fbpx

«Αρετή του Μέτρου και του Μηδέν ΆΓΑΝ», γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

 «Παν το πολύ τη φύσει πολέμιον» (οτιδήποτε υπερβολικό είναι αντίθετο στη φύση), Ιπποκράτης ο Κείος

«ΜΈΤΡΟΝ ΑΡΙΣΤΟΝ» ΚΑΙ «ΜΗΔΕΝ ΆΓΑΝ». Δύο καταλυτικά αποφθέγματα της αρχαίας Ελληνικής διανόησης, οι έννοιες των οποίων έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα διαμόρφωση της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφικής κοσμοθέασης. και ανθρωποαντίληψης των σοφών της αρχαιότητας, επιδρώντας καταλυτικά στις  φιλοσοφικές αντιλήψεις των περισσότερων γνωστών Ελλήνων της εποχής υπό το νόημα ότι αυτά απετέλεσαν την αφετηρία καθοριστικών φιλοσοφικών θεωριών. Πχ. «Μέτρον επί πάσιν άριστον» Πυθαγόρα, ( Χρ. Επη, 38), «Mέτρα φυλάσσεσθαι» Ησιόδου (Εργα και Ημέραι, «Τα δ υπερβάλλοντ ουδένα καιρόν δύναται θνητοίς» (»Τα υπερβολικά δεν μπορούν να κάνουν τους ανθρώπους ευτυχισμένους» Ευριπίδη (Μήδεια, 127-128).

Η ανθρωποπλάστρα ελληνική φύση με τον πάμφωτο ουρανό, τα απίστευτα ηλιοβασιλέματα, οι ζυγισμένες από τη φύση αντιθέσεις ανάμεσα σε αμπώτιδες και πλημμυρίδες, είναι μέγας διδάχος, γιατί σε τούτη την πολυμορφία κυριαρχεί η τάξη, η ποικιλία, η εναλλαγή. Οι μορφές αυτές υπαγορεύουν το φυσικό νόμο του μέτρου και είχαν γίνει ολύμπιοι θεοί. Ο Σοφός Κλελοβουλος υψώθηκε στη γόνιμη, περιλάλητη έκφραση του ιδανικού, πολιτιστική αρχή, «μέτρον άριστον». Ο Πυθαγόρας ονόμασε τη φύση «κόσμον», κόσμημα, αρμονικό στολίδι. Η διατάραξή της επιφέρει ανατροπή του μέτρου. Χρειάζεται αυτό που ο Αριστοτέλης αποκαλούσε «φρόνησις» και ταύτισε το μέτρο με την αρετή στην οποία έδωσε την ιδιότητα της μεσότητας. Η φρόνηση προϋποθέτει γνώση, πείρα, εσωτερική ισορρόπηση. Ο ελληνικός λαός αποφαίνεται: «Όποιος περπατά με μέτρα, στέκει πάντα σαν την πέτρα». Να έχουμε κανόνα την αρχή: «Μέτρω χρω». (Να χρησιμοποιείς το μέτρο).

Το μέτρο κατά τον Κλεόβουλο ως αξία είναι ένα και το καθορίζει ο Λόγος, δηλαδή η λογική, χωρίς την υπερτρόφησή της, γι’ αυτό η λογική γεννήθηκε στην Αρχαία Ελλάδα. Το μέτρο είναι κριτήριο βασικό για την αξιολόγηση των κάθε μορφής εκδηλώσεων. Με το φως του αποδίδουμε σε ένα αντικείμενο αυτό που του προσιδιάζει και κατορθώνεται ότι μεγαλόπρεπο. Εξασφαλίζει εσωτερική ηρεμία, ευρυθμία της κοινωνικής συμβίωσης, αντιμετωπίζει δύσβατες καταστάσεις, επιβραβεύει την ανθρώπινη μαρτυρία της σύνεσης. Ο κλασικός άνθρωπος «καλός καγαθός», καλλιεργεί ισομερώς, παράλληλα και συγχρόνως όλες του τις δυνάμεις.

Το μέτρο βρίσκεται ανάμεσα σε δυο ακρότητες, μεταξύ πολλού και λίγου, μείζονος και ελάσσονος, καθορίζει την ισόρροπη συμπεριφορά, τη χρυσή μεσότητα που δεν είναι μια παθητική στάση, αλλά ιδιότητα του έλλογου, που οδηγεί στην κυριαρχία πάνω στο επιθυμητικό και θυμικό στοιχείο του ανθρώπου, στη σύνθεση του απολλώνιου λόγου και του διονυσιακού πάθους. Οι αντιθετικές συζεύξεις στοιχειοθετούν το ουσιαστικό περιεχόμενο του ελληνικού πολιτισμού: την ιδέα του μέτρου, του ρυθμού.

 Η υπερβολική αυτή έμφαση στο μέτρο και τη μετριοπάθεια δεν αποσκοπούσε στην ανάσχεση του πρακτικού δυναμισμού. Πάντοτε οι επιχειρήσεις περικλείουν κινδύνους και πάντοτε το μέλλον είναι πιο αβέβαιο όταν πατάς σε ξένη γη. Οι Έλληνες το γνώριζαν πολύ καλά αυτό από τη μυθική εκστρατεία στην Τροία και την εποχή του πρώτου αποικισμού. Ο τονισμός της αξίας του μέτρου προειδοποιούσε για τον κίνδυνο που κρύβεται μέσα στην επιτυχία. Ήταν η φρόνιμη αντίδραση των σοφών στην παθιασμένη έφεση για υπεροχή, που χαρακτήριζε ολόκληρη την αρχαϊκή εποχή. Το πιο γνωστό ρητό του δελφικού Απόλλωνα, Γνῶθι σαυτόν, σήμαινε αρχικά «γνώριζε ότι είσαι θνητός». Οι Επτά Σοφοί θέλησαν να περιορίσουν την ὕβριν, την αλαζονική συμπεριφορά που συνεπάγεται η επιτυχία και να προειδοποιήσουν για τις καταστροφικές συνέπειες που φέρνει η λήθη της ανθρώπινης κατάστασης, η ἄτη. Οι ίδιοι οι θεοί φθονούν -πίστευαν- όσους πλησιάζουν υπερβολικά τη δική τους ατελεύτητη και άμοχθη ευδαιμονία και τους εκδικούνται στέλνοντας τη νέμεσιν. Οι θνητοί έπρεπε δυστυχώς, τις περισσότερες φορές, να πάθουν για να μάθουν ότι δεν είναι παντοδύναμοι.

      Ο Ηλίας Γιαννακόπουλος αναλύοντας στο εξαιρετικό άρθρο του Οι αξίες του Μέτρου και του Μηδέ ΆΓΑΝ μας λέει: Οι φιλοσοφικές αναζητήσεις και προβληματισμοί των αρχαίων δεν εστιάστηκαν μόνο στο κοσμολογικό, το γνωσιολογικό ή το οντολογικό θέμα αλλά κάλυψαν κι άλλους χώρους σχετικούς με τη ζωή του ανθρώπου (ευτυχία, νόημα ζωής, ηθική…) αλλά και την οργάνωση της πολιτείας (νόμοι, εξουσία, πολιτική). Στον κατάλογο όλων αυτών θα μπορούσε να καταταγεί και η έννοια του «μέτρου» που έχει ταυτιστεί με την αγωνία κάποιων στοχαστών (φιλοσόφων, ποιητών) να ρυθμίσουν τη συμπεριφορά του ανθρώπου προς το Θεό αλλά και το συνάνθρωπό του. Η έννοια του «μέτρου» αποτυπώνει με ενάργεια την αγωνία του ανθρώπου να επιβιώσει μέσα σε έναν κόσμο άναρχο και απροσδιόριστο.

        Ο άνθρωπος, δηλαδή, νιώθει πως του δόθηκε από το Θεό και τις κοσμικές δυνάμεις η δυνατότητα να ζήσει ελεύθερα σε έναν «κόσμο» και σε ένα «χώρο» αρκεί να μην παραβιάσει τα «όρια». Η άγνοια, όμως, των ορίων συνιστά και την τραγικότητά του. Τα μαθαίνει μόνο όταν τα παραβιάζει – υπερβαίνει και τότε βιώνει τη συντριβή του. Για να αποφύγει, λοιπόν, τη συντριβή του το μόνο που μπορεί να πράξει είναι η αυτοσυγκέντρωση, ο αυτοπεριορισμός και η αποφυγή των ακροτήτων, δηλαδή το «μέτρο». Έτσι, η έννοια του μέτρου δεν απέκτησε μόνο φιλοσοφικό περιεχόμενο αλλά κατέστη και βιοθεωρία με ηθικές και κοινωνικές – πολιτικές προεκτάσεις. Υμνήθηκε όχι μόνο από τους φιλοσόφους αλλά αποτέλεσε και το δομικό υλικό της αρχαίας τραγωδίας.

 

Η Ύβρις που αναφέρθηκε στην Αρχαία Ελλάδα, αποτελούσε τη προσωποποίηση της αλαζονικής συμπεριφοράς του ανθρώπου, που ξεπερνά κάθε μέτρο και δεν αναγνωρίζει πόσο άλλες δυνάμεις, έξω από τον ίδιο, συντελούν στην ευτυχία του. Ο άνθρωποι τότε, αλλά και πόλεις-κράτη, όπως η Αθήνα, μεθυσμένοι από τις επιτυχίες και την παντοδυναμία τους, έφτασαν στην ύβριν. Μια πολυσήμαντη λέξη στην αρχαιότητα, όμως χρησιμοποιούμενη συχνά με την έννοια της αλαζονείας, της υπερβολής, ιδιαίτερα το να ξεπερνά ο άνθρωπος το μέτρο, να ξεπερνά τα ανθρώπινα όριά του, εκείνο που είναι δοσμένο στον άνθρωπο. Έτσι έχουμε συχνά στην αρχαία ποίηση, επική, λυρική, και δραματική, παραδείγματα ανθρώπων που ξεπέρασαν αυτό το μέτρο. Η υπερβολική δύναμή τους ή οι υπερβολικές ικανότητές τους, τους έκαναν υβριστές, κι αυτό έφερε την καταστροφή τους, τον όλεθρο, που είναι η θεία τιμωρία για τον υβριστή. 

Στους πρώτους Ίωνες φιλόσοφους βλέπουμε τον Ηράκλειτο να κηρύσσει την τήρηση του μέτρου και την αποφυγή της ύβρεως. Παρόλο που, κατά τον Ηράκλειτο, όλα στο σύμπαν είναι μια διαρκής μεταβολή, όλα αλλάζουν, όλα μεταβάλλονται «τά πάντα ρεί», εν τούτοις υπάρχει μια αρμονία στο σύμπαν, υπάρχουν μέτρα και νόμοι, που δεν μπορεί κανείς ατιμωρητί να ξεπεράσει, να υπερβεί. Ούτε και ο Ηλιος. : «Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα ει δέ μή Ερινύες μιν, Δίκης επίκουροι, εξευρήσουσι», δηλαδή ούτε κι ο ήλιος δε θα ξεπεράσει τους νόμους που διέπουν την κίνησή του, την ανατολή, τη διαδρομή και τη δύση του, διαφορετικά οι Ερινύες (οι τιμωροί δαίμονες), οι βοηθοί της Δικαιοσύνης θα τον βρουν και θα τον τιμωρήσουν, και όπως χαρακτηριστικά μας αναφέρει ο Ηλίας Γιαννακόπουλος θα τον οδηγήσουν στην Τισίν δηλαδή στην συντριβή, στην καταστροφή. Ο Ίκαρος αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αλαζονικής συμπεριφοράς…

Κλεόβουλος ο Ρόδιος

Κατά τον Ηράκλειτο η έννοια του «μέτρου», δεν είναι μια αυθαίρετη και υποκειμενική κατασκευή αλλά μια έκφραση του λόγου και του μέτρου που διέπει τα πάντα, όσο και αν μένουν απρόσιτα στους πολλούς. Η δυσκολία κατανόησης του  μέτρου και του λόγου του δεν οφείλεται επομένως σε δική του ιδιορρυθμία, αλλά στην αδυναμία των πολλών να εννοήσουν όχι τα λόγια του αλλά τον ίδιο

Στη προσπάθειά του να ορίσει το δομικό στοιχείο της κοσμικής τάξης, (και του μέτρου) όπως «κόσμον τόνδε ούτε τις θεών ούτε ανθρώπων εποίησεν, αλλ’ ήν αεί και έστιν και έσται˙ πυρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα» (Αυτόν τον κόσμο που είναι ο ίδιος για όλα τα όντα, ούτε κάποιος θεός ούτε άνθρωπος τον έκανε αλλά ήταν πάντα και είναι και θα είναι πυρ αείζωο. που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο), Εάν αντικαταστήσουμε τη λέξη πυρ με τη λέξη ενέργεια φθάνουμε στο συμπεράσματα. ότι η ενοχοποιητική αρχή του κόσμου είναι το (πύρ – ενέργεια)  που υπακούοντας στο «μέτρο» συνιστά το στοιχείο που διατηρεί τη δυναμική ισορροπία των συμπαντικών δυνάμεων. Κατά τον φιλόσοφο το μέτρο ως δύναμη διατηρεί τη τη τάξη στο γίγνεσθαι.     

Η έννοια του «μέτρου» που αντανακλά την κοσμοθεωρία των αρχαίων Ελλήνων,  αποδόθηκε με λιτότητα από τον Κλεόβουλο το Ρόδιο με τη γνωστή φράση «Μέτρον Άριστον».  ο Κλεόβουλος μ’ αυτή τη δίλεξη ρήση δεν ήθελε να παρακινήσει κανέναν να καθηλωθεί σε κατάσταση μετριότητας! Προσωπικά, πιστεύω ότι ο δίλεξος λόγος του Κλεόβουλου έχει μια έντονη ηθική χροιά. Συμβούλευε δηλαδή, έμμεσα και πλάγια, τους ανθρώπους να αποφεύγουν, σε ηθικό κυρίως επίπεδο αλλά και πρακτικό, τις ακρότητες, τις υπερβολές, τις ακραίες συμπεριφορές, αυτές δηλαδή που βρίσκονται έξω από το μέτρο – το λογικό, το παραδεκτό, το σωστό και το λελογισμένο. Η λογική, επομένως, του Κλεόβουλου ταυτίζεται με την έννοια της κανονικότητας: είναι σαν να μας λέγει: μην κάνεις το ακραίο, το υπερβολικό, αυτό που είναι έξω από την καθιερωμένη κανονικότητα και τη λεγόμενη κατεστημένη ηθική. Εξάλλου, στην εποχή του Κλεόβουλου η έννοια του μέτρου δε σχετιζόταν με τη μετριότητα, τη μέση κατάσταση και το μέσο όρο. Το μέτρο για την εποχή του Κλεόβουλου σήμαινε την αυτοσυγκράτηση του ανθρώπου, στοιχείο που τον κρατούσε μακριά από τα άκρα των υπερβολών.

Επομένως, τα λόγια του Κλεόβουλου και ειδικά η έννοια του μέτρου, δε θα πρέπει να συσχετιστούν με τις σημερινές έννοιες μέτριος, μετριότητα, μέσος όρος, μέση κατάσταση, μη άριστος κλπ. Αντίθετα, η έννοια του μέτρου, σε μια προεκτεινόμενη ανάλυση και ερμηνεία, θα σημαίνει: Μην πας στα άκρα, συγκρατήσου στην κανονικότητα, μείνε σ’ αυτό που είναι το σωστό και το λογικό.

Ο Ηλίας Γιαννακόπουλος μας επισημαίνει, ότι η εμβληματική θέση μέσα από τη λακωνικότητά της δίλεξης ρήσης  του Κλεόβουλου και τον αποφθεγματικό της χαρακτήρα συνυφαίνει το πλαίσιο δράσης, σκέψης και συμπεριφοράς του ατόμου ως πολυδιάστατης οντότητας. Κατεξοχήν, όμως, αφορά τη βιολογική υπόσταση (βιολογική επιβίωση) και την κοινωνική (ρυθμιστικός παράγοντας των κοινωνικών σχέσεων). Ο αποφθεγματικός τόνος αλλά και το επίθετο «άριστον» ενέχουν έναν προτρεπτικό χαρακτήρα και λειτουργούν ως διδαχή. Υπολανθάνει το μήνυμα αποφυγής των ακροτήτων και των υπερβολών. Η παρουσία του υπερθετικού βαθμού («άριστον») καταδεικνύει το βαθμό τελειότητας κάθε πράξης ή συμπεριφοράς που ενέχει το «μέτρο» και γι’ αυτό χρωματίζεται από την ηθική και κοινωνική αποδοχή.

Το μέτρον επίσης ήταν εξ ίσου με το κάλλος χαρακτηριστικό της ελληνικής σκέψης. Σήμαινε την αγάπη της μετριοπάθειας και της αρμονίας που κρύβει η αποφυγή των υπερβολών. Είναι γνωστά τα αρχαία ρητά ΜΕΤΡΟΝ ΑΡΙΣΤΟΝ και ΜΗΔΕΝ ΑΓΑΝ, που αποδίδονται στους επτά σοφούς και δείχουν την εκτίμηση των Ελλήνων στη μετριοπάθεια και στην αποφυγή των υπερβολών. Ο Αρχίλοχος ο Πάριος συμβουλεύει ένα φίλο του: «να μη χαίρεσαι πολύ για τα ευχάριστα ούτε να λυπάσαι πολύ για τα δυσάρεστα. Γνώριζε ποιά ζυγαριά κρατά τη ζωή μας». Λέγεται ότι ο Αλέξανδρος ο Μακεδόνας όταν πολιορκούσε την παλαιστινιακή πόλη της Γάζας, στους πρέσβεις των πολιορκουμένων, που τον ρώτησαν ποια είναι η μεγαλύτερη αξία για τους Έλληνες, απάντησε «το μέτρον»

Ηράκλειτος

Η έννοια του «μέτρου» που αντανακλά την κοσμοθεωρία των αρχαίων Ελλήνων,  αποδόθηκε με λιτότητα από τον Κλεόβουλο το Ρόδιο με τη γνωστή φράση «Μέτρον Άριστον».  ο Κλεόβουλος μ’ αυτή τη δίλεξη ρήση δεν ήθελε να παρακινήσει κανέναν να καθηλωθεί σε κατάσταση μετριότητας! Προσωπικά, πιστεύω ότι ο δίλεξος λόγος του Κλεόβουλου έχει μια έντονη ηθική χροιά. Συμβούλευε δηλαδή, έμμεσα και πλάγια, τους ανθρώπους να αποφεύγουν, σε ηθικό κυρίως επίπεδο αλλά και πρακτικό, τις ακρότητες, τις υπερβολές, τις ακραίες συμπεριφορές, αυτές δηλαδή που βρίσκονται έξω από το μέτρο – το λογικό, το παραδεκτό, το σωστό και το λελογισμένο. Η λογική, επομένως, του Κλεόβουλου ταυτίζεται με την έννοια της κανονικότητας: είναι σαν να μας λέγει: μην κάνεις το ακραίο, το υπερβολικό, αυτό που είναι έξω από την καθιερωμένη κανονικότητα και τη λεγόμενη κατεστημένη ηθική. Εξάλλου, στην εποχή του Κλεόβουλου η έννοια του μέτρου δε σχετιζόταν με τη μετριότητα, τη μέση κατάσταση και το μέσο όρο. Το μέτρο για την εποχή του Κλεόβουλου σήμαινε την αυτοσυγκράτηση του ανθρώπου, στοιχείο που τον κρατούσε μακριά από τα άκρα των υπερβολών.

      Επομένως, τα λόγια του Κλεόβουλου και ειδικά η έννοια του μέτρου, δε θα πρέπει να συσχετιστούν με τις σημερινές έννοιες μέτριος, μετριότητα, μέσος όρος, μέση κατάσταση, μη άριστος κλπ. Αντίθετα, η έννοια του μέτρου, σε μια προεκτεινόμενη ανάλυση και ερμηνεία, θα σημαίνει: Μην πας στα άκρα, συγκρατήσου στην κανονικότητα, μείνε σ’ αυτό που είναι το σωστό και το λογικό.

     Ο Ηλίας Καννελλοπυλος μας επισημαίνει ότι η εμβληματική θέση μέσα από τη λακωνικότητά της δίλεξης ρήσης  του Κλεόβουλου και τον αποφθεγματικό της χαρακτήρα συνυφαίνει το πλαίσιο δράσης, σκέψης και συμπεριφοράς του ατόμου ως πολυδιάστατης οντότητας. Κατεξοχήν, όμως, αφορά τη βιολογική υπόσταση (βιολογική επιβίωση) και την κοινωνική (ρυθμιστικός παράγοντας των κοινωνικών σχέσεων). Ο αποφθεγματικός τόνος αλλά και το επίθετο «άριστον» ενέχουν έναν προτρεπτικό χαρακτήρα και λειτουργούν ως διδαχή. Υπολανθάνει το μήνυμα αποφυγής των ακροτήτων και των υπερβολών. Η παρουσία του υπερθετικού βαθμού («άριστον») καταδεικνύει το βαθμό τελειότητας κάθε πράξης ή συμπεριφοράς που ενέχει το «μέτρο» και γι’ αυτό χρωματίζεται από την ηθική και κοινωνική αποδοχή.

Το μέτρον επίσης ήταν εξ ίσου με το κάλλος χαρακτηριστικό της ελληνικής σκέψης. Σήμαινε την αγάπη της μετριοπάθειας και της αρμονίας που κρύβει η αποφυγή των υπερβολών. Είναι γνωστά τα αρχαία ρητά ΜΕΤΡΟΝ ΑΡΙΣΤΟΝ και ΜΗΔΕΝ ΑΓΑΝ, που αποδίδονται στους επτά σοφούς και δείχουν την εκτίμηση των Ελλήνων στη μετριοπάθεια και στην αποφυγή των υπερβολών. Ο Αρχίλοχος ο Πάριος συμβουλεύει ένα φίλο του: «να μη χαίρεσαι πολύ για τα ευχάριστα ούτε να λυπάσαι πολύ για τα δυσάρεστα. Γνώριζε ποιά ζυγαριά κρατά τη ζωή μας». Λέγεται ότι ο Αλέξανδρος ο Μακεδόνας όταν πολιορκούσε την παλαιστινιακή πόλη της Γάζας, στους πρέσβεις των πολιορκουμένων, που τον ρώτησαν ποια είναι η μεγαλύτερη αξία για τους Έλληνες, απάντησε «το μέτρον»

 

Ποιος όμως συμβάλλει στο να μπορεί ο άνθρωπος να διακρίνει το καλό από το κακό, ώστε να συνηθίζει τον εαυτό του στο καλό και ποια ενέργεια; Η απάντηση είναι ο ορθός λόγος, η λογική μας ικανότητα και η αρετή.

Η αρετή βέβαια είναι μια έξη (= συνήθεια), που α) επιλέγεται ελεύθερα από το άτομο, β) βρίσκεται στο μέσο, στο μέσο όμως το σε σχέση προς εμάς: διότι ο κάθε άνθρωπος ως μια ξεχωριστή οντότητα έχει το δικό του μέτρο. Σε γενικές όμως γραμμές όλοι οι άνθρωποι έχουμε μια κοινή ιδέα για το τι είναι καλό ώστε να το επιδιώκουμε και τι κακό ώστε να το αποφεύγουμε. Θεωρητικά πάντως το μέσο καθορίζεται από τη λογική και πιο συγκεκριμένα από τη λογική που καθορίζει ο φρόνιμος άνθρωπος (= εκείνος που έχει πρακτική σοφία) 1107a1-2». Και η μεσότητα έχει αξία μόνο όταν βρίσκεται σε ισχύ, μόνο δηλαδή όταν οι πράξεις μας συμβαδίζουν με αυτή.

Η αρετή ή αλλιώς το καλό βρίσκεται ανάμεσα σε δυο κακίες: ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη. Συνεπώς, η άσκηση μας στο μέσο, στο μέτρο διασφαλίζει την ορθή πράξη.

Αναφερόμενος ο Ηλίας Γιαννακόπουλος για τον σκοπό των ανθρώπινων ενεργειών μας αναφέρει ότι κατά τον Αριστοτέλη, είναι η ευδαιμονία, την οποία ορίζει ως ενέργεια σύμφωνη με την αρετή. Η αρετή, όταν κυριαρχεί στα πάθη και στις ορμές, τα ρυθμίζει, παίζοντας το ρόλο του μέτρου ανάμεσα στις δύο ακρότητες, δηλ. στην υπερβολή και την έλλειψη. Έτσι π.χ. η «πραότης» είναι αρετή ως μεσότητα της οργής και της αναισθησίας, Η «ανδρεία», επειδή βρίσκεται ανάμεσα στη θρασύτητα και στη δειλία, κατέχει το μέσο της αδιαντροπιάς και της κατάπληξης, που είναι ακρότητες.

Συμπλήρωμα της αρετής είναι και τα αγαθά του σώματος (δύναμη, υγεία, ομορφιά) και τα αγαθά της τύχης (πλούτος, ευγενική καταγωγή κλπ.). Σύμφωνα μ’ αυτά, ευτυχισμένος είναι εκείνος που ενεργεί κατά τις επιταγές της αρετής .

Υπάρχει, βέβαια, ένα ακόμη θέμα ή και πρόβλημα: ποιος ορίζει και ποιος καθορίζει την έννοια του κέντρου, της μεσότητας, επομένως και του μέτρου. Υπάρχει κάποια αρχή, ένα είδος ηθικής εξουσίας που θεσπίζει, δυναμικά ή αυθαίρετα, πού ακριβώς βρίσκεται αυτή η περίφημη έννοια της μεσότητας, επομένως και του μέτρου;

Αυτονόητο ότι δυναμικά κα αυθαίρετα δεν ορίζονται έννοιες ηθικής τάξεως. Δε θα είχαν τότε την γενική αποδοχή. Θα έμοιαζαν με κελεύσματα κάποιας εξουσίας. Οι ηθικές, όμως, συμπεριφορές του ανθρώπου δεν καθορίζονται εξουσιαστικά.

Ο Αριστοτέλης μας έχει δώσει την απάντηση. Οι άνθρωποι που έχουν φρόνηση, οι νουνεχείς, οι στοχαζόμενοι, όσοι δηλαδή έχουν μυαλό, αυτοί ορίζουν την έννοια της μεσότητας. Παράλληλα, για να διασφαλιστεί η έννοια μιας αντικειμενικής και αποδεκτής μεσότητας, υπάρχουν και λειτουργούν ως όρια οι δύο έννοιες των άκρων, δηλαδή η υπερβολή και η έλλειψη. Είναι οι ορίζουσες έννοιες, αυτές που καθορίζουν το νοητικό τοπίο, το σημείο δηλαδή στο οποίο βρίσκεται η μεσότητα.

 

Πιττακός Μυτιληναίος

Η «μεσότητα» κατά τον Αριστοτέλη όπως μας αναφέρει ο Ηλίας Καννελόπουλος, δεν ορίζεται τόσο αριθμητικά και ποσοτικά αλλά προβάλλεται ως «αρετή», ως ηθική αξία και συνολική πρόταση ζωής για την κατάκτηση της ευδαιμονίας. Η μεσότητα ως θέση αντιπαλεύει τόσο την «υπερβολή» όσο και την «έλλειψη» (π.χ. Θράσος – Ανδρεία – Δειλία). Για τον Σταγειρίτη φιλόσοφο η «μεσότητα» συνιστά προϊόν άσκησης – «έξης» και βοηθά το άτομο να υποτάσσει τις ακραίες – άλογες επιθυμίες και τα πάθη του. Η «φρόνηση» – ως μεσότητα – αποτελεί την ανώτερη αλλά και αναγκαία αρετή για τη λειτουργία της κοινωνίας.

Η έννοια του μέτρου δεν προβλήθηκε μόνο από τους φιλοσόφους ως ηθική αρχή και κανόνας αλλά αποτέλεσε και το δομικό στοιχείο των τραγικών ποιητών. Οι τραγικοί ήρωες λόγω δυσβουλίας «αμαρτάνουν» (αστοχούν), περιπίπτουν στην Ύβρη (αλαζονεία) και τιμωρούνται (Τίσις). Αίτιο καθοριστικό της πτώσης και συντριβής των τραγικών ηρώων η διάπραξη της Ύβρης, δηλαδή της υπέρβασης του μέτρου, ως κανονιστικής αρχής της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το σχήμα «ΥΒΡΙΣ-ΤΙΣΙΣ (ανταπόδωση)» λειτουργεί απόλυτα στην αρχαία τραγωδία και διδάσκει σε όλους την αποφυγή των υπερβολών και την τήρηση του «μέτρου». Εξάλλου και ο Ηρόδοτος είχε επισημάνει πως ο Δίας αρέσκεται τα «υπερέχοντα κολούειν» (Να ταπεινώνει όσους προσπαθούν να ξεχωρίσουν/ αλαζόνες).

Σχετικά με την υπέρβαση του μέτρου (αλαζονεία) ο μεταγενέστερος Μένανδρος, τόνισε το αναπότρεπτον της τιμωρίας μιας τέτοιας συμπεριφοράς «Αλαζονείας ου τις εκφεύγει δίκην».

Ο Δημόκριτος υποστηρίζει το ιδανικό του μέτρου, όπως κάνουν και άλλοι Έλληνες στοχαστές. Την ιδέα του μέτρου τη θεμελιώνει καλύτερα απ’ ό,τι ο Αριστοτέλης. Ο τελευταίος καταλήγει στη διαπίστωση ότι είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το μέτρο, η μεσότητα, στην πράξη. Αντίθετα ο Δημόκριτος βρήκε ένα κριτήριο του μέτρου. Το κριτήριο είναι καθαρά ψυχολογικό. Όταν νιώθει ο άνθρωπος μέσα του μεγάλες εντάσεις, όταν χάνει την ψυχική του ηρεμία, είναι απόδειξη ότι έχει ξεφύγει από το μέτρο, έχει μεταπέσει στην υπερβολή. Ο Αριστοτέλης δεν σκέφθηκε κάτι τέτοιο ούτε αναφέρεται καν στις απόψεις του Δημοκρίτου.

Η Απολλώνια διδασκαλία του Μέτρου και της Μεσότητας είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της αρχαίας Ελληνικής παιδείας και πολιτισμού, ενώ η εκτροπή και άσκηση των άκρων θεωρείται απ’ αυτήν σαν μια εκδήλωση βαρβαρότητας και αφροσύνης η οποία καταλίγη σε ύβρη Είναι σαφές πως η αρχαία αυτή ηθική, φιλοσοφική και πολιτιστική μας παράδοση περί Μέτρου, «Μέτρω χρω (να χρησιμοποιείς το μέτρο)» του Πιττακού, «Έντεχνον δε το την μέσην εν άπασι τέμνειν» του Πλουτάρχου, «παν το πολύ εν τη φύσει πολέμιον» του Ιπποκράτη,  Αλαζονείας οὑδείς ἐκφεύγει δίκητου Μένανδρουκαι «το μέτρον άριστον έχουν ιδιαίτερη αξία για τους παραπλανημένους και ρέποντες δυστυχώς στην ακρότητα και βαρβαρότητα σύγχρονους νεοέλληνες, οι οποίοι οφείλουν να αναβαπτιστούν έτσι και να αναγεννηθούν με τα νάματα της αρχαίας σοφίας.