βαρώνου Μινχάουζεν» και του «Βασιλιά της Μοναξιάς», που ερμηνεύεται πότε με την παραφορτωμένη και την ενθουσιώδη και πότε με την λακωνική και μεγαλειώδη αφήγηση του. Και είμαι σίγουρος πως η καταμέτρηση του μόχθου της ταινίας θα ζυγιστεί από αρκετούς του χώρου της κριτικής λιγόψυχα, γιατί έτσι προστάζει ο ταχυφλεγής, άγονος συγχρονισμός του κενού συναισθήματος, που έχει «κατακάψει» την σπουδαιότητα της υφής ενός απαλού, μεταξωτού υφάσματος, αφήνοντας άθικτα τα συνθετικά ενδύματα στο πλαστικό ράφι της εσωτερικής μας γκαρνταρόμπας. Ο Τέρι Γκίλιαμ εκτός από καλός παραμυθάς είναι και σπουδαίος σκηνοθέτης, προσφέροντας στην Τέχνη του σινεμά πραγματικά αριστουργήματα, κι αυτή η ταινία του μοιάζει με προσωπικό άθλο. Είναι κατάδικη του, είναι η προσωπική του διαλεκτική, η ατομική του ρομαντική επικοινωνία στα τόσα χρόνια σπουδαίας διαδρομής και μοιάζει με το σώμα του κρυμμένου, αγαπημένου του όνειρο που βρήκε το άνοιγμα στο σκοτάδι και ξεπήδησε στο φως. Είναι όλες οι ταινίες του μαζί, είναι το προσωπικό του, παραμυθένιο de profundis. Γι  αυτό και μόνο αξίζει. Μην την χάσετε!