fbpx

«Μυστήρια: Η Χαμένη Κιβωτός της Αρχαίας Ελληνικής Διανόησης» (Μέρος Δ΄: Τα κυριότερα αρχαία Ελληνικά Μυστήρια), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Σ΄ αυτό το άρθρο, το τέταρτο και προτελευταίο κατά σειρά μέρος του μεγάλου κεφαλαίου για τα ελληνικά μυστήρια (εδώ το Α΄ Μέρος) (εδώ το Β΄ Μέρος) (εδώ το Γ΄ Μέρος), θα ασχοληθούμε με τα κυριότερα μυστήρια της αρχαίας Ελλάδας, που ήταν της Μεγάλης Μητέρας Γης, τα Κορυβαντικά τα Καβείρια, τα Διονυσιακά-Ορφικά, και τα Ελευσίνια.

 

Τα μυστήρια της Μεγάλης Μητέρας θεάς Ρέας-Γης

 

Αφιερωμένα στην παραγωγική δύναμη της φύσης, στην ανανεωτική δηλαδή φροντίδα της με την χαρακτηριστική ιδιότητά της τη ζωή,. Τα Μυστήρια της Μεγάλης Μητέρας ήταν διαχωρισμένα σε Μεγάλα και Μικρά.

Στα Μικρά μυστήρια έπρεπε να προπαρασκευαστούν οι νέες γυναίκες για να καταστούν καθαρές και αγνές σωματικά και ψυχικά και να προχωρήσουν κατόπιν στα Μεγάλα Μυστήρια. Στα Μικρά Μυστήρια διδάσκονταν οι παραδόσεις γύρω από τους Θεούς και τους ήρωες και η ερμηνεία των συμβολισμών της κυριαρχίας της Μεγάλης Μητέρας, η σχετική πάντοτε με τις φυσικές δυνάμεις και ιδιότητές της, στη γη, στη θάλασσα, στον αέρα και στη φωτιά, που ήταν συμβολικά ο όφις, ο ιχθύς, η περιστερά και ο λέων. Εδώ επίσης γινόταν και η μύηση της κατασκευής του συμβολικού μίτου της Αριάδνης, που σήμαινε το υφάδι της ζωής ή και την παρθενική ζώνη.

Στα Μεγάλα Μυστήρια λειτουργούσαν βαθμοί μυστικών τελετουργιών προς τη θεά των όφεων, η οποία συμβόλιζε τη Μεγάλη Μητέρα Θεά.

Στο κέντρο των ιερών δέσποζε ο διπλούς πέλεκυς για να φανερώνει την ιερότητα και το «άβατο» του μέρους αυτού. Ο διπλός πέλεκυς συμβόλιζε την δημιουργική ένωση των δυο δυνάμεων της Φύσεως, της παραγωγικής και της γονιμοποιού.

 

Τα Κορυβαντικά μυστήρια

 

Ταυροκαθάψια
Πυρρίχη

Στα Κορυβαντικά Μυστήρια γίνονταν η μύηση σε κάποιο ανώτερο βαθμό με το λεγόμενο «Κορυβαντισμό», κάθαρση δηλαδή και αγιασμό με κορυβαντικές ιερουργίες και τελετές που σκοπό είχαν να απαλλαγεί από τα πάθη του παλιού εαυτού του ο μυούμενος. Εδώ διαδραματίζονταν μέρος τα Ταυροκαθάψια, και η πυρρίχη, ο ένοπλος ενθουσιαστικός χορός, που έφερνε τους χορευτές σε ενθουσιαστική έκσταση, τους έκανε δηλαδή σαν «μαινόμενους.

Ο στόχος των επιτυχία, τέλος της μυητικής κορυβαντικής ιερουργίας και τελετής των Κορυβαντικών Μυστηρίων, ήταν να αξιωθούν οι μυηθέντες να γίνουν «Κουρήτες», δηλαδή οι νεοφώτιστοι να γίνουν φωτισμένοι μύστες του Ιδαίου Δία. Να γίνουν κατά συνέπεια άξιοι για την εισδοχή τους σε ανώτερο βαθμό, στο βαθμό των «Βάκχων – Ιερέων», που τους έδινε το δικαίωμα έπειτα της εισόδου στην τάξη των Λαβυρινθικών Μυστηρίων. Αυτό όμως για να γίνει έπρεπε ύστερα από τον ιερό χορό και την αναγνώριση της αξιοσύνης τους μετά την ολοκλήρωση της μυητικής τελετής, να ακολουθήσει η θεία Μετάληψη «της σάρκας και του αίματος» του Διόνυσου Ζαγρέα. Την ανακήρυξη των μεμυημένων στα Κορυβαντικά ως ιερέων – βάκχων, ακολουθούσε η τελετή της Θρονώσεως ή του Θρονισμού.

Τα Κορυβαντικά είχαν το σκοπό της προπαρασκευής των νεαρών μυημένων για την ανώτερη τάξη, με την επαφή τους με τις θεϊκές δυνάμεις και της προσφοράς σ’ αυτούς της θείας Δωρεάς με τη μετάληψη του πνευματικού φωτός και την καθιέρωσή τους στο βαθμό των ιερέων του θεού Δία.

 

Τα Καβείρια μυστήρια

 

Η θεμελιώδης διδασκαλία των Καβείριων μυστηρίων αφορούσε  «τη γέννηση του ανθρώπου και η κάθοδος της ψυχής του στον Αίδη για να μάθει την αλήθεια και η επιστροφή της στη Γη των Μακάρων». Στην λατρεία των Καβείριων μυστηρίων πρωτεύοντα ρόλο έπαιζε το Πυρ, από όπου φαίνεται ότι πήραν και το όνομα τους από την ρίζα της λέξης κάειν-καίω ΚάFειροι. Η λατρεία των Καβείρων σχετίζονταν με τον Ήφαιστο τον Θεό της φωτιάς, αλλά και των τεχνών από τον οποίο ο Προμηθέας έκλεψε το πυρ για να το παραδώσει στους ανθρώπους.

 Οι τελετές είχαν ως επίκεντρο την Λήμνο και την Σαμοθράκη, και είχαν ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα που τα διαφοροποιούσε από τα υπόλοιπα Ελληνικά μυστήρια, καθώς είχαν δικαίωμα συμμετοχής σε αυτά άνθρωποι δίχως διάκριση φυλής, κοινωνικής τάξης και φύλου.

Κατά την μύηση ο μυούμενος καθόταν σε θρόνο, για αυτό και η μύηση λεγόταν και θρονισμός. Στο κεφάλι του μυημένου τοποθετούσαν στεφάνι ελιάς, ενώ στην κοιλία του περνούσαν πορφυρή ταινία και κατόπιν ακολουθούσε χορός γύρω από τον μυούμενο. Εκτός του ιερέα εξομολογητή υπήρχε και το δικαστήριο των Ανακτοτελεστών ή κατηχητών ιερέων, οι οποίοι έκριναν εάν ο υποψήφιος άξιζε να μυηθεί ή όχι.

Κατά τον Δαμάχο στο περί μυστηρίων έργο του, αναφέρει πως το θείο δράμα περιλάμβανε τον μύθο του φόνου του Καδμίλου από τα αδέρφια του, και την τελική ανέγερσή του με την βοήθεια των αδελφών του και πάλι. Ο ιερέας μετά τους εξαγνισμούς οδηγούσε τον μύστη στο άβατο του Ιερού, όπου παρακολούθησε το θείο δράμα, για να γίνει ο ίδιος ο μυούμενος συμβολικά ο Καδμίλος, ο οποίος φονεύεται από τα αδέλφια του και μεταφέρεται στον Κάτω Κόσμο. Όταν αναγεννάτε ο αναγεννημένος Καδμίλος, ο Μύστης είναι ένας νέος πνευματικός άνθρωπος , ο οποίος έχει γνωρίσει τα μυστικά της ζωής και του θανάτου. Οδηγείται τότε να καθίσει στον ιερό θρόνο, μπροστά από τον οποίο έκαιγε το ιερό πυρ, στεφανωμένος με ένα κλαδί ελιάς και μία πορφυρή ζώνη. Γύρω του οι ιερείς έψελναν Ιερούς ύμνους, υπό τους ήχους μουσικής και μυστηριακών τραγουδιών.

Σύμφωνα με τον Φιλόστρατο κάθε χρόνο και σε ορισμένο χρόνο στην Λήμνο (που κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν Αιθαλιά) κατά την διάρκεια των εορτών των τελετών, έσβηναν όλα τα Φώτα στο νησί επί εννέα ημέρες, μέχρι να έρθει με πλοίο από την Δήλο το νέο πυρ. Γι αυτό τον λόγο και η λαμπάδα ήταν το σύμβολο των Καβείρων.

Σαμοθράκη στην Παλαιόπολη. Το Ιερό των Μεγάλων Θεών
Καβείριο Λήμνου

 

Τα Ορφικά μυστήρια

 

Κοσμικόν Ωόν
Η Υγεία κρατάει το φίδι στο ένα χέρι και αυγό στο άλλο , Κάτω ο Ύπνος- Αρχαιολογικό Μουσείο Κω

Τα Ορφικά Μυστήρια ή Ορφισμός κυριάρχησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα στον αρχαίο κόσμο και κατέχουν ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις αρχαίες Ελληνικές τελετουργίες. Ιδρυτής των μυστηρίων θεωρείται ο Ολύμπιος Ορφεύς, υιός του Οιάγρου και της Μούσας Καλλιόπης. Γεννήθηκε στην Πίμπλεια της Πιερίας την 13-14η χιλιετία π.Χ. και υπήρξε μία ιδιαίτερα πολυσχιδής προσωπικότητα: λέγεται ότι έλαβε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία, ότι εφηύρε την λύρα και ήλθε σε επαφή με τους Καβείρους της Θράκης από τους οποίους επηρεάστηκε.

Τα Ορφικά Μυστήρια ξεκίνησαν από τα Βορειοελλαδικά βουνά, σε μια εποχή που ο Διόνυσος ο κατ’ εξοχήν Θεός των μυστηρίων, λατρευόταν ως Θεότητα της Σελήνης (Φεγγαροθεός). Δημιουργώντας τα Μυστήρια ο Ορφέας ένωσε τη θρησκεία του Δία με εκείνη του Διονύσου.

Οι μυημένοι έπαιρναν από τις διδασκαλίες του τις μεγάλες αλήθειες, που το θαυματουργό τους Φως έφτανε μέχρι το λαό με την μορφή ενός πέπλου προσιτού και ανακατεμένου με την ποίηση και τις δημόσιες τελετές. Μεγάλος Ιερέας του Δια και εξέχων Μύστης της Θράκης, ο Ορφέας έγινε για τους μυημένους ο μεγάλος Αποκαλυπτής του Ουρανίου Διονύσου.

Οι τελετές των Ορφικών λάμβαναν μέρος την νύκτα. Η ουσία των Μυστηρίων είναι η μετάβαση από το σκότος στο φως με διάφορους αλληγορικούς και συμβολικούς τρόπους. Στο άδυτο του ναού ο Ιεροφάντης άναβε την τελετουργική Πυρά από μία συνεχώς καίουσα Ιερά Πηγή και εμφανιζόταν μπροστά στους μυημένους. Οι ναοί των Ορφικών είτε ήταν κτιστοί, είτε απλά σπήλαια.

 Ένα άλλο μέρος της Ορφικής φιλοσοφίας αποτελούν και οι Ορφικοί Ύμνοι που ψάλλονταν κατά τις τελετές. Είναι πανάρχαιοι και οι παλαιότεροι ανάγονται στην 11η χιλιετία π.Χ. Εξυμνούν διάφορες θεότητες και δίνουν πλήθους στοιχείων για την Ορφική Κοσμολογία, όπως: την γένεση του Σύμπαντος από μια έκρηξη, την θεωρία του Κοσμικού Ωού (άποψη πως ο κόσμος γεννήθηκε από ένα αυγό), την πίστη στην Συμπαντική Αρμονία, την αναφορά στο Ζωδιακό Κύκλο, καθώς και πλήθος αστρονομικών γνώσεων όπως την ύπαρξη του Πολικού Αστέρα, τις Ισημερίες και τα Ηλιοστάσια.

Η Αρχαία Ελληνική Θεολογία προήλθε από τους Ορφικούς και επηρέασε τόσο τον Πυθαγόρα όσο και τον Πλάτωνα. Ο τελευταίος μάλιστα στα κείμενα του ονομάζει τον Ορφέα «Θεολόγο». Ο λόγος του Ορφέα, λοιπόν, προχώρησε μετά τον θάνατό του με τρόπο μυστηριώδη μέσα στις φλέβες του Ελληνισμού από τις μυστικές αρτηρίες των Ιερών και τον έκανε Μύστη. Οι Θεοί έμειναν σύμφωνοι με τον λόγο του, όπως μέσα σε έναν ναό ο χορός των μυημένων συμφωνεί με τους ήχους μιας αόρατης λύρας. Έτσι η ψυχή του Ορφέα έγινε η ψυχή της Ελλάδος.

Ο Ορφισμός υπήρξε το πρώτο θρησκευτικό, φιλοσοφικό και μυσταγωγικό κίνημα. Κατά τον Ορφισμό, η πρωταρχική πηγή των πάντων θεωρείται κάτι το ασύλληπτο από την ανθρώπινη διάνοια. Η Πρώτη Άρρητη Αρχή (ιερή, μυστική, αφανέρωτη), δεν περιγράφεται αλλά η ύπαρξη της θεωρείται αναμφισβήτητη και ουσιώδης για την περαιτέρω εξέλιξη της δημιουργίας. Για αυτό και η Ορφική θεολογία αρχίζει από το πρώτο ζεύγος αρχών, που συμβολίζονται από το Υδωρ και Υλη, ως προκοσμικές καταστάσεις.

Από τις δύο αυτές αρχές δημιουργείται ο αγέραστος Χρόνος, νέα προκοσμική κατάσταση και δημιουργική δύναμη, από όπου προκύπτει καινούργιος διαχωρισμός συμβολιζόμενος με τα στοιχεία του Αιθέρος και του Χάους. Εντός του Χάους γεννάται από τον Χρόνο και τον Αιθέρα το Κοσμογονικό Ωόν («κοσμικό αυγό», όπως αναφέρεται σήμερα και στην επιστημονική κοσμολογική θεωρία του Big Bang).

Από το Ωόν εμφανίζεται ο θεός Φάνης (το φως και ο διακοσμημένος κόσμος), κλείνοντας έτσι τον κύκλο των προκοσμικών καταστάσεων, για να αρχίσουν μετά οι κύκλοι των κοσμικών διεργασιών που καταλήγουν στον γνωστό μας κόσμο. Για αυτό παρά την πολλαπλότητα και πολυμορφία των θεών, η Ορφική λατρεία είναι στο βαθύτερο περιεχόμενο της, ακραιφνώς μονοθεϊστική. Οι θεοί αντικατοπτρίζουν τους δυναμικούς και μορφολογικούς μετασχημαστισμούς της Μιας Αρρήτου Αρχής. Στις εξελικτικές της φάσεις καταλήγει στον θεό Δία, ο οποίος εννοιολογικά αντιπροσωπεύει τα πάντα και ενσωματώνει τα πάντα.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι ο Ορφισμός υπήρξε η τελευταία αναλαμπή και έκφραση της αρχαίας ελληνικής θρησκείας. Κατόρθωσε σε μεγάλο βαθμό να μετουσιώσει και να αναμορφώσει τη διονυσιακή λατρεία από την οποία καταγόταν και εν τέλει να κληροδοτήσει αρκετές από τις δοξασίες του όπως και αυτούσια εικονιστικά του θέματα στον νεαρό τότε Χριστιανισμό αποτελώντας, κατά κάποιον τρόπο, το ελληνικό υπόβαθρο της νέας πίστης. Φυσικά στη μεταβίβαση από την μια πίστη στην άλλη οι μορφές άλλαξαν συμβολισμούς, όπως ο Ορφέας με την λύρα που έγινε ο «Καλός Ποιμήν» των κατακομβών, αλλά τα πρωταρχικά σύμβολα έμειναν τα ίδια υπηρετώντας την ανθρώπινη ανάγκη για αναζήτηση της μέθεξης με το μεταφυσικό.

 

 

 

 

Τα Διονυσιακά μυστήρια

 

Ο Διόνυσος ήταν ο νεότερος θεός που εντάχθηκε στο Ελληνικό πάνθεο και ο μοναδικός που γεννήθηκε πέθανε και αναγεννήθηκε. Οι ιερές τελετές του Διονύσου γιορτάζονται κάθε δυο χρόνια στις αρχές του Δεκέμβρη στον Παρνασσό, και σε αυτά έπαιρναν μέρος μόνο οι γυναίκες Μαινάδες ή Βάκχες ή Θυϊάδες, οργανωμένες σε θιάσους. Οι Μαινάδες αποτελούσαν τις ιέρειες του Διονύσου, οι οποίες ήταν αφιερωμένες στο Θεό Διόνυσο, και αποτελούσαν το ιερατείο της διονυσιακής λατρείας. Οι Βάκχες πριν την τέλεση των διονυσιακών τελετουργιών υποβάλλονταν σε διάφορα τελετουργικά κάθαρσης, που περιλάμβαναν νηστεία, και σεξουαλική αποχή. Κατά την διάρκεια των τελετουργιών οι Βάκχες «βάκχευαν», έπεφταν δηλαδή σε «θρησκευτική μανία», δια μέσου των τελετουργικών χορών, τραγουδιών, και κραυγών υπό των ήχο κυμβάλων. Τότε οι Βάκχες δρούσαν αλλόφρονες σε κατάσταση ακαταληψίας υπό την επήρεια του πνεύματος που τις είχε καταλάβει. Εδώ ανιχνεύεται και ο Διονυσιακός μυστικισμός, σύμφωνα με τον οποίο ο Διόνυσος ενωνόταν με τις ψυχές των μυημένων μέσω της τελετουργικής «έκστασης».

Όλοι οι λάτρεις μαζεύονταν από τις γύρω περιοχές στεφανωμένοι με κισσό και φορώντας δέρματα ελαφιού. Όταν έφταναν και οι μύστες άρχιζαν όλοι να τραγουδάνε έναν ύμνο για τον θεό. Στο τέλος αναφωνούσαν «Ευοΐ Βάκχε, Ευοί». Καθώς προχωρούσε η μέρα οι χοροί και τα τραγούδια δυνάμωναν κάτω από τους ήχους των αυλών και των τυμπάνων, αλλά και της λύρας που ήταν το αγαπητό όργανο του Ορφέα. Όταν έπεφτε η νύχτα, το σκηνικό άλλαζε, γιατί οι υποψήφιοι ετοιμάζονταν για τη μύηση.

Αυτή γινόταν σε ένα υπόγειο άντρο, ένα θολωτό σπήλαιο όπου έμπαινε κανείς μέσα από μια μυστική είσοδο. Η σπηλιά φωτιζόταν με δαδιά και από φυσικές ρωγμές του εδάφους έβγαινε θερμός αέρας από τα έγκατα της γης. Σε ένα βωμό έκαιγε δάφνη και η ατμόσφαιρα γινόταν πιο μυστηριακή με την παρουσία μιας Σφίγγας. Τι αποκαλυπτόταν εκεί στον υποψήφιο; Κανένας δεν άφησε γραπτή μαρτυρία.          

Ο Βάκχος για τους Ορφικούς ήταν το ενοποιητικό στοιχείο του σύμπαντος. Το στοιχείο αυτό υπήρχε και μέσα στον άνθρωπο και έπρεπε να καλλιεργηθεί με τη μορφή του θείου βρέφους με τη βοήθεια του Ερμή, του αγγελιαφόρου των θεών.

Ο Βάκχος, σαν γιος της Δήμητρας, ήταν αδελφός της Περσεφόνης. Η Περσεφόνη, που αντιπροσωπεύει την Ψυχή του Κόσμου, είχε ήδη θυσιαστεί. Είχε ήδη διαμοιραστεί στους ανθρώπους, ώστε να μπορεί κάθε άνθρωπος μετέχοντας της ατομικής ψυχής να κάνει το δικό του ταξίδι στον κόσμο της ύλης. Ο Βάκχος ερχόταν σαν απελευθερωτής.

Αυτό το θείο δράμα δεν λαβαίνει χώρα μόνο μέσα στον κόσμο, αλλά και μέσα στον άνθρωπο. Το διονυσιακό στοιχείο θα ενεργούσε σαν απελευθερωτής. Για να γίνει αυτό, έπρεπε να λάβει χώρα η ιερογαμία ανάμεσα στην Περσεφόνη και στο Βάκχο κι αυτό θα γινόταν πάλι μέσα στον μυημένο την κατάλληλη στιγμή.

 Η διονυσιακή λατρεία των Ορφικών πέρασε στους Δελφούς, όπου λέγεται πως ήταν θαμμένο το σώμα του Βάκχου, γιατί σύμφωνα με μια παράδοση ο Απόλλωνας πρόλαβε και πήρε το διαμελισμένο σώμα του και το έθαψε στους Δελφούς. Κάθε δύο χρόνια γίνονταν στις πλαγιές του Παρνασσού τα λεγόμενα Διονυσιακά Όργια (από τη λέξη έργο, δηλαδή τελετές και ιερουργίες).

Ως γιος της Δήμητρας και αδελφός της Περσεφόνης, ο Βάκχος έπαιζε μεγάλο ρόλο στα μυστικά δρώμενα των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Στην Ελευσίνα ήταν γνωστός σαν μυστικός Ίακχος (ίακχος λεγόταν και η πομπή των Αθηναίων στα Ελευσίνια Μυστήρια), δηλαδή κύριος και γνώστης των ιαχών. Αυτές οι ιαχές ήταν λέξεις δίχως κανένα νόημα, ήταν όμως «λέξεις δύναμης» που εκφωνούσαν οι ιακχάζοντες λάτρεις του μέσα στην ιερή μανία τους. Εδώ ο Ίακχος αντιπροσώπευε τον «οίνο» και η Δήμητρα τον «άρτο», αφού ήταν θεά των δημητριακών.

Από τις τελετές αυτές προήλθε το αρχαίο θέατρο, τα Μικρά και Μεγάλα Διονύσια.   Τα Διονύσια όπως και τα Λήναια στην Αθήνα ήταν αφιερωμένο στον Διόνυσο. Ο Βάκχος ήταν θεός νυκτάλιος, γι αυτό και οι τελετές του ονομάζονταν νυκτόλια. Είναι ο νυχτερινός ήλιος που φωτίζει και αποκαλύπτει τις μυστικές πτυχές του υποκειμενικού κόσμου του ανθρώπου. Με αυτό το φωτισμό η ψυχή εξαγνίζεται, ζει και πάλι τη θεία ευδαιμονία και ενώνεται με το πνεύμα. Αντιπροσωπεύει επίσης την πορεία του ήλιου από τη φθινοπωρινή ισημερία έως την εαρινή ισημερία, γι’ αυτό και όλες οι γιορτές προς τιμήν του τελούνταν σ’ αυτό το διάστημα.

Η διονυσιακή λατρεία μπόρεσε και ενέπνευσε τους αρχαίους Έλληνες και τόνωσε το μειωμένο θρησκευτικό ενδιαφέρον τους στο δωδεκάθεο. Ο Διόνυσος έφερε ελπίδα για πνευματική αναγέννηση και πιο εύκολα μέσα για την επίτευξή της. Από τη θρησκεία αυτή προήλθε όχι μόνο το θέατρο (τραγωδία και κωμωδία), αλλά και η αγάπη προς την ελευθερία, πνευματική και σωματική. Κατά τη διάρκεια των εορτών του ελευθερώνονταν οι δούλοι, και οι Ρωμαίοι τον λάτρευαν σαν Ελευθερωτή. Ήταν ένας ανερχόμενος Μεσσίας, ένας Μεσσίας που δεν τέλειωσε ακόμη το έργο του.

Βάκχες
Μαινάδες

Στο επόμενο πέμπτο και τελευταίο μέρος αυτής της ενότητας θα αναφερθούμε στα Ανώτερα και τα Κατώτερα Ελευσίνα μυστήρια της Δήμητρας και της Περσεφόνης.

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Σημαντικοί σταθμοί του ελληνικού πολιτισμού, τόμος Β’, ΕΑΠ 2000.
  • Κλοντ Μοσέ, Επίτομη Ιστορία της αρχαίας Ελλάδας.
  • Σ.Ι. Ράγκος, Πανεπιστήμιο Πατρών, Ψυχανάλυση και αρχαία ελληνική θρησκεία
  • Ελλάς, ΠΛΜ, τόμος Α’.
  • Ζαν-Πιέρ Βερνάντ: «Μύθος και θρησκεία στην αρχαία Ελλάδα», εκδόσεις ΣΜΙΛΗ,
  • 2000]
  • ancilla Religionis
  • Er. Rohde
  • G. Richter
  • Δανέζης Μάνος και Θεοδοσίου Στράτος, «Το Σύμπαν που αγάπησα-Εισαγωγή στην Αστροφυσική». Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα 2000.
  • Αγκαλιάζοντας το Έρεβος” του Μάριου Δημητριάδη
  • Γιώργος Μεταξάς : Ελληνισμός και Χριστιανισμός Εννοιες σντίθετες ή αλληλένδετες
  • Περί Πρώτων Αρχών, Δαμάσκιου, Εκδόσεις Σφιγγός
  • Σ. Παττακός: Η Μυστική διδασκαλία του Πλάτωνα
  • Μυστική Θεολογία V (Περί Θείων Ονομάτων), του Διονύσιου Αρεοπαγίτη
  • Θεογνωσία, του Π.Γκράβιγγερ, Εκδόσεις Σφιγγός
  • Ο Πυθαγόρας και η Μυστική Διδασκαλία του Πυθαγορισμού, του Π.Γκράβιγγερ. Εκδόσεις Σφιγγός
  • Αριθμοσοφία, του Γουίλιαμ Γουέστκοτ, Πύρινος Κόσμος
  • Ο Αριθμός και η Αρίθμησις ανά τους Αιώνας, Κωνστ. Λουκάς, 1935
  • Μαρκ Χέλλινγκ και ο Χρήστος Οικονομόπουλος – «Οι Ααδρόγυνοι και Σιαμαίοι – Οι αντρειωμένοι και η ουρά τους – Ο Διγενής Ακρίτας και τα σπήλαια» 
  • Πλάτων, Κρατύλος, 438 d.
  • Σέξτος Εμπειρικός, Προς Μαθηματικούς, 7, 65-86.
  • Κων/νος Βουδούρης (1992), Λογική. Φιλοσοφική και Συμβολική, Αθήνα,
  • Νικόλαος Χρόνης (1975), Το πρόβλημα των κατηγοριών εν τη φιλοσοφία του
  • Αριστοτέλους, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα.
  • Πλάτων, Φαίδρος, 278 a.
  • Βέϊκος Θεόφιλος (1998), Οι Προσωκρατικοί, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, σσ. 99-105.
  • Πελεγρίνης Θεοδόσης (2004), Λεξικό της Φιλοσοφίας, Αθήνα, σελ. 433.
  • Αριστοτέλης, Τοπικά, Δ 121b 7-10.
  • Κωσταράς Γ. (2003), Φιλοσοφική Προπαιδεία, Αθήνα, σσ. 187-190.
  • Πλάτων, Σοφιστής, 254 Α:
  • Αυγελής Νίκος (2001), Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, Θεσ/νίκη, σσ. 167- 170.
  • Heidegger Martin (1997), Plato’s Sophist, translated by Richard Rojcewicz and André Schuwer, Indiana University Press, σσ. 15-16.
  • Ο Δημ. Γληνός πρί του μη- οντος κατά τον Αριστοτέληπ
  • Πρβ. Νικολούδης Η. Π. (1993), Εισαγωγή στον Σοφιστή του Πλάτωνα, εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα.
  • Πλάτων, Σοφιστής, 254 D: «Μέγιστα μήν τῶν γενῶν, ἅ νῦν δή διῆμεν, τό τε ὄν αὐτό καί στάσις καί κίνησις».
  • Πλάτων, Σοφιστής, 258 B: «δεῖ θαρροῦντα ἤδη λέγειν ὅτι τό μή ὄν βεβαίως ἐστί τήν αὑτοῦ φύσιν ἔχον».
  • Taylor A. E. (2003), Πλάτων: ο Άνθρωπος και το Έργο του, μετάφραση Ιωάννης
  • Αρζόγλου, ΜΙΕΤ, Αθήνα, σελ. 448.
  • Τσέλλερ-Νέστλε (2004), Ιστορία της Ελληνικής φιλοσοφίας, Αθήνα, σσ. 165-171.
  • Κωσταράς Γ. (2003), Φιλοσοφική Προπαιδεία, Αθήνα, σσ. 238-242.
  • Αριστοτέλης (1994), Όργανον 1: Κατηγορίαι- Περί Ερμηνείας, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα, εισαγωγή, σελ. 55.
  • Περί των Πατρών Θεών, Βλάση Ρασσιάς,
  • Ζευς, Βλάση Ρασσιά,
  • Τα Άγνωστα Μεγαλουργήματα των Αρχαίων Ελλήνων, Θ. Μανιά, Πύρινος Κόσμος
  • Γέλλιος, Αττικές Νύχτες 7.2.3=LS 55Κ. στο Sharples, ( 2002),
  • Κρατύλος, του Πλάτωνα, Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος
  • Σταύρος Οικονομίδης : Γνώση θανάτου
  • Φίληβος, του Πλάτωνα, Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος
  • Κ. Τσιλιμαντού Το κάλλος στους αρχαίους έλληνες
  • Παρμενίδης, του Πλάτωνα, Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος
  • Η Δονητική των Γραμμάτων, Ε.Ο.Α.Μ, Δίον
  • Η Γένεση κατά τους Αρχαίους Έλληνες, Α. Γονιδέλλης, Πύρινος Κόσμος
  • Πιέρ Βερνάντ: «Μύθος και θρησκεία στην αρχαία Ελλάδα», εκδόσεις ΣΜΙΛΗ, 2000]
  • Αποκεκαλυμμένη Ίσιδα, Ε.Π. Μπλαβάτσκυ, Εκδόσεις ΙάμβλιχοςΗ Μυστική Διδασκαλία, Ε.Π. Μπλαβάτσκυ, Εκδόσεις Ιάμβλιχος
  • Εγκυκλοπαίδεια Ηλίου.
  • E. R. Dodds:   Οι Έλληνες και το παράλογο
  • M. P. Nilsson:  Η πίστη των Ελλήνων
  • W. K. Guthrie: Ο Ορφέας και η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία
  • Αλέκος Χαραλαμπόπουλος Η έννοια του τριαδικού θείου, της αρχαιας φιλοσοφιας
  • Lesky: Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας
  • H Παλαιά ∆ιαθήκη, Eλληνική Bιβλική Eταιρεία, Aθήνα 1997 ¬
  • Τσαρτσαράκη Ελευθερία : ΤΑ ΤΡΙΤΤΑ ΓΕΝΗ ΤΟΥ ΟΝΤΟΣ ΣΤΟΝ ΤΙΜΑΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΤΙΜΑΙΟΣ,
  • Jonas, Hans, The Gnostic Religion, Beacon Press, Boston 1963 ¬
  • Snell:  Η ανακάλυψη του πνεύματος – Ελληνικές ρίζες της Ευρωπαϊκής σκέψης
  • «Οι μεγάλοι φιλόσοφοι»: Μεταφραστής και επιμελητής:  Ευτύχιος Π. Φικιώρης
  • Θ. Μ. Χρηστίδης: Ηράκλειτος: Ο «Σωκράτης» των Προσωκρατικών:  Περιοδικό
  • Ομήρου, Επικός Κύκλος.
  • Ησίοδου, Θεογονία.
  • Αλκμάνα, Θεογονία.
  • Μουσαίος, Άπαντα.
  • Μ. Καλόπουλος, «Αβραάμ ό Μάγος».
  • Sextus Empiricus, «Αdversus Mathematicos «, 5.86.
  • Αριστοξένου, Άπαντα
  • Αριστοτέλους, Περί  Ψυχής, Ελάσσονα 2, Περί  Ερμηνείας, Ηθικά .
  • Νόννος, Διονυσιακά : Ραψωδίες Ζ έως ΙΒ.
  • Ορφικά, Άπαντα.
  • Πρωταγόρας, Περί Θεών.
  • Πλούταρχος, Περί ‘Ισιδος και Οσίριδος.
  • Ερμής Τρισμέγιστος – Λόγοι.
  • Πυθαγόρειος Αριθμοσοφία.
  • Ιώσηπος,  Άπαντα, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία Α, Β.
  • Παντελής Κοντογιάννης, Η Λεηλασία των Αρχαιοελληνικών Αρχέτυπων από τον Χριστιανισμό.
  • Helma Mark, Τό βιβλίο των Μύθων.
  • Juan-Eduardo Cirlot, Το Λεξικό των Συμβόλων
  • Ρόμπερτ Γκρέιβς, Οι Ελληνικοί Μύθοι Αλχημεία, το Κλειδί των Μυστηρίων.
  • Εγκυκλοπαίδεια Britannica.
  • Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ήλιου.
  • Τhomas Doane, Bible Myths and Their Parallels in Other Religions.
  • Charles Lastings, Encyclopaedia of Religion and Ethics.
  • Barbra Walker, Woman’s Encyclopaedia of Myths and Secrets.
  • George MacDonald, Lillith.
  • M. Gimbutas, the language of the Goddes
  • Ε.  Παππά: Ο Πλάτωνας στην εποχή μας
  • Ιστορία της Φιλοσοφίας Από τον Ηράκλειτο στον Αριστοτέλη Δημήτρη Παπαδή εκδ. ΖΗΤΡΟΣ
  • M. J. Adler: Ο Αριστοτέλης για όλους
  • J. De Romilly: Αρχαία Ελληνική Τραγωδία
  • Ε. Δ. Καρακάντζα: Αρχαίοι Ελληνικοί Μύθοι – Ο θεωρητικός λόγος του 20ού αιώνα για τη φύση και την ερμηνεία τους.
  • «Αστρολογία & Εσωτερική Φιλοσοφία στον Όμηρο», Κωνσταντίνος Γραβάνης, έκδόσεις Πύρινος Κόσμος
  • Μουζάλα Γ. Μελινα . Περι του καθ’ ετερότητα του μη- οντος στον «σοφιστή» του Πλατωνος
  • Αβραάμ Μάσλοου, Ψυχολογία της ύπαρξης, έκδ. Δίοδος
  • Γεώργιος Α. Πλάνας Ό ζωδιακός κύκλος στήν παγκόσμια μυθο¬λογία. 
  • Γεώργιος Α. Πλάνας  Παγκόσμια Μυθολογία, έκδόσεις Νέα Ακρόπολη
  • Πιέρ Βερνάντ: «Μύθος και θρησκεία στην αρχαία Ελλάδα», εκδόσεις ΣΜΙΛΗ, 2000]
  • Αποκεκαλυμμένη Ίσιδα, Ε.Π. Μπλαβάτσκυ, Εκδόσεις ΙάμβλιχοςΗ Μυστική Διδασκαλία, Ε.Π. Μπλαβάτσκυ, Εκδόσεις Ιάμβλιχος
  • Εγκυκλοπαίδεια Ηλίου.
  • E. R. Dodds:   Οι Έλληνες και το παράλογο
  • M. P. Nilsson:  Η πίστη των Ελλήνων
  • W. K. Guthrie: Ο Ορφέας και η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία
  • H Παλαιά ∆ιαθήκη, Eλληνική Bιβλική Eταιρεία, Aθήνα 1997
  • Snell:  Η ανακάλυψη του πνεύματος – Ελληνικές ρίζες της Ευρωπαϊκής σκέψης
  • «Οι μεγάλοι φιλόσοφοι»:   Μεταφραστής και επιμελητής:  Ευτύχιος Π. Φικιώρης
  • Αλκμάνα, Θεογονία
  • Ορφικά, Άπαντα
  • Πρωταγόρας, Περί Θεών.
  • Πλούταρχος, Περί ‘Ισιδος και Οσίριδος.
  • Ερμής Τρισμέγιστος – Λόγοι.
  • Παντελής Κοντογιάννης, Η Λεηλασία των Αρχαιοελληνικών Αρχέτυπων από τον Χριστιανισμό.
  • Helma Mark, Τό βιβλίο των Μύθων.
  • Juan-Eduardo Cirlot, Το Λεξικό των Συμβόλων
  • Kυρτάτας Δημήτρης, Η Aποκάλυψη του Iωάννη και οι επτά εκκλησίες της Ασίας, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994 B΄
  • The Gods of the Egyptians, by E.A. Wallis Budge, Dover Publications, 1969Δημήτριος Ευαγγελόπουλος
  • Αρχύτα Θεωρείαι – Ι. Λάζαρης Δημήτριος Περετζής : Στην αρχαία Ελλαδα Φιλοσομια και Μυστήρια είναι τα ιδια
  • Πλουτάρχου, Περί Ψυχής VI, 2, και Περί Ίσιδος και Oσίριδος 47
  • Νικόλαος Χαρακάκος : Tα Μυστικά διδαγμάτων των Καβειρίων Μυστηρίων
  • Βασίλειος Χλέτσος : Τα Μυστήρια στη ν Αρχαία Ελλάδα
  • Γεώργιος Σιέττος ¨Αρχαία Ελληνικά Μυστήρια
  • Στέλιος Νικολαίδης : Ο μύθος και η πύλη προς τον εαυτό μας
  • Κ. Χ. Κωνσταντινίδης : Η Αρχαία Ελληνική Κοσμοθέαση
  • Αρχαίοι Έλληνες μύστες», Διαμαντής Κούτουλας, εκδόσεις Εσοπτρον.
  • Αναστάσιος Ντίνος : Ορφικά μυστήρια
  • Κωνσταντίνος Τσοπάνης : Ορφικά μυστήρια οι Ελληνικές ρίζες του Χριστιανισμού
  • Δήμητρα Λιάτσα : Ελευσίνια μυστήρια