«Ντα στον «Πατερούλη»… και φρέσκο, ελληνικό «αίμα» στην μεγάλη οθόνη». Οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Είναι πραγματικά καταπληκτικό να βλέπεις στην μεγάλη οθόνη υπέροχους ηθοποιούς που έχουν καθιερωθεί στο κινηματογραφικό στερέωμα σε δεύτερους ρόλους και το ερμηνευτικό τους εκτόπισμα να αβαντάρει συνολικά την σεναριακή πλοκή, στολίζοντας, συγχρόνως, ιδιαίτερα με την παρουσία τους το καστ της παραγωγής. Μεγάλοι δευτερολοράδες, όπως αποκαλούνται, ή το δεύτερο, καλοκουρδισμένο βιολί σε μια ορχήστρα πρώτων χαρακτήρων κι ηρώων, που πέρασαν από την μεγάλη γενιά ηθοποιών τα τελευταία πενήντα, σαράντα χρόνια ήταν ο Χάρι Ντιν Στάντον (1926 – 2017), που έφυγε τον περασμένο Σεπτέμβριο από την ζωή και τον απολαύσαμε προσφάτως στην ταινία του Τζον Κάρολ Λιντς «Lucky», σε πρώτο ρόλο, μάλιστα, ως το κύκνειο άσμα του μεγάλου ηθοποιού. Μερικοί δευτερολολάδες που αγάπησα για το στυλ, την ερμηνευτική τους φόρμα (συνήθως σε ρόλους κακού), το ύφος, αλλά και για την δυναμική του ήρωα που υποδύονται είναι: ο ψηλός, ευθυτενής και αριστοκρατικός Τζέιμς Κρόμγουελ (Λος Άντζελες Εμπιστευτικό), η πιο συμπαθητική, αγγλική παλιόφατσα Άλαν Ρίκμαν (Πολύ Σκληρός Για να Πεθάνει), ο ερεβώδης Κλάνσι Μπράουν (Χάιλαντερ), ο ψυχασθενής serial killer Τεντ Λιβάιν («Η Σιωπή των Αμνών) και φυσικά ο υπέροχος, Άγγλος ηθοποιός Τζέισον Άιζακς, που ξέφυγε από τους τηλεοπτικούς ρόλους και η έμφυτη «κακία» του, αυτό που ονομάζουμε αστρικό κακό, τόνωσε την ταινία του Ρόλαντ Έμεριχ «Πατριώτης» (2000), δίπλα – απέναντι στον Μελ Γκίμπσον. Οι δεύτεροι ρόλοι είναι εξ΄ ίσου σημαντικοί με αυτούς των πρώτων και η επιλογή τόσο της «φάτσας», όσο και του ταλέντου της όποιας «φάτσας» είναι σπουδαία δουλειά για τον άνθρωπο που επιμελείται το casting. Υπάρχουν, βέβαια, και τα οριακά σημεία του λεγόμενου πρωτοδεύτρεου ρόλου, που τα υπηρέτησε άψογα ο Ντένις Χόπερ. Φανταστείτε, επί παραδείγματι, να μην υπήρχε ο Τζόκερ – Τζακ Νίκολσον στην ταινία «Μπάτμαν» του Τιμ Μπάρτον ή στην θέση του Σαντίνο – Τζέιμς Κάαν στον «Νονό», του Φράνσις Φορντ Κόπολα να υπήρχε κάποιος άλλος. Βέβαια, ούτε ο Νίκολσον, ούτε ο Κάαν αναπτύχθηκαν ως ηθοποιοί στους κόλπους των δεύτερων ρόλων. Άλλωστε ο Τζακ όταν υποδύθηκε τον Τζόκερ ήταν ήδη φτασμένος και με δυο Όσκαρ στην τσέπη του, για την «Η Φωλιά του Κούκου» το 1973 και τις «Σχέσεις Στοργής» το 1983. Κι όμως, το πρώτο βραβείο Όσκαρ του Νίκολσον για την Φωλιά του Κούκου ήταν στην κατηγορία Β΄ Ανδρικού Ρόλου. Υπέροχοι, αξέχαστοι, ακατανίκητοι δευτορορολάδες μιας άλλης κινηματογραφικής εποχής.   

«Ο Θάνατος του Στάλιν»

The Death of Stalin

  • Είδος: Πολιτική Σάτιρα
  • Σκηνοθεσία: Αρμάντο Ιανούτσι
  • Με τους: Τζέφρι Τάμπορ, Στιβ Μπουσέμι, Πάντι Κόνσινταϊν, Σάιμον Ράσελ Μπιλ, Τζέσιον Άιζακς, Όλγα Κιριλένκο
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Odeon

Καμιά σχέση με κωμωδία δεν έχει η ταινία. Είναι σάτιρα και μάλιστα κατάμαυρη. Διαφορά τεράστια! Οι παλαιότεροι, μάλιστα, έλεγαν, πως «οι πολύ κακοί άνθρωποι είναι και αστείοι» και κάλλιστα μπορείς να αφηγηθείς τις πικρές ιστορίες τους δημιουργώντας κλαυσίγελο. Θα συμφωνήσω μαζί τους. Με το μυαλό ξεκάθαρο και την σκέψη απαλλαγμένη από φανατισμό, στερεότυπα και πεποιθήσεις θα δεις όλους αυτούς τους δυνάστες, συνήθως της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής που πέρασαν από την Γη, μαζί και τα επιτελεία τους, ως θλιβερούς κλόουν σε νοσηρή ατραξιόν τσίρκου. Βέβαια, αυτές οι τρομακτικές οντότητες που καθιέρωσαν την πολιτική τους φήμη και διαμόρφωσαν μια παγιωμένη κατάσταση πραγμάτων με τα έργα τους, κατά την διάρκεια της πολιτικής τους θητείας, αλλά και μετά θάνατον, η εν ζωή πορεία τους καταμετρήθηκε από εκτελέσεις και φόνους δεκάδων εκατομμυρίων, αντιφρονούντων ανθρώπων. Τα ολοκαυτώματα που προκάλεσαν εντός και εκτός των χωρών τους σε πολίτες γιατί είχαν διαφορετική άποψη, είναι ένα από τα σημαντικά σημεία της νοσηρότητας που χαρακτήριζε αυτές τις «μορφές». Με την δύναμη της εξουσίας, τον φόβο, το κνούτο και το μαχαίρι κυβέρνησαν ή βασίλεψαν ως απόλυτοι μονάρχες με μοναδικό σκοπό την διατήρηση του θρόνου, απαξιώνοντας την έννοια άνθρωπος. Εύλογα θα αναρωτηθείτε, ποιος μεγάλος ηγέτης δεν χρησιμοποίησε την τακτική του φόβου για να κυβερνήσει; Ουδείς, θα απαντήσω με παρρησία και όλοι τους συμμάχησαν ανίερα με τον τρόμο και τον εξαπέλυσαν στις μάζες για να τους φοβούνται και να είναι ήσυχοι. Δεν ήταν όμως ηγέτες αυτά τα δίποδα που έγραψαν ιστορία στην παγκόσμια πολιτική σφαίρα, κι αρκετοί από εμάς τα θαυμάζουμε, διότι το αξιακό τους σύστημα ήταν απόλυτα ενταγμένο στο σκοτάδι της ανελευθερίας, της οπισθοδρόμησης και του τρόμου, κενοί από αρετές. Ένα από αυτούς ήταν και ο σκληροτράχηλος, αιμοσταγής Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι, γνωστός ως Ιωσήφ Στάλιν (18 Δεκεμβρίου 1878 – 5 Μαρτίου 1953), ο Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης από το 1922 έως το 1953. Με μια απλή σκέψη αμέσως καταλαβαίνεις, πως τέτοιου είδους σκοταδιστές κυβερνήτες, όπως ο Στάλιν ας πούμε, τι σόι συνεργάτες θα επέλεγε για να διεκπεραιώνουν τους ερεβώδεις σχεδιασμούς των κυβερνητικών του προγραμμάτων τους; Ο δαίμονας ποτέ δεν επιλέγει αγγέλους για βοηθούς, ως γνωστόν. Οπότε, μια, επίσης, νοσηρή, από εξ΄ ίσου κτήνη, αυλή, περιτριγύριζαν, συνεργαζόντουσαν και εκτελούσαν άνευ αντιρρήσεων, αιδούς και αναστολών τις εντολές του πρώτου άνδρα της τότε Σοβιετικής Ένωσης.

Έπειτα από το δείπνο με τους επιτελικούς του, ο Στάλιν (Άντριαν ΜακΛάφιν) στη ντάτσα του, λίγο έξω από τη Μόσχα, και τα αναμεταξύ τους αστειάκια για το πως εκτέλεσαν τον τάδε ή την τάδε, ο Γ.Γ της Σοβιετικής Ένωσης αποσύρεται ευδιάθετος στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του για να κατακλιθεί (εκείνη την περίοδο ο Στάλιν είχε εξαπολύσει μια εκστρατεία εκκαθάρισης κατά το πρότυπο της εποχής του Μεγάλου Τρόμου τη δεκαετία του 1930). Πριν πέσει για ύπνο, λοιπόν, ο «πατερούλης», θέλει πρώτα να απολαύσει ιδιωτικώς σε βινύλιο το φρεσκοηχογραφημένο, live ρεσιτάλ της διεθνούς φήμης Ρωσίδας, πιανίστριας, Μαρία Γιουντίνα (Όλγα Κιριλένκο). Εντός του καλύμματος του δίσκου υπάρχει ένα κρυφό μπιλιέτο της ίδιας της καλλιτέχνιδας προς τον Στάλιν που γράφει: «κατάντησες την χώρα ερείπια». Ο Στάλιν το διαβάζει, ξεκαρδίζεται στα γέλια και ξαφνικά ένα βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο τον βρίσκει στο δωμάτιο της ντάτσα του, ολομόναχο να σωριάζεται στο πάτωμα ηττημένος. Τον οριζοντιωμένο σώμα του «βασιλιά» ανακαλύπτει το πρωί η πιστή και αφοσιωμένη οικονόμος του, κι εν μέσω πρώτου πανικού και σύγχυσης ειδοποιούνται οι άμεσοι συνεργάτες του. Καταφθάνουν οι «πιστοί» του τέσσερις άνδρες της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ (και υποψήφιοι διάδοχοι). Πρώτος εισβάλλει στο δωμάτιο ο επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών, ο αδίστακτός σφαγέας Λαυρέντι Μπέρια (Σάιμον Ράσελ Μπιλ, καλός), ο οποίος ανακαλύπτει στο πάτωμα και το σημείωμα της Γιουντίνα. Ακολουθούν ο Αναπληρωτής Γ. Γραμματέας Γκεόργκι Μαλενκόφ (Τζέφρι Τάμπορ, καταπληκτικός), κι ο Μπέρια συναισθανόμενος την δυσκολία της κατάστασης αρχίζει να νουθετεί τον Μαλενκόφ για να αναλάβει την αρχηγία. Έρχεται ο κομματάρχης Νικίτα Σεργκιέγιεβιτς Χρουστσόφ (Στιβ Μπουσέμι, απίθανος) και ο σύμβουλος επί θεμάτων εξωτερικής πολιτικής Βιατσεσλάβ Μόλοτοφ (Μάικλ Παλίν των Μόντι Πάιθονς, πολύ καλός), τον οποίο ο Στάλιν τον είχε συμπεριλάβει στις διαβόητες λίστες θανάτου προς εξόντωση ως εχθρό του. Και ξαφνικά αυτοί οι σαστισμένοι, ισχυροί πολιτικοί της Σοβιετικής Ένωσης στέκουν πάνω από ακίνητο σώμα του Στάλιν αμήχανοι, γεμάτοι σαστιμάρα, προβληματισμό και φόβο, καταστρώνοντας αμέσως τα σχέδια της διαδοχής και τις στρατηγικές για το μέλλον της Σοβιετικής Ένωσης. Σκηνές απείρου κάλλους. Ειδοποιούν τον υπό δυσμένεια, από τον ίδιο τον Στάλιν, στρατάρχη και ήρωα του Β’ΒΠ, Γκεόργκι Ζούκοφ (Τζέσιον Άιζακς, απίθανος) τα τέκνα του Στάλιν, όπως την καταπιεσμένη Σβετλάνα Αλληλούγεβα Στάλιν (Αντρέα Ράιζμποροου), ο οποίος τύραννος πατέρα της – σπουργιτάκι την αποκαλούσε – είχε δολοφονήσει την αγαπημένη της θεία και τα δυο ετεροθαλή αδέλφια της (το 1967 η Σβελτάνα αυτομόλησε στις ΗΠΑ), αλλά και τον ψυχάκια γιό του, Βασίλι Στάλιν (Ρούπερτ Φρεντ). Οι αγώνες των μηχανορραφιών και των ραδιουργιών ξεκινούν, ενώ η καμαρίλα, η ίντριγκα, εν μέσω δραματικών καταστάσεων, παίρνει φωτιά.

Η εξειδίκευση, ας πούμε του ευφυέστατου και εύστοχου Σκοτσέζου σεναριογράφου, παραγωγού και σκηνοθέτη Αρμάντο Ιανούτσι, είναι η πολιτική σάτιρα. Γνωστός από την επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά, πολιτικού ενδιαφέροντος «The Thick of It», αλλά και από το κινηματογραφικό «Πόλεμος Εκτός Προγράμματος» του 2009, το οποίο προτάθηκε και για το Όσκαρ Καλύτερης Μεταφοράς Σεναρίου, εγκαταλείπει την αγγλο-σαξωνική σφαίρα ενδιαφέροντος, καταπιάνεται με την Σοβιετική Ένωση και την περίοδο της «βασιλείας» του Ιωσήφ Στάλιν, αρχής γενομένης του περιστατικού του θανάτου του. Στην Ρωσία μάλιστα, ο πρόεδρος Πούτιν απαγόρευσε την προβολή της ταινίας. Πιο συγκεκριμένα, ο «Θάνατος του Στάλιν» και τα αληθινά, τρομακτικά γεγονότα που προέκυψαν μετά την αποχώρηση του από τα γήινα είναι καταγεγραμμένα σε δυο κόμικ ιστορίες με τους τίτλους:  «O Θάνατος του Στάλιν» και το «Δεύτερο Μέρος – Η Κηδεία» των Γάλλων Φαμπιάν Νούρι και Τιερί Ρόμπιν. Αυτή είναι η σεναρικαή βάση για να ασχοληθεί ο Ιανούτσι με τον έτερο γραφιά Ντέιβιντ Σνάιντερ και να περάσει την ιστορία του «Θανάτου του Στάλιν» στην μεγάλη οθόνη. Με το αγγλικό μέτρο της κινηματογράφησης, αυτό που δεν πλατιάζει και ελευθερώνει την ουσία του θέματος να εκδηλωθεί υπέροχα, αλλά και την θεατρική αισθητική των πλάνων, ο σκηνοθέτης κυκλώνει με την κωμική διάσταση του πράγματος τα τραγικά γεγονότα, επουδενί αλλοιώνοντας τα, αλλά, όπως αναφέραμε παραπάνω, το ακραίο κακό είναι και πολύ αστείο. Το πετυχαίνει άψογα ο  Ιανούτσι και η ταινία από τις πτυχές της θλίψης βγάζει πικρό γέλιο, καθώς οι υπέροχοι ηθοποιοί, της ψαγμένης κωμικής στόφας, επιλεγμένοι και από τις δυο ακτές του Ατλαντικού, το υποστηρίζουν μοναδικά και θαυμάσια, εμφανίζοντας την αθλιότητα, την μαυρίλα, τον σκοταδισμό των χαρακτήρων που υποδύονται με γέλιο. Μια τραγική ταινία που βγάζει γέλιο και δεν την χάνεις!   

«Do it Yourself»

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τσιλιφώνης
  • Με τους: Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Μάκης Παπαδημητρίου, Μυρτώ Αλικάκη, Αργύρης Ξάφης, Πάνος Κορώνης, Θέμης Πάνου, Χρήστος Λούλης
  • Διάρκεια: 97’
  • Διανομή: Odeon

Ω, ναι το έχει ο Τσιλιφώνης. Και, μάλιστα, το διαχειρίζεται άψογα. Ξέρει σινεμά ο νεαρός, είναι διαβασμένος, κατατοπισμένος ο Δημήτρης. Αποφεύγει τις ελληνικές κακοτοπιές και φτιάχνει ταινίες (ταινία, καθότι είναι η πρώτη του) που σε κρατούν σε  ενδιαφέρον. Ολοστρόγγυλη παραγωγή, δίχως γωνιές και γρέζια, θολούρα, αρπαχτές και μιζέρια. Ταινία με καθαρή δράση, γρήγορο, σφιχτό μοντάζ, καλή χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας, γοητευτική φωτογραφία και λήψεις αριστοτεχνικές. Ελάχιστα παραπάνω δούλεμα χρειαζόταν το σεναριάκι μόνο. Μια χαρά! Μπράβο στον Δημήτρη Τσιλιφώνη, εντυπωσιακό αποτέλεσμα για την πρώτη του δουλειά. Νοικοκυρεμένος, κινηματογραφικά πειθαρχημένος, μετρημένος και όχι χαμένος σε προσωπικούς ναρκισσισμούς ακαταλαβίστικών αφηγήσεων, βγάζει αποτέλεσμα. Ο άνθρωπος στην Ελλάδα ζει και σκέφτηκε ρεαλιστικά, πως μια ταινία δράσης, με δόση εφέ, σκοτωμούς και βατή σεναριακή περιπετειώδη πλοκή, που, φυσικά, να σέβεται τον εαυτό της, τους θεατές, και να μην είναι ο φτωχοσυγγενής της παρέας, χρειάζεται δομημένη παραγωγή και το μυαλό συγκεντρωμένο. Ο Δημήτρης Τσιλιφώνης τα επιστράτευσε και αξιοπρεπώς λειτούργησε σαν ελβετικό ρολόι, αν και η κινηματογραφική παιδεία του είναι εκ Δυσμάς ορμώμενη.

 Ο Άλκης, ένας μικροαπατεώνας, φτωχοδιάβολος (Κωνσταντίνος Ασπιώτης, καλός)  συμφωνεί να πρωταγωνιστήσει σε ένα viral βίντεο με σκοπό να αποκαταστήσει τη δημόσια εικόνα του παράνομου επιχειρηματία (Χρήστος Λούλης) και με αυτό να σώσει την ζωή του, που έχει μπει στο στόχαστρο συμμοριών. Όταν συνειδητοποιεί ότι οι συνεργοί του πρόκειται να τον σκοτώσουν, έχει μερικές, μόνo, ώρες για να αποδράσει από το στούντιο πορνό ταινιών, που τον έχουν φυλακισμένο. Ελλάδα του σήμερα, του γρήγορου πλουτισμού, του μαύρου χρήματος, της παρανομίας και της διαφθοράς σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της πολιτικο-κοινωνικής ζωής. Μια χώρα δίχως όνειρα για τους νέους ανθρώπους. Η παραβατικότητα επιλέγεται ως δρόμος διαφυγής. Η εικόνα ενός κράτους ειδομένη από την οπτική γωνιά ενός νεότατου κινηματογραφιστή, άνευ διδασκαλιών, κλούβιων μηνυμάτων και ελπιδοφόρων γεύσεων. Εκεί, όπου οι «ιερές» εξουσίες του συστήματος ζυμώνονται με το έγκλημα, όπως η δικηγόρος του διεφθαρμένου επιχειρηματία (Ναταλία Δραγούμη) που είναι ο ιθύνων νους της εκτέλεσης του Άλκη (αναρωτιούνται μετά, γιατί δολοφονούν τους δικηγόρους μέσα στα γραφεία τους). Όλα συμβαίνουν σε μια νύχτα και οι χρονικές αναδρομές ή οι σεναρικές μετατοπίσεις είναι φτιαγμένες με μαεστρία, ώστε να καταλαβαίνει ο θεατής που βρίσκεται και τι συμβαίνει. Η παραγωγή εξαιρετική, ενώ οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών αληθοφανείς και άμεσες. Απλά, το «Do It Yourself» είναι σινεμά σε έναν τόπο, που δεν συμπαθεί το σινεμά, αν και η επιθυμία των νέων σκηνοθετών είναι τεράστια. Το πιο σημαντικό απ΄ όλα είναι, ότι ο Δημήτρης Τσιλιφώνης με τα μέσα που διαθέτει σε χώρα όπως η Ελλάδα, έφτιαξε μια αξιοπρεπέστατη ταινία.       

«Foxtrot»

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Σκηνοθεσία: Σάμουελ Μαόζ
  • Με τους: Λιόρ Ασκενάζι, Σάρα Άντλερ, Γιονατάν Σιράι
  • Διάρκεια: 108΄
  • Διανομή: Seven
  • Διακρίσεις: Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής Φεστιβάλ Βενετίας 2017

Παιχνίδι της μοίρας που μετασχηματίζει καταλυτικά τις ανθρώπινες ζωές. «Ό,τι είναι γραφτό να γίνει θα γίνει», λέει ο Ομάρ Σαρίφ στο Πίτερ Ο΄ Τουλ, παίζοντας με το θέμα της ανθρώπινης τύχης, όταν ένας Άραβας πέφτει από την καμήλα του και μένει πίσω από τους υπόλοιπους, μόνος στην καυτή, θανατηφόρα έρημο. «Τίποτα δεν είναι γραφτό!», απαντάει πεισματικά ο Λόρενς και επιστρέφει με κίνδυνο την ζωή του να σώσει τον άτυχο άνθρωπο. Ο Άραβας σώζεται, ο Άγγλος υπολοχαγός γίνεται ο σωτήρα του, κι έπειτα από μερικές ημέρες, ο σωτήρας αναγκάζεται να εκτελέσει τον Άραβα ως δολοφόνο στην μεγαλειώδη ταινία του Ντέβιντ Λιν, «Λόρενς της Αραβίας». Το θέμα που πραγματεύεται η δεύτερη κατά σειρά  ταινία  του Ισραηλίτη Σάμουελ Μαόζ (Λίβανος) είναι καραμπινάτο ανθρωποκεντρικό μεν, αλλά το αντιπολεμικό στοιχείο του σεναρίου, δε, αποζητά και αυτό την δική του μερίδα.

Ο Μίκαελ και η Ντάφνα χάνουν το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια τους όταν η πόρτα του σπιτιού τους χτυπάει και δύο αξιωματικοί του στρατού, ανακοινώνουν στο ζεύγος, ότι ο γιος τους, ο Γιόναταν, πέθανε ενώ υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία. Εκπληκτική η σκηνή της έναρξης, περισσότερο από την αντίδραση του πατέρα στο δυσάρεστο νέο, αφού την μητέρα οι στρατιωτικοί την «απενεργοποίησαν» αμέσως με υπνωτική ένεση για να ηρεμήσει. Το χάσιμο, η σύγχυση στις σκέψεις και το βλέμμα του πατέρα είναι καταπληκτικά κινηματογραφημένα. Φυσικά, η γη άνοιξε κάτω από τα πόδια του, πέφτοντας στο κενό της αβύσσου. Και πιος δεν θα το πάθαινε αυτό με ένα τέτοιο συγκλονιστικό νέο. Τα πράγματα δυσκολεύουν και ο πατέρας του σκοτωμένου γιού πρέπει να ανταπεξέλθει στα διαδικαστικά θέματα τέτοιων περιπτώσεων, τόσο από την πλευρά των συγγενών, όσο και από αυτή του στρατού που υπάρχει ένα συγκεκριμένο πρωτόκολλο. Απηυδισμένος από τις υπερβολικές εκδηλώσεις πένθους των συγγενών και την στρατιωτική γραφειοκρατία, ο Μίκαελ βυθίζεται σ’ ένα αυτοκαταστροφικό παραλήρημα θυμού για να βιώσει τελικά ένα αδιανόητο μπαράζ ανατροπών, το οποίο συναγωνίζεται σε σουρεαλισμό τις στρατιωτικές εμπειρίες του χαμένου για πάντα παιδιού του.

Foxtrot, είναι ο γνωστός χορός, αλλά και η ερμηνεία του «F» στον στρατιωτικό κώδικα-αλφαβητάρι επικοινωνίας. Δεν θα ήθελα να αποκαλύψω τις όποιες ανατροπές προκύπτουν στο σενάριο της ταινίας, γραμμένο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, και τσαλακώσω την ξεχωριστή αίσθηση του καθενός, βλέποντας την ταινία. Είναι καλοσκηνοθετημένη, οι ερμηνείες υποδειγματικές και καλή φωτογραφία. Το αντιπολεμικό μήνυμα, όμως, που θέλει να περάσει ο Μαόζ είναι σαθρό και δεν συνάδει με το υπόλοιπο δραματουργικό στοιχείο της ταινίας που είναι ενδιαφέρον. Ισραηλίτες, τακτοποιημένοι αστοί, που βρίσκονται σε συναισθηματική κρίση είναι το plot και ένα παιχνίδι της μοίρας, αυτό που λέμε, το απρόσμενο τραπουλόχαρτο ικανό να αλλάξει όλη την στρατηγική, για άλλους θεόσταλτο, για άλλους τυχαίο (το ζευγάρι, παρεμπιπτόντως είναι άθεοι και δεν ακολουθούν τις επιταγές του Ταλμούδ). Η ηθική της σεναρίου αναπτύσσεται μέσω της παρουσίας του πατέρα, που άλλωστε είναι και ο βασικός πρωταγωνιστής όχι μόνο της ταινίας, αλλά για όλα τα μέλη της οικογένειας. Για άλλους ήρωας, για άλλους εγωιστής και τύραννος.      

«Death Wish»

  • Είδος: Δραματική περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Ιλάι Ροθ
  • Με τους: Μπρους Γουίλις, Βίνσεντ Ντ’ Ονόφριο, Ελίζαμπεθ Σου, Ντιν Νόρις, Κίμπερλι Ελίς, Καμίλα Μορόνε
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Odeon

Όταν προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1974 η καλτ ταινία «Death Wish» του Μάικλ Γουίνερ (βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Μπράιαν Γκάρφιλν) με πρωταγωνιστή τον «ανέκφραστο» Τσάρλς Μπρόνσον προκάλεσε αίσθηση, καθώς η Αμερική (τα μεγάλα αστικά κέντρα) καταγράφανε αστρονομικά ποσοστά εγκληματικότητας. Από την άλλη το ευαίσθητο θέμα της αυτοδικίας σε κράτος χαοτικών συνθηκών δικαιοσύνης, τάραξε τα λιμνάζοντα νερά, της τότε, αμερικανικής κοινωνίας. Βέβαια ο ήρωας της ταινίας του 1974, φιλήσυχος οικογενειάρχης, αρχιτέκτονας και μετέπειτα ως μοναχικός εκδικητής, εξολοθρεύει τα μέλη της συμμορίας που εισέβαλαν στο σπίτι του, βίασαν την κόρη του και σκότωσαν την γυναίκα του, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα την ζοφερή εικόνα μια άθλιας Νέας Υόρκης, πνιγμένη στο έγκλημα. Η μορφή του Μπρόνσον μετά το γεγονός αποκαλύπτεται υπέροχη, καθώς βιώνει την εκδίκηση στην απόλυτη μοναξιά και το μίσος, μεταμορφώνοντας τον σε τραγική φιγούρα super hero και αγγέλου της δικαιοσύνης στα μάτια των φοβισμένων και τρομαγμένων συμπολιτών του. Αυτή άλλωστε ήταν και η επιτυχία της ταινίας πριν ακόμα στρογγυλοκαθίσει στον «θρόνο» του οικογενειάρχη εκδικητή ο πληθωρικός Λιαμ Νίσον.

Το ίδιο συμβαίνει και στο remake του ψιλοσπλατερά σκηνοθέτη Ιλάι Ροθ («Καταφύγιο του Τρόμου», «Μην Ανοίξεις») με ελάχιστες διαφορές από την πρώτη ταινία. Διαφορές που επισημαίνονται, στο ότι ο ήρωας Πολ Κέρσεϊ (Μπρους Γουίλις), είναι χειρουργός (το πρωί σώζει ζωές και το βράδυ αφαιρεί) έχει αδελφό τον Φράνκ (Βίνσεντ Ντ’ Ονόφριο) και η κόρη του, Τζόρνταν (Καμίλα Μορόνε) δεν βιάζεται, αλλά πληγώνεται από σφαίρα και πέφτει σε κώμα. Επίσης, λόγω εποχής, η χρήση της τεχνολογίας και η διαφήμιση υπέρ της οπλοκατοχής είναι τα highlights της ταινίας του Ροθ (άντε και σε δείπνο με τον Τραμπ, εύχομαι). Η επιλογή του Μπρους εύστοχη. Είναι ηθοποιός που έχει παίξει τα πάντα, και ως σύζυγος και πατέρας Τζον ΜακΛέιν στην κινηματογραφική «πολυλογία» του «Πολύ Σκληρός Για να Πεθάνει» τα έχει καταφέρει περίφημα. Έτσι, και δω ο ρόλος του εκδικητή είναι ταμάμ. Καλή η σκηνοθεσία, ρηχή, όμως, η ενδοσκόπηση του ήρωα με το παρατσούκλι «Χάρος» σε ένα Σικάγο φουλ στο έγκλημα. Για την αμερικανιά του θέματος αναφέρουμε, ότι εκτός της δικής του υπόθεσης που πρέπει να την κλείσει με το να σκοτώσει τους εγκληματίες, ο γιατρουδάκος, αφού έχει πάρει το κολλάει, αναλαμβάνει εργολαβικά και μια δυο δουλίτσες για να δικαιώσει τους αδύναμους, αυτούς που δεν έχουν το σθένος να πάρουν το νόμο στα χέρια τους.      

«Αγκάθι»

Thorn

 

  • Είδος: Δράμα
  • Σκηνοθεσία: Γαβριήλ Τζάφκας
  • Με τους: Νέελ Ρόνχολτ, Γιενς Σέττερ Λάσσεν, Βίμπεκε Χάστρουπ, Όλαφ Γιοχάνεσσεν
  • Διάρκεια: 82’
  • Διανομή: Filmcenter Τριανόν

Ταινία με δυο πρωτιές. Είναι το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Έλληνα σκηνοθέτη Γαβριήλ Τζάφκα σε μεγάλου μήκους ταινία (βραβευμένος μικρομηκάς) και δεύτερον, το «Αγκάθι» είναι η πρώτη κινηματογραφική συμπαραγωγή μεταξύ Ελλάδος και Δανίας. Ο Τζάφκας μετά τις σπουδές του στο Τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης, αναζήτησε την τύχη εκτός των τειχών της χώρας (γιατί να το κρύψουμε άλλωστε, εδώ δεν υπάρχει προκοπή) και από το 2013 είναι μέλος της «Super16 -Nordisk Film» και μέλος της Ένωσης Σκηνοθετών της Δανίας. Ο Γιώργος Λάνθιμος στην Δύση και ο Γαβριήλ Τζάφκας στον ψυχρό βορρά της Δανίας.

Νιόπαντρο, νεαρό ζευγάρι περνάει, κάτι, σαν μήνα του μέλιτος στο κτήμα της συζύγου στην δανέζικη ύπαιθρο. Ένα επίσης ζευγάρι ηλικιωμένων γειτόνων υπάρχει στην ιστορία, που ο μεν σύζυγος κυνηγάει στα δάση, ψάχνοντας τριάντα χρόνια έναν κλέφτη και η μεν σύζυγος είναι μονίμως κλεισμένη στο σπίτι και σαν την Πηνελόπη υφαίνει τον αργαλειό της. Το νεαρό ζευγάρι περνάει ζωή χαρισάμενη με γέλια, έρωτες, βόλτες με το άλογο στο δάσος, ώσπου η κοπέλα χάνει στο πυκνό την βέρα του γάμου και ο νέος το άλογο του. Τρελαίνεται αυτός και ξεχύνεται στα δάση για να βρει τον κλέφτη, που άκουσε από τον ηλικιωμένο, για να πάρει πίσω το άλογο του, αλλά και να ανακαλύψει την βέρα της γυναίκας του. Πέφτει σε μια παγίδα για ζώα, τραυματίζεται, τον περιθάλπει ο ηλικιωμένος άνδρας σε μια καλύβα, ενώ η νεαρά, τσίτα στην αγωνία για τον άνδρα της, πιάνει επαφή με την ηλικιωμένη γειτόνισσα. Ένα έντονο όνειρο του νεαρού, σαν αληθινό βίωμα, γίνεται η εμμονή του, νομίζοντας, ότι υπάρχει τρίτος άνθρωπος που τον φλερτάρει η γυναίκα του και την βέρα της δεν την έχασε, αλλά η ίδια την πρόσφερε σε εκείνον, τον άγνωστο άνδρα.

Όλα τα παραπάνω εκτυλίσσονται στα πρώτα 55 λεπτά της ώρας σε μια ταινία διάρκειας 82 λεπτών. Νέοι στην εξοχή, ωραία πλάνα και ξανά ωραιότερα, landscape πλάνα σε φωτογραφικό ντελίριο, ένα χαμένο άλογο μαζί με ένα δαχτυλίδι, καλλιτεχνικό travelling εντός σπιτιού, παράξενοι γείτονες, αυστηρά, μετρημένοι διάλογοι των πέντε δευτερολέπτων και ο θεατής αναζητά το σενάριο στην μεγαλόπρεπη στασιμότητα του. Ξαφνικά, ω, ναι, ξαφνικά, εκεί που το άνω βλέφαρο είναι έτοιμο να ανταμώσει με το κάτω, ξεπηδάει  το ενδιαφέρον από την γραφίδα και τον φακό του Τζάφκα, κι αρχίζει να ανοίγει το μάτι. Η γνώση της μοναξιάς με εχθρό την ζήλια διασταυρώνονται σε δρόμους ζωής παρέα με τον φόβο της απόρριψης, του γυναικείου, ερωτικού παιγνίου, της σωματικής φθοράς και του θανάτου. Το δράμα για ό,τι δεν εξομολογήθηκε και κρατήθηκε κρυφό, μετασχηματίστηκε σε τοίχο ικανό να χωρίσει δυο ανθρώπους που αγαπιούνται παράφορα. Φιλοσοφικό δοκίμιο, που αναρριχάται στις παρυφές της ανάσας του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και μάλιστα της «Περσόνας» του 1966. Μια άκαμπτη ευθεία σιωπών και βλεμμάτων, λιγόλογη και ακατανόμαστη ως φοβικό μυστικό. Το «Αγκάθι» δεν έχει το νεύρο της «Περσόνας», αλλά την κινηματογραφική αφήγηση της αγγελοπουλικής νωθρότητας. Άλλωστε ο συγχωρεμένος Τεό θαύμαζε την «Περσόνα» του Μπέργκμαν, τοποθετώντας την στις δέκα καλύτερες ταινίες από καταβολής σινεμά. Ο Τζάφκας αξιοποιεί την κινηματογραφική του παιδεία, η οποία είναι πολύ καλή, εάν εξαιρέσεις  δυο σημεία σημαντικής σεναριακής επεξήγησης, που μένουν στο κενό, παίζοντας με την χωροχρονική συγγένεια, παντρεύοντας την με τον ψυχισμό και την εσωτερικότητα των ηρώων του. Απολογία, αναζήτηση, κάθαρση και θεραπεία σε δυο χρόνους, αυτού του παρελθόντος και αυτού του παρόντος είναι αυτή η άκαμπτη ευθεία των σιωπών, που αναφέραμε, αρχής γενομένης με το ανάλαφρο και γεμάτο ξεγνοιασιά τραγούδι της Ντόρις Ντέι «Que Sera Sera», καταλήγοντας στο κλείσιμο της αυλαίας με την γεμάτη εμπειρία, μεστή φωνή του Λέοναρντ Κοέν στο εκπληκτικό, «It Seemed The Better Way». Το «Αγκάθι» γίνεται άκακο και το αίμα τού χρόνου στεγνώνει λάθη, σβήνει τα μυστικά. Πολλά υποσχόμενος ο Γαβριήλ Τζάφκας.