«Οι Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι Περί Ψυχής» (Μέρος Γ’: Αριστοτέλης – Επίκουρος – Στωικοί), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Κατόπιν των αναφορών μας στους προσωκρατικούς φιλόσοφους, έπειτα στον Σωκράτη και τον Πλάτωνα, τώρα προχωράμε στην μετασωκρατική και μεταπλατωνική περίοδο  και πώς έθεσαν φιλοσοφικά, τόσο ο Αριστοτέλης και ο Επίκουρος, όσο και οι Στωικοί το φλέγον θέμα της ανθρώπινης ψυχής.  

γ) Αριστοτέλης Χαλκιδική (384-322 π.Χ):  Στον Αριστοτέλη, παρουσιάζεται ιδιαίτερη δραστηριότητα και στοχασμός, ιδίως επάνω στο Περί Ψυχής ερώτημα αλλά και γενικότερα. Ο φιλόσοφος όντας μαθητής του Πλάτωνα, είναι κατά πολύ επηρεασμένος από την Περί των Ιδεών θεωρία του. Έτσι, στο πλαίσιο της φιλοσοφικής ψυχολογίας του, ο Αριστοτέλης δέχεται την ύπαρξη των Ιδεών, ως πρώτη αρχή του κόσμου και της αλήθειας. Αυτό που τον απασχολεί, εντούτοις, είναι …το πώς θα πρέπει να εννοούμε τη σχέση μεταξύ των ανθρώπων και της Ιδέας του ανθρώπου…. Πρόκειται δηλαδή, για το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ του κόσμου των Ιδεών και του κόσμου των Αισθητών, και της αλληλεπίδρασης τους. Το πρόβλημα αυτό, δεν θα αναλυθεί εδώ καθώς αποτελεί παρέκβαση στο Περί Ψυχής ερώτημα. Για να ολοκληρωθεί όμως η φιλοσοφική ψυχολογία, όπως αυτή ορίσθηκε σε προηγούμενες ενότητες και αναφορές, ως δηλαδή του ποιά η πηγή Ζωής και ύπαρξης των πάντων, του Αριστοτέλη σκόπιμο είναι να αναφερθούμε στην έννοια του θεού.

Η κύρια διδασκαλία του βιβλίου του Αριστοτέλη στα Μετά τα φυσικά, αναφέρεται στο Πρώτον Κινούν Ακίνητον, το οποίο είναι αμετάβλητο και αιώνιο. Η οντότης του συνίσταται στη «νόησιν νοήσεως”. Είναι η ακρότατη αιτία κάθε κινήσεως, καθώς και το υπέρτατον Αγαθόν, εφιέμενον από όλον τον κόσμον. …”η πρώτη αιτία όλων των κινήσεων είναι εκείνο που κινεί εαυτόν και ότι το Ακίνητον είναι η αρχή της κινήσεως…”.

 Όπως γίνεται αντιληπτό, Ψυχή ως πηγή Ζωής και ύπαρξης των πάντων, τίθεται αυτό το Πρώτον Κινούν Ακίνητον. Αυτή η οντότητα, που προκαλεί την κίνηση των πάντων και τους δίδει Ζωή. Πρόκειται προφανώς, για μια μορφή απόλυτου όντως, για μια μορφή θεού, ως οντολογίας τουλάχιστον. Έπειτα από αυτό, ακολουθούν οι Πλατωνικές Ιδέες και η σχέση τους με τα Αισθητά. Ο Αριστοτέλης, όπως και ο διδάσκαλος του, εκτός αυτών εξετάζει ειδικότερα την έννοια της Ψυχής σε σχέση (κυρίως) με τον άνθρωπο αλλά και με τα άλλα όντα. Στο πλαίσιο αυτό, ο φιλόσοφος, διατυπώνει θεωρητική και εμπειρική-επιστημονική Ψυχό-λογία, όπως ακριβώς και ο Πλάτων.

Θεωρητική προσέγγιση της Ψυχής: Ο Αριστοτέλης, ιδίως στο Περί Ψυχής ζήτημα, έχει πλούσια συγγραφική δραστηριότητα και σκέψη. Ξεχωρίζουν, συγκεκριμένα, τα συγγράμματα του, «Περί Ψυχής” και «Μικρά Φυσικά”. Στο πλαίσιο της θεωρητικής Ψυχό-λογίας του, κάνει το μεγάλο άλμα. Έρχεται σε αντίθεση με την Περί Ψυχής διδασκαλία του Πλάτωνα, και εισαγάγει την έννοια του ενισμού ή μονισμού, σε αντίθεση με την προϋπάρχουσα δυαρχία. Οι έννοιες αυτές, θα εξετασθούν αμέσως παρακάτω.

Ο Αριστοτέλης νομίζει την ψυχήν ως μια εν τω σώματι ενοικούσαν αρχήν, ως μια ζωοδότειραν δύναμιν, η οποία κινεί το σώμα ως όργανον της. Είναι το τελικόν αίτιον του σώματος. Η μορφή, το είδος, η ουσία του σώματος.. Εδώ παρουσιάζεται η ενιστική θεώρηση. Στην σχέση ψυχή-σώμα. Ή ψυχή στον Αριστοτέλη ισχύει κατ’ αρχήν ως μορφή ή ως είδος του σώματος: «αναγκαίον άρα την ψυχήν ουσίαν είναι ως είδος σώματος φυσικού δυνάμει ζωήν έχοντος”. Ένα είδος όμως, το οποίο δεν χωρίζεται από το σώμα, όπως δεν χωρίζεται και η ύλη από το είδος της (ένυλον είδος), που την καθιστά πρωταρχικά αλλά και κάθε διαρκώς φορά ένα πραγματικό «τοδε τι” εκ μορφής και ύλης…”.

 Έτσι, όπως φαίνεται: Η ύπαρξη, αποτελεί μια αδιάσπαστη ενότητα που το σώμα συμπληρώνει την ψυχή και αντίθετα. Κατά τον μονισμό-ενισμό (του Αριστοτέλη εδώ η ψυχή και το σώμα, αποτελούν δυο διαφορετικούς τρόπους έκφρασης της ανθρώπινης ύπαρξης. Για παράδειγμα, ο πόνος βιώνεται είτε ως αντίδραση της ψυχής (επώδυνο συναίσθημα, κλπ), είτε ως συγκεκριμένη αντίδραση του οργανισμού. Δυο τρόποι, δηλαδή, για ένα μόνο φαινόμενο. Έτσι η Ψυχή χαρακτηρίζεται ως μια ζώσα ή έμψυχη σωματική υπόσταση, η οποία συναποτελείται από ύλη και είδος (Υλίκη και μορφική αρχή). Ο Αριστοτέλης ονομάζει, εκτός των άλλων, την Ψυχή με τον όρο εντελέχεια: …”ψυχή εστίν εντελέχεια η πρώτη σώματος φυσικού οργανικού δυνάμει ζωήν έχοντος (πρόκειται για τον Αριστοτελικό ορισμό της Ψυχής). Αυτό σημαίνει, πως με τον όρο εντελέχεια, που σημαίνει τελειοποίηση, πλήρωση, θέλει ο Αριστοτέλης να δείξει ότι μόνο μέσω της ένωσης της ουσίας με το είδος είναι δυνατή η σύσταση αυθύπαρκτης ύπαρξης…. Με όλα αυτά τα στοιχεία, ο φιλόσοφος παρουσιάζει την έννοια του ενισμού, απορρίπτοντας την Πλατωνική θεωρία. Ένα άλλο σκέλος της θεωρητικής προσέγγισης της Ψυχής από τον Αριστοτέλη είναι η ύπαρξη Ψυχής και στους άλλους ζώντες οργανισμούς, ζωικούς ή φυτικούς. Η απάντηση είναι θετική.

 

 

 Ο Αριστοτέλης θα μπορούσαμε να πούμε με τεραστία επιφύλαξη ως προς καθαυτές τις έννοιες, πως θέτει κάποιες βάσεις, κάποια σπέρματα, της μετέπειτα θεωρίας της Παμψυχιαρχίας, της έμψυχης ιδιότητας δηλαδή, όλου του κόσμου. Σε όλα τα είδη και οργανισμούς, υπάρχει Ψυχή ή έστω κάποια από τις ιδιότητες της, τις δυνάμεις της: «Δυνάμεις δ’ είπομεν θρεπτικόν, αισθητικόν, ορεκτικόν, κινητικόν κατά τόπον, διανοητικόν…”. Ο Αριστοτέλης, παρουσιάζει την θρεπτική ιδιότητα της Ψυχής, ως την πιο σημαντική για όλους τους ζώντες οργανισμούς: …”η γαρ θρεπτική ψυχή… και πρώτη και κοινοτάτη δύναμις εστι ψυχής, καθ’ ήν υπάρχει το ζην άπασιν…”. Συγκεκριμένα τη «θρεπτική Ψυχή” την αναφέρει …”ως δύναμιν τουτέστιν αναπαραγωγής, αυξήσεως, λήψεως τροφής και τα λοιπά…”. Η θρεπτική δύναμη της Ψυχής, είναι κοινή και απαραίτητη σε όλους, δίχως εξαίρεση, τους οργανισμούς. Ακολουθούν και οι άλλες δυνάμεις της Ψυχής που κατέχουν ορισμένα ζώα”. Την αισθητική και ταυτοχρόνως ορεκτική ψυχήν διαθέτουν τα ικανά αισθήσεως και κατά τόπον ζώα κινητικά…”. Εντούτοις, την ανώτερη μορφή Ψυχής, την μορφή του διανοείσθαι και της ύπαρξης νου, μόνο ο άνθρωπος από όλα τα αλλά ζώα και οργανισμούς, κατέχει. Είναι ένα ιδιαίτερο αξίωμα, που δίδει ο φιλόσοφος στον άνθρωπο.

Εμπειρική-επιστημονική προσέγγιση της Ψυχής: Στην εμπειρική-επιστημονική θεώρηση της Ψυχής, ο φιλόσοφος μελετά τις εκδηλώσεις της Ψυχής επάνω στο ανθρώπινο σώμα και την συμπεριφορά. Ομοίως δηλαδή με τον Πλάτωνα, όπως προαναφέρθηκε, αλλά με διαφορετικές διατυπώσεις και αντιλήψεις. Ο Αριστοτέλης διακρίνει τις εκδηλώσεις της Ψυχής σε γνωστικές, συναισθηματικές και βουλητικές. Η πρώτη κατηγορία, η κατηγορία των γνωστικών εκδηλώσεων, κατ’ αυτόν έχει τη μεγαλύτερη σημασία, καθώς τίθεται το πρόβλημα και η λύση του Γνωσιολογικού ζητήματος. Ο άνθρωπος κατακτά τη γνώση, μέσω λειτουργιών όπως η αίσθηση, η μνήμη, η φαντασία και η νόηση. Οι λειτουργίες, που αποτελούν τα όργανα της γνώσης ως εκδήλωσης της Ψυχής, βρίσκονται σε ιεραρχία. Ανώτερη όλων, είναι η νόηση όπως θα δειχθεί παρακάτω. Η αίσθηση, αποτελεί την αντίδραση των αισθητήριων οργάνων με τον εξωτερικό κόσμο. Με τα εξωτερικά ερεθίσματα. Η μορφή αυτή γνώσης, είναι αρκετά περιορισμένη και αρκετές φορές οδηγεί σε πλάνη. Η μνήμη, λειτουργεί ως εξής: «Απελθόντων των αισθητών ένεισιν αι αισθήσεις και φαντασίαι εν τοις αισθητηρίοις…”. Δηλαδή η μνήμη αρχίζει να λειτουργεί, από τη στιγμή που σταματά ο εξωτερικός ερεθισμός. Στη συνείδηση εξακολουθεί να παραμένει το μετείκασμα κατ’ αρχήν, οι παραστάσεις, οι εικόνες, τα «φαντάσματα”, κατόπιν ο Αριστοτέλης δίνει μια πολύ επιστημονική ερμηνεία της μνήμης, όπως φαίνεται. Όλα όσα είμαστε αυτήν την στιγμή, κατά τον συλλογισμό του, τα οφείλουμε στην μνήμη. Θυμόμαστε το προηγούμενο χρονικά γεγονός κάτι που συμβάλλει στην διατήρηση του ιστορικού βίου.

Εκτός από αυτά ο φιλόσοφος, αναφέρεται και στην έννοια της Ανάμνησης: Η ανάπλασις των παραστάσεων είναι ανάλογος της εντυπώσεως, η δε ευκολία απομνημόνευσης εξαρτάται από την τάξιν, τον ρυθμόν, το μέτρον των απομνημονευτέων. Η φαντασία, χαρακτηρίζεται από έντονο πνεύμα δημιουργίας και αντίληψης μέσω των αισθήσεων. Στην ανώτερη βαθμίδα γνώσης, στέκεται η ικανότητα της νόησης: Διαμέσου  αυτής κρίνονται, συγκρίνονται, ταξινομούνται, αναλύονται, ερμηνεύονται τα πράγματα, αι καταστάσεις, τα γεγονότα. Προϋποθέτει, εν τούτοις, και η νόηση την ύπαρξη συνειδησιακού παραστατικού περιεχομένου, όπως επίσης και τη παρουσίαν εν τη ψυχή απορίας και αμφιβολίας, δηλ. τη θέση του προβλήματος, το οποίον καλείται να λύση η νόηση. Η νόηση, σύμφωνα μ’ αυτά, είναι η ψυχική λειτουργία, δια της οποίας λύονται τα τιθέμενα προβλήματα.     Ολοκληρώνοντας την εμπειρική θεώρηση του Αριστοτέλη, βλέπουμε για τους άλλους δυο τομείς εκδήλωσης της ανθρώπινης Ψυχής. Η συναισθηματική εκδήλωση, έχει κυρίως χαρακτήρα ατομικό, με βάση τις προτιμήσεις, τις επιδιώξεις, τις ικανοποιήσεις και μη του υποκειμένου (= ο άνθρωπος). Πρόκειται κυρίως, δηλαδή, για εκφράσεις απέναντι στο σύνολο του εξωτερικού κόσμου. Στις βουλητικές, τέλος, εκδηλώσεις ο φιλόσοφος, τοποθετεί μαζί με τον διδάσκαλο του, τα ένστικτα, τις ορμές και γενικότερα τις έμφυτες τάσεις του ανθρώπου. Οι βουλητικές εκδηλώσεις, κατατάσσονται στις κατώτερες Ψυχικές εκδηλώσεις.

  1. Μετα-Αριστοτελιακή περίοδος

 Μετά τον Αριστοτέλη, παίρναμε στην λεγόμενη Μετακλασική περίοδο της φιλοσοφίας. Σε αυτήν αναπτύσσονται σημαντικές θεωρίες αλλά και φιλοσοφικά ρεύματα και σχολές, από τους εκάστοτε φιλοσόφους. Το Περί Ψυχής ερώτημα απασχολεί αρκετά τους διανοητές, όχι βέβαια όσο τους φιλοσόφους των προηγούμενων ετών. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει πως δεν δίδονται, σπουδαίες περί αυτού φιλοσοφίες, όπως αυτή του Πλωτίνου, του Επίκουρου και μιας πληθώρας άλλων, που θα αναλύσουμε στην συνέχεια.

α) Από τον Επίκουρο μέχρι και τον Πλωτίνο.

Ο Επίκουρος, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι διατυπώνει σπερματικά, θεωρητικό-φιλοσοφικό και εμπειρικό λόγο Περί Ψυχής. Κατ’ αρχάς, όπως φαίνεται από την γενικότερη θεωρία του Επίκουρου, έχουμε πλέον μεγάλη εισαγωγή στην πρώιμη επιστημονική σκέψη και στην αμφισβήτηση του προ-καθορισμού των σκοπών της φύσης και του ανθρώπου, από κάποιον θεό ή θεούς. Έτσι ο φιλόσοφος τάσσεται κατά πολύ υπέρ των θεωριών του Δημόκριτου, σχετικά με την έννοια των ατόμων και της δημιουργίας και λειτουργίας του σύμπαντος και της ζωής. Κατά τον τρόπο αυτό, πέρα των άλλων, ο Επίκουρος διατυπώνει την φιλοσοφική ψυχολογία, όπως αυτή τέθηκε σε προηγούμενες σελίδες. Ως δηλαδή, πηγή ζωής και ύπαρξης των πάντων. Ως Ψυχή με αυτήν την έννοια. Η πηγή της ζωής λοιπόν, η Ψυχή, είναι τα ά-τομα και οι τυχαίες μεταξύ των συγκρούσεις που δημιουργούν τα αντίστοιχα αποτελέσματα (ένα αποτέλεσμα είναι και η Ζωή). Οι συγκρούσεις, όπως είπαμε, επιτυγχάνονται με τρόπο τυχαίο κάτι που καταρρίπτει το μέχρι τότε αιτιοκρατικό πλαίσιο σκέψης των περισσοτέρων φιλοσόφων. Όλη αυτή η Φυσική του Επίκουρου, έχει καθοριστικό ρόλο και στο Περί Ψυχής ζήτημα.

Επίκουρος

Θεωρητική-φιλοσοφική προσέγγιση της ανθρώπινης Ψυχής: Ο Επίκουρος, δίδει τον ορισμό της ανθρώπινης Ψυχής: Προς την κοσμολογική θεωρία συμφωνεί και η ανθρωπολογία και ψυχολογία του Επίκουρου: η Ψυχή είναι σωματική, κράμα από τέσσαρες ποιότητες. Από άτομα με πυρώδη, με αερώδη, με πνευματώδη και με αγνώστου υφής ποιότητα. Τα άτομα της τελευταίας, ανώτατης ποιότητας, έχουν ελευθερία, αποτελούν το «προς ημας αδέσποτον” και έτσι γίνονται η πηγή της ανθρώπινης ελευθερίας και ευθύνης. Όπως φαίνεται λοιπόν από τον ορισμό, η Ψυχή συνίσταται από τα ά-τομα, τα οποία κατέχουν διάφορες ιδιότητες. Λογικά, η Ψυχή ως δύναμη ζωής πριν δώσει Ζωή στο ανθρώπινο σώμα, βρίσκεται σε μορφή ατόμων. Ο φιλόσοφος, πέρα από τον συγκεκριμένο λόγο του, δεν λέει κάτι άλλο για την Ψυχή, στο θεωρητικό-φιλοσοφικό πλαίσιο. Εντούτοις, στην εμπειρική του προσέγγιση παρουσιάζει μεγαλύτερη ανάλυση.

Εμπειρική προσέγγιση της ανθρώπινης Ψυχής: Στην εμπειρική προσέγγιση ο φιλόσοφος, κατατάσσει τις επιδράσεις και τα αποτελέσματα, τις ικανότητες, που δίνει η Ψυχή στο ανθρώπινο σώμα και στην διαμόρφωση της συμπεριφοράς ή και του χαρακτήρα του ανθρώπου. Ο άνθρωπος διαθέτει την ενάργεια: Η ενάργεια είναι το συναίσθημα που μας βεβαιώνει ότι εκείνα που γίνονται μέσα στην Ψυχή μας απεικονίζουν και αναπαριστούν όσα συμβαίνουν στον εξωτερικό κόσμο. Ο άνθρωπος διαθέτει τέσσερις βαθμίδες στο πλαίσιο της ενάργειας, βαθμίδες που εξασφαλίζει μέσω της Ψυχής του: Το πάθος από άποψη πρακτική, δηλ. το συναίσθημα, είναι το πρώτο κριτήριο και η πρώτη βαθμίδα της εναργείας, δηλ. της αλήθειας: Το συναίσθημα (της ηδονής, δηλ. της ευαρέσκειας, ή του άλγους, δηλ. της δυσαρέσκειας) μας ειδοποιεί για την πρακτική μας ενέργεια, για το τι πρέπει να επιζητούμε ή να αποφεύγουμε. Το δεύτερο και κύριο κριτήριο είναι η αίσθηση, αλάθητη εξεικόνιση, καθρέπτης των αντικειμένων όπως αυτά είναι. Η αίσθηση ούτε πλανάται ούτε ψεύδεται. Επίσης: Τρίτη βαθμίδα εναργείας, το τρίτο κριτήριο αληθείας, συνιστά η πρόληψις, δηλ. η κατάληψη ή ορθή αντίληψη και μνήμη των εξωτερικών ερεθισμών από την πρόληψη γεννιέται η υπόληψη και η δόξα, δηλ. η υποκειμενική αντίληψη. Η οποία είναι αληθής: (α) αν επιβεβαιώνεται από την αίσθηση και (β) αν αποτελεί υπόθεση αναφερόμενη στα «άδηλα” και αόρατα όντα, χωρίς να υπάρχουν στοιχεία που να την κλονίζουν. Τέλος, το τέταρτο κριτήριο, την τέταρτη βαθμίδα αληθείας προσέθεσαν οι μαθητές του Επίκουρου. Πρόκειται για τη Φανταστική επιβολή της διάνοιας. Ο ποιητής Λουκρήτιος ερμηνεύει βαθύτερα την «επιβολή” αυτή: η ανθρώπινη Ψυχή είναι ικανή να δρασκελίζει τα σύνορα του κόσμου αυτού και με το βλέμμα της να κατανοεί τι συμβαίνει και εκεί. Όπως βλέπουμε, η επίδραση της Ψυχής στον άνθρωπο, δίνει σε αυτόν αρκετές ιδιότητες και ικανότητες αντίληψης των πραγμάτων.

Πάθος

Αίσθηση

Πρόληψις

Φανταστική επιβολή

της διάνοιας

 Η έννοια της Ψυχής, στο εμπειρικό πλαίσιο, παρουσιάζεται και σε συνάφεια με την έννοια της Ηθικής. Η Ηθική αφορμάται από την ηδονή που είναι η «αρχή και το τέλος του μακαρίως ζην πάσα ουν ηδονή αγαθόν.  Όμως τίποτε δεν είναι πιο εσφαλμένον από την ταύτιση αυτής της ηδονής με την αισθησιακή απόλαυση. Το επικούρειο ιδεώδες είναι η αταραξία και η πνευματική χαρά. Οι υλικές ηδονές δίνουν ευχαρίστηση αλλά είναι συνδεδεμένες με πόνο. «Μείζονες” είναι «αι ηδοναί της Ψυχής”…Και: Ο Ιατρός της Ψυχής Επίκουρος δίνει στους φίλους του συνταγή με τέσσερα φάρμακα, ώστε με αυτά να προφυλάξουν την ψυχική τους γαληνή από τέσσερεις εχθρούς της: από τις ορμές, τις αλγηδόνες, τους θεούς και το θάνατο. Έτσι θα επιτύχουν την ακύμαντη αταραξία και θα έχουν μακάρια, ευδαίμονα Ζωή.

 Όπως λοιπόν μας δείχνει ο φιλόσοφος, η Ψυχή δεν είναι κάτι το στατικό. Εξελίσσεται και καλλιεργείται δίνοντας όλο και περισσότερο ανεπτυγμένες ικανότητες. Το σημαντικό, για αυτόν, είναι η διατήρηση της ψυχικής ισορροπίας και υγείας. Της αταραξίας, όπως την ονομάζει. Είναι γνωστό άλλωστε, πως ο Επίκουρος ανέφερε στην Θεωρία του ηδονισμού, την περίφημο μετριοπαθή άποψη, σε αντίθεση με τον ακραίο ηδονιστή Αρίστιππο τον Κυρηναίο (435-355 π.Χ.):…, «δεν πρέπει να επιδιώκουμε κάθε ηδονή, αλλά ενίοτε οφείλουμε να παρακάμπτουμε πολλές ηδονές, όταν τα δυσάρεστα αποτελέσματα που προκύπτουν από αυτές είναι περισσότερα. Το σημαντικό για τον Επίκουρο, είναι η ευτυχία, η ευδαιμονία της Ψυχής. Η ψυχική ευδαιμονία και αταραξία, επέρχεται μέσω του συνετού χειρισμού των πραγμάτων. Μέσω της μετρημένης φύσης. Πολλοί μαθητές του συνέχισαν την θεωρία του και την προέκτειναν. Σημαντικοί, ανάμεσα σε άλλους, ήσαν ο Μητρόδωρος και ο Πολύαινος, από την Λάμψακο. Ο Έρμαρχος από την Μυτιλήνη, και άλλοι.

Μητρόδωρος

β) Οι Στωικοί φιλόσοφοι (316 π.Χ – 180 μ.Χ.).

Η Στωική φιλοσοφία, έχει ένα τεράστιο χρονικό εύρος. Αριθμεί περίπου έξι αιώνες δράσης. Ο λόγος της Περί Ψυχής, αν και έντονος, δεν είναι τόσο εκτεταμένος ή ειδικός, όσο αυτός φιλοσόφων προηγούμενων ετών. Εδώ σκόπιμο είναι, να αναφερθεί περιληπτικά και εν συντομία η γενική θεώρηση των Στωικών, η οποία μας απαντά στο ερώτημα της φιλοσοφικής ψυχολογίας, όπως ανωτέρω τέθηκε.

Τα βασικά χαρακτηριστικά του στωικού κόσμου είναι η ύλη και ο λόγος τα οποία υπάρχουν παντού. Με τον όρο ύλη δεν ονομάζουν μια σειρά ατομικών μονάδων, αλλά μια συνεχόμενη άμορφη μάζα, η οποία διαπερνάτε από μια λογική δύναμη που της προσδίνει τα χαρακτηριστικά της. Το στοιχείο του λόγου ονομάζεται «ψυχή του σύμπαντος” ή «λογικά σπέρματα” ή «καθολικός λόγος” με την σημασία του θεού. Εννοείται  δηλαδή ο θεός ως κοσμική δύναμη που οργανώνει και κυβερνά όλο το σύμπαν όχι από έξω, αλλά συμμετέχοντας στο εσωτερικό του. Η φιλοσοφική ψυχολογία των Στωικών είναι προφανής: Πνοή, πηγή Ζωής και ύπαρξης των πάντων, είναι ο θεός. Ένας θεός ο οποίος δίνει στην άμορφη μάζα, ζωή και λογική δύναμη. Θεός είναι ο λόγος. Η δύναμη που δίδει, την ικανότητα του «είναι” των πραγμάτων. Έτσι, Ψυχή στο πλαίσιο της πνοής Ζωής, της φιλοσοφικής ψυχολογίας δηλαδή είναι ο θεός. Ο λόγος.

 Εκτός των ανωτέρων, οι Στωικοί φιλόσοφοι, εισάγουν και μια πληθώρα άλλων εννοιών. Από τις πιο σημαντικές, που μπορεί να θεωρηθεί πως έχει σχέση με την Περί Ψυχής ερευνά, είναι η έννοια της αναγκαιοκρατίας ή αιτιοκρατίας ή κατά το λατινικό ντετερμινισμού. Τούτο σημαίνει πως κάθε τι που συμβαίνει στον κόσμο γίνεται από κάποια αιτία, η οποία αποτελεί το σχέδιο του κοσμικού λογικού στοιχείου… Έτσι, όπως φαίνεται, η μοίρα του ανθρώπου και κάθε ζωντανού γενικότερα οργανισμού, είναι προ-καθορισμένη. Είναι η λεγόμενη έννοια της ειμαρμένης:…Η θεωρία των Στωικών οδηγεί σε πλήρη αποδοχή της ειμαρμένης και σε κοσμική αισιοδοξία. Η ειμαρμένη πηγάζει από την θέση πως ο,τιδήποτε συμβαίνει πρέπει να συμβή (η έννοια της αιτιοκρατίας που προαναφέρθηκε) και δεν είναι δυνατόν να κάνουμε τίποτε για να το αλλάξουμε, διότι η κινητήρια αιτία βρίσκεται πέρα από τις δυνατότητες της δικής μας επιρροής. Ο Στωικισμός μελετά, όχι τόσο συστηματικά βέβαια σε σχέση με φιλοσόφους προηγουμένων ετών, την έννοια της Ψυχής ειδικά στον άνθρωπο και στους ζώντες οργανισμούς.

Γενικά, οι Στωικοί φιλόσοφοι θεωρούν την ψυχή ως μέρος του θειου λόγου, ως δύναμη ζωτική. Επρέσβευαν όμως ότι ο άνθρωπος αμέσως μετά τη γέννησίν του είναι «γραμμάτειον κενόν” και «χάρτης ευεργός προς απογραφήν”. Εκτός αυτού, παρουσιάζεται και μια, θα μπορούσαμε να πούμε, εμπειρική προσέγγιση της Ψυχής, όχι βέβαια με την απόλυτη έννοια των όρων. Κατ’ αυτήν όπως και στον Επίκουρο, έτσι και στον Στωικισμό, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η καλλιέργεια και εξέλιξη της Ψυχής: Οι Στωικοί νομίζουν την φιλοσοφία ως μέσο διαμόρφωσης της Ζωής, ως μιαν πρακτική υπόθεση, ως μιαν τέχνη του βίου. Εκεί όμως που κυρίως επικεντρώνονται, είναι στις πιθανές διαταραχές της εξέλιξης και της αταραξίας (κατά το Επικουρικό) της Ψυχής, του ανθρώπου.

 Θέλοντας οι Στωικοί να μας προτρέψουν να μη δείχνουμε κανένα ενδιαφέρον γι’ αυτές τις καταστάσεις (ζωή και θάνατος, αρρώστια και η υγεία, φτώχια και η ευπορία, η ταπεινότητα και η αλαζονεία κ.α.), τις χαρακτηρίζουν με τον όρο, τα αδιάφορα. Να μη διακινδυνεύουμε, αγωνιώντας γι’ αυτές, την ηθική μας ακεραιότητα. Με την στάση αυτή, η Ψυχή δεν χάνει καμία ικανότητα της (εδώ για παράδειγμα η ηθική συμπεριφορά) ούτε κατακλύζεται από φόβο και διάφορα δυσάρεστα συναισθήματα, με αποτέλεσμα την μη-εξέλιξη, την μη-αταραξία, την μη-ηρεμία της. Η συμπεριφορά και στάση αυτή, παρουσιάζεται καλύτερα με την ανάλυση των αρνητικών ιδιοτήτων και χαρακτηριστικών της Ψυχής, όπως τα παρουσιάζουν οι Στωικοί φιλόσοφοι. Με την ανάλυση δηλαδή, των παθών. …Το πάθος, γενικά, λένε οι Στωικοί, είναι μια άλογη και αφύσικη κίνηση της ψυχής, μια ορμή πλεονάζουσα, που μας παρασύρει σε επικίνδυνες για την ηθική ισορροπία μας και ευτυχία μας αντιδράσεις. Η αναγκαία προϋπόθεση λοιπόν, για να κατακτήσουμε την αρετή και να γίνουμε ευτυχισμένοι, είναι να βγάλουμε από την ψυχή μας κάθε ίχνος πάθους, να φτάσουμε στην κατάσταση της απάθειας. Πρόκειται για μια άποψη που, σε κάποιες περιπτώσεις, προσλαμβάνει το χαρακτήρα της αναλγησίας…

 Ο Στωικισμός ως φιλοσοφική θεωρία, λαμβάνει ως βάσεις στο Περί Ψυχής ερώτημα, όλα όσα τέθηκαν ανωτέρω. Από Εκεί και έπειτα, ο κάθε Στωικός φιλόσοφος προεκτείνει το Περί Ψυχής ζήτημα θέτοντας την δική του θεώρηση, όπως αμέσως θα δούμε. Εντούτοις, οι φιλόσοφοι του Στωικισμού που ασχολούνται ειδικά με αυτό το ζήτημα, είναι αρκετά περιορισμένοι.

β1. Αρχαία Στοά και απόψεις Περί Ψυχής:

Ζήνων ο Κιτιεύς

Η Αρχαία Στοά έγκειται στο χρονικό πλαίσιο, 316-150 π.Χ. περίπου και είναι η πρώτη έκφραση της Στωικής φιλοσοφίας. Η έναρξη της, δηλαδή. Βασικοί της εκπρόσωποι είναι, ο Ζήνων ο Κιτιεύς (335-263 π.Χ.), ο Κλεάνθης από την Άσσο της Τρωάδος (304-233 π.Χ. περίπου), ο Χρύσιππος από τους Σόλους της Κιλικίας (281-208) και ο Ζήνων ο Ταρσεύς (Περί τον 2ο αιώνα π.Χ.). Από αυτούς, ο Ζήνων ο Κιτιεύς είναι από τους πιο σημαντικούς καθώς η πλειοψηφία των απόψεων που κατατέθηκαν ανωτέρω, Περί Ψυχής, ήταν δικές του. Επίσης ο Χρύσιππος είναι αυτός, που έχει πολύ μεγάλο συγγραφικό έργο τόσο με τον Περί Ψυχής προβληματισμό όσο και με την γενικότερη θεωρία των Στωικών. Σημαντικός, κρίνει ο συγγραφέας, σχετικά με το Ψυχό-λογικό ζήτημα είναι και ο Ζήνων ο Ταρσεύς, ο οποίος φέρει την αντίθεση του σχετικά με την ταύτιση θεού και κόσμου και την σχέση θεού και ανθρώπινης Ψυχής.

β2. Μέση Στοά και απόψεις Περί Ψυχής:

Ποσειδώνιος

Η Μέση Στοά έγκειται χρονικά από το 160-51 π.Χ. περίπου. Εκπρόσωποι της είναι ο Παναίτιος ο Ρόδιος (180-109 π.Χ.) και ο Ποσειδώνιος από την Απάμεια της Συρίας (135-51 π.Χ.). Ο Παναίτιος, αναφέρεται στο Περί Ψυχής ζήτημα, στοχαζόμενος γύρω από την έννοια της αθανασίας της Ψυχής, ενώ ταυτόχρονα απορρίπτει κάποιες θέσεις της Αρχαίας Στοάς: Ό Παναίτιος δεν δέχεται το δόγμα της αθανασίας της Ψυχής και μαζί απορρίπτει και τη πίστη στη μουσική και την αστρολογία, την πολυθεΐα και την ύπαρξη θεού ως πνευματικού όντος. Επίσης: «δεχόμενος ως ιδεώδες του βίου όχι την «απάθεια” αλλά την «επιθυμία”…”. Όπως βλέπουμε, η ψυχή αλλά και η γενικότερη θεώρηση του κόσμου, σταδιακά δέχεται μια «υλιστική” και κάπως επιστημονική μεταβολή περνώντας από Στοά σε Στοά. Από χρονική σε άλλη χρονική περίοδο δηλαδή. Ο Ποσειδώνιος, όσον αφορά το Περί Ψυχής ζήτημα, «δέχεται την τριμερή διαίρεση της Ψυχής που είναι αθάνατη και θεία. Γι’ αυτό οφείλουμε να αγωνιζόμαστε για την πειθάρχηση του αλόγου μέρους της Ψυχής στον νουν. Έτσι φθάνουμε στην αρετή.

γ2. Νέα Στοά και απόψεις Περί Ψυχής:

Σενέκας

 Η Νέα Στοά έγκειται χρονικά από το 16 μ.Χ.-529 μ.Χ. όπου ο Ιουστινιανός διατάσσει το τέλος της λειτουργίας της Πλατωνικής Ακαδημίας, περίπου. Είναι γενικά η εποχή τέλους της Αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας. Οι Νέα Στοά αποτελείται από φιλοσόφους που έχουν καταγράφει στην Ιστορία της φιλοσοφίας, ως κατά πολύ σημαντικοί στην συμβολή τους. Έτσι βασικοί εκπρόσωποι είναι ο Σενέκας (4 π.Χ.-65 μ.Χ.), ο Ρούφος, ο Επίκτητος (50-183 μ.Χ.), ο Ιεροκλής, ο Μάρκος Αυρήλιος Αντωνίνος (121-180 μ.Χ.) και τέλος ο Κέβης. Από αυτούς, σημαντικοί, ανάμεσα στους άλλους, είναι ο Σενέκας με την βαθιά γνώση της Λογικής, ο Επίκτητος με την ανάδειξη του ανθρώπινου μεγαλείου μέσω της σωστής χρήσης των ψυχικών ικανοτήτων καθώς και ο Μάρκος Αυρήλιος Αντωνίνος, με την προτροπή του για συνεχή καλλιέργεια της Ψυχής.

Με το σύνολο των διακρίσεων αυτών, ολοκληρώνεται η Στωική φιλοσοφία και διδασκαλία Περί Ψυχής. Μετά την Στωική θεωρία ή καλύτερα κατά παράλληλα χρονικά τμήματα, ακολουθεί ο Σκεπτικισμός ως φιλοσοφικό ρεύμα με περίοδο δράσης έως και τον 2ο μ.Χ. αιώνα. Άξια λόγου τέλος θεωρείται η, μετά των Στωικών, φιλοσοφική συμβολή του Πλωτίνου.