fbpx

«Ονειρικοί κλέφτες καταστημάτων… αποψιλώνουν τις καρδιές μας», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Μην κρυβόμαστε ούτε πίσω από το δάχτυλο, ούτε κάτω από την φλις κουβέρτα μας. Την ωραιότητα της κινηματογραφικής αίθουσας δεν την μαγάρισαν οι αόρατες δυνάμεις από το μακρινό διάστημα και τα αλύτρωτα φαντάσματα του μαύρου πύργου. Εμείς ακρωτηριάσαμε την εξαίσια συνθήκη της κινηματογραφικής εξόδου, όπως τόσα άλλα όμορφα καταστρέψαμε, πλασάροντας τους εαυτούς μας ως τα πλέον σύγχρονα και «πολιτισμένα» όντα, που ακολουθούν πειθήνια, με δόσεις γενναιόδωρης «μαγκιάς» στεφανωμένα, την τεχνολογική μόδα του εγκλεισμού και της «πειρατείας».

Πραγματικά, δεν θα αναζητήσω διόλου το εάν συμφωνείτε ή όχι με την άποψη μου, αλλά η μεγαλύτερη, πυώδης πληγή της ρέουσας και ενεργούς, γήινης κοινωνίας είμαστε εμείς οι άνθρωποι, ανεξαρτήτου χρώματος, θρησκευτικών-πολιτικών πεποιθήσεων και έθνους. Όπως μπορούμε, εάν φυσικά το επιθυμούμε, να πετυχαίνουμε συνεχώς το θεϊκά άριστο αποτέλεσμα, είμαστε ικανοί, με λιγότερο μόχθο, να δημιουργούμε ανόητα και βλαβερά τα πιο ερεβώδη περιστατικά και γεγονότα της ιστορίας. Και δυστυχώς, τις τελευταίες δεκαετίες, οι επιθυμίες μας μόνο αρνητικό πρόσημο φέρουν, όπως και οι σκέψεις και οι πράξεις μας το ίδιο. Δεν επιθυμώ να συνεχίσω μέσα σε αυτό το όχημα αρνητικών αναφορών γιατί είναι δυσάρεστο και δεν θα οδηγήσει πουθενά, οπότε κλείνω την μικρή παρένθεση.

Συνάδελφοι, επαγγελματίες του χώρου του θεάματος κρώζουν σε πλήρη απόγνωση, πως το θέατρο και ο κινηματογράφος πήγανε κατά διαόλου από εισπράξεις το έτος 2018. Κάθε πέρσι και καλύτερα, λένε. Αιθουσάρχες, θετρώνηδες, παραγωγοί και διανομείς αυτήκοοι και αυτόπτες μάρτυρες της θορυβώδους κατρακύλας (ο όλεθρος διαθέτει τον δικό του ιδιαίτερο ήχο) δεν ορθώνουν τόσο δα ανάστημα να εμποδίσουν το ολοκαύτωμα. Το θέαμα και η ψυχαγωγία μπαίνει ξανά στο ικρίωμα και οι πολυάνθρωπες μαζώξεις εξαερώνονται.

Από την άλλη, οι θεατές σε εποχή μεσαιωνικής, οικονομικής κρίσης (η χώρα μας έχει διανύσει στο ιστορικό παρελθόν της παρόμοιες, οδυνηρές λεωφόρους) προτιμούν να σπρώχνουν τους λιγοστούς οβολούς τους, εάν και εφόσον περισσεύουν, σε άχρηστα αγαθά για να είναι μοντέρνοι, λένε, παρά να πάρουν το θέμα στα χέρια τους και να διασώσουν ό,τι προλάβουν. Σε περιόδους μεγάλης φτώχειας και πείνας στην Ελλάδα μας το θέατρο και ο κινηματογράφος ήταν οι μικρές, ένδοξες νησίδες ψυχικού οξυγόνου. Μα ποιοι θα πράξουν τούτο το μικρό κατόρθωμα σήμερα, όταν δεν υπάρχει περίσσευμα σθένους και αυτοκριτικής στους πολίτες; Ο πολύχρωμος, γυάλινος δήμιος εξοντώνει καθημερινά την πνευματική πνοή, φυτεύοντας νωθρότητα και απαξία. Και ο Έλληνας στο σκοτεινό μπαλ μασκέ των επιθυμιών του και γκραν νταμ την χωλή του σκέψη δεν πρόκειται να σαλέψει ούτε χιλιοστό από το γλοιώδες πέπλο της απάθειας του. Τηλεφωνάκι στα ντελίβεράδικα, δεκάευρο στην τοξική διατροφή και καναπεδάτος θα «μοντερνίζεται» χορεύοντας με τα τορεντάδικα. Άρα, δεν είναι θέμα οικονομικής κρίσης, αλλά πνευματικού ευνουχισμού.  

Χάθηκε η ωραιότητα του ανθρώπου, της ξεγνοιασιάς, της αδημονίας να βρεθούμε στην κινηματογραφική ή την θεατρική αίθουσα μαζί με 150 – 200 ακόμα άγνωστους ανθρώπους, έστω μια φορά το δεκαπενθήμερο ή το εικοσαήμερο, βρε αδελφέ, και να μην αφήσουμε την μαύρη, έρπουσα σκιά να χωνέψει κι άλλους πνεύμονες ψυχικής ανάτασης. Τα σινεμά ταλανίζονται, τα θέατρα κλυδωνίζονται όχι από την κρίση, αλλά από εμάς. Και ευλόγως θα αναρωτηθείς: «Καλά εδώ σου πήραν την χώρα ολόκληρη, οι σινεμάδες και τα θέατρα σε μάραναν;» Έχεις απόλυτο δίκιο, θα απαντήσω με παρρησία. Όταν «λήστευαν» το αρχαίο μου, χρυσό σεντούκι ήμουν παρών και το μερίδιο μου από την ύβρη ήταν η παραπλανητική ευωχία ως αντάλλαγμα την απόλυτη σιωπή μου. Κάτι σαν τον άφθαστο Baby Driver στο τιμόνι, ας πούμε, την στιγμή της χορογραφημένης διαφυγής των κακοποιών δίχως το μπιτάτο soundtrack όμως… στην απόλυτη, ένοχη βουβαμάρα.  

Ω δαίμονες, πόσο υπάκουοι και παραγωγικοί είμαστε στην καταστροφική σας περιοδεία.               

«Κλέφτες Καταστημάτων»

(Shoplifters / Manbiki Kazoku)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Ιαπωνία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Χιροκάζου Κόρε-Εντα
  • Με τους: Σακούρα Αντο, Λίλι Φράνκι, Μάγκου Ματσουόκα, Τζίο Καΐρι
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: One From the Heart
  • Διακρίσεις: Χρυσός Φοίνικας 71ου Φεστιβάλ Κανών 2018

Ο βραβευμένος, Ιάπωνας σκηνοθέτης της ταινίας «Πατέρας και Γιός», Χιροκάζου Κόρε-Εντα κάνει το θαύμα του και μετατρέπει τον δραματικό ρεαλισμό σε ένα υπέροχο, τσουχτερό παραμύθι, όπου σε αφήνει να εγκαταλείψεις την σκοτεινή, κινηματογραφική αίθουσα γεμάτος συναίσθημα, χρώμα, εικόνες, σκέψεις. Ένα άγνωστο μα υπαρκτό, παραβατικό σύμπαν, σίγουρα από πολλούς κατακριτέο, στον φακό του Κόρε-Έντα μετατρέπεται σε μεγαλείο, σε σπουδή ανθρωπιάς και ελευθερίας.

Το βασίλειο της οικογένειας του Πίτερ Παν ζει και δρα ανάμεσα μας, ενώ η Χώρα του Πουθενά απέχει μόλις ένα τετράγωνο από το σπίτι μας. Χωρίς μαγικές λέξεις, δίχως χρυσόσκονη και παλαμάκια, αλλά με δαίμονες που είναι άγγελοι και αγγέλους που είναι δαίμονες να πρωταγωνιστούν στα κλιμακωτά επίπεδα της αδίστακτης, σύγχρονης ζωής όχι πάντα νοικοκυρεμένα, σίγουρα όμως ξέγνοιαστα, ελεύθερα.    

 

Είναι από τις ταινίες που στην αφήγηση της πρέπει να φανώ προσεκτικός ώστε ο θεατής να απολαύσει μέτρο μέτρο την ακολουθία των γεγονότων, ρουφώντας την κάθε στιγμή ανεπηρέαστα. Έτσι, λοιπόν, απλά αναφέρουμε, ότι βρισκόμαστε στο σημερινό Τόκιο και έπειτα από μια ακόμα εξόρμηση άλλης μιας μικροκλοπής σε κατάστημα για τα μικροπράγματα της ημέρας, ο Οσάμου (Λίλι Φράνκι – καταπληκτικός) και ο προέφηβος γιος του Σότα (Τζίο Καΐρι – απίθανος ο πιτσιρικάς) συναντούν την μικρούλα Ριν, μόνη στο παγωμένο βράδυ.

Αρχικά αποφασίζουν να την επιστρέψουν στους γονείς της, αλλά η σύζυγος του Οσάμου, η Νομπούγιο (Σακούρα Άντο – πολύ καλή), βλέποντας τα σημάδια κακοποίησης στο σώμα της μικρής και κρυφά έναν τρελό καυγά των γονιών της, συμφωνεί να αναλάβουν την φροντίδα της, αφού καταλαβαίνει ότι έχει περάσει μεγάλες δυσκολίες. Κουρεύουν τα μαλλιά της, καίνε τα παλιά της ρούχα, αλλάζουν το όνομα της, προσφέροντας στο κοριτσάκι μια καινούργια ζωή σε ένα σπίτι που γίνεται ανακατεμένος ο ερχόμενος από σαβούρες και λογής άχρηστα πράγματα.

Αν και η οικογένεια είναι μια χούφτα φτωχοδιάβολων, που ίσα-ίσα τα βγάζουν πέρα με τις δουλειές τους και τις μικροκλοπές στα καταστήματα, αλλά και την γιαγιά να μένει μαζί τους (η βετεράνος ηθοποιός Κιρίν Κίκι είναι μεγαλείο, η οποία έφυγε από την ζωή μετά την βράβευση της ταινίας στις Κάνες) μοιάζουν να ζουν ευτυχισμένοι σε αυτό το περιβάλλον, μέχρι που ένα απρόβλεπτο γεγονός αποκαλύπτει κρυμμένα μυστικά και βάζει σε κίνδυνο τους δεσμούς που τους ενώνουν.

 

Μοναδικός, εκπληκτικός ο Χιροκάζου Κόρε-Εντα με την ματιά στραμμένη στους θεσμούς της οικογένειας τοποθετημένη ως σύνολο στο τοξικό υπογάστριο της παγκόσμιας, οικονομικής κρίσης, σε έναν αληθοφανές, σκληρό κοινωνικό διάκοσμο στήνει παραμυθένιες στιγμές με συγκλονιστικές ερμηνείες και μαγευτική φωτογραφία, μιλώντας για τον άνθρωπο, τα λάθη του, αλλά και για την αγάπη, την κατανόηση, τον έρωτα και την θυσία.

Η αφηγηματική του μάγου Κόρε-Εντα, ως γνήσιου εκφραστή του υπέροχου ιαπωνικού, σίντο σινεμά κρατάει σταθερά και ακλόνητα το ασημένιο νήμα επαφής στον αισθησιασμό του Οσίμα, αλλά και στην ονειροβασία του Κουροσάβα, προσφέροντας στον θεατή μια υπέροχη ταινία, εμπλουτισμένη από το προσωπικό, ιδιαίτερο πνεύμα του. Αισιόδοξη όσο δεν παίρνει. Ανθρώπινη όσο δεν περιγράφεται. Παραμυθένια με το παραπάνω.

Κερδίζει τον φετινό Χρυσό Φοίνικα (από τις ελάχιστες βραβεύσεις του θεσμού που συμφωνώ) και ο σκηνοθέτης Ντενί Βιλνέβ, μέλος της κριτικής επιτροπής, δηλώνει απερίφραστα, ότι η απόφαση για τον νικητή ήταν απόλυτα ομόφωνη, συμπληρώνοντας γοητευμένος: «η θέαση της ταινίας ήταν μια βαθιά συναισθηματική εμπειρία». Η δε Πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, η ηθοποιός Κέιτ Μπλάνσετ, είπε: «Μας παρέσυρε εντελώς η ταινία, το πόσο οι ερμηνείες ακολουθούν αβίαστα το σκηνοθετικό όραμα».

Ταινία, που την απολαμβάνεις στο σινεμά με την καρδιά σου και το μειδίαμα ευφορίας παραμένει τόξο στο πρόσωπο για αρκετή ώρα μετά.        

«Προσευχήσου Πριν Πεθάνεις»

(A Prayer Before Dawn)

 

  • Είδος: Δραματική περιπέτεια
  • Παραγωγή: Αγγλία, ΗΠΑ, Γαλλία, Κίνα (2017)
  • Σκηνοθεσία: Ζαν-Στεφάν Σοβέρ
  • Με τους: Τζο Κόουλ
  • Διάρκεια: 117’
  • Διανομή: Odeon

Στον βίαιο και άγριο κόσμο των φυλακών της Ταϊλάνδης, ο μικρός αδελφός Τζον, της οικογένειας Σέλμπι των τηλεοπτικών «Peaky Blinders», δίνει ερμηνεία ζωής ως μποξέρ Μπίλι Μουρ. Ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, εξαιρετικά φιλμαρισμένη από τον Γάλλο Ζαν-Στεφάν Σοβέρ.

Αν ο αδίστακτος, Ρώσος φυλακόβιος, μαχητής Μπόικα είναι η mainstream επιλογή σας στο είδος, τότε ο εκρηκτικός Μπίλι Μουρ είναι η σινεφίλ πρόταση.

Η ταινία βασίζεται στην πραγματική και σοκαριστική ιστορία του ερασιτέχνη μποξέρ Μπίλι Μουρ (Τζο Κόουλ – πολύ καλός!) που εξέτισε την ποινή των τριών χρόνων στις πιο κακόφημες φυλακές της Ταϊλάνδης όταν συνελήφθη για διακίνηση κλεμμένων αγαθών, όπλων και για την υποψία κατοχής ναρκωτικών.

Αρνούμενος να πεθάνει στη φυλακή, ο Μπίλι και ενώ όλα γύρω του άγνωστα, ακαταλαβίστικα λόγω της γλώσσας και ανατριχιαστικά (βιασμοί, μαχαιρώματα, απειλές, ναρκωτικά, συμμορίες) θα αρχίσει να εκπαιδεύεται στη φονική, πολεμική τέχνη Μουάι Τάι, μια διαδικασία που θα τον κάνει να ανακαλύψει την έννοια της φιλίας, σε ένα απίστευτο ταξίδι προς τη λύτρωση μέσα από τη γήινη κόλαση.

Με μοναδικό επαγγελματία ηθοποιό τον νεαρό, Άγγλο δυναμίτη Τζον Κόουλ και τον Βιθάγια Πάνσριγκαρμ (υποδύεται τον διευθυντή των φυλακών), ο 49χρονος, Γάλλος μικρομηκάς και ντοκιμαντερίστας Ζαν-Στεφάν Σοβέρ στην δεύτερη του ταινία ορμάει ξανά στο βασίλειο της ανθρώπινης πτώσης και κινηματογραφεί ένα ψιλοαλάνι Ευρωπαίο στο χάσιμο του εγκλεισμού του στο πιο απάνθρωπο, σωφρονιστικό ίδρυμα της Ταϊλάνδης .

Οι υπόλοιποι που συμμετέχουν στην ταινία του Σοβέρ είναι ερασιτέχνες πρώην κατάδικοι φυλακών, όπως και ο χώρος των γυρισμάτων είναι μια πρώην, εγκαταλειμμένη φυλακή της ασιατικής χώρας. Πειστικός, ρεαλιστικός μέχρι ανατριχίλας, βίαιος έως διακοπής της ανάσας, όλο το περιβάλλον είναι περίτεχνα φτιαγμένο από τον σκηνοθέτη για να αποδώσει την δολοφονική σκοταδίλα παρόμοιων χώρων, αλλά και την ανθρώπινη δύναμη για επιβίωση.

Με το νευρικό σύστημα της ταινίας βαλμένο στην τεχνική του ντοκιμαντέρ, ενώ δεν είναι ντοκιμαντέρ, η κάμερα κινείται συνεχώς, σαν το βλέμμα ενός κρατούμενου που είναι σε εγρήγορση – και όπου χρειάζεται η κίνηση παίζει χειροκίνητα δίχως να κουράζει -, αντάμα με την απίθανα κλειστή φωτογράφιση του Ντέιβιντ Ουνγκάρο και την πολύ καλή μουσική του Νίκολας Μπέκερ μπαίνεις στο θέμα με την μια και το ζεις. Η ερμηνεία του Τζον Κόουλ, με τις στροφές ανεβασμένες στο κόκκινο, πετυχαίνει το ζητούμενο της πραγματικής ιστορίας του Μπίλι Μουρ, αλλά και στα ψυχολογικά κενά αέρος του ήρωα τα καταφέρνει περίφημα.

Οι σκηνές μάχης σώμα με σώμα αληθοφανέστατες (δούλεψε πολύ πάνω σε αυτό Κόουλ), άνευ των υπερβολικών ηχητικών εφέ, που οι γροθιές και οι κλωτσιές σε θόρυβο στο ανθρώπινο σώμα μοιάζουν σαν να πετάς από ψηλά σακιά με κρεμμύδια σε μάρμαρο. Αν και η ταινία άργησε να έρθει στην χώρα μας, οι λάτρεις του είδους των πολεμικών τεχνών θα έχουν και το σινεφίλ άλλοθι τους.      

«Το Βλέμμα του Ορσον Γουέλς»

(The Eyes of Orson Welles)

 

  • Είδος: Βιογραφικό ντοκιμαντέρ
  • Παραγωγή: Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία – Σενάριο: Μαρκ Κάζινς
  • Διάρκεια: 115’
  • Διανομή: Ama Films

Ναι και αλήθεια είναι, ότι ο ντοκιμαντερίστας Μαρκ Κάζινς λατρεύει τον Όρσον Γουέλς. Άλλωστε και ποιός δεν λατρεύει αυτή την ιδιοφυία της 7ης Τέχνης. Ο Κάζινς, όμως, παρά την εμφανή έως διάφανη λατρευτικού χαρακτήρα θέση του, αποστασιοποιείται πολλάκις και καταγράφει τον πολυσχιδή καλλιτέχνη με έναν τρόπο άκρως γοητευτικό. Ρωτάει τον Γουέλς σημαντικά και απίθανα πράγματα της ζωής του και μέσα από τα έργα του ηθοποιού δίνει τις απαντήσεις. Ερωτήσεις που όλοι μας θα θέλαμε να είχαμε θέσει στον πληθωρικό ηθοποιό, παραγωγό, σεναριογράφο, ζωγράφο έως και ραδιοφωνικό παραγωγό… με εκείνη την ανεπανάληπτη φάρσα περί εξωγήινης εισβολής στο CBS με το Mercury Theatre on the Air το 1938, που σήκωσε την Νέα Υόρκη στο πόδι.

Αυτός ήταν ο υπέροχος Όρσον. Υπέροχο και το ντοκιμαντέρ του Βορειοϊρλανδού Μαρκ Κάζινς, εντελώς διαφορετικό από παρόμοιες δουλειές, που αφορούν βιογραφίες προσωπικοτήτων του σινεμά. Και μάλιστα, σκέφτηκα, με το πέρας της ταινίας, πόσο σπουδαίο θα είναι να γνωρίσουμε και άλλες παγκόσμιες μορφές των τεχνών με την ίδια αντικειμενική κινηματογράφηση, το ίδιο απίθανο στιλ παρουσίασης.

 

Όταν η θυγατέρα του Ορσον Γουελς, η 60χρονη Ρεμπέκα αποφασίζει να φέρει για πρώτη φορά στο φως τα αρχεία του πατέρα της, ένας από τους πιο ενδιαφέροντες συγχρόνους ντοκιμαντερίστες, ο βραβευμένος, Ιρλανδός σκηνοθέτης Μαρκ Κάζινς αποδέχεται την πρόκληση να προσεγγίσει τον δημιουργό μέσα από πτυχές που είναι άγνωστες στο ευρύ κοινό.

Στην πορεία καταλήγει σε λατρευτικό φόρο τιμής που εισχωρεί στο μυαλό μιας ιδιοφυίας και καταφέρνει να μας πείσει να τον αντικρίσουμε με αλλά μάτια

 

Τα εκατοντάδες σκίτσα, που έφτιαχνε από πιτσιρικάς, αλλά και οι ζωγραφικές που άφησε ο Όρσον Γουέλς είναι οι μικροί ιχνηλάτες που μας οδηγούν στα μεγάλα και τα τρανά επιτεύγματα του στον χώρο του σινεμά. Με το φάρο του «Πολίτη Κέιν» να αναβοσβήνει στην βιογραφική χαρτογράφηση του ντοκιμαντέρ, ο Κάζινς ψύχραιμα και με μεράκι παίρνει τους διεθνείς δρόμους του μεγάλου ηθοποιού και σκηνοθέτη, από την γενέτειρα του, την Κενόσα του Γουισκόνσιν σε Ιρλανδία, Παρίσι, Ισπανία και πάλι Αριζόνα. Δεν ακολουθεί την πεπατημένη των δραματουργικών μελιστάλαχτων αναφορών, αλλά του διεισδυτικού, εμπεριστατωμένου ψαξίματος, που μετασχηματίζει το απλό ντοκιμαντέρ έρευνας σε σπουδή.    

Άπασες οι μεγάλες ταινίες του Γουέλς παρούσες συστήνονται εν μέσω σκέψεων στον φακό του Κάζινς και το εφεύρημα να ρωτάει τον ηθοποιό σαν να βρίσκεται ακριβώς δίπλα του, κι εκείνος να απαντάει καταδεικνύοντας τα επιτεύγματα του, ε… είναι καταπληκτικό!

Καλή έρευνα, πλούσιο υλικό και το αποτέλεσμα άψογο.     

«Kursk»

 

  • Είδος: Δραματική, ναυτική περιπέτεια
  • Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τόμας Βίντερμπεργκ
  • Με τους: Ματίας Σχούναρτς, Λέα Σεϊντού, Κόλιν Φερθ, Πίτερ Σιμόνιτσεκ, Μαξ φον Σίντοφ
  • Διάρκεια: 117’
  • Διανομή: Odeon & Audio Visual

Ήταν το καμάρι του ρωσικού στόλου. Καθελκύστηκε το 1994 και τιμητικά βαφτισμένο «Κούρσκ», από την σφοδρή και νικηφόρα μάχη των τεθωρακισμένων του σοβιετικού στρατού εναντίον των Γερμανών στον 2ο μεγάλο πόλεμο.

Το πυρηνικό υποβρύχιο των 154 μέτρων, τύπου Oscar II, το Κ-141 «Kursk», έπειτα από μια διαρροή υπεροξειδίου του υδρογόνου στις τορπίλες του (μία ουσία που έπαψε να χρησιμοποιείται από την δεκαετία του ’60, γιατί θεωρούνταν υπερβολικά επικίνδυνη και χρειαζόταν συνεχή επιτήρηση), δημιούργησε αλυσιδωτές εκρήξεις, διαλύοντας τα πέντε από τα εννιά τμήματα του υπερσύγχρονου υποβρυχίου, ενώ βρισκόταν στον πυθμένα της θάλασσας. Χάθηκε στον παγωμένο, αρκτικό βυθό το έτος 2000, σε βάθος 100 μέτρων, παίρνοντας μαζί του 118 ψυχές. Στον προεδρικό θώκο της μαμάς Ρωσίας βρισκόταν, τότε, ο νεοεκλεγείς και πολλά υποσχόμενος Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος μηδέ εμφανίζεται, μηδέ ακούγεται στην ταινία.

Ο βραβευμένος σκηνοθέτης Τόμας Βίντεμπεργκ του Dogma ‘95, έπειτα από το τρανό «Κυνήγι» και την αξιοθαύμαστη «Οικογενειακή Γιορτή» που ακολούθησε, κινηματογραφεί την τραγωδία του υποβρυχίου και κουνάει το μαντήλι «αμερικάνικα» από το αρχιπέλαγος της υπερπαραγωγής, ψιθυρίζοντας στον mainstream αγέρα, πως… και οι «κουλτουριάδες» έχουν ψυχή, ρε γαμώτο!  

 

Βασισμένο στο βιβλίο του δημοσιογράφου Ρόμπερτ Μουρ «A Time to Die: The Untold Story of the Kursk Tragedy» και σε σενάριο του έμπειρου περί των στρατιωτικών, κινηματογραφικών θεμάτων, του Αμερικανού σεναριογράφου Ρομπέρ Ροντάτ («Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν», «Ο Πατριώτης»), η ταινία καταγράφει τα δραματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στο υποβρύχιο κατά την διάρκεια άσκησης στην παγωμένη θάλασσα του Μπάρεντς.

Ο αξιωματικός του υποβρυχίου Κούρσκ, ο Μικαίλ Αβερίν (Ματίας Σχούναρτς – καλός) αφήνει τον μικρό γιό του Μίσα και την έγκυο γυναίκα του, Τάνια (Λέα Σεϊντού – καλή) για να παρουσιαστεί στο σκάφος και να ταξιδέψει σε προγραμματισμένη άσκηση του στόλου. Μια ανωμαλία στις τορπίλες και ενώ το υποβρύχιο βρίσκεται σε βάθος 100 μέτρων, δημιουργεί μια σειρά αλυσιδωτών εκρήξεων με αποτέλεσμα τα πέντε από τα εννιά τμήματα του μοντέρνου σκάφους να διαλυθούν σκοτώνοντας ακαριαία τους 95 από τους 118 άνδρες του πληρώματος. Οι υπόλοιποι 23 που έτυχε να βρίσκονται στα τελευταία τμήματα του υποβρυχίου, εγκλωβισμένοι στο κρύο νερό, στο λιγοστό οξυγόνο περιμένουν βοήθεια για να σωθούν.

Η ρωσική ολιγωρία, η παλαιότητα των υλικών, η άρνηση του Ρώσου προέδρου Μπόρις Γιέλτσιν (Μαξ φον Σίντοου – όπως πάντα συννεφιασμένος) να αποδεχθεί την βοήθεια του Άγγλου διοικητή των ναυτικών επιχειρήσεων, Αρχιπλοίαρχου Ντέβιντ Ράσελ (Κόλιν Φερθ – σταθερή αγγλική αξία), αλλά και του νορβηγικού, πολεμικού ναυτικού, κόστισε, ως γνωστόν, τις ζωές των υπολοίπων 23 ανδρών.      

 

Ο Τόμας Βίντεμπεργκ παίζει στο τερέν της υπερπαραγωγής και σκίζει. Με άλλον αέρα, αυτόν τον βορειοευρωπαϊκό των καλών, κλειστοφοβικών πλάνων και με διαφορετική κινηματογράφηση στο είδος των dsaster films, παραδίδει μια ταινία καλά κουρδισμένη τόσο στο δραματικό της στοιχείο, όσο και άψογα σκηνοθετημένη. Το σενάριο απλό και απόλυτα εστιασμένο στα γεγονότα της τραγωδίας των εγκλωβισμένων ναυτικών του υποβρυχίου, αλλά και στις γυναίκες των ναυτικών να δίνουν τους απαιτούμενους τόνους αγανάκτησης ως προς την παραπληροφόρηση της ρωσικής κυβέρνησης και την άθλια αντιμετώπιση της για την διάσωση του πληρώματος.

Η παραγωγή, δηλαδή ο Λικ Μπενσόν, έκοψε τις σκηνές με τον Πούτιν (ο οποίος ήταν μόνο τρεις μήνες στα προεδρικά του καθήκοντα και όταν πληροφορήθηκε το ατύχημα με το Κουρσκ συνέχισε, σχεδόν αδιάφορα τις διακοπές του), βάζοντας τον Μπόρις Γιέλτσιν στην αρχηγία(;) γιατί δεν ήθελαν, λέει, να δώσουν πολιτική χροιά στη τραγωδία. Σπουδαίο ατού της ταινίας η καταπληκτική μουσική του δις οσκαροβραβευμένου, Έλληνα συνθέτη Αλεξάντρ Ντεσπλά σε χατζηδακικές μελωδίες και βυζαντινούς, χορωδιακούς ύμνους.

Ο Βίνετμπεργκ καθαρά να το θέσουμε, έφτιαξε καλή ταινία με διεθνές καστ και επιμελημένη παραγωγή. Δυο τρία καλά κόλπα που πετάει στην ταινία με πλάνα να ανοίγουν και να κλείνουν, όπως μια υπέροχη γαμήλια γιορτή στην έναρξη, δίνουν την δυνατότητα στον 49χρονο, Δανό σκηνοθέτη να σφραγίσει το διαβατήριο του προς Χόλιγουντ στεριά.    

«Ο Υποψήφιος»

(The Front Runner)

 

  • Είδος: Πολιτική μονογραφία
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζέισον Ράιτμαν
  • Με τους: Χιου Τζάκμαν, Βέρα Φαρμίγκα, Τζ. Κ. Σίμονς, Αλφρεντ Μολίνα
  • Διάρκεια: 113’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Αγαπημένο θέμα της αμερικανικής κινηματογραφίας είναι ο βίος και η πολιτεία των διαφόρων πολιτικών του έθνους. Προσωπικά, εκτιμώ, ότι ουδεμία ταινία δεν έχει τοποθετηθεί σε βαθιά ή πιο λεπτομερειακή έρευνα ώστε τα γεγονότα να αποτυπωθούν στο ζύγι της αντικειμενικότητας, εξόν κάποιων ελάχιστων περιπτώσεων, που η αντιπέρα όχθη της αλήθειας να σκάει από αγανάκτηση. Όσες παραγωγές πραγματεύονται σκάνδαλα υποψηφίων ή νυν προέδρων των ΗΠΑ, βασίζονται σε ότι πιο ανάλαφρο από καταγραφή και πάντα με τις ευλογίες του εκάστοτε εν ενεργεία γραφείου επικοινωνίας του Λευκού Οίκου.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με τον Γκάρι Χαρτ, ενός πολιτικού από τους πιο χαρισματικούς υποψηφίους για το αξίωμα του προέδρου των ΗΠΑ μετά τον Τζον Κένεντι και το σκάνδαλο που τον αποκαθήλωσε από την κούρσα της διεκδίκησης του θρόνου στο οβάλ γραφείο. Ο Χιού Τζάκμαν στο ρόλο του «μοιχού» πολιτικού, απλά απίθανος, το δε ντεσού της ταινίας δεν είναι το σκάνδαλο αυτό καθεαυτό, αλλά η δράση της «κίτρινης» δημοσιογραφίας στα εν οίκω ενός υποψηφίου προέδρου. Κάτι που μέχρι τότε ήταν ταμπού για τον αμερικάνικο Τύπο.

Το 1998 δυο δημοσιογράφοι της εφημερίδας «Miami Herald», με τον μανδύα των παπαράτσι έχουν πάρει στο κατόπι για να φωτογραφήσουν – έπειτα από πληροφορία – το φαβορί για την προεδρία των ΗΠΑ, τον Δημοκρατικό Γκάρι Χαρτ (Χιού Τζάκμαν – εξαιρετικός) έξω από το σπίτι του αγκαλιά με την μοντέλα και υποστηρίκτρια της καμπάνιας του, την Ντόνα Ράις (Σάρα Πάξτον – καλή). Η είδηση αφορά τον αμερικάνικο λαό και για πρώτη φορά στα δημοσιογραφικά χρονικά δημοσιοποιείται, σπάζοντας το κατεστημένο του Τύπου.

Το αποτέλεσμα είναι να πέσει κατακόρυφα η δημοτικότητα του Γκάρι Χαρτ και να αποσυρθεί από την πολιτική. Ο διανοούμενος πολιτικός (διαβάζει Τολστόι, αρχαία ελληνική φιλοσοφία) με τον ευτυχισμένο γάμο, την πιστή σύζυγο του, Λι Χάρτ (Βέρα Φαρμίγκα – πολύ καλή) και πατέρας δυο τέκνων χάθηκε από την πολιτική σκηνή εν μια νυκτί με την υπόνοια ότι έχει εξωσυζυγική σχέση, δίχως να έχει αποδειχθεί κάτι, απλά από μια φωτογραφία δυο δημοσιογράφων, που δείχνει να την κρατάει αγκαλιά, ούτε καν σε κάποια πόζα περίπτυξης.    

Ο σκηνοθέτης του οσκαρικού «Juno» (Όσκαρ Σεναρίου) και της Χρυσής Σφαίρας Σεναρίου για το «Ραντεβού στον Αέρα», Τζέισον Ράιτμαν, βασίζεται στο βιβλίο του δημοσιογράφου του New York Times Magazine Ματ Μπάι (συν-συναριογράφος) και κινηματογραφεί τον χαρισματικό πολιτικό Γκάρι Χαρτ. Με την, πραγματικά, μοναδική ερμηνεία του Χιού Τζάκμαν (μυρίζεται υποψηφιότητα για Όσκαρ), την πολύ καλή παραγωγή, ο Αμερικανός σκηνοθέτης δεν επικεντρώνεται στο σκάνδαλο, αλλά στον διαχείριση του γεγονότος από τον Τύπο.

Από τότε και με σημείο εκκίνησης την περίπτωση Γκάρι Χαρτ, όλοι οι πρόεδροι των ΗΠΑ είναι πλέον εκτεθειμένοι και κάθε παρασπονδία τους, ειδικά ερωτικού ενδιαφέροντος, μεταμορφώνεται σε λεπίδι της γκιλοτίνας. Αυτά για να ασχολείται το πόπολο.

Το λάθος που υπάρχει στην ταινία είναι, ότι η φωτογραφία των δημοσιογράφων με τον Χαρτ και την μοντέλα Ντόνα Ράις δεν πάρθηκε στο σπίτι του πολιτικού, αλλά σε θαλαμηγό στο λιμάνι τού Μαϊάμι.

«Ο Κόσμος σου Ανήκει»

(The World Is Yours / Le Monde est à toi)

 

  • Είδος: Κωμωδία, δράση, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ρομέν Γαβράς
  • Με τους: Καρίμ Λεκλού, Ιζαμπέλ Ατζανί, Βενσάν Κασέλ, Ουλαγιά Αμαμρά, Φρανσουά Νταμιέν, Φιλίπ Κατρίν
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Weird Wave

Ο γιός του Κώστα Γαβρά, ο Ρομέν Γαβράς στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του αναμειγνύει, όχι πετυχημένα, δράση, περιπέτεια και γέλιο. Τίποτα από τα τρία δεν είναι ισορροπημένο. Τετριμμένη πλοκή όσο αφορά την περιπέτεια, χαμηλότονη δράση και γέλιο ούτε για δείγμα. Κάποια καλά δείγματα στησίματος πλάνων ελπίζουμε να τα συντηρήσει στην επόμενη καλύτερη προσπάθεια του, ο Ρομέν.

Η Ιζαμπέλ Ατζανί με χειρουργικές, διορθωτικές επεμβάσεις προσπαθεί να σώσει την κατάσταση, μάταια, ως απατεώνισσα μάνα ενός μπούλη, γκαφατζή γιου και ο Βενσάν Κασέλ στον ρόλο «αρπαγμένου» γκάνγκστερ, ερωτευμένου φουλ με την μάνα και καμένου με τις πάσης φύσεως συνομωσίες των Ιλουμινάτι.

 

 

Ο Φρανσουά είναι ένας μικροκακοποιός που ονειρεύεται να γίνει ο επίσημος διανομέας της εταιρίας παγωτών Mr. Freeze στο Μαρόκο και να μπει στον ίσιο δρόμο. Όμως, οι ελπίδες του διαλύονται όταν ανακαλύπτει πως η μητέρα του, μια έμπειρη απατεώνισσα, έχασε όλες τις οικονομίες του στον τζόγο. Η μόνη λύση που του απομένει για να βγάλει τα λεφτά που χρειάζεται, είναι να δεχτεί την πρόταση του αρχηγού της τοπικής συμμορίας και να αναλάβει μια τελευταία «δουλειά» στην Ισπανία.

Τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο και η μία γκάφα διαδέχεται την άλλη όταν η «δουλειά» στραβώνει κι όλος ο περίγυρος του Φρανσουά βρίσκεται μπλεγμένος στην υπόθεση: η κοπέλα που έχει καψουρευτεί, ο ονειροπαρμένος πρώην της μητέρας του, ο οποίος μόλις βγήκε από τη φυλακή, δύο αχώριστοι κι ανεκδιήγητοι τύποι που φαντασιώνονται ότι είναι γκάνγκστερ και, τέλος, η πιο επικίνδυνη απ’ όλους: η γοητευτική μητέρα του

«Mortal Engines»

 

  • Είδος: Φαντασίας, περιπέτεια, δράση
  • Παραγωγή: Νέα Ζηλανδία, ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κρίστιαν Ρίβερς
  • Με τους: Χιούγκο Γουίβινγκ, Χέρα Χίλμαρ, Ρόμπερτ Σίχαν, Τζιχάε, Ρόναν Ράφτερι, Λέιλα Τζόρτζ, Πάτρικ Μαλαχάιντ, Στέφεν Λανγκ
  • Διάρκεια: 128’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Ιστορία βασισμένη στο πρώτο young-adult από το κουαρτέτο μυθιστορημάτων φαντασίας του Άγγλου συγγραφέα Φίλιπ Ριβ («Mortal Engines» «Predator’s Gold», «Infernal Devices» και «A Darkling Plain») και στην παραγωγή όλη η ομάδα του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» και των «Χόμπιτ» με την μπαγκέτα να την κρατά αισθητά ο Πίτερ Τζάκσον. Στην καρέκλα του σκηνοθέτη ο Κρίστιαν Ρίβερ, ο βραβευμένος για τα ειδικά εφε του «Κίνγκ Κονγκ» του Τζάκσον.

Φαντασμαγορία, υπέροχα εφέ, προσεκτική πολιτική τοποθέτηση και πόλεις πάνω σε ρόδες να τριγυρνούν σε ένα αχαρτογράφητο, μελλοντικό, δυστοπικό τοπίο, καταπίνοντας η πιο δυνατή την πιο αδύναμη, απομυζώντας όλους τους ενεργειακούς πόρους της. Λαμπρή ιδέα, ενώ τα βιβλία του Ριβ δεν τα έχω διαβάσει, αλλά η ταινία είναι ένα καλοβαλμένο εικονοποιημένο στόρι φαντασίας, που μάλλον θα ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα τρία της τετραλογίας.

 

Τεράστιες ή μικρότερες ε μέγεθος πόλεις κινούνται πάνω σε τροχούς σε μια εποχή, 1.700 χρόνια μετά το σήμερα, όταν η ανθρωπότητα διαλύθηκε σε κάτι λιγότερο από 60 λεπτά. Οι πόλεις τριγυρνούν από μέρος σε μέρος ενώ το ισχυρό Λονδίνο είναι ο φόβος και ο τρόμος των κινούμενων πόλεων.

Η Αγγλική πρωτεύουσα σε μικρογραφία πάνω σε τεράστιους τροχούς είναι ένας τρομερός κυνηγός, που αναζητά συνεχώς πρώτες ύλες για να κινείται. Ο 20χρονος μαθητευόμενος ιστορικός από το Λονδίνο, ο Τομ Νατσγουόρθι (Ρόμπερτ Σίχαν – καλός) δεν έχει ζήσει ποτέ έξω από τα σύνορα της κινούμενης πόλης του. Η ζωή του θα αλλάξει δραματικά όταν θα βρεθεί στο δρόμο του η σημαδεμένη στο πρόσωπο Έστερ Σο (Χέρα Χίλμαν – καλή), μια μοναχική και ατρόμητη κοπέλα που θα βρεθεί στο Λονδίνο με σκοπό να δολοφονήσει τον Θάντεους Βαλεντάιν (Χιούγκο Γουίβινγκ – πάντα άψογος), τον δήμαρχο της πόλης, ο οποίος ευθύνεται για τον θάνατο της αρχαιολόγου μητέρας της.

Η Έστερ είναι ένα ελεύθερο πλάσμα με πάθος για εκδίκηση και τρυφερή καρδιά, που την μεγάλωσε ένας μεταλλικός εκτελεστής. Ο Τομ είναι έγκλειστος στον δικό του κόσμο, αφελής και καλόπιστος, αλλά με σπάνια γενναιότητα και αφοσίωση. Αυτοί οι δυο ήρωες είναι η ραχοκοκκαλιά της ιστορίας. Η καρδιά της ταινίας χτυπάει γύρω από τον αναπάντεχο δεσμό τους, σε αντίξοες συνθήκες.

Στον αγώνα τους, θα τους βοηθήσει η Άννα Φανγκ (Τζιχάε – καλή) μια επικίνδυνη εγκληματίας που όμως έχει γενναιόδωρη καρδιά και καλά κίνητρα για την επανάστασή της. Αυτή η ιστορία εκδίκησης θα φέρει τους δυο ήρωες κοντά, σαν δυο εξόριστους στην ίδια πόλη, όμως τα πράγματα θα εξελιχθούν σε κάτι πολύ μεγαλύτερο και οι αποκαλύψεις θα είναι πιο συγκλονιστικές απ’ ότι θα μπορούσαν να φανταστούν

 

Προβάλλονται επίσης:

Η ταινία τρόμου  «Το Πάρκο του Τρόμου», του Γκρέγκορ Πλότκιν (Spentzos Films)

Και το animation «Ο Γκριντς», των Σκοτ Μοσιέ και Γιάροου Τσένι (Tulip Entertainment)