«Οι Judas Priest σώζουν (ξανά) το Heavy Metal»: του Νάσου Καββαθά

Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

jokersbonus@yahoo.com

Η Μουσική «εις θάνατον»

Αυτή είναι η πρώτη κατάθεση σε μια σειρά άρθρων υπό έναν πομπώδη τίτλο, όπως: «Σκοτώνοντας τη μουσική». Όπου καταγράφω, πώς τις τελευταίες δεκαετίες η «μουσική» που ακούει η μεγάλη πλειοψηφία έχει όλο και ..λιγότερη μουσική μέσα της. Μιλάμε για τα «μουσικά προϊόντα» που προβάλλει ως προαναγγελμένες επιτυχίες το λοβοτομημένο mainstream: Hiphop, sampling, dance shit, λαϊκά και έντεχνα σκυλιά της κάθε χώρας πετάνε έξω τα σιλικόβυζα «τραγούδια» τους – όλα μοιάζουν μεταξύ τους – όλα διορθώνονται στο στούντιο, καμία αληθινή πρόοδος (παρά την τεχνολογία ή λόγω  της τεχνολογίας!), παρά πρόοδος μόνο προς το χειρότερο. Ναι, υπάρχουν και καλά πράγματα, αλλά, όπως πάντα, τα μεγάλα budget είναι πίσω από τα σκουπίδια. Όπως και οι «κόσμοι» της πολιτικής, της οικονομίας κλπ, έτσι και στη μουσική βιομηχανία. Ύπουλος και σκαιός εμπορικός μηχανισμός. Βραβεύονται μεταξύ τους, κονομάνε μεταξύ τους, ανακύκλωση, μόνο που εδώ τα σκουπίδια ανακυκλώνονται σε νέα σκουπίδια. Μουσικός «Τύπος»; Α joke, ακόμη και τότε που υπήρχε πληθώρα καλής μουσικής και στο mainstream κοινό. Ο μουσικός τύπος μοιάζει πιο πολύ με τον περιοδικό τύπο που ασχολείται με τη μόδα εν γένει, παρά με τη μουσική κατ’ ουσίαν. Έχουν μπλέξει τα μπούτια ..όλων. Μουσική λέγεται το ένα, μουσική και τ’ άλλο. Μουσική ο Mozart, μουσική κι ο κάθε «BitchKilla Assphone» παρλαπίπας ή ο κάθε «Grindsleazer from hell» κι οι γρυλισμοί του.

Ένα-ένα θα τα περιλάβω τα παραπάνω, στα επόμενα άρθρα της σειράς. Και τον «τύπο» βέβαια. Σήμερα, με αφορμή το νέο άλμπουμ των Judas Priest θα μιλήσουμε λίγο για Metal. Και για το πώς οι «Ιούδες» το σώσανε για άλλη μια φορά με το ολοκαίνουργιό τους άλμπουμ.

 

Firepower, 2018

Αναμφισβήτητοι πρωτοπόροι, πατεράδες του είδους οι Priest, από τις αρχές των ‘70s μέχρι και το 1991, με το συναρπαστικό «Painkiller» το τερματίσανε το παιχνίδι. Μιλώντας για metal απ’ τα ‘90s ως σήμερα, μουσικά, το progressive metal είναι ένας χώρος όπου κυοφορούνται μουσικές ελπίδες – και δε θεωρώ καθόλου τυχαίο που κάποιες σημαντικές μπάντες όπως οι Dream Theater, οι Opeth κ.α. έριξαν περισσότερο βάρος στο progressive μέρος παρά στο metal. O Devin Townsend ξεχωρίζει επίσης μέσα σ’ αυτό το διάστημα, κι έχει ακόμα αρκετά γόνιμα χρόνια μπροστά του – ένας σπουδαίος καλλιτέχνης που έχει ανοίξει πολύ τη μουσική του γκάμα και για τον οποίο θα μιλήσουμε εκτενέστερα σε μελλοντικό άρθρο. Ευρύτερα, το progmetal και το progressive rock είναι σήμερα από τις πιο υγιείς περιοχές της Μουσικής, σε άμεση συγγένεια με το FusionJazzRock που απ’ τα 70s ως τα ‘90s έδωσε ασύγκριτα διαμάντια και ανανέωσε το ενδιαφέρον για καλαίσθητες, καλογραμμένες και καλοπαιγμένες μουσικές.

Σε θετικό τόνο πάλι, υπάρχουν παλιές και νέες μπάντες που τιμούν τις ρίζες του Hard Rock, (Jazz, Blues, RocknRoll), όπως υπάρχουν κι εκείνοι που τιμούν την Κλασική Μουσική και τις σημαντικές μουσικές κληρονομιές. Όσοι δηλαδή έχουν ανοιχτά τ’ αυτιά τους για καλές μουσικές, ανεξαρτήτως είδους, έχουν καλές πιθανότητες να δώσουν κάτι ενδιαφέρον, μία νέα ματιά και πρόταση.

Κι εδώ είναι που χάνουν το παιχνίδι οι, πώς να τις πω «ειδικευμένες» περιπτώσεις; Ε, είναι καταδικασμένες στην εφήμερη φύση τους. Mπάντες με περισσή καφρίλα, βοθροφωνητικά κ.α. – κι οι ίδιοι οι φανς τους έτσι τα λένε συνήθως – στο μέλλον θα ατενίζονται ως αστεία και εποχικές γραφικότητες. Εντωμεταξύ, φαντάσου λίγο πως μπορεί να είναι οι μελλοντικές μπάντες που θα έχουν επηρεαστεί απ’ αυτές! Πιο πολλή σχέση βλέπω να έχουν με τον κόσμο των Comics παρά με της μουσικής – κι αυτό δεν είναι κάτι κακό. Στ’ αλήθεια! Τα κόμικς – τα παιδικά και τα πιο ενήλικα- είναι μια τεράστια κοινή επιρροή.

Είναι μεγάλη και σταθερή αγορά το metal. Oι εταιρίες κατά καιρούς πλασάρουν μια μέτρια ή γκροτέσκ μπάντα ως το επόμενο μεγάλο όνομα. Tσιμπάει το κοινό απ’ το πολύ πιπίλισμα της προπαγάνδας για λίγο καιρό μέχρι να ξεφουσκώσει το trend ή να κλειδώσει έναν αριθμό πιστών οπαδών η κάθε εν λόγω πολυδιαφημισμένη μπάντα που επιβάλλεται από την εταιρία της.

«Πιστοί οπαδοί..» Ορολογίες που παραπέμπουν σε σκοταδισμούς τύπου θρησκείας – πολιτικής,  ή σε ποδοσφαιρικό φανατισμό, έχει και τέτοια το metal κοινό, αλλά αυτές οι ασθένειες δεν αφορούν μόνο το metal. Αν το καλοσκεφτείς, ακόμη κι ένας υποθετικός μέσος mainstream ακροατής, ένας άνθρωπος του μέσου όρου δηλαδή, μπορεί εξίσου να χαρακτηριστεί κολλημένος, φανατικός, όσο και κάποιος με δηλωμένα ειδικευμένα γούστα. Ακόμη κι ο αδαής κι ο αδιάφορος είναι φορείς μιας άτακτα εριμμένης, απροσδιόριστης κι απ’ τους ίδιους κουλτούρας. Ένα χάος ακαλλιέργητων, μια βαβέλ. Οι πιο αστείοι είναι οι ξερόλες, κι αυτοί φυτρώνουν παντού.

 

Υπεράνω

Οι Judas Priest είναι μια από τις βασικές κολώνες του είδους, έχουν ήδη την κοινή αποδοχή στον κόσμο των μεταλλάδων. Aκόμη και να μη σου αρέσουν οι JP δε γίνεται να τους αρνηθείς ανοιχτά ως μπάντα και μάλιστα ως πρωταθλητές. Του χρόνου φυσάνε 50 κεράκια καριέρας και δεν έχουν να αποδείξουν τίποτα. Το μόνο που περιμένεις από τέτοιες περιπτώσεις είναι να μην ξεφτιλιστούν λίγο πριν την έξοδό τους, όπως έκανε ο γελοιότατος Ozzy Osbourne ξεπουλώντας γη και ύδωρ, κατακλέβοντας όσους του γράψανε τα τραγούδια.

Τα περισσότερα άλμπουμ των Priest είναι σταθμοί στο είδος. Το 1992 έφυγε –προσωρινά- απ’ την μπάντα ο χαρισματικός «metal god», o Rob Halford (frontman) και το «Painkiller» θεωρήθηκε μάλιστα τότε ως το κύκνειο άσμα της κολοσσιαίας αυτής μπάντας. Σε solo καριέρα o Rob Halford. Συνέχισαν με άλλο τραγουδιστή οι Judas, μέτρια αποτελέσματα και στις δύο περιπτώσεις.

Το 2005 επιστρέφει ο Halford κι ο κόσμος του metal έρχεται στα ίσα του. Το comeback album «Angel of Retribution» είναι μια κατάθεση ποιότητας που ξανάφερε κοντά διχασμένες φατρίες του είδους. Άλλη μια τονωτική ένεση εγκυρότητας. Ακολούθησε το επικό, συμφωνικό «Nostradamus» (2008), διπλό, concept album, με τους JP να ανοίγονται καλλιτεχνικά. Το «Redeemer of souls» του 2014 είναι αυτό που λέμε… Ok!!!

Δεν έχουν καν ανάγκη για κάτι ακόμα σπουδαίο. Άλλες μεγαλομπάντες βγάζουν μέτριους και κακούς δίσκους, παίρνουν καλές κριτικές από σεβασμό και ξεχνιούνται δίκαια αυτοί οι μέτριοι, κακοί δίσκοι τους. Ποιος να περίμενε ότι το «Firepower» που βγήκε πριν από λίγες μέρες θα είναι ένα απ’ τα καλύτερα άλμπουμ της καριέρας τους . Υπενθυμίζω, ότι μιλάμε για μια απ’ τις μεγαλύτερες μπάντες του είδους. Πρόκειται για μια «τσιμεντοένεση» στο ίδιο το είδος μια τέτοια κατάθεση. Άλλες μπάντες έχουν ..χιλιετηρίδες να βγάλουν τέτοιο  άλμπουμ.

Ένα απ’ τα δυνατότερα χαρτιά στο άλμπουμ «Firepower» αφορούν το στιχουργικό μέρος. Ο Ηalford του 21ου αιώνα έχει ακέραιο το οπλοστάσιό του κι αλώβητο το αισθητήριό του για catchyness, αλλά εμπλουτισμένο με μια νέα, σχηματισμένη, έγκυρη και ζυγιασμένη φιλοσοφικά προσέγγιση. Και να φανταστείς ότι δε συμφωνώ μαζί του σε πολλά σημεία.

 

Εξέλιξη των ειδών

Όπως στον κινηματογράφο, βλέπε αντίστοιχα το ευρύ είδος των thrillers, πολλά παρακλάδια, σπουδαίοι δημιουργοί, τσαρλατάνοι, ευφυείς, βλάκες, αριστουργήματα και σκουπίδια εμφανίζονται και ξεσκαρτάρονται με τον καιρό.  Ας πούμε ότι οι Judas είναι οι Scorcese του metal και βγάζουν ακόμα «ταινιάρες» όπως το «Firepower». Υπάρχουν πολλές άλλες αξιοσημείωτες παρατηρήσεις για τις οποίες θα μιλήσουμε άλλη στιγμή. Η φύρα αποτελεί σε όλους τους χώρους τη μεγάλη πλειοψηφία. Πορευόμαστε δια των εξαιρέσεων.

Για τη σειρά των κειμένων υπό τον (πιθανό) τίτλο «Σκοτώνοντας τη μουσική» καθιστώ ξανά σαφές ότι αφορούν το mainstream, τα «μέσα». Δηλαδή, την ψευδή εικόνα που παρουσιάζουν και τα αναλώσιμα καραγκιοζάκια που προωθούν. Χίλιοι-μύριοι έχουν προωθηθεί και μοιραία εξαφανιστεί, ενώ άλλες περιπτώσεις αντέχουν κι επανεκτιμούνται. O δείκτης διαχρονικότητας σε οτιδήποτε καλλιτεχνικό είναι αλάνθαστος και συμβαίνει από μόνο του… you cant foοl all the people all the time.