fbpx

«Νέα γυναίκα σε «καμένη» γενιά και το video game του Σπίλμπεργκ». Οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Αρκετοί είναι αυτοί που θεωρούν, ότι «Τα Σαγόνια του Καρχαρία» (Jaws) του 1975 είναι η πρώτη ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Και όχι άδικα. Η πρώτη ταινία του διάσημου σκηνοθέτη είναι το «Εξπρές του Σούγκαρλαντ», ένα χρόνο πριν τα θρυλικά σαγόνια του θαλάσσιου, γιγαντιαίου και αιμοβόρου θηλαστικού. Το «Jaws», όμως, αν και δεύτερη ταινία είναι η πρώτη του μεγάλη εισπρακτική επιτυχία και το φιλμ που άρχισε να τον τοποθετεί στην γνωστή ομάδα των «μουσάτων» του Χόλιγουντ, που διέσωσαν και ανέστησαν την βιομηχανία του θεάματος: Κόπολα, Σκορσέζι, Σπίλμπεργκ, Άλτμαν και Ντε Πάλμα ήταν το πρωτοπόρο πνεύμα των κινηματογραφιστών που έγραψαν με χρυσά, ανεξίτηλα γράμματα την νέα ιστορία της βιομηχανίας του θεάματος. Ο καθένας από αυτούς και στο δικό του είδος διέσωσαν την χαμένη τιμή του αμερικανικού σινεμά σε μια δεκαετία που η Ευρώπη εξαντλημένη, στεγνή από ιδέες πιά, βρισκόταν σε νουβελβαγκικό hangover. Ο Σμπίλμπεργκ, ειδικώς, για μια δεκαετία, από το 1975 έως 1986 πέρασε το φανταστικό σινεμά και αυτό της επιστημονικής φαντασίας στην σφαίρα της απλής, καθημερινής, ανθρώπινης σκέψης, βάζοντας στην άκρη τα τραβηγμένα από τα μαλλιά b-movies των εν λόγω κατηγοριών. Τις απορίες περί υπάρξεως ζωής εκτός της Γης και την μυστηριακή έως την αποκρυφιστικού περιεχομένου περιπέτεια τα πήρε ήρεμα από το χέρι, τα έπλυνε καλά από τις υπερβολές και τις αυθαιρεσίες, τα έντυσε με πειθώ και υπερπαραγωγή και τα οδήγησε στα μεγάλα σαλόνια των blockbusters για να στρογγυλοκαθίσουν εις τους αιώνες των αιώνων. «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου» (1977), «Οι Κυνηγοί της Χαμένης Κιβωτού» (1981), «Ε.Τ. Ο Εξωγήινος» (1982) και «Ιντιάνα Τζόουνς, ο Ναός του Χαμένου Θησαυρού» (1984), άλλαξαν όλο το ύφος της συγκεκριμένης κατηγορίας σινεμά, αποκαλύπτοντας, συν τοις άλλοις στους ενήλικες θεατές, την χαμένη παιδικότητα τους με τα άφθονα, περιπετειώδη όνειρα, ενώ οι έφηβοι και οι νέοι εκείνης της γενιάς φόρτωσαν τα συναισθηματικά τους ντεπόζιτα με φουλ καύσιμο χρυσόσκονης για να πετάξουν στην «Ονειροχώρα» και να μείνουν για πάντα παιδιά μέχρι σήμερα.

«Μια Νέα Γυναίκα»

(Jeune Femme)

 

 

  • Είδος: Κοινωνική δραμεντί
  • Σκηνοθεσία: Λεονόρ Σεράιγ
  • Με τους: Λετίσια Ντος, Ναταλί Ρισάρ, Σουλεϊμάν Σεγιέ Ντιάγε
  • Διάρκεια: 97’
  • Διανομή: One From the Heart
  • Διακρίσεις: Χρυσή Κάμερα στο Φεστιβάλ Καννών στο επίσημο τμήμα Un Certain Regard – Βραβείο Ερμηνείας Λυμιέρ για την Λετίσια Ντος

Μονολεκτικά: Σοκαριστική, αφοπλιστική η Λετίσια Ντος. Πραγματική θύελλα με όλα τα στοιχεία που προσδιορίζουν την έννοια του «ζωντανού» ανθρώπου στον αγώνα της αναζήτησης του χώρου αυτοπροσδιορισμού του σε μια κοινωνία πτώσης και παρακμής, άνευ ονείρων και μέλλοντος. Ουκ ολίγοι άνθρωποι στην ηλικία της ηρωίδας έχουν βρεθεί σε παρόμοιες καταστάσεις, δηλαδή, σε μια ελεύθερη πτώση στο κενό. Για πολλούς η παραίτηση, είτε στον συναισθηματικό, είτε στον εργασιακό χώρο είναι δεδομένη. Η Πολά, όμως, δεν είναι ρίψασπις. Είναι εκρηκτική, διεκδικητική και πάνω απ΄ όλα δεν χαρίζεται. Το ντεκόρ δράσης είναι η σημερινή, απέλπιδη εικόνα της ανθρωπότητας, η «καμένη» γενιά και, μάλλον, οι επερχόμενες γενιές. Αυτό είναι το πεδίο που έχει να αντιμετωπίσει η μαχητική γυναίκα και η  στιβαρή κάμερα της  Λεονόρ Σεράιγ στο σκηνοθετικό της ντεμπούτο φορμάρει στον φακό της το πρόσωπο μιας ηρωίδας που σαρώνει. Κωμωδία και δράμα μαζί. Κλαυσίγελως που αφουγκράζεται τον ημιθανή σφυγμό της κοινωνίας που εξοντώνει την θέληση για ζωή.   

Η 30χρονη Πολά (Λετίσια Ντος – καταπληκτική) άφραγκη και άνεργη με την ερωτική της σχέση να έχει σφραγίσει διαβατήριο προς τον αγύριστο και συντροφιά την γάτα της ψάχνει απεγνωσμένα στο σύγχρονο Παρίσι να ξαναστήσει την ζωή της. Το εργασιακό, που είναι η κινητήριος δύναμη ως προς την εξασφάλιση βιοπορισμού είναι σε κατάσταση απύθμενης απογοήτευσης. Δουλειές δεν υπάρχουν και αναγκάζεται να φιλοξενείται σε γνωστούς και φίλους. Ο αγώνας της τιτάνιος, η επιμονή και το νεύρο της αστείρευτα. Μάχεται, απογοητεύεται, αλλά κάτω δεν το βάζει και συνεχίζει. Πολλές φορές το χιούμορ, στην σχοινοβασία της ειρωνείας και της άμεσης απόρριψης ανθρώπων, είναι η προσωπική της πρώτη γραμμή άμυνας απέναντι στον εχθρό της απραξίας και της ήττας. Τα γεγονότα που εκδηλώνονται σε αυτό το τρελό-αιματηρό ταξίδι σκιαγραφούν τον δυναμισμό ενός έντονου θηλυκού ανθρώπου με σθένος και αισιοδοξία. 

Είναι απίθανη η Λεονόρ Σεράιγ και η σκηνοθετική ματιά της αληθινή, και φρέσκια. Γυναίκα, όχι στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, αλλά γυναίκα στην οντολογική διάσταση της αξιοπρέπειας και στον αγώνα της απόκτηση της. Κάθε κινηματογραφικό πλάνο περιλαμβάνει την αεικίνητη Λετίσια Ντος σαν να είναι παγιδευμένη στον ιστό της άοκνης εργάνης, έτοιμη να αντιμετωπίσει την πρόκληση. Νευρική και ήρεμη, αισθαντική και αφοριστική, αποφασιστική και ερωτική, όλα τα εσωτερικά γυναικεία συναισθήματα της μάχης – γιατί περί μάχης πρόκειται- αναδύονται και καταγράφονται έντεχνα, θηλυκά με την εξαιρετική φωτογραφία της Εμιλί Νομπλέ. Η χρωματική της ταινίας μου άρεσε πολύ. Καλοκουρδισμένη παραγωγή, μεστό σενάριο, δίχως φλυαρίες, που σε πολλούς η δωρικότητα της κινηματογραφικής πρότασης θα θυμίσει γλυκές εποχές της nouvelle vague. Απλά για την ιστορία αναφέρω, ότι όλη η ταινία είναι γυναικεία υπόθεση, καθώς όλο το set της παραγωγής απαρτίζεται από γυναίκες, όπως η διευθύντρια φωτογραφίας, η μουσικοσυνθέτης, η μοντέζ, η παραγωγός, οι σχεδιάστριες ήχου, καθώς και η σκηνογράφος. Μην την χάσετε!        

«Ready Player One»

 

  • Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας και σε 3D
  • Σκηνοθεσία: Στίβεν Σπίλμπεργκ
  • Με τους: Τάι Σέρινταν, Ολίβια Κουκ, Μπεν Μέντελσον, Τ.Τζ. Μίλερ, Σάιμον Πεγκ, Μαρκ
  • Διάρκεια: 140’
  • Διανομή: Tanweer

Αυτός είναι ο κύριος Σπίλμπεργκ. Από την δημοσιογραφική ταινία καταγγελίας, «The Post: Απαγορευμένα Μυστικά», τσουπ, σου ξεφουρνίζει μια υπερπαραγωγή, επιστημονικής φαντασίας σε απόλυτο ψηφιακό περιβάλλον. Η αλήθεια, είναι, ότι ο 71χρονος Στίβεν δεν έχει εγκαταλείψει το «παιδί», που βρίσκεται μέσα του, κι ενίοτε φωνάζει για να εκφραστεί. Ακόμα καλύτερα αισθάνεται όταν το αμολήσεις σε γνώριμες, οικείες  αλάνες, όπως αυτές που «ζωγραφίζονται» στην εν λόγω ταινία, και είναι η δεκαετία του ’80 σε όλο το μεγαλείο τής τότε κινηματογραφικής, τηλεοπτικής και διατροφικής κουλτούρας. Βέβαια, η ταινία σε real time δεν εκτυλίσσεται στα eighties, παρά μόνο κατά την διάρκεια του ψηφιακού παιχνιδιού «Oasis», κι αυτό εν είδει έντονων αναφορών, ερωτήσεων, εικόνων και γρίφων. Η βάση του σεναρίου είναι ένα δυστοπικό μελλοντικό περιβάλλον, χρονολογικά τοποθετημένο στο 2045, όπου η μαζική ανθρώπινη διαφυγή από το ζοφερό παρόν είναι ένα παιχνίδι εικονικής πραγματικότητας, που έχει εθίσει όλους τους κατοίκους του πλανήτη Γη, σε σενάριο των: Ζακ Πεν, Έρνεστ Κλάιν, βασισμένο στο best seller του δεύτερου, «Αν Είσαι Έτοιμος, Πάτα Enter» (εκδόσεις Πατάκη).

Σε μια κοινωνικά, τρισάθλια Γη, όπου οι ταξικές-οικονομικές διαφορές δεν είναι πλέον ορατές, αλλά είναι η ημέρα με την νύχτα (τρομακτική φτώχια για αμέτρητους και απίστευτος πλούτος για ελάχιστους) οι άνθρωποι του πλανήτη βρίσκουν διαφυγή στο εικονικής πραγματικότητας παιχνίδι «Oasis». Ένα ψηφιακό δημιούργημα μιας ιδιοφυίας – σπασίκλας με τα όλα του –  του Τζέιμς Χάλιντεϊ (Μαρκ Ράιλανς – αγνώριστος και καλός), ο οποίος είναι gazillionaire από χρήμα, φορτωμένος με φήμη και δόξα. Ο Χάλιντεϊ πεθαίνει ξαφνικά και πριν αποχωρήσει εις τας αιωνίους μονάς θέτει στο παιχνίδι μια καινούργια εξέδρα περιπέτειας για τους χρήστες, οι οποίοι καλούνται να λάβουν μέρος, ανακαλύπτοντας το «πασχαλινό αυγό», που μεταφράζεται, ότι ο νικητής θα λάβει τις μετοχές της κολοσσιαίας εταιρείας του και θα λύσει το οικονομικό του πρόβλημα για τις επόμενες είκοσι γενιές. Οι παίκτες είναι αμέτρητοι και λαμβάνουν μέρος με τα δικά τους άβαταρ (ψηφιακές φιγούρες πολεμιστών που κατασκευάζουν οι ίδιοι παίκτες και δεν έχουν καμία σχέση με τον πραγματικό εαυτό τους), έτοιμοι να διεκδικήσουν το έπαθλο-αυγό. Ανάμεσα τους και ο ορφανός νεαρός, φτωχός και έξυπνος Γουέιντ Γουάτς (Τάι Σέρινταν), ο ποίος κατέχει πολύ καλά το «Oasis» και οτιδήποτε έχει σχέση με την pop ιστορία της δεκαετίας του ογδόντα. Γιατί τα eighties;  Απλά ο δημιουργός της ψηφιακής πλατφόρμας και αποθανών Χάλιντεϊ έχει φάει κόλλημα, ως nerd που ήταν, με την εν λόγω χρονική περίοδο. Αν και το παιχνίδι απαιτεί ατομικότητα, διότι ένας θα είναι ο νικητής, ο Γουέιντ για να αντιμετωπίσει την εισβολή της αντίπαλης εταιρείας του «Oasis» με αφεντικό τον αδίστακτο Σορέντο (Μπεν Μέντελσον) συνάπτει συμμαχίες με άλλα άβαταρ για να φτάσει στο τέλος. Ενδιαμέσως οι διάφοροι γρίφοι, ως τα χρήσιμα κλειδιά για το επόμενο επίπεδο, προσκυνούν ευλαβικά όλο το σύμπαν των κινηματογραφικών ταινιών και των τηλεοπτικών σήριαλ τρόμου και επιστημονικής φαντασίας από τα μέσα του 1970 έως τέλη του 1980. Έχει το γούστο του.

Το σενάριο της ταινίας κινείται σε δυο κόσμους, στον υπαρκτό του 2045 και σε αυτόν της εικονικής πραγματικότητας. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας είναι ενταγμένο στον ψηφιακό κόσμο, βιώνοντας ο θεατής ένα huge video game. Εξαιρετική δουλειά στο επίπεδο του φωτορεαλισμού και στην απόδοση των στοιχείων που αποτυπώνουν περασμένες δεκαετίες μέσα από σεκάνς ταινιών, όπως αυτή της «Λάμψης» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Η κεντρική δράση, το ζουμί του σεναρίου αναπνέει στο ψηφιακό περιβάλλον του παιχνιδιού και σχεδόν ελάχιστα στον πραγματικό χρόνο. Η νοσταλγία στις αναδρομές είναι έντονη και το πάντρεμα του αληθινού με το φαντασιακού είναι περίτεχνα φτιαγμένο. Ένα βήμα πέρα από το «Tron». Η 7η Τέχνη αναγγέλλει δια μέσω του μίστερ φαντάστικ Σπίλμπεργκ μια καινούργια κινηματογραφική αυγή, που ο σκηνοθέτης, πιθανώς, να μην χρειάζεται μελλοντικά, λέω τώρα, κάμερα, φωτογράφο, ηθοποιούς για να γυρίσει μια ταινία, αλλά σενάριο, ηλεκτρονικό υπολογιστή, ψηφιακή τεχνολογία, άριστα γραφικά και ένα καλό σχεδιαστή, ώστε να ζωγραφίζει αληθοφανείς ήρωες σε πλήρη εξέλιξη. Στο σύνολο της η ταινία με τα αλλεπάλληλα ψηφιακά και την ασταμάτητη δράση-φασαρία ενδέχεται να κουράσει τους αμύητους των video games. Άλλοι θα την ευχαριστηθούν νοσταλγικά λόγω των αναφορών-αναδρομών σε προηγούμενες δεκαετίες, άλλοι θα την βαρεθούν, οι νεότεροι σίγουρα θα το γλεντήσουν, καθώς όλο το εγχείρημα είναι διαμορφωμένο σε πίστες και επίπεδα ικανοτήτων, γνώσεων και δεξιοτήτων. Από την άλλη, Σπίλμπεργκ είναι αυτός κι εδώ «κεντάει» σε μια ξεχωριστή κινηματογραφική διάσταση. Και στους αταρικούς Space Invaders υπήρχε, τέλος πάντων, ένα game over.. εδώ ποτέ!          

«Το Κορίτσι στην Ομίχλη»

(La Ragazza Nella Nebbia)

 

  • Είδος: Αστυνομικό Θρίλερ
  • Σκηνοθεσία: Ντονάτο Καρίζι
  • Με τους: Τόνι Σερβίλο, Ζαν Ρενό, Αλέσιο Μπόνι, Λορέντζο Ρικέλμι, Γκαλάτεα Ράντζι, Μικέλα Σεσκόν, Λουκρέτζια Γκουιντόνε
  • Διάρκεια: 128΄
  • Διανομή: Spentzos Films

Ξεκινάμε με τον Ντονάτο Καρίζι που σκηνοθετικά ευθύνεται για την ταινία για να αναφέρουμε, πως είναι η πρώτη φορά που στήνεται πίσω από την κάμερα με το αξίωμα του σκηνοθέτη. Θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος, βραβευμένος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων και συνεργάτης της ιταλικής εφημερίδας «Corriere della Sera». Κοινώς, «Το Κορίτσι στην Ομίχλη» είναι το ντεπούντο του. Ένα βεριτάμπλ αστυνομικό θρίλερ σε σενάριο του ίδιου (βασισμένο στο ομότιτλο best seller βιβλίο του Καρίζι) διαθέτει όλες τις σύγχρονες δομικές σταθερές που χρειάζεται μια ταινία του είδους για να στηθεί αξιοπρεπώς και την παρακολουθήσεις δίχως να βαρεθείς. Να συμπληρώσουμε, ότι το μυθιστόρημα, «La Ragazza Nella Nebbia» (The Girl in The Fog) χαρακτηρίστηκε ως το «Αστυνομικό Βιβλίο» του μήνα Νοεμβρίου 2017 από τις Sunday Times.

Από τους κόλπους της αυστηρής, θρησκευτικής κοινότητας που βρίσκεται μακριά από τα εγκόσμια, χωμένη σε μια ειδυλλιακή κοιλάδα των Ιταλικών Άλπεων, εξαφανίζεται η 16χρονη Άνα Λου. Την υπόθεση της εξαφάνισης αναλαμβάνει ο έμπειρος, ειδικός επιθεωρητής της αστυνομίας Ατζέντε Φούγκελ (Τόνι Σερβίλο – καλός), όπου μόνο με τον βοηθό του φτάνουν στο χωριό, προσπαθώντας να πιάσει την άκρη του νήματος για να ανακαλύψει τι συνέβη με την νεαρή εξαφανισμένη και φυσικά να συλλάβει τον απαγωγέα και να βρει το κορίτσι ζωντανό ή νεκρό. Η υπόθεση φαίνεται δύσκολη και για να τραβήξει την προσοχή της κοινής γνώμης, αλλά και να αυξηθεί η παροχή βοήθειας σε ανθρώπους από τα κεντρικά ως προς την έρευνα του, συνεργάζεται με μια κωλοπετσωμένη, διάσημη δημοσιογράφο τηλεοπτικού καναλιού, διαρρέοντας στοιχεία της έρευνας στις ειδήσεις. Το χωριό γεμίζει από δημοσιογράφους, το γεγονός αποκτά τηλεοπτικό ενδιαφέρον και οι υποψίες στρέφονται σε έναν προβληματικό, απομονωμένο έφηβο, τον Ματίας, που του αρέσει να βιντεογραφεί εκτός από γεγονότα της καθημερινότητας και την Άνα Λου που την συμπαθεί. Η έρευνα αλλάζει κατεύθυνση, όταν ένα βίντεο του νεαρού δείχνει το αυτοκίνητο του φιλήσυχου και οικογενειάρχη καθηγητή λογοτεχνίας του λυκείου, Λόρις Μαρτίνι (Αλέσιο Μπόνι- καλός) να είναι συνεχώς κοντά στις δραστηριότητες της εξαφανισμένης 16χρονης.

Η ατμόσφαιρα είναι καλή. Ομίχλη καλύπτει μυστηριακά τα νυχτερινά, πλάνα του ορεινού τοπίου, παράξενοι οι θρησκόληπτοι κάτοικοι του Δημιουργισμού (θρησκευτική πίστη, όπου το σύμπαν και η ανθρωπότητα δημιουργήθηκαν από μια θεϊκή οντότητα), οι υποτονικοί φωτισμοί, τα ακίνητα πορτρέτα και οι γωνιακές λήψεις, τονώνουν το σφίξιμο στο στομάχι Τα στοιχεία που παρουσιάζονται και μοιράζονται αξιοπρεπώς τις κατάλληλες στιγμές κατά την διάρκεια της ταινίας αυξάνουν την αγωνία, ενώ και οι ήρωες σφαιρικά είναι βατοί και σωστά τοποθετημένοι στις προσταγές του σεναρίου. Το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, όμως, είναι η ψυχοσύνθεση του αστυνομικού ερευνητή Φούγκελ με το στραπατσαρισμένο παρελθόν από μια αστυνομική υπόθεση ενός κατά συρροή βομβιστή, που τσαλάκωσε την φήμη του και η ρετσινιά τον ακολουθεί και σε αυτή την υπόθεση. Η ταινία  ξεκινάει με τον αστυνομικό έπειτα από ένα χρόνο περίπου από την εξαφάνιση της κοπέλας και την υπόθεση κλεισμένη. Ο Φούγκελ επισκέπτεται ξανά το αλπικό χωριό μέσα στην νύχτα και συναντιέται με τον ψυχίατρο Αγκούστο Φλόρες (Ζαν Ρενό – καλός, παρότι μιλάει ιταλικά). Ο ψυχίατρος και ο Φούγκελ γυρίζουν πίσω τον χρόνο, αναλύοντας προσεκτικά την υπόθεση της εξαφανισμένης Άνα Λου, κι εμείς παρακολουθούμε σε φλας μπακ όλη την ιστορία του κοριτσιού και της υπόθεσης. Ο χαρακτήρας του Φούγκελ είναι βγαλμένος από σελίδες αστυνομικού θρίλερ. Ατόφιος ντεντέκτιβ, σμιλευμένος στην βρώμα του επαγγέλματος, άριστος διαχειριστής των καταστάσεων με μύχια μυστικά και αδυναμίες. Μοναχικός, παρατηρητικός, σχολαστικός, κοκέτης, διεισδυτικός, δεν κιοτεύει να συμμαχήσει ακόμα και με τον διάολο, όπως λένε, για να κάνει την δουλειά του, αλλά και εντελώς ανθρώπινος με μύρια ελαττώματα. Ενώ το σενάριο είναι βαρβάτο, πιθανώς και το βιβλίο, η σκηνοθετική δειλία του πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη Καλίζι είναι εμφανής. Εκεί που χρειάζεται να κρατήσει το αποφασιστικό μακροβούτι στον σκοτεινό κόσμο των πρωταγωνιστών, κόβει την κατάβαση και επανέρχεται στην επιφάνεια. Η ταινία πάντως βλέπεται με ενδιαφέρον.              

«The Strangers: Ματωμένη Νύχτα»

(The Strangers: Prey at Night)

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Σκηνοθεσία: Γιοχάνες Ρόμπερτς
  • Με τους: Κριστίνα Χέντρικς, Μάρτιν Χέντερσον, Μπέιλι Μάντισον, Λιούις Πούλμαν, Εμα Μπελόμι
  • Διάρκεια: 85’
  • Διανομή: Odeon

«Ολίγον» προβληματική έφηβη, συνταξιδεύει με τον αδελφό της και τους γονείς της με κατεύθυνση το ορεινό πάρκο με τροχόσπιτα κάποιου θείου συγγενή της οικογένειας για περάσουν το τριήμερο ήρεμα, μοναχικά και οικογενειακώς. Στην ερημιά του Θεού μια παρέα από τρελαμένους με μάσκες και κουκούλες επιδίδονται σε μια άνευ λόγου σφαγή, εξολοθρεύοντας το ένα μετά το άλλο τα μέλη της τετραμελούς οικογένειας.  

Ο Τζέισον από την «Παρασκευή και 13» μαζί με τον Μάικλ Μάγιερς της «Νύχτας με τις Μάσκες» και καλές γεύσεις από τον «Σχιζοφρενή με το Πριόνι» (εδώ με τσεκούρι), στεγάζονται στην συνέχεια (;) του πρώτου «Κλείδωσες» (The Strangers -2008). Ο ορισμός της συνέχειας αφορά μόνο ως προς τους μακελάρηδες, που είναι με μάσκες και έχουν τις ίδιες δολοφονικές προθέσεις. Ο Άγγλος Γιοχάνες Ρόμπερτς επιθυμεί αλλά αδυνατεί να αγγίξει το πνεύμα του απίθανου Τεξανού Μπράιαν Μπερτίνο. Πάλι οι κούνιες με τις αλάδωτες αλυσίδες να κινούνται μόνες τους στο σκοτάδι, ξανά το κοκινογραμμένο «hello» στα τζάμια και οι επαναλήψεις, οι μιμήσεις και οι ανακυκλώσεις σε jump scares με άφθονο αίμα παίρνουν και δίνουν αδιάφορα σαν ξύλινο γεύμα σε χαμπουργκεράδικο. Κάποιες μικρές αναλαμπές υπάρχουν στις φόρμες των καταδιώξεων, αλλά χάνονται στο γενικό, χιλιοειδωμένο splatter που παντρεύει το εφηβικό με το ενήλικο σινεμά τρόμου.