fbpx

«Οι πρωταγωνιστές της πρώτης γραμμής στον πόλεμο του ΄40» της Σμαράγδας Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

Πέρασαν 78 χρόνια από το έπος του Σαράντα, «Ύμνο εις την Ελευθερίαν» της γενιάς του 30, όπως το χαρακτήρισε ο λογοτέχνης Ανδρέας Καραντώνης.

Από τότε που η μικρή Ελλάδα ύψωσε το ανάστημά της ενάντια στην παντοδύναμη φασιστική Ιταλία κάνοντας τον ξένο Τύπο να δημοσιεύει διθυράμβους για τον ηρωισμό των Ελλήνων. Ο λαός μας τίμησε το ΌΧΙ , που στα χρόνια μας οι πολιτικοί το αγνόησαν, και πολέμησε για την ελευθερία, την ειρήνη, την αξιοπρέπεια  και  τα ιδανικά του γράφοντας στα βουνά της Πίνδου μία από τις πιο λαμπρές σελίδες της ιστορίας μας. Στο κάλεσμα για το μέτωπο ενάντια στις δυνάμεις του άξονα έσπευσαν χιλιάδες ανώνυμοι, αλλά και επώνυμοι Έλληνες, που βρέθηκαν μάλιστα και στην πρώτη γραμμή του Ελληνοϊταλικού πολέμου.

Λόγιοι, άνθρωποι των γραμμάτων και της τέχνης, που πολέμησαν με γενναιότητα  κι ήταν αποφασισμένοι ακόμα και να πέσουν στο πεδίο της μάχης για την πολυπόθητη τη λευτεριά. Ανάμεσά τους οι Οδυσσέας Ελύτης.  Γιώργος Σαραντάρης, Γιώργος Θεοτοκάς, Νίκος Καββαδίας, Στρατής Δούκας, Στρατής Μυριβήλης, Άγγελος Τερζάκης, Λουκής Ακρίτας , Ανδρέας Καραντώνης,  οι ηθοποιοί Μάνος Κατράκης, Παντελής Ζερβός, Λυκούργος Καλλέργης,  Θάνος Κωτσόπουλος, Στέλιος Βόκοβιτς,  Λάμπρος Κωνσταντάρας, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος , Γκίκας Μπινιάρης, Νάσος Χριστογιαννόπουλος,  Φροίξος Θεοφανίδης, Μάκης Τζίνης, Στέφανος Πήλιος, Νίκος Αυγείας, Νίκος Σταυρίδης,  ο σπουδαίος ποιητής και ζωγράφος Νίκος Εγγονόπουλος και οι ομότεχνοί του  Σπύρος Βασιλείου και ο Γιάννης Τσαρούχης.

Ο Οδυσσέας Ελύτης , και ο Γιώργος Σαραντάρης υπήρξαν συμπολεμιστές. Κατά την διάρκεια του πολέμου προσβλήθηκαν από τύφο. Ο Σαραντάρης όμως δεν τα κατάφερε κι έφυγε στις 25 Φεβρουαρίου του 1941. Λέγεται μάλιστα, ότι ο Ελύτης το έργο του «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας»  το έγραψε για τον φίλο του Σαραντάρη, αλλά και για να τιμήσεις όλους τους ανθυπολοχαγούς που χάθηκαν στα βουνά της Αλβανίας και κατά την άποψη του ποιητή κράτησαν στους ώμους τους όλο το βάρος αυτού του πολέμου.

Ένα σφίξιμο στην καρδιά φέρνει η εικόνα θανάτου από την ελεγεία που συνέθεσε ο Νομπελίστας.

«…Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος

Που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός

Kαθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας

Kι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες

Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη

M’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά

M’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί

Mοιάζει μπαξές που τού ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά

Mοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά

Mοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε

Mόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα

Kι η απορία μαρμάρωσε…

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.

Αιώνες μαύροι γύρω του

Aλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή

Kι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες

Aκούν με προσοχή·

Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε

Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή

Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή

Και η μία συγκίνηση διαδέχεται την άλλη».

Ο Οδυσσέας Ελύτης στο κέντρο της φωτογραφίας σε μια στιγμή ενώ επιστρέφουν από το μέτωπο
Ο ανθυπολοχαγός Οδυσσέας Αλεπουδέλης

Η συμμετοχή του κατά κόσμον Οδυσσέα Αλεπουδέλη  σε αυτό τον πόλεμο, τον βοήθησε να αποκτήσει πλήρη επίγνωση , του τι σημαίνει αγώνας: «Η Αλβανία για τη σωματική μου υπόσταση ήταν μια περιπέτεια αβάσταχτη. Για την ψυχική μου όμως ιστορία είναι μια βαθιά τομή. Λίγοι ξέρουν ότι το κύριο βάρος του πολέμου το σήκωσαν οι ανθυπολοχαγοί και συμβολικά αυτό θέλησα να δείξω, ηρωοποιώντας έναν από αυτούς με το « Άσμα» που έγραψα. Από το άλλο μέρος ο πόλεμος έγινε η αιτία να συνειδητοποιήσω τι είναι ο αγώνας. Ομαδικός πλέον και όχι προσωπικός. Κατάλαβα τι σημαίνει να μάχεσαι ενταγμένος σε μια ομάδα που έχει ορισμένα ιδανικά και μάχεσαι και συ γι’ αυτό» [2]ξημέρωνε το φως….»

Στις 28 Οκτωβρίου 1940 ο ποιητής του Αιγαίου  επιστρατεύεται με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού στην Υπηρεσία του Στρατηγείου του Α’ Σώματος Στρατού. Τον Νοέμβριο το Στρατηγείο μετακινείται στην Καλαμπάκα και στο Μέτσοβο. Στις 11 Δεκεμβρίου ο ποιητής μετατίθεται στη ζώνη πυρός. Την επομένη των Χριστουγέννων προωθείται στη γραμμή Καλλαράτες – Μπολένα, όπου τραυματίστηκε και μόλις, ανάρρωσε, ζήτησε να επιστρέψει στη θέση του .

Σε συνέντευξή του λίγο καιρό μετά απαντώντας στην ερώτηση, τι ήταν αυτό που τον συγκίνησε το έπος του Σαράντα, συγκλονίζει: «…ήταν ό, τι διάβαζα στην πράξη, και μ’ ένα σφίξιμο στην καρδιά μην τύχει και δακρύσω, αυτά που με ανία και δυσφορία διάβαζα ως τότε στα βιβλία και για την ιστορία της χώρας μου. ‘Ηταν μια βίαιη φορά προς τα εμπρός του λαού που είχε κάποτε ηττηθεί, όχι εξ αιτίας του, στη Μικρασία, και που τώρα θα έπαιρνε την εκδίκησή του. ‘Ετσι το έβλεπα εγώ. Σαν άχτι μακροχρόνιο που έβγαινε και ξεθύμαινε. Δεν έπαιζε ρόλο που ο εχθρός ήταν διαφορετικός. Ο εχθρός ήτανε η Τυραννία, ήτανε η μορφή του Άδικου, που την είχαμε υποστεί κάτω από διαφορετικές μορφές επί αιώνες και είχε γίνει μοίρα μας. Αυτή η εξέγερση εναντίον της Μοίρας, χωρίς υπολογισμό, μες στα όλα, αυτή η «όμορφη αφροσύνη», όπως λέω κάπου αλλού, ήτανε που ανέβαζε το γεγονός σε μιαν άλλη σφαίρα, ποιητική. Μέσα μου έγινε μια αναπαρθένευση των τριμμένων εννοιών. Οι λέξεις ξεφουσκώνανε και ξαναγεμίζανε με καθαρή ουσία. Με τη βοήθεια της ουσίας αυτής βρήκα το θάρρος να ξαναπροφέρω λόγια που ώς τότε φοβόμουνα επειδή τα συναντούσα μόνο στα χείλη των κούφιων πολιτικών και των πατριδοκαπήλων».

Στο πλευρό του Οδυσσέα Ελύτη πολέμησε με τον βαθμό του έφεδρου αξιωματικού και ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, που ήταν αδελφικός του φίλος. Ο γιός του αξέχαστου ηθοποιού ο Δημήτρης Κωνσταντάρας είχε δηλώσει σχετικά  στην κάμερα του Mega:  «Ήταν ήρωας. Όταν ήμουν μικρός 7-8 χρονών και μου διηγούταν με μεγάλη περηφάνια τη συμμετοχή του στο αλβανικό μέτωπο. Θυμάμαι μου έλεγε: «έλα εδώ να δεις τι έγινε. Βάλε το χέρι σου, πιάσε το πλευρό μου. Βλέπεις κάτι που πετάει από κάτω; Αυτό είναι από όλμο!»

Σύμφωνα με στοιχεία,  που αντλήσαμε  από την ιστοσελίδα της επιτυχημένης τηλεοπτικής εκπομπής η «Μηχανή του Χρόνου», ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, είχε λάβει το μετάλλιο τραυματία πολέμου. Λέγεται ότι αφού τραυματίστηκε και έγινε καλά στα μετόπισθεν, ζήτησε να ξαναγυρίσει στην πρώτη γραμμή.

Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας σώθηκε χάρη στον Οδυσσέα Ελύτη, που τον μετέφερε έγκαιρα στο νοσοκομείο.Ο ίδιος είχε εκμυστηρευτεί  σε συνέντευξή του: «Στον πόλεμο είχα τραυματιστεί στο κεφάλι και μου ζήτησαν την υπογραφή μου, για να μου κάνουν διάτρηση στο κρανίο. Δεν υπέγραψα και γλίτωσα!».

Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας λίγο πριν τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο
Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας στο μέτωπο

Με την κήρυξη του πολέμου, ο Μάνος Κατράκης κίνησε για το μέτωπο και σώθηκε από θαύμα. Το ατίθασο άλογο που ίππευε .όταν τον είχε στείλε ο  διοικητής του να βοηθήσει τον οδηγό μιας κλινάμαξας, δεν υπάκουσε στα κελεύσματά του, όταν πέρασε με μεγάλη ταχύτητα ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο και τον έριξε στο χείλος του γκρεμού.

Ο Κατράκης καταπλακώθηκε από το άλογο που είχε τραυματιστεί βαριά. Πέρασαν πολλές ώρες και οι συμπολεμιστές του τον είχαν κηρύξει αγνοούμενο. Ευτυχώς όμως στάθηκε τυχερός. Τον βρήκαν κάποιοι διερχόμενοι φαντάροι και τον μετέφεραν στο Μέτσοβο ένα ράκος, γιατί σκότωσαν το άλογο για να το γλιτώσουν από τα όρνια που το περιτριγύριζαν να το κατασπαράξουν.

Έλληνας στρατιώτης το 1940
Έλληνες στρατιώτες στα χιονισμένα βουνά του πολέμου

Ζωντανός βγήκε από φωτιά του πολέμου και ο ηθοποιός Διονύσης Παπαγιαννόπουλος. Λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωσή του είχε παραδεχτεί δημόσια: «Δεν ξεχνιούνται όσα χρόνια και αν περάσουν. Πώς να σβήσει από τη μνήμη μου η εξόρμησις στο ύψωμα του Αγ. Αθανασίου στη Χειμάρα; Ανεβήκαμε με χέρια και πόδια, πολεμώντας με πέτρες. Είχα, θυμάμαι, πέντε φυσίγγια επί 20 ώρες. Εκεί που είχαμε σκαρφαλώσει, δεν μπορούσαν να μας φτάσουν τα μεταγωγικά. Κι εμείς πολεμούσαμε με πέτρες».

Στον Γιώργο Θεοτοκά αρνήθηκαν την κατάταξη , όταν εμφανίστηκε ως εθελοντής στο Γουδί στις 22 Νοεμβρίου 1940. Ο λογοτέχνης έβαλε μέσον στο στρατηγό Σέργιο Γυαλίστρα, αλλά δεν κατάφερε κάτι. Στις 3 Δεκεμβρίου του 1940 κατατάχθηκε στο Έμπεδο (μονάδα με στόχο την αναπλήρωση αντίστοιχης οργανικής υπηρεσίας ή μονάδας που είχε απομακρυνθεί από την έδρα της) και στις 17 Ιανουαρίου 1941 αποστρατεύθηκε. Τον Φεβρουάριο του 1941 κατατάχθηκε εκ νέου στον 12ο λόχο του ΓΕΑ, όπου εκπαιδεύτηκε στους όλμους.

Ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος το 40
Ο Γιώργος Θεοτοκάς με τη στολή του εθελοντή και ο Γιώργος Σεφέρης το 1941

Ο Νίκος Καββαδίας υπηρέτησε στην Αλβανία αρχικά ως ημιονηγός τραυματιοφορέας και αργότερα, λόγω της ειδικότητάς ως ασυρματιστής, στο σταθμό υποκλοπής της Γ΄ Μεραρχίας.

Ο Στρατής Δούκας πήρε μέρος στον πόλεμο ως αξιωματικός , καθώς στην Εθνική Αντίσταση και αντιμετωπίστηκε με βιαιότητα  από τους Γερμανούς κατακτητές για τη δράση του.

Ο λογοτέχνης Άγγελος Τερζάκης
Ο Άγγελος Τερζάκη στο μέτωπο

Στο βιβλίο του  Άγγελου Τερζάκη «Ελληνική εποποιία 1940-1941», που παρέμεινε στη ζώνη του πυρός ως το τέλος του πολέμου, ο αναγνώστης συναντά συγκλονιστικές σελίδες από τον αγώνα των Ελλήνων στην Αλβανία. Παραθέτουμε ένα σχόλιο του συγγραφέα , που δείχνει το μεγαλείο της ελληνικής ψυχής: «…Δεν είχαμε απαντήσει «όχι» στους Ιταλούς, επειδή πιστεύαμε πως θα τους νικούσαμε. Είχαμε απαντήσει έτσι γιατί αυτή ήταν η επιταγή της ελληνικής ψυχής και της ελληνικής Ιστορίας. Πίστεψε άραγε κανένας, εκείνες τις στιγμές, στο ενδεχόμενο μιας νίκης; Λογικά, όχι βέβαια. Στιγμές τέτοιες δεν μοιάζουν με τίποτα. Όταν η Ιταλία τον περασμένο Οκτώβριο, είχε επιτεθεί, όλοι θαρρούσαν πως ο αγώνας θα γίνει για την τιμή των όπλων και μόνο. Η ομορφιά εκείνης της ώρας δεν ήταν η προσδοκία της νίκης, ήταν η απόφαση για τέλος ταιριαστό. Η νίκη είχε έρθει από τον αποχαιρετισμό ακριβώς στη ζωή, από την απόφαση να κοπούν όλες οι γέφυρες που φέρνουν πίσω. Τώρα που η Γερμανία βροντούσε με ατσαλόφραχτη γροθιά την πόρτα της χώρας, κανένας δεν γελιόταν, η ώρα ήταν πολύ δραματική για κομπασμούς. Κι όμως, ένας άνεμος τρελής ελπίδας φύσηξε για μια στιγμή: – Πού ξέρεις! Οι νίκες της Αλβανίας ήταν ολοζώντανες, το έθνος είχε αποκτήσει μια καινούργια επίγνωση γι’ αφανέρωτες δυνατότητές του, το θαύμα έμοιαζε χώρος οικείος… Ο επιπόλαιος παρατηρητής θα υποθέσει εδώ πως ήταν υπερτίμηση φαντασμένη κι άκριτη. Λάθος. Ήταν χαμογέλασμα φρεναπάτης. Η τραγική περηφάνεια έχει αντιδράσεις που μπορούν να ξεγελάσουν τον απρόσεκτο…»

Έλληνες στρατιώτες πριν την μάχη
Γυναίκες μεταφέρουν πυρομαχικά στα βουνά της Ηπείρου

Στον απελευθερωτικά αγώνα των Ελλήνων αφιέρωσε ο Νίκος Εγγονόπουλος το ποίημά του «Μπολιβάρ»:

 «Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους,

για τους γενναίους, τους δυνατούς,

Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα,

 τα γενναία, τα δυνατά».

 Ο Εγγονόπουλος πολέμησε, συνελήφθη από τους Γερμανούς, μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, από όπου δραπέτευσε και επέστρεψε στην Αθήνα με τα πόδια.

Στο ελληνοαλβανικό μέτωπο έδωσε το παρόν και ο Γιάννης Τσαρούχης. Στη φωτογραφία που τον απεικονίζει με τη χλαίνη και κάνει τον γύρο του διαδικτύου κάθε εθνική επέτειο ο εικαστικός καλλιτέχνης κρατά την εικόνα της Παναγίας. Την ζωγράφισε μετά από διαταγή του διοικητή για να κοσμήσει το τέμπλο της εκκλησίας, που επρόκειτο να ανεγερθεί σε έναν γκρεμισμένο μύλο, εκεί που εμφανίστηκε η Μεγαλόχαρη και εμψύχωσε τους στρατιώτες.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος
Ο Γιάννης Τσαρούχης και η Παναγιά που ζωγράφισε στον πόλεμο του 40

Όπως και νάχει…

«Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα

που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι

να πούνε…

Ο αρνηθείς δεν μετανιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,

«όχι» θα ξαναέλεγε.»

Κι εμείς κλείνουμε ευλαβικά το γόνυ αφιερώνοντάς τους  παραπάνω στίχους του Αλεξανδρινού Κ. Π. Καβάφη στους ήρωες Έλληνες αλλά και σε όλους τους λαούς της γης που δεν δείλιασαν, όταν χτύπησαν  τα τύμπανα του πολέμου να μπουν στη μάχη, για να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους.