fbpx

«Ξύπνα Ωραία Κοιμωμένη, Η Ζωή Έχει Πλάκα», της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Πάσχα, βόλτα με φίλους, ήλιος και ένα εξάνθημα στο μπράτσο. Έτσι στα ξαφνικά, εκεί που δεν το περιμένεις, φευγαλέα να το πιάνει το μάτι. Το γονίδιο δεν εμπλουτίστηκε με αισιοδοξία. Ο νους στο κακό. Τους αφήνω όλους και κλείνομαι στο δωμάτιο για το βαθύ ύπνο της λησμοσύνης, μέχρι τη στιγμή της δερματολόγου.

4 μέρες εν πλήρη συγχύσει, 4 νύχτες γεμάτες εφιάλτες. Κατοικώ στη χώρα της παράδοσης του φόβου. Τελικά δεν ήταν κάτι, όλα καλά. Περνάμε στο στάδιο εξάλειψης ενός μικρού σημαδιού.  Ένα δείγμα κρέμας είναι αρκετό. Τόσο εύκολη ίαση, τόσο επώδυνη τρικυμία καραδοκούσε, επέστρεψε και μπορεί να έρθει πάλι στην επιφάνεια.

Την επίγνωση της πεπερασμένης μου φύσης την είχα από παιδί. Την καταδίκη την μετέτρεψα σε ναρκισσισμό και ματαιοδοξία. Κρύφτηκα πίσω από φτιασίδια.  Φρόντιζα σταδιακά και σταθερά το στιλ. Ρούχα, παπούτσια, αρώματα. Κρέμες για τις ρυτίδες, κρέμες και για τον ήλιο. Ερωμένη του σκότους και συνάμα ακόλουθη του Απόλλωνα και του Ελύτη, των εραστών του φωτός.

Αν ένας άντρας μοιραζόταν το κρεβάτι μου, πάντα κουρδισμένη απ τη φύση μου, ξύπναγα πριν απ αυτόν. Στο μπάνιο περίμενε  η κρέμα, το ρουζάκι, η οδοντόπαστα για το αρωματικό χαμόγελο της Kolynos.

Στα νοσοκομεία, για τα χειρουργεία μου – εδώ και μόνο εδώ συγκρίνομαι με την Ελίζαμπεθ -, πάντα με σέξι νυχτικά σε πείσμα της νοσοκόμας. Το 2014 όταν ένιωσα το χνώτο του Καπετάν Μιχάλη, όλα άλλαξαν για να παραμείνουν ίδια, όπως είπε ο Τανκρέντι  στο Γατόπαρδο. 3.5 μήνες με γιατρούς αρκετών ειδικοτήτων, πίσω από τεράστια μαύρα γυαλιά, 24 ώρες το 24ωρο. Ουροκαθετήρας καλτσοδέτα –ναι υπάρχει – για να μη φαίνεται, κάτω απ τις ραμμένες νυχτικιές, απ την αδερφή μου.

Πέρασε κι αυτό, όπως πιστεύω θα περάσουν κι άλλα, αλλά ωραία. «Η ζωή βρίσκεται αλλού», εγώ όμως τώρα τη θέλω εδώ. Δεν θέλω να φοβάμαι το φόβο.

«Στην αρχή το φως και η ώρα η πρώτη». Αυτή την ώρα δεν θέλω να ξυπνάω πρώτη. Θα πηγαίνω στο μπάνιο δεύτερη. Ας περιμένει η κρεμούλα, το αρωματάκι, η οδοντόπαστα.

Κάποιες φορές μου φέρνει καφέ στο κρεβάτι. Εγώ αναμαλλιασμένη, με τη σακούλα ακόμα στο μάτι. Δεν με πειράζει πια. Θέλω να γίνουμε σαν εκείνους τους γέρους του Μάπετ Σόου. Να γελάμε με τους άλλους και εκείνοι με εμάς. Να γεράσω μαζί του και να βγαίνω στο μπαλκόνι με το μπικουτί, να του θυμίζω να φέρει ψωμί το μεσημέρι.

Ξυπνήστε ΩΡΑΙΕΣ ΚΟΙΜΩΜΕΝΕΣ, η ζωή είναι μικρή για να μην έχει πλάκα.