fbpx

«Οικογενειακός και αποκρυφιστικός τρόμος στην γραμμή εκκίνησης με την Λάρα Κρόφτ, την Ανιές Βαρντά και τον Θεριστή». Οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ποιος άνθρωπος είναι αυτός που θα δει οκτώ, εννέα, δέκα ένδεκα ταινίες εβδομαδιαίως.  Ποιος άνθρωπος είναι αυτός που θα ξεπεράσει σε αριθμό την μια ταινία, με το ζόρι, ως οικονομικό έξοδο εβδομαδιαίως αυτές τις δύσκολες εποχές, που τα γρόσια είναι μετρημένα σαν τα μαύρα κουκιά. Τέλος πάντων, όπου υπάρχει σινεφίλ που ενδιαφέρεται για τον κινηματογράφο δεν πρόκειται να αφομοιώσει πάνω από δυο ταινίες την εβδομάδα. Το σκεπτικό, θα την δω την επομένη εβδομάδα δεν παίζει, διότι τις μισές και παραπάνω από αυτές θα τις έχει φάει η μαρμάγκα. Δεν γνωρίζω τα κίνητρα αυτής της τρέλας που επικρατεί τα τελευταία χρόνια, να βγαίνουν τόσες ταινίες, εβδομαδιαίως μετά την απονομή των Όσκαρ. Οκτώ την περασμένη, εννέα τον αριθμό αυτή την εβδομάδα. Έλεος! Προσωπικά είδα τις οκτώ και γράφω για τις έξι, γιατί δεν υπάρχει άνθρωπος που θα κάτσει να διαβάσει κριτική για εννέα ταινίες. Να είμαστε ρεαλιστές….

«Μετά το Χωρισμό»

(Jusqu'à la Garde / Custody)

  • Είδος: Κοινωνικό θρίλερ
  • Σκηνοθεσία: Ξαβιέ Λεγκράν
  • Με τους: Ντενίς Μενοσέ, Λεά Ντρουκέρ, Τομάς Γκιοριά
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Αργυρό Λιοντάρι Καλύτερης Σκηνοθεσίας – Βραβείο Καλύτερης Πρώτης Ταινίας 74ο Φεστιβάλ Βενετίας

Ενδιαφέρουσα κινηματογραφική προσέγγιση ενός διαζυγίου, που μετασχηματίζεται σε θρίλερ τρόμου, να σου κόβει την ανάσα, κάτι σαν τις «Νύχτες με τον Εχθρό μου», του Τζόζεφ Ρούμπεν, που γλείφει την «Λάμψη» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, κερνώντας στο φουλ τον θεατή σαμπρολική και χιτσκοκική αδρεναλίνη. Καλή η δουλειά του ηθοποιού Ξαβιέ Λεγκράν (Συνήθεις Εραστές) στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία. Σκηνοθετημένη προσεκτικά με φοβικές γωνίες λήψεις, κάδρα έντονης ανθρώπινης αντίδρασης, εκρηκτικές σκηνές λεκτικής και ψυχολογικής βίας που σπέρνουν ένταση και τρόμο μαζί με καλές ερμηνείες, τόσο του υπέροχου, πληθωρικού Ντενίς Μενοσέ (Άδωξοι Μπάσταρδη), αλλά και του πιτσιρικά Τομάς Γκιοριά. Θα ήθελα να επισημάνω το εικαστικό μέρος της αφίσας αυτής της ταινίας, που είναι καταπληκτικό. Μια γυναικεία πλάτη (αυτή της δικαστίνας, του νόμου), δεξιόθεν ο πρώην σύζυγος που στοχεύει με το βλέμμα του την πρώην σύζυγο. Ευφυέστατη εικαστική προσέγγιση για το conceprt της ταινίας, που δεν είναι το διαζύγιο στο αυτό κάθε αυτό στο σενάριο, αλλά η κρίση και οι αποφάσεις των ανθρώπων του νόμου σε σημαντικές υποθέσεις, που αφορούν οικογένειες, τέκνα, επιμέλειες, διατροφές και ανατινάζουν το σέναριο. Ως γνωστόν η δικαιοσύνη δεν αποφασίζει για το δίκιο, αλλά ερμηνεύει το δίκαιον, που εάν διαθέτεις καλό και ευέλικτο δικηγόρο, όσο λαδιάρης, βίαιος και ψυχάκιας μπορεί να είσαι, πετυχαίνεις παπάδες, παίρνοντας το «δίκαιον» με το μέρος σου. Πολλές φορές οι λανθασμένες αποφάσεις από τους διαχειριστές του ανθρώπινου νόμου υπέρ του άδικου καταλήγουν σε ολέθριες εξελίξεις, όσο εξόφθαλμη καταδικαστέα κι αν είναι η υπόθεση που έχουν μπροστά τους

Η ταινία ξεκινά σε ένα γραφείο δικαστικής διαιτησίας με μια δικαστίνα, ένα χωρισμένο ζευγάρι και τους συνηγόρους τους. Η ταλαιπωρημένη γυναίκα Μύριαμ (Λεά Ντρουκέρ, καλή), που έχει βιώσει τα πάνδεινα από τον τραμπούκο, βίαιο πρώην σύζυγο της, Αντουάν (Ντενίς Μενοσέ, τρομακτικά υπέροχος) έχει καταθέσει ασφαλιστικά μέτρα για μην  πλησιάζει εκείνην και τα τέκνα τους. Η συνήγορος υπεράσπισης του Αντουάν με άψογη ρητορική, νομικίστικα τσαλίμια, επικαλούμενη, μάλιστα, την βαθύτατη ανάγκη του πατέρα να βλέπει τον ανήλικο του γιο του (υπάρχει και θυγατέρα αλλά είναι ενήλικη) και την πειθαρχημένη συμπεριφορά του σε θέματα διατροφής, ζητά από το δικαστήριο την από κοινού επιμέλεια για τον μικρό Ζουλιάν (Τομάς Γκιοριά, πολύ καλός). Από την άλλη, η συνήγορος της φοβισμένης Μυριάμ εκθέτει στην δικαστίνα ανατριχιαστικά γεγονότα με πρωταγωνιστή τον άξεστο και βίαιο χαρακτήρα του πρώην τύραννου συζύγου και πατέρα Αντουάν τόσο απέναντι στα τέκνα του, όσο και στην βασανισμένη πρώην σύζυγό του. Η σκηνή της διένεξης στο δικαστικό γραφείο είναι μοναδική και εκεί είναι όλο το ζουμί της ταινίας. Η δικαστίνα, βάσει νόμου, εξετάζοντας και τα επιχειρήματα του πατέρα, ενώ διακρίνει, ότι υπάρχει ζωντανό θέμα βίαιης συμπεριφοράς από την πλευρά του, έπειτα από μερικές ημέρες βγάζει απόφαση υπέρ του αιτήματος τους, εγκρίνοντας την κοινή επιμέλεια με κάποιους όρους, τρίχες κατσαρές. Η μάνα αλλάζει κρυφά σπίτι, που το γνωρίζουν μόνο οι γονείς της, προσπαθώντας να μην έρχεται σε επαφή με τον Αντουάν. Ο Αντουάν, που στόχος του είναι η γυναίκα του, τραμπουκίζει συνεχώς τον μικρό Ζουλιάν μέχρι που μαθαίνει την διεύθυνση της Μυριάμ. Κι ο τρόμος αρχίζει να σε κυκλώνει. Ο χαρακτήρας του Αντουάν, μια μόνιμη, ανθρώπινη απειλή για το περιβάλλον του, γεμάτη αρρώστια και αθεράπευτες συμπεριφορές, αναδύεται έντεχνα, κορυφώνοντας την αγωνία, που σε προετοιμάζει για ένα φινάλε άκρως ρεαλιστικό και  κινηματογραφικό. Το παρακολουθείς με την ψυχή στο στόμα.    

«Μούσα»

(Muse)

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Σκηνοθεσία: Χάουμε Μπαλαγκουέρο
  • Με τους: Φράνκα Ποτέντε, Ελιοτ Κόουαν, Άνα Ουλαρου, Κρίστοφερ Λόιντ  
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Weird Wave & Feelgood

Ο θάνατος της Βεατρίκη Πορτινάρι το 1290, του μεγάλου πλατωνικού έρωτα του Δάντη Αλιγκέρι, στάθηκε η αφορμή, που ο Αλιγκέρι έπιασε την λογοτεχνική πένα και έγραψε την «Θεία Κωμωδία». Η μούσα του, το σύμβολο της αιώνιας γυναίκας, στοιχειώνει κάθε στιγμή την έμπνευση του, εξυμνώντας την σε όλα τα έργα του, εξιδανικεύοντας την σε θεϊκό, αλλά και δαιμονικό σύμβολο, τόσο στην θεολογική, όσο και στην φιλοσοφική διάσταση του έργου, ως την αιώνια γυναίκα που προκαλεί την αναταραχή στα πάθη του. Μεσαίωνας γαρ και η ζωή του Αλιγκέρι στα άκρα. Το βασίλειο της έμπνευσης επιδέχεται βία. Πολύ καλό! Ο Κουβανός συγγραφέας του μυθιστορήματος «Η Γυναίκα με το Νούμερο 13» (εκδόσεις Πατάκη), του Χοσέ Κάρλος Σομόθα (ψυχίατρος στο επάγγελμα), ο οποίος ζει από ενός έτους στην Μαδρίτη και βασίζεται το σενάριο της ταινίας, είναι ένας από τους σημαντικότερους Ισπανούς εκπροσώπους των μυθιστορημάτων μυστηρίου, τρόμου και φαντασίας. Με εφαλτήριο την έμπνευση, τον οίστρο, την θεϊκή τρέλα της δημιουργίας, ο συγγραφέας δημιουργεί τις επτά «καταραμένες», μεσαιωνικές μούσες, τις «κυράδες», όπως τις κατονομάζει, των ποιητών και των λογοτεχνών (καμία σχέση με τις εννέα ελληνικές Μούσες του Ελικώνα), που στοίχειωσαν και συνεχίζουν να στοιχειώνουν την έμπνευση πολλών σημαντικών «εργατών» της συγγραφικής Τέχνης, αφήνοντας πίσω τους το στίγμα του «καταραμένου» στον συγγραφέα, όπως ο Μίλτον, ο Πόε, ο Σαίξπηρ, ο Ρεμπό. Τα γραπτά τους όμως έγιναν σημεία αναφοράς, λιμάνια ψυχικού ανεφοδιασμού για όλους τους ρομαντικούς, τους πονεμένους, τους ερωτευμένους και τους ιδεαλιστές, κατατρεγμένους αυτού του πλανήτη. Ο Σομόθα στο βιβλίο του, πραγματικά κινείται εμπνευσμένα στο πεδίο της αποκρυφιστικής πλοκής και στην κάθε μια μούσα-κυρά δίνει ξεχωριστά από μια ιδιότητα, όπως: Η πρώτη, Προσκαλεί. Η δεύτερη, Επικαλείται. Η τρίτη, Ψεύδεται. Η τέταρτη, Τιμωρεί. Η πέμπτη, Προφητεύει. Η έκτη, Παθιάζει και η τελευταία, έβδομη μούσα-κυρά, Κρύβει. Ότι ακριβώς συμβαίνει από την δημιουργία ενός εμπνευσμένου γραπτού, έως την ψυχοσύνθεση του ίδιου του συγγραφέα κατά την περίοδο της έναρξης και της τελείωσης του έργου του. Οι διαφορές του βιβλίου με την ταινία είναι, ότι στο βιβλίο οι «κυράδες» είναι 13 τον αριθμό, ενώ στην μεγάλη οθόνη για οικονομία κινηματογραφικού χρόνου περιορίστηκαν στις 7. Επίσης, ο ήρωας στο βιβλίο είναι πραγματικά ποιητής, ενώ στην ταινία ασκεί το επάγγελμα του καθηγητή μεσαιωνικής λογοτεχνίας, που θέλει να γράψει βιβλίο, αλλά συνεχώς το αναβάλει. Το βιβλίο του Σομόθα το αναλαμβάνει ο ομόσταυλος του, ο αγαπητός μετρ του ισπανικού, κινηματογραφικού τρόμου, ο Καταλανός στυλίστας σκηνοθέτης, Χάουμε Μπαλαγκουέρο («Rec 1, 2, 4», «Θυρωρός»), σε αγγλόφωνη απόδοση, προσφέροντας καλό σινεμά σε αυτό το είδος. Ο Μπαλαγκουέρο, μάλιστα, ασχολήθηκε και με το σενάριο, ώστε να μεταφερθεί σωστά το βιβλίο στην μεγάλη οθόνη.  Άλλωστε είναι παράδοση για τον ισπανικό κινηματογράφο, που κρατάει δυνατά και εντυπωσιακά τα ηνία στην κατηγορία του θρίλερ, ο οποίος συνεχώς εξελίσσεται προς το θετικότερο. Η ταινία δεν σε αφήνει να ξαποστάσεις και μέσα από την άψογη φωτογραφία της οδηγεί τον θεατή με την ιδιότητα του ντεντέκτιβ, βαθιά κι ακόμα βαθύτερα στα σκοτεινά και δαιδαλώδη περάσματα της μυσταγωγίας του τρόμου. Το ευκολόχρηστο της ιστορίας, που διευκολύνει τον θεατή να παρακολουθήσει καλύτερα την πλοκή, εναπόκειται στην μελετημένη προσεκτικά σεναριακή δουλειά, ώστε η κάθε σπαζοκεφαλιά να καθίσταται σαφής και οι συνδέσεις να γίνονται άμεσα, δίχως κενά και απορίες. Ο Χάουμε Μπαλαγκουέρο με την καλοσκηνοθετημένη «Μούσα» ανέβασε ένα σκαλί παραπάνω τον αποκρυφιστικό τρόμο, που είχαμε άλλωστε πολύ καιρό να δούμε στην μεγάλη οθόνη.      

Ο καθηγητής Σάμιουελ Σόλομον (Έλιοτ Κόουαν –καλός) είναι ένα κινούμενο ράκος έπειτα από την αυτοκτονία της ερωμένης και φοιτήτριας του μέσα στο σπίτι του. Ένα χρόνο είναι άνεργος και αρκετό καιρό, τον στοιχειώνει ένα όνειρο. Βλέπει έναν τελετουργικό φόνο-θυσία μιας άγνωστης γυναίκας μέσα σε ένα σπίτι. Εξομολογείται το βάσανο του στην συνάδελφο και φίλη του, Σούζαν (Φράνκα Ποτέντε, «Τρέξε Λόλα, Τρέξε», Χωρίς Ταυτότητα: Τζέσιον Μπορν), η οποία τον συμβουλεύει να ηρεμήσει, ενώ παράλληλα ενδιαφέρεται για το αποκρυφιστικό, τελετουργικό του θέματος που λαμβάνει χώρα στο όνειρο. Δυο ημέρες μετά οι εφημερίδες ανακοινώνουν την δολοφονία μιας γυναίκας στο σπίτι της με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όπως στο όνειρο του καθηγητή ενώ στην φωτογραφία ο Σάμιουελ αναγνωρίζει την δολοφονημένη γυναίκα που βλέπει στον εφιάλτη του. Αρχίζει την έρευνα και κάποια στιγμή συναντιέται με την Ρέιτσελ (Άνα Ουλαρου, πολύ καλή), η οποία δουλεύει ως χορεύτρια στριπτιζέζ και έχει δει το ίδιο όνειρο με τον καθηγητή. Ο μεν Σάμιουελ αναζητάει απαντήσεις για να ηρεμήσει η ψυχούλα του, η, δε Ρέιτσελ ψάχνει ένα παράξενο αντικείμενο που σχετίζεται με τον θάνατο της γυναίκας και το όλο τελετουργικό. Η κοπέλα με την βοήθεια του καθηγητή βρίσκει αυτό που θέλει, το αρπάζει και εξαφανίζεται. Ο καθηγητής μπλεγμένος περισσότερο από πριν και με μια παλιά φωτογραφία που δείχνει μια ανδροπαρέα νέων (την έκλεψε από το σπίτι της δολοφονημένης), και στην οποία φωτογραφία είναι γραμμένη η φράση «λευκός κύκλος», ζητάει την βοήθεια της φίλη του Σούζαν που είναι εξπέρ στην αποκρυφιστική λογοτεχνία. Μαθαίνει πως ο «λευκός κύκλος» υπήρχε προ εξηκονταετίας και αποτελούταν από πέντε «φευγάτους» φοιτητές φίλους, παθιασμένους με τους απανταχού καταραμένους ποιητές και συγγραφείς. Κανείς από αυτούς όμως δεν ζει για να δώσει εξηγήσεις, καθώς πέθαναν όλοι τους με φρικτό τρόπο, παρά μόνο ένας, ο Μπέρναντ Ράσεν (Κρίστοφερ Λόιντ, καλός), ο οποίος είναι δηλωμένος νεκρός μεν, δίχως να έχει βρεθεί ποτέ το νεκρό του σώμα, δε. Ο Σάμιουελ πρέπει να βρει τον Ράσεν. Επαναλαμβάνω, πως αρκετά χρόνια έχουμε να απολαύσουμε στο άσπρο πανί ένα καλό θρίλερ τρόμου και οι «Μούσες» εξαργυρώνουν την αναμονή.    

«Πρόσωπα & Ιστορίες»

(Visages Villages / Faces Places)

  • Είδος: Ντοκιμαντέρ
  • Σκηνοθεσία: Ανιές Βαρντά και JR
  • Διάρκεια: 89’
  • Διανομή: One From the Heart
  • Διακρίσεις: Βραβείο Καλύτερου Ντοκιμαντέρ Φεστιβάλ Κανών 2017 – Βραβείο Κοινού Φεστιβάλ Τορόντο

Βραβευμένη με το Τιμητικό Όσκαρ για τα εξήντα και βάλε χρόνια πορείας της στην διεθνή κινηματογραφική ιστορία, η Ανιές Βαρντά, η 89χρόνη σήμερα, γυναίκα σύμβολο, ορόσημο της γαλλικής nouvelle vague, κι όλα αυτά τα συναφή και ωραία, αλα μπρατσέτα με τον νεαρό σκηνοθέτη και συγγραφέα, επ΄ ονόματι JR (φωτογράφος, μικρομηκάς και ντοκιμαντερίστας, εικαστικός καλλιτέχνης δρόμου), έφτιαξαν μια γλυκούλα και τρυφερή ταινία-ντοκιμαντέρ, έχοντας σε πρώτο πλάνο τον άγνωστο άνθρωπο της υπαίθρου, τον χωριάτη και σχεδόν ξεχασμένο εργάτη της καθημερινότητας. Ντοκιμαντέρ, απ΄ αυτά που οι φίλοι μας οι Γάλλοι ξέρουν καλά, οι μπαγάσηδες, να ζουζουνίζουν καλαίσθητα το εσωτερικό συναίσθημα του θεατή. Λες, λοιπόν σιγοψιθυρίζοντας στον εαυτό σου: Ανιές Βαρντά είναι αυτή, προς την δύση της γόνιμης ζωής της, νέος φιλόδοξος με καλούτσικη ιδέα για προβολή και διασημότητα ο 34χρονος JR (θαυμαστής και λάτρης της Βαρντά) και τσουπ να τα βραβεία, να οι υποψηφιότητες για Όσκαρ, να η φήμη, να η αναγνωρισιμότητα. Τι άλλο να επιζητά ο Τζεϊαρούλης, ο ασημούλης από την ζωή του. Ασπίδα και φως η γηραιά, ουχί παροπλισμένη, Ανιές στον τσαχπίνη συν-σκηνοθέτη του doc. Είναι από τις δουλειές που το καλλιτεχνικό-κινηματογραφικό κατεστημένο «προσκύνησε» ευλαβικά, ένεκα Ανιές Βαρντά, και οι γραφίδες, τα πλήκτρα των υπολογιστών ξεχείλισαν από διθυράμβους και εγκώμια διεθνώς. Το Οσκαράκι, όμως ως Καλύτερου Ντοκιμαντέρ δεν το τσίμπησε φέτος. Μέχρι εκεί, είπαν και ο JR, πέρασε από το σκότος της αφάνειας στο φως των σπουδαίων. Η Βαρντά ακλόνητη, άλλωστε τι ανάγκη έχει, πια, μια γυναίκα μύθος. Αβάντα στον νεαρούλη έκανε και τίποτα άλλο. Να είναι καλά και πάντα μάχιμη.

Η Ανιές Βαρντά και ο JR ταξιδεύουν παρεάκι στην γαλλική ύπαιθρο με τον αυτοκινούμενο σκοτεινό θάλαμο του συν-σκηνοθέτη φωτογραφίζοντας απλούς ανθρώπους. Τεράστιες εκτυπώσεις των προσώπων τους κοσμούν άχαρα και ακαλαίσθητα σημεία, προκαλώντας αίσθηση και συγκίνηση στους απλοϊκούς ανθρώπους. Από την άλλη η απίθανη Βαρντά κάνει γνωριμίες, συνομιλεί με τους κατοίκους των χωριών και των επαρχιακών πόλεων, μαθαίνει τις ιστορίες τους, δίνοντας μια ευχάριστη πινελιά ανθρωπιάς στο ντοκιμαντέρ – καταγραφή αυτού του ταξιδιού. Όλοι χαρούμενοι με την ιδέα του JR και τα γιγαντιαία πορτρέτα των ανθρώπων βαλμένα σε γκρίζους, θλιβερούς τοίχους, σε εγκαταλελειμμένα εργοστάσια, σε μουντά τοπία, πυροδοτούν μια στιγμιαία χαρά στις άχαρες ζωές τους….στιγμιαία. That’s all !!!   

«Tomb Raider: Lara Croft»

  • Είδος: Περιπέτεια, δράση
  • Σκηνοθεσία: Ρόαρ Ούθαγκ
  • Με τους: Αλίσια Βικάντερ, Ντόμινικ Γουέστ, Γουόλτον Γκόγκινς, Ντάνιελ Γου
  • Διάρκεια: 118΄
  • Διανομή: Tanweer

Να μην το ματιάσω το θέμα, αναφέρω πως ελάχιστοι είναι οι ηθοποιοί ερμηνευτικών αξιώσεων, μετρημένοι στα μισά δάχτυλα του ενός χεριού, που δεν έχουν περάσει από την φαντασμαγορική εξέδρα του κινηματογραφικού action hero και δεν έχουν φορέσει μπέρτα, κολάν, μάσκες, κουκούλες και να έχουν υπερδυνάμεις. Ο Ντανιέλ Ντει Λούις, ας πούμε, είναι ένας από αυτούς. Ο Χόακιν Φοίνιξ είναι ακόμα ένας που κρατάει σταθερά το υποκριτικό επίπεδο. Ο Κέισι Άφλεκ, αρνείται να ακολουθήσει, τουλάχιστον ακόμα, τον δρόμο που χάραξε, πολλάκις ο αδελφός του. Ο Μπεν Φόστερ, η Έμα Στόουν ακόμα ο Μπράντ Πιτ και ο Ράιαν Γκόσλινγκ παραμένουν σταθερά ακλόνητοι σε ανθρωποκεντρικούς ρόλους και στα «γήινα» επίπεδα του ρεαλιστικού σινεμά. Σειρά έχει η 30χρονη, Σουηδή ηθοποιός, βραβευμένη με το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου Αλίσια Βικάντερ (Το Κορίτσι Από την Δανία), καθώς λαμβάνει σκυτάλη από την Αντζελίνα Τζολί, υποδυόμενη στο φιλόδοξο reboot την ατρόμητη, videogame περσόνα Λάρα Κροφ. Εδώ πιάνει το νήμα της ιστορίας από την αρχή για το πως, δηλαδή, δημιουργήθηκε η αμείλικτη κυνηγός των μυστηρίων και του αποκρυφισμού σε πέντε ηπείρους.

Η Λάρα Κρόφτ (Αλίσια Βικάντερ, ωραίο φατσόνι, αλλά ακόμα δεν με έχει πείσει ως ηθοποιός αξιώσεων), βεριτάμπλ Αγγλίδα, παρότι γόνος αμύθητης περιουσίας του ομίλου Κροφτ, δεν αναφώνησε το γνωστό «όξω φτώχια και μιζέρια», αλλά εργάζεται άοκνα ως ντελιβρού, ζει σε καταγώγια, είναι άφραγκη, συναναστρέφεται με άτομα εκτός του λίμπρο ντόρο κύκλου της, διότι δεν αποδέχεται την κληρονομιά του σκοτωμένου, επί επταετίας, πατέρα της, λόρδου Ρίτσαρντ Κροφτ (Ντόμινικ Γουέστ, καλούτσικος), γιατί τον θεωρεί ζωντανό, τουλάχιστον στην καρδιά της. Έχει απαξιώσει αρχοντικά, απέραντες εκτάσεις γης, πλούτο, χρήμα και ζει ασκητικά.  Ο γενικός δερβέναγας των επιχειρήσεων Κροφτ, η σιδηρά κυρία Άνα Μίλερ (Κριστίν Σκοτ Τόμας – αν και παίζει ελάχιστα στην ταινία είναι απίθανη), την έχει στο λάου λάου για να υπογράψει την αποδοχή της κληρονομιάς και να αναλάβει τα σκήπτρα της επιχειρηματικής αυτοκρατορίας, ειδάλλως οι εταιρείες, όπως είναι ακέφαλες, θα πουληθούν. Το αποφασίζει, λοιπόν, πηγαίνει στα γραφεία της εταιρείας σαν φτωχοσυγγενής (αμερικανιά τρανή με τον ρεσεψιονίστ να μην την αφήνει να περάσει στα ενδότερα του ομίλου, λόγω αμφίεσης και μη γνωρίζοντας πια είναι) και πάνω που είναι έτοιμη να ρίξει τις τζίφρες και να απολαύσει ζωή χαρισάμενη, ο νομικός σύμβουλος της σερβίρει έναν ιαπωνικό γρίφο (ξυλοκατασκευή σαν τους γρίφους του ΝταΒίντσι), που γίνεται η αιτία να ανακαλύψει την μυστική ζωή του πατέρα της. Εκτός από λόρδος, επιχειρηματίας, πλούσιος και δυνατός, ήταν και ερευνητής, αναζητητής, αρχαιολόγος, μυστικιστής, αποκρυφιστής, looks like Ιντιάνα Τζόουνς, που ως αποστολή και σκοπό ζωής είχε να διαφυλάξει ένα μεγάλο μυστικό: Να εμποδίσει μια σκοτεινή και τρομερή σε δύναμη οργάνωση να αφυπνίσει την δαιμονική, Γιαπωνέζα, μάγισσα Χιμίκο, από τον κρυφό τύμβο της σε ένα αχαρτογράφητο ιαπωνικό νησί, ώστε να μην σκορπίσει τον παγκόσμιο όλεθρο και το αιώνιο σκότος. Η Λάρα τα παρατάει όλα και τρέχει να ψάξει το παρελθόν του πατέρα της και το πως κατάληξε να τον δολοφονήσουν.

Το γλυκό και παιδικό προσωπάκι της Βικάντερ είναι μια άλλη εκδοχή Λάρα Κροφτ, διαφορετική από αυτή που γνωρίσαμε στο φιλήδονο look της Τζολί με τις χειλάρες της και το λάγνο βλέμμα. Ο δυναμισμός και η δράση παραμένουν, σχεδόν τα ίδια (λιγότερα αεροπλανικά κόλπα) με τον Νορβηγό σκηνοθέτη Ρόαρ Ούθαγκ, (του οικολογικού disaster film «Το Κύμα») να δίνει μια πιο γήινη και ρεαλιστική υπόσταση στην Κρόφτ στο μορφολογικό καλούπι της Βικάντερ. Δεν είναι πάντα επιτυχημένες οι προσπάθειες της, τρώει ξύλο, δεν είναι το τέλειο πλάσμα που δεν λαθεύει, λίγο αδέξια, αλλά εξ΄ ίσου αποφασιστική, επίμονη, γενναία ένα καλοφτιαγμένο, ατίθασο πνεύμα. Αυτές οι μικρές αλλά σημαντικές διαφορές ίσως να είναι το ρίσκο της παραγωγής και θα τεθούν σοβαρά υπόψη εάν θα ακολουθήσει ή όχι ένα sequel της ταινίας, καθώς οι φανατικοί θεατές τέτοιου είδους ταινιών θέλουν το απόλυτο θηλυκό, που εξολοθρεύει θεούς και δαίμονες με μια πιστολιά, βελιά, τσεκουριά… ή ότι άλλο, τέλος πάντων, χρησιμοποιεί η ψηφιακή ηρωίδα. Ίσως πάλι να είναι και το ζητούμενο και να αποδειχθεί επιτυχία. Μια Λάρα Κρόφτ πιο σάρκινη, πιο ανθρώπινη στις αισθήσεις του κοινού της δράσης και της περιπέτειας.     

«Ο Θεριστής»

(Le Semeur)

  • Είδος: Ερωτικό δράμα εποχής
  • Σκηνοθεσία: Μαρί Φρανσέν
  • Με τους: Πολίν Μπουρλέτ, Ζεραλντίν Παϊλάς, Αλμπάν Λενουάρ, Φρανσουάζ Λεμπρούν
  • Διάρκεια: 98’
  • Διανομή: Filmtrade
  • Διακρίσεις: βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν

Ένα θέμα υπέροχο, που μέσα του κυοφορεί ο γυναικείος δυναμισμός, η ανεξέλεγκτη θηλυκή ορμή, το υπέροχον της φύσης που δεσπόζει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της δημιουργίας. Το ορατόν και αόρατον Κάλλος υλοποιημένο απόλυτα και ισχυρά στην γυναικεία υπόσταση. Ένα θέμα ικανό να απογειώσει το κινηματογραφικό σύμπαν και να προσδώσει όχι μόνο κοινωνική διάσταση, αλλά και φιλοσοφική ανάλυση περί αναγκαιότητας, της αιτίας των μεταβολών και της αφθαρσίας αλλά και το σπουδαιότερο: το αέναον των αλλαγών και της μεταβολής με βασικό ρυθμιστή τον ερωτισμό στην φύση-γυναίκα, τόσο στο υλικό, όσο και στο πνευματικό πεδίο, διαλύοντας κάθε ανούσια και φαιδρή πεποίθηση που υπάρχει μέχρι σήμερα περί της γυναίκας, της παρουσίας της και των σημαντικών ρόλων της στην Γη. Καταπληκτικό!  Ατυχώς, όμως, η Γαλλίδα σκηνοθέτις Μαρί Φρανσέν στην πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους δειλιάζει, κι εν μέσω αγνωσίας, σε πλήρες ναρκισσιστικό παραλήρημα, εγκαταλείπει την γόνιμη πλευρά του κάμπου και καταπιάνεται με το εικαστικό μέρος, αξιοποιώντας ανάλαφρα, επιδερμικά την δυναμική του θέματος, που είναι σαν θηρίο στο κλουβί, κινηματογραφώντας εξαιρετικά κάδρα της φύσης, δίνοντας μαθήματα ζωγραφικού νατουραλισμού. Ο «Θεριστής» είναι ντυμένος με μια πανέμορφη φορεσιά αλλά δεν έχει ψυχή.  

Αξίζει παράλληλα, να αναφέρουμε μια μικρή ιστορία. Το σενάριο της ταινίας βασίζεται στο κείμενο «L’ Homme Semence» (ο Σπόρος) που γράφτηκε το 1919 από την δασκάλα Βιολέτ Αϊγιό (Violette Ailhaud), γεννημένη το 1835 στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται Άλπ ντε Οτ Προβάνς (Alpes de Haute Provence). Μετά τον θάνατο της δασκάλας το 1925, δόθηκε στους  κληρονόμους της ένας σφραγισμένος φάκελος με οδηγίες προς τον συμβολαιογράφο που χειριζόταν τα θέματα της διαθήκης, να μην ανοιχτεί πριν το καλοκαίρι του 1952. Όταν ο φάκελος τελικά ανοίχτηκε, οι οδηγίες για το περιεχόμενο του φακέλου – ένα χειρόγραφο – ήταν να παραδοθεί αποκλειστικά και μόνο σε μία γυναίκα κληρονόμο που έπρεπε να έχει ηλικία μεταξύ 15 και 30 ετών. Σύμφωνα με τις οδηγίες, η Ιβελίν που είχε ηλικία 24 ετών απέκτησε το χειρόγραφο κείμενο το οποίο παρέδωσε σε έναν Γάλλο εκδότη. Από τότε το  «L’ Homme Semence» (Ο Σπόρος) έχει δει το φως σε πληθώρα εκδόσεων και έχει εμπνεύσει σειρά θεατρικών και χορευτικών παραστάσεων.

Με γνώμονα την ιστορικότητα του χειρογράφου της δασκάλας Βιολέτ Αϊγιό, η ταινία της Μαρί Φρανσέν τοποθετείται στην ναπολεόντια εκκαθάριση των αντιφρονούντων στην ταραγμένη πολιτικά Γαλλία του 1852 (αυτοκράτορας ο Λουδοβίκος-Ναπολέων ο Γ΄ ανιψιός του Ναπολέοντα Βοναπάρτη). Η ανελευθερία και οι συλλήψεις αντικαθεστωτικών ερημώνουν από άνδρες ένα ολόκληρο χωριό, κάπως απομονωμένο σε μια κοιλάδα κάτω από τις γαλλικές Άλπεις. Η νεαρή Βιολέτ (Πολίν Μπουρλέτ- καλή) είναι σε ηλικία γάμου, μόνο που η μικρή, αγροτική κοινωνία της πλήττεται από λειψανδρία. Δεν υπάρχει άνδρας ούτε για δείγμα, οπότε όλες οι αγροτικές και οι κτηνοτροφικές εργασίες διευθετούνται αποκλειστικά από τις γυναίκες ηλικίας άνω των 15 χρόνων. Νέες, ελεύθερες, μητέρες με παιδιά, ηλικιωμένες, γηραιές στρώνονται στον κάματο της γης, ασχολούμενες και με το νοικοκυριό, κρατώντας το χωριό ζωντανό. Τα ερωτικά ένστικτα, περισσότερο των νεαρών σε ηλικία γυναικών, έχουν κτυπήσει κόκκινο, αλλά άνδρας πουθενά. Οι ημέρες, οι μήνες περνούν έρχεται η σπορά, μετά ο θερισμός και οι δουλειές σκληρές σε μέγεθος τεράστιου βουνού. Οι νιές συμφωνούν και καταλήγουν μεταξύ τους, πως εάν, τυχόν, βρεθεί κάποιος άνδρας στο χωριό να τον μοιράζονται όλες. Και ω του θαύματος, μετά από λίγες ημέρες καταφθάνει ένας περαστικός άνδρας ακμαίος και δυνατός, μορφωμένος και λυγερός σαν κυπαρίσσι που αναζητά κατάλυμα για να περάσει την νύχτα. Συστήνεται ως ο Ζαν ο σιδεράς (καμιά σχέση με τον «Μίμη τον Σιδερά» της Λίνα Βερτμίλερ) και ως αντάλλαγμα της φιλοξενίας θα πεταλώσει τα άλογα του χωριού. Οι γυναίκες όμως έχουν άλλα σχέδια στο μυαλό τους για τον Ζαν τον σιδερά και προσπαθούν να τον κρατήσουν στο χωριό, όχι μόνο για να τις βοηθήσει στον θερισμό των χωραφιών, αλλά και για αναπληρώσει το σεξουαλικό κενό που υπάρχει. Ο Ζαν ερωτεύεται την Βιολέτ, η σχέση τους προχωράει σε όλα τα επίπεδα και οι υπόλοιπες κοπελιές σαν ξαναμμένες μαινάδες υπενθυμίζουν στην φίλη τους την υπόσχεση που είχαν δώσει σε περίπτωση εμφάνισης ανδρός στο χωριό. Η Βιολέτ τηρεί την υπόσχεση και αφήνει τον Ζαν να «τακτοποιήσει» όλες τις ανύπαντρες κοπελιές, καθιστώντας μια δυο από αυτές έγκυες, μαζί και την Βιολέτ. Ξάφνου, μετά από μήνες, σκάνε μύτη στο χωριό οι πρώτοι άνδρες που είχαν συλληφθεί και τώρα απελευθερώθηκαν, ενώ σε μερικές ημέρες θα ακολουθήσουν και όσοι επέζησαν από τις κακουχίες των φυλακών και των εξοριών. Γλέντια τρελά! Λιποθυμιές και αναστάτωση δημιουργείται στον γυναικείο πληθυσμό με τα τις κοιλιές ορισμένων γυναικών τούμπανο από τα «βόλια» του Ζαν του σιδερά. Ταραγμένη από τις αφίξεις των ξεχασμένων ανδρών είναι και η ερωτευμένη, έγκυος Βιολέτ. Κι εδώ θα παρθούν οι μεγάλες αποφάσεις. Καλή η σκηνοθεσία που θυμίζει γκαλερί με υπέροχα ζωγραφικά εκθέματα, ρηχή η συνολική ρητορική περί γυναίκας, έρωτος, εξουσίας, συντροφικότητας. Μια μικρή ένσταση θέτω όσο αφορά τον ανέμπνευστο ελληνικό τίτλο της ταινίας από την εταιρεία διανομής. Ο άνδρας που εμφανίζεται στο χωρίο δεν είναι «Θεριστής», που παραπέμπει σε άρνηση και σκότος. Θεός φυλάξοι…. Σπορέας είναι, σπέρνει ζωή, αναπτερώνει την σκέψη, κατευνάζει την αγριότητα, καλμάρει τα αδάμαστα, ερωτικά ένστικτα κυριολεκτικώς, όπως αναφέρει άλλωστε και ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας, «Le Semeur».                  

«Ένας Ξένος στην Πόλη»

(Gringo)

  • Είδος: Κωμωδία Δράσης
  • Σκηνοθεσία: Νας Έτζερτον
  • Με τους: Ντέιβιντ Ογέλοουο, Σαρλίζ Θερόν, Τζόελ Ετζερτον, Αμάντα Σέιφριντ, Θάντι Νιούτον, Σαρλίτο Κόπλεϊ
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Odeon

Το είδος αυτής ταινίας που παντρεύεται η σκληρή δράση και η κωμωδία μόνο ένας Γκάι Ρίτσι μπορεί να το διαχειριστεί αξιοπρεπώς. Ειδάλλως είναι από τα concept που ένας σκηνοθέτης-σεναριογράφος έχει την δυνατότητα να την κρατήσει σε κίνηση από δυο έως πέντε ώρες, προβάλλοντας συνεχώς και ακούραστα κωμικοτραγικά γεγονότα. Δηλαδή ξεκινάς τώρα και τελειώνεις, σε δέκα ημέρες, κι όλο προσθέτεις δράση, πρόσωπα, γεγονότα που συνδέονται μεταξύ τους και την ιστορία και τελειωμό δεν έχει. Όλα εμπλέκονται μέσα σε αυτό το ολίγον σαλατικό κινηματογραφικό εγχείρημα σε παραγωγή που συμμετέχει και η αειθαλής Σαρλιζ Θερόν (πρωταγωνιστεί επίσης). Φαρμακευτικές εταιρείες, λαμόγια επιχειρηματίες, άκαρδες γυναίκες που απατούν τους συζύγους τους, χαμηλόβαθμα, στελέχη εταιρειών που ιχνηλατούν παντοιοτρόπως την άσπρη μέρα στην καριέρα τους, απατημένοι σύζυγοι, μισθοφόροι φονιάδες που ασπάσθηκαν τον Θεό, βαρώνοι ντρόγκας μεξικανικού καρτέλ, τριτοκοσμικοί φτωχοδιάβολοι, πράκτορες του FBI και της DOA, αδίστακτοι τεχνοκράτες, γυναίκες δηλητήριο, ότι θες έχει αυτό το ατελείωτο ράφι. Γέλιο, δράση, δράμα, περιπέτεια… Τόση μεγάλη είναι η ποικιλία που κουράζεσαι ανελέητα από την πολυπλοκότητα της. Το σκηνοθετικό πηδάλιο που κουμαντάρει το εν λόγω χαοτικό σκάφος κρατάει ο Νας Έτζερτον, αδελφός του ηθοποιού Τζόελ Έτζερτον, που πρωταγωνιστεί στην ταινία. Ο Νας (πρώην κασκαντέρ, έπειτα ηθοποιός) ντεμπουντάρει σκηνοθετικά σε μεγάλους μήκους ταινία με το «Ένας Ξένος στην Πόλη» (μικρού μήκους και βίντεο φιλμάριζε στο παρελθόν), προσπαθώντας να εμφυσήσει πνεύμα επ΄ ουράνιο στο σασί αυτής της κωμωδιο-περιπέτειας με έντονα τα στοιχεία της δράσης. Ο καλός Αφρο-Εγγλέζος πρωταγωνιστής, Ντέιβιντ Ογέλοουο, που τον απολαύσαμε στον ρόλο του διάσημου ακτιβιστή, Δρ Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στην ταινία της Άβα ΝτιΒερνέ «Selma» το 2014 και πέρσι στο ερωτικό «Ένα Ενωμένο Βασίλειο» της Άμα Ασάντε, μαζί με την Ρόζαμουντ Πάικ, μπαίνει στην αυλή της κωμωδίας και παίζει πραγματικά υπέροχα. Καλής στόφας ηθοποιός ο Ογέλοουο ανταπεξέρχεται στις απαιτήσεις του σεναρίου, ακόμα κι όταν η καταιγιστική παρουσία της Σαρλίζ Θερόν ως η bitch μέτοχος της φαρμακευτικής εταιρείας γεμίζει πλάνα και εικόνες με το πέρασμά της, ακόμα και αν η ταινία στο σύνολο της είναι κάτω του μετρίου.

 Ο Χάρολντ (Ντέιβιντ Ογέλοουο) είναι ένας φιλήσυχος και καλόκαρδος σύζυγος και υπάλληλος μικρο-μέγαλης φαρμακευτικής εταιρείας, που συχνά τον εκμεταλλεύονται. Η εταιρεία είναι έτοιμη να μπει στο χρηματιστήριο και συγχρόνως να βγάλει το πρώτο χάπι μαριχουάνας στην αγορά. Αναχωρεί  με τα αδίστακτα αφεντικά του, Ρίτσαρντ και Ιλέιν (Τζόελ Ετζερτον και Σαρλίζ Θερόν) σε επαγγελματικό ταξίδι με προορισμό το εργοστάσιο της εταιρείας στο Μεξικό. Ενώ έχει δώσει την ψυχή του στα αφεντικά, μαθαίνει πως μόλις τελειώσει η δουλειά με το χρηματιστήριο θα τον απολύσουν, αλλά και πως η γυναίκα τον χωρίζει. Τα παίρνει στο κρανίο και το σκάει προς άγνωστη κατεύθυνση στο επικίνδυνο Μεξικό. Το εργοστάσιο της εταιρείας είναι μπλεγμένο με το καρτέλ των ναρκωτικών και ο χαμένος Χάουαρντ βρίσκεται σε κίνδυνο.