fbpx

«Μυρμηγκάνθρωπος, πρόεδρος, ιστιοπλόος και οργανωτές γάμων»: οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Στην εποχή μας, τις ημέρες της κινηματογραφικής μας νιότης, εκεί στην αυγή της αμφιλεγόμενης δεκαετίας του ΄80, για εμάς τους τότε νέους, «αρχαίο» σινεμά σήμαινε, το οτιδήποτε παλλόταν προ και μετά την λήξη του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Παρά ταύτα, τον Γκρέγκορι Πεκ, τον Άντονι Κουίν, την Σοφία Λόρεν τους πρόλαβα εν δράσει και μερικούς ακόμα για να μην αρχίζω να αραδιάζω δυο ντουζίνες ηθοποιών και από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού. Καταλαβαίνεται, λοιπόν, πως όλη αυτή η λαμπρή «κουστωδία» του λεγόμενου «εμπορικού», αλλά και του ευρωπαϊκού, «καλλιτεχνικού» κινηματογραφικού στερεώματος, φάνταζε στην σκέψη και στα μάτια μας κάτι το απίθανο, κάτι το μεγαλειώδες και το μυθικό. Πιτσιρικάς ακόμα ήρθαν τα δημιουργικά που έληγαν είς – «ίνι», προκαλώντας ρίγη. Φελίνι έλεγες και το μυαλό έτρεχε στην ασπρόμαυρη, ρομαντική Ρώμη. Παζολίνι πρόφερες και έπεφτες χάμω ανήμπορος να εξηγήσεις το «γιατί;». Η επέλαση των Φράγκων με πέτυχε στο δημοτικό να μαθαίνω το τρις τρις εννιά και πως η πατρίδα, η θρησκεία και η οικογένεια είναι το αρραγές τρίπτυχο κάθε εύφρονος, Έλληνος πολίτη. Γκοντάρ και Αλέν Ρενέ ψέλλιζες και ο γαλλικός ρεαλισμός της απόλυτης έννοιας του auteur γλιστρούσε στα χείλη μεθυσμένου χορευτή απτάλικου σαν προσευχητάρι και υμνωδία. Με συρε η μάνα μου στον κινηματογράφο Αλόμα του Χολαργού σε απογευματινή προβολή να δούμε το «Ένας Άντρας Μια Γυναίκα» του Κλοντ Λελούς και έκανα φιγούρα στο δημοτικό μέχρι να τελειώσει η χρονιά. Άσε που έμαθα στο πιάνο και τα μουσικά μέτρα του Φράνσις Λάι, εκεί να δεις επιτυχία στις συμμαθήτριες. Άλλες εποχές. Μπέργκμαν σκεφτόσουν και το ταξίδι στο ψιλόκορφο όρος έμοιαζε με επίσκεψη σε σεπτό, θρησκευτικό άβατο. Όρσον Γουέλες και Χίτσκοκ ακούγαμε και ήταν ζόρικο ακόμα να φορμάρουμε εντυπωσιασμένοι στο μυαλουδάκι μας την μεγαλειότητα της ευφυΐας, της φαντασίας με την διαχρονικότητα, ένεκα της πρώιμης εφηβείας μας. Αυτοί ήταν οι «αρχαίοι» για εμάς, που ως μεταγενέστερη γενιά τους μάθαμε από τα έργα τους, γιατί ήταν ήδη μαθουσάλες ή είχαν φύγει για άλλες διαστάσεις. Μετά καταπιαστήκαμε με τους «παλαιούς», φιγούρες ώριμες κι αυτές και για μια γενιά όπως η δικιά μας, που ακόμα τρέχαμε στις αλάνες ως θρασύτατα τσογλάνια, λειτουργούσαν όμοια με εξιλεωτικό μάντραμ στο άμεσο, φιλοσοφικό, «ψαγμένο» περιβάλλον των οικείων μας ενηλίκων. Ήταν ο Σέρτζιο Λεόνε, ο Ερίκ Ρομέρ, ο Μπλέικ Έντουαρντς, ο Βισκόντι και ο Αντονιόνι, μορφές, που αγιογραφούσε επάνω τους η σιωπηλά θορυβώδης νεολαία της εποχής και εμείς στήναμε αυτί, σπανίως και μάτι. Οι κατάδικοι μας «θεοί», που ακόμα ανάβουμε κεράκι στο όνομα τους, κατέφθασαν στον πλανήτη μας στην δεκαετία του ΄70, πάνω που όλα έδειχναν απελπιστικά εγκλωβισμένα στην ελώδη περιοχή της στασιμότητας. Ήταν οι μουσάτοι: ο Κόπολα, ο Σκορσέζι, ο Λούκας, ο καταπέλτης Κιούμπρικ, ο Άλτμαν, ο Σπίλμπεργκ, ο νευρωτικός Γούντι Άλεν, ο τρομακτικός Γουίλιαμ Φρίντκιν, ο συμπατριώτης μας Τεό Αγγελόπουλος, ο Ρίντλεϊ Σκοτ, ο μέγας Ταρκόφσκι, ο άγριος Λιντς, ο μάγκας Τζον Λάντις, ο Βαλκάνιος Κουστουρίτσα, ο οραματιστής Πίτερ Γουίαρ, ο φουτουριστής Γκρόνεμπεργκ ο φανταχτερός Αλμοντοβάρ και πόσοι ακόμα. Αυτοί ήταν οι δικοί μας μπροστάρηδες, που πάνω τους μάθαμε να κυκλώνουμε το κινηματογραφικό καρέ της γενιά μας με ζέση και αέρα πιλότου στην πρώτη, solo πτήση του. Όλοι αυτοί για την σημερινή γενιά των νέων συναδέλφων, αν μη τι άλλο, είναι οι «αρχαίοι», είναι οι «παλαιοί» τους!             

«Ο Αντ-Μαν και η Σφήκα»

(Ant-Man and the Wasp)

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια (Marvel comic)
  • Σκηνοθεσία: Πέιτον Ριντ
  • Με τους: Πολ Ραντ, Εβάντζελιν Λίλι, Μάικλ Πένια, Χάνα Τζον Κάμεν, Μπόμπι Καναβάλε, Μισέλ Φάιφερ, Λόρενς Φίσμπερν, Μάικλ Ντάγκλας
  • Διάρκεια: 118’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Η απόλυτη κινηματογραφική κυριαρχία των Marvel studios, δηλαδή, της Ντίσνεϊ, είναι πια εξόφθαλμη. Σε κάθε σεζόν τρία με τέσσερα projects υπερπαραγωγής με super heroes θα δουν το φως της σκοτεινής αίθουσας και θα λυγίσουν τα ταμεία παγκοσμίως. Ο κινηματογράφος, σαφώς, έχει αλλάξει χαρακτήρα και έχει ρονταριστεί σε ένα διαφορετικό πεδίο ψυχαγωγίας με τον πρώτο λόγο να έχουν υπερήρωρες που έχουν υποστεί διάφορες, βιολογικές μεταλλάξεις ή έχουν έρθει από άλλα γαλαξιακά συστήματα για δικούς τους λόγους. Το αναφέραμε τις προάλλες: Ο κόσμος, τουλάχιστον ο κινηματογραφικός, όπως το πηγαίνουν το πράμα, ανήκει στους θεούς και στους ημίθεους. Τούτο είναι καλό ή να αρχίσουμε να προβληματιζόμαστε εμείς οι απλοί θνητοί; Από τα ανθρωποτέρατα όπως ο Χαλκ, που σώζει την Γη από εισβολές διαστημικών καθαρμάτων, στα ανθρωποζώα, όπως ο Μαύρος Πάνθηρας και καλή ώρα ο μυρμηγκάνθρωπος και η σφηκογυναίκα, που βουτούν στο κβαντικό σύμπαν με άνεση σαν να πηγαίνουν τσάρκα στον μόλο να δουν τις βάρκες. Χρώματα, σίδερα, καλώδια, μηχανήματα, λάμψεις, ρώμη, σθένος, αλτρουισμός και γενναιότητα είναι τα βασικά συστατικά των υπερηρώων, άντε με δυο σταγόνες ανθρωπίλας για να μην πέσουμε στην καθαρότητα του overdose περί της περιούσιας φυλής με άλλες ιδιότητες και ο χρήστης τεζάρει από απελπισία, σκεφτόμενος, πως είναι ένα τίποτα μπροστά σε όλα τούτα τα «πειραγμένα» και τα θαυμαστά. Όσο πιο φαντασμαγορικό είναι το παραμύθι, και δη το κινηματογραφικό, τόσο πιο έντονο το συναίσθημα αποδοχής στον θεατή. Και οι θεατές εδώ είναι βλαστάρια, προέφηβοι, έφηβοι και νέοι σε ένα περιβάλλον δίχως γόνιμα πρότυπα να στεριώνουν ακλόνητο, εσωτερικό πολιτισμό. Φανταστικοί άθλοι, βία, σκοτωμοί, μηχανικές ή τεχνολογικές δυνατότητες ανάβουν την πυρά στο χέρσο από ιδανικά μυαλό του νέου ανθρώπου και αρχίζει το παρανάλωμα. Η φαντασία πάντα είναι προσωποποιημένη και ο χώρος της δράσης της – εδώ είναι η παγίδα – δεν είναι μόνο οι ανεξερεύνητοι πλανήτες άλλων ηλιακών συστημάτων του σύμπαντος (πιάσε το αυγό και κούρευτο) αλλά το ίδιο το σπίτι μας. Τα κτήρια, τα αυτοκίνητα, οι χώροι που βρισκόμαστε καθημερινά, οι άνθρωποι που αντικρίζουμε, είτε καλοί, είτε κακοί, είναι το γνώριμο, δικό μας περιβάλλον, που βάλλεται από κατακτητικές ορέξεις άγνωστων ή γνωστών νοών ή από ακόρεστη θέληση για εξολόθρευση του πλανήτη. Οι μαχητές του καλού, οι υπερασπιστές της ισορροπίας και της γήινης προόδου δεν οι απλοί άνθρωποι της διπλανής πόρτας ή ευάλωτοι όπως εμείς. Είναι πουσαρισμένα όντα, μισοί άνθρωποι, μισοί κάτι εκτός του φυσικού νόμου με δυνάμεις και δυνατότητες, έτοιμα να πεθάνουν ως αποφασισμένοι στρατιώτες με τα ευφάνταστα ονόματά τους. Η πρώτη ταινία «Kick-Ass» του 2010, ψηλαφίζει επιδερμικά το θέμα περί των νεανικών προτύπων της  δυτικής, pulp κουλτούρας και τις επιπτώσεις του χωλού, πολιτιστικού προτύπου, αλλά τελικά πέφτει κι αυτή σαν χυλός στο φορμαρισμένο κάροτ κέικ έτοιμο για τον φούρνο. Οι Ant-Man and the Wasp είναι ανθρωποέντομα και το sequel στον τομέα της παραγωγής είναι τεράστιων διαστάσεων, ξεφεύγοντας από την σπαρτιάτικη λιτότητα του πρώτου μέρους. Ο σκηνοθέτης παραμένει ο ίδιος όπως και στο πρώτο Ant-Man, ο Καλιφορνέζος  Πέιτον Ριντ, ο οποίος τα καταφέρνει υπέροχα, γεφυρώνοντας δυο ιστορίες μαζί. Οι παρουσίες τόσο του Μάικλ Ντάγκλας, όσο της Μισέλ Φάιφερ και του Λόρενς Φίσμπερν προσδίδουν μια δροσιά στο ανοιχτό πλάνο της υπερπαραγωγής με υποκείμενο τους υπερήρωες σε πλήρη δράση. Λίγο το πατρικό του μέρμηγκα, πρωταγωνιστή Πολ Ραντ, που αγαπάει την θυγατέρα του και ακόμα λίγο το ερωτικό, κοντοραμμένο πέπλο που πέφτει στους ώμους της συνεργάτιδας του σφήκας, Εβάντζελιν Λίλι, αγκαλιά με το αφελές, γλυκούλικο χιούμορ (που είναι ο κάφρος Deadpool), λύνουν τους κάβους και το σκάφος του Ant-Man ταξιδεύει με ασφάλεια στο πέλαγος της δράσης των φανταστικών ιστοριών της Marvel, άλλοτε σε σμίκρυνση και άλλοτε σε μεγέθυνση. Το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο και αναλλοίωτο… καλό θέαμα.

Εφόσον αναφερόμαστε στην οικογένεια Marvel και επιβάλλεται η ιστορική συνοχή, το νήμα της πλοκής ξεκινά μετά από την σύγκρουση της ταινίας «Captain America: Εμφύλιος Πόλεμος», που έλαβε μέρος ο Σκοτ Λανγκ, κατά κόσμο Ant-Man (Πολ Ραντ – καλός), όπου μετά από εκείνο το μακελειό ανάμεσα στους υπερήρωες βρίσκεται σε κατ΄ οίκον περιορισμό για δυο χρόνια με πομποδέκτη στο πόδι από το FBI για να μην αποδράσει. Εσώκλειστος όπως είναι ασχολείται με την κορούλα του, παίζει ντραμς και δίνει τα φώτα του στον συνέταιρο του Λούις (Μάικλ Πένια – καλός) για να οργανώσουν μια εταιρεία σεκιούριτι. Ο επιστήμονας, ο ιθύνων νους και δημιουργός του μυρμηγκοανθρώπου Χάνκ Πιμ  και x- μυρμηγκάννθρωπος ο ίδιος (Μάικλ Ντάγκλας – καλός) θέλει να επαναφέρει την αγαπημένη του γυναίκα και x-σφήκα, Τζάνετ (Μισέλ Φάιφερ – μεγαλείο) από το κβαντικό σύμπαν, που είναι χαμένη τα τελευταία 30 χρόνια, στο ρεαλιστικό, σημερινό κόσμο των ανθρώπων. Ο επιστήμονας Πιμ έχει δώσει ιδιότητες σφήκας στην όμορφη κόρη του Χόουπ (Εβάντζελιν Λίλι – καλή), ζητώντας την βοήθεια του  Ant-Man. Παρουσιάζεται όμως μια ακόμα μεταλλαγμένη γυναίκα με μοριακή ανισορροπία (Χάνα Τζον Κάμεν – πολύ καλή) που έχει την δυνατότητα να υλοποιείται και να αφυλοποιείται, να περνά μέσα από τοίχους σαν φάντασμα, δυνάμεις που τις απέκτησε έπειτα από ένα ατύχημα, που θεωρεί υπεύθυνο τον Χάνκ Πιμ. Η ζωή της τελειώνει και για να σωθεί χρειάζεται την καινούργια ανακάλυψη του επιστήμονα, που θα χρησιμοποιηθεί για την επαναφορά της Τζάνετ. Το φάντασμα κατατροπώνει τους αντιπάλους του, κλέβει την συσκευή και η σφηκογυναίκα μαζί με τον  μυρμηγκάνθρωπο πρέπει να αντιμετωπίσουν το Φάντασμα, το παρελθόν και μια συμμορία που νταραβερίζεται με λαθραία τεχνολογία.   

«Ο Πρόεδρος»

(La Cordillera / The Summit)

 

  • Είδος: Πολιτικό θρίλερ
  • Σκηνοθεσία: Σαντιάγκο Μίτρε
  • Με τους: Ρικάρντο Νταρίν, Κρίστιαν Σλέιτερ, Ερικα Ρίβας, Ντολόρες Φόνζι
  • Διάρκεια: 114’
  • Διανομή: Weird Wave

Δεν μπορούμε να την αξιολογήσουμε ως εύκολη ταινία, ούτε ως δύσκολη και πολύπλοκη. Σίγουρα όμως είναι ατμοσφαιρική η τελευταία δημιουργία του 38χρονου, Αργεντινού Σαντιάγκο Μίτρε («Ο Φοιτητής» (2011), «Los Posibles» και «La Patota», που προβλήθηκαν μόνο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2014 και το 2015, αντστοίχως). Στην πέμπτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινίας του, ο Μίτρε με την πολιτική σκέψη και γραφή, στήνει το παιχνίδι των πολιτικών διεκδικήσεων, της ουτοπικής ανεξαρτησίας των ταλαιπωρημένων χώρων της Λατινικής Αμερικής, εκεί που η παρουσία των ισχυρών δυνάμεων αποψιλώνουν, αρκετά χρόνια τώρα, τον πλούτο, την ηθική και την αξιοπρέπεια των πολιτών, με υποχείρια πολιτικούς ηγέτες και απειλές ως προς την στέρηση της προόδου, της ευημερίας και της δημοκρατίας. Όλοι μας λίγο πολύ γνωρίζουμε τα δεινά που περνούν αυτά τα κράτη και πως η ιστορία τους, από τον πρώιμο μεσαίωνα έως σήμερα, είναι βουτηγμένη στο αίμα, στην σκλαβιά και τον τρόμο. Ο Μίτρε στο πολιτικό, ρεαλιστικό στασίδι του σεναρίου καθίζει όλη την Λατινική Αμερική (από τον Παναμά και κάτω, ω ρε γλέντια!) γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι διαπραγματεύσεων σε μια σύνοδο κορυφής για κοινή συμμαχία στον τομέα της ενέργειας (πετρέλαιο ως γνωστόν) ενάντια στα αμερικανικά και τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, που λυμαίνονται ξεδιάντροπα  αυτό το εύφορο κομμάτι της αμερικανικής ηπείρου. Στο στασίδι του θρίλερ μορφοποιεί την σχέση του προέδρου της Αργεντινής με την προβληματική κόρη του, ξύνοντας ανάλαφρα το μεταφυσικό σώμα του σκοτεινού παρελθόντος της ζωής του Αργεντινού προέδρου. Η σύγκλιση των δυο δυνατών, σεναριακών ροών δεν είναι απόλυτα πετυχημένη (πολιτικές λοβιτούρες, ψυχο-οικογενειακό θέμα), με αποτέλεσμα ως θεατής να απολαμβάνω την ατμόσφαιρα στην σκηνοθετική μαεστρία του πολύ καλού  Σαντιάγκο Μίτρε (σενάριο του ίδιου) συντροφιά  με την υπέροχα υποβλητική φωτογραφία του Χαβιέρ Χούλια, δίχως ο δείκτης του στροφόμετρου να πιάνει, έστω για μια φορά, το κόκκινο ημικύκλιο της υπέρβασης. Γυρίσματα της ταινίας έγιναν στο γραφείο της Casa Rosada, της επίσημης κατοικίας του προέδρου της Αργεντινής, αλλά και στο προεδρικό αεροπλάνο. Θαρρείς, ότι ο σκηνοθέτης, από ένα σημείο και έπειτα, συμβιβάζεται με την δεδομένη εξέλιξη της πλοκής και προχωράει την ταινία με μισή ανάσα, δικαιώνοντας, όμως, τεχνικά το δημιούργημα του. Και το πετυχαίνει, καθώς το ευαίσθητο σημείο της κάθε ταινίας είναι το μοντάζ, εδώ ο επίσης Αργεντινός Νίκολας Κόλντμπαρ επιδίδεται σε μια κοπτική ραπτική επιπέδου haute couture. Φορμαρισμένη ταινία με σινεφίλ διάθεση, καλές ερμηνείες και την στάμνα του ξεδιψαστικού υγρού μισογεμάτη.

Όλο το επιτελείο του νέου σε ηλικία και αδιάφθορου πρόεδρου της Αργεντινής (Ρικάρντο Νταρίν – σταθερή αξία) βρίσκεται σε αναβρασμό εν όψει της συνόδου κορυφής σε ένα απομακρυσμένο ξενοδοχείο της Χιλής, στην καρδιά της οροσειράς των Άνδεων (εδώ έρχεται και η μετάφραση του τίτλου της ταινίας, κορδέλα «La Cordillera»), όπου θα οριστικοποιηθούν οι περιφερειακές στρατηγικές, οι γεωπολιτικές συμμαχίες και το φλέγον ζήτημα της διαχείρισης του πετρελαίου της Λατινικής Αμερικής από κοινού. Ο πρόεδρος σε αυτή την σημαντική σύνοδο καλεί και την κόρη του Μαρίνα (Ντολόρες Φόνζι – καλή), της οποίας η ψυχική υγεία είναι διαταραγμένη και ο πρώην σύζυγός της απειλεί να βγάλει στη φόρα κάποια άπλυτα του προέδρου πατέρα της. Τα πολιτικά παιχνίδια στήνονται, τα συμφέροντα, οι κρυφές συμμαχίες, οι ίντριγκες και οι συνομωσίες παίρνουν και δίνουν. Και ενώ όλα δείχνουν, ότι ο πρόεδρος συντάσσεται με την απόφαση δημιουργίας ενός ενεργειακού, λατινοαμερικανικού συνασπισμού για την εκμετάλλευση του πλούτου και την απώθηση των ξένων συμφερόντων, ένα ψυχολογικό ξέσπασμα της Μαρίνας την οδηγεί σε αλαλία και σε μια κωματώδη κατάσταση, που αναγκάζει τον πρόεδρο να καλέσει ψυχίατρο επειγόντως στις Άνδεις για να  διαγνώσει την αιτία της συμπεριφοράς της κόρης του. Ο γιατρός υποβάλλει σε ύπνωση την Μαρίνα και διάφορα συνταρακτικά γεγονότα που αφορούν το παρελθόν του πρώτου ανδρός της Αργεντινής ξεπηδούν από το ασυνείδητο της υπνωτισμένης γυναίκας σαν εικόνες από μια ζωή που ποτέ δεν έχουν συμβεί. Εν τω μεταξύ, οι Αμερικανοί στέλνουν μυστικά ως εκπρόσωπο τους στα ενεργειακά τους συμφέροντα τον μακιαβελικό Ντέρεκ Μακίνλεϊ (Κρίστιαν Σλέιντερ – πολύ καλός) για να αρχίσει το κατ΄ ιδίαν «ψάρεμα» με τον Αργεντινό πρόεδρο.

«Η Μέρα της Επιστροφής Μου»

(The Mercy)

 

  • Είδος: Βιογραφικό δράμα
  • Σκηνοθεσία: Τζέιμς Μαρς
  • Με τους: Ρέιτσελ Βάις, Κόλιν Φερθ, Ντέιβιντ Θιούλις, Κεν Σκοτ
  • Διάρκεια: 112’
  • Διανομή: Spentzos Films

Παραγωγή με το BBC να κρατάει γερά τα ηνία σε αυτή την πραγματική ιστορία, που ως γεγονός του 1968, όπως διάβασα για να ενημερωθώ περί τίνος πρόκειται, συντάραξε τα ναυτικά πράγματα της Αγγλίας. Η απόφαση του επιχειρηματία, εφευρέτη και ερασιτέχνη, ιστιοπλόου Ντόναλντ Κρόουνχέρστ να λάβει μέρος στον μεγάλο, ιστιοπλοϊκό αγώνα που οργάνωσε η αγγλική εφημερίδα Sunday Times με στόχο τον περίπλου της Γης, μόνος του, δίχως στάση και με τον καλύτερο δυνατό χρόνο, οδήγησε τον πράο και ήρεμο οικογενειάρχη σε έναν απίστευτο γαϊτανάκι παραλογισμού και αλλόκοτης συμπεριφοράς κατά την διάρκεια του ταξιδιού του. Το έπαθλο ήταν 5.000 λίρες, τεράστιο ποσό εκείνη την εποχή (τέλος της δεκαετίας του ΄60) και η αναγνώριση μεγαλειώδης, καθώς η έγκριτη, πρωτευουσιάνικη εφημερίδα, που πατρονάριζε τον αγώνα και ενημέρωνε το κοινό της, ήταν πρώτη σε αναγνωσιμότητα σε όλες τις χώρες της αγγλικής κοινοπολιτείας. Από τον «Χορό των Κατασκόπων» του 2012 και το βραβευμένο «Η Θεωρία των Πάντων» (Χρυσή Σφαίρα και Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου στον Έντι Ρέντμεϊν), ο 55χρονος, Άγγλος σκηνοθέτης  Τζέιμς Μαρς καταπιάνεται ξανά με ακόμα ένα αληθινό γεγονός και ένα τραγικό πρόσωπο, άγνωστο σε πολλούς, εικονοποιώντας τα ενάρετα και τα ταραχοποιά πνεύματα κατά την στιγμή που μάχονται για τον ευτελούς αξίας, χωμάτινο θρόνο της ανθρώπινης υστεροφημίας, της ματαιοδοξίας στην υπό κατάληψη, λόγω του παρορμητισμού και του ενθουσιασμού, ανθρώπινης ύπαρξης μας. Ο ονειροπόλος άνθρωπος με τον επιπόλαιο άνθρωπο είναι δυο δάχτυλα απόσταση, κι αυτή η απόσταση όταν γεφυρωθεί με την λογική και το γόνιμο συναίσθημα, τότε μόνο επιτελείται ο ανθρωπο-άθλος, που μένει στην ιστορία. Αλλιώς οι οποιεσδήποτε επιπολαιότητες έχουν το αντίτιμό τους και μάλιστα κάποιες φορές είναι βαρύ. Ένα αρκετά ενδιαφέρον για κινηματογραφική δράση πεδίο, που ο Τζέιμς Μαρς δείχνει να το διαχειρίζεται καλά στην νοικοκυρεμένη επιφάνεια του (ο ήρωας, η οικογένεια, το όνειρο, ο μικρός, κοινωνικός περίγυρος της παραθαλάσσιας αγγλικής κωμόπολης, η προετοιμασία, ο Τύπος, το χρήμα) όταν όμως ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος χρειάστηκε να φορέσουν την στολή του σφουγγαρά για να κατεβούν σε μεγαλύτερα βάθη, ο σωλήνας κόπηκε, ξεμένοντας από οξυγόνο. Διαβάζοντας την ιστορία του πραγματικού Ντόναλντ Κρόουνχερστ σε ένα σημείο αναφέρει, ότι μέχρι την ηλικία των επτά χρόνων, η μητέρα του τον έντυνε σαν κορίτσι, γιατί η επιθυμία της ήταν να φέρει στον κόσμο μια θυγατέρα παρά ένα αγόρι. Σκεφτείτε, τα μεγέθη των ψυχικών διαταραχών που θα είχε αυτός ο άνθρωπος και φυσικά τα είχε θαμμένα. Το παρελθόν του ήρωα δεν αναφέρεται πουθενά στην ταινία (προσωπογραφία δίχως παρελθόν είναι σπίτι δίχως θεμέλια). Ο Κόλιν Φερθ, η Ρέιτσελ Βάις και ο Ντέβιντ Θιούλις, αγγλάρες ηθοποιοί με περγαμηνές και οικόσημα, έκαστος στο ερμηνευτικό του πόστο, τρέχουν το θέμα αέρα, παλικαρίσια προσφέροντας τις απαραίτητες ανάσες στην πλοκή, που όπως αναφέραμε στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα, οπότε και έρευνα. Το σενάριο είναι αμερικανική υπόθεση, και αφορά τον έμπειρο Αμερικανό γραφιά Σκοτ Ζ. Μπερνς, υπεύθυνου του «Τελεσίγραφου του Μπορν», των «Αληθοφανών Ψεμάτων», των «Παρενεργειών» και του «Contagion», και πιθανώς, ένεκα γοητείας του θέματος, ως Αμερικανός παρέμεινε επιδερμικά στο γεγονός και όχι στο ανθρώπινο στοιχείο, που, τέλος πάντων, αυτό είναι ο «γευστικός καρπός» της τραγικής, θαλασσινής φρουτοσαλάτας.

Η Sunday Times ανακοινώνει το 1968 τον αγώνα για ερασιτέχνες, τον Golden Globe Race που αφορά τον σόλο περίπλου της Γης με ιστιοπλοϊκό δίχως στάση. Ο οικογενειάρχης, επιχειρηματίας Ντόναλντ Κρόουνχερστ (Κόλιν Φιρθ – καλός) δηλώνει συμμετοχή με την ελπίδα να νικήσει. Στον αγώνα συμμετέχουν σπουδαίοι θαλασσοδαρμένοι, ερασιτέχνες ιστιοπλόοι με αμέτρητες ώρες σε σκάφος και δύσκολα ταξίδια στο ενεργητικό τους. Η θαλασσινή εμπειρία του Ντόναλντ είναι, σχεδόν, ανύπαρκτη (Πέραμα Σαλαμίνα είναι, ας πούμε το μεγαλύτερο ταξίδι του) και εύπλοο σκάφος για τέτοιου είδους ταξίδι δεν διαθέτει. Η γυναίκα του, Κλερ (Ρέιτσελ Βάις – καλή) έχει τις αντιρρήσεις της στην παρόρμηση του άνδρα της (δεν μαθαίνουμε ακριβώς το γιατί – ίσως επειδή φοβάται για την ζωή του, καθώς είναι η μοναδική πηγή εισοδήματος της οικογένειας), αλλά με την ψυχή στα δόντια στηρίζει την απόφαση του συζύγου, όπως και τα παιδιά του ενθουσιάζονται με την ιδέα του τρελο-μπαμπά. Ο Ντόναλντ ανακοινώνει την συμμετοχή του στον αστυνομικό συντάκτη της τοπικής εφημερίδας, Ρόντεϊ Χάλγουορθ (Ντέιβιντ Θιούλις – καλός), ο οποίος βρίσκει μερικούς σπόνσορες για να «τσιμπήσει» την αποκλειστικότητα, αλλά τα μείζονος σημασίας θέματα που είναι το χρηματικό κεφάλαιο για την κατασκευή του καινούργιου και κατάλληλου σκάφους και εν γένει των εξόδων του αγώνα, παραμένουν άλυτα. Τα αναλαμβάνει ο ευκατάστατος έμπορος, που πουλάει τροχόσπιτα, ο κος Μπεστ (Κεν Σκοτ – καλός) που σε αντίκρισμα των χρημάτων του και σε περίπτωση αποτυχίας, δεσμεύει όλο το βιός του Ντόναλντ. Ο άπειρος, αλλά εφευρετικός ιστιοπλόος με χαρά, και όρεξη σχεδιάζει και κατασκευάζει ένα δικής του έμπνευσης, 12μέτρο τριμαράν (σκάφος με τρεις καρίνες) υψηλού κατασκευαστικού κόστους, το οποίο συνεχώς καθυστερεί η ολοκλήρωση του με αποτέλεσμα να μετατίθεται ο απόπλους του. Όσο φτάνει στο τέλος της η βεβιασμένη ναυπήγηση του τριμαράν, τόσο διογκώνεται και το άγχος του Ντόναλντ, που ξαφνικά σβήνει ο ενθουσιασμός του και την θέση του παίρνει η απόγνωση, ο ψυχαναγκασμός, η ηττοπάθεια και ο φόβος. Ενώ ξεκινάει το επικό ταξίδι του με τις χειρότερες των προϋποθέσεων (αδοκίμαστο, ημιτελές σκάφος, άπειρος στα περί ναυτοσύνης ο αγωνιζόμενος), πριν ακόμα περάσει στις Νότιες Θάλασσες, αποφασίζει να εγκαταλείψει την κούρσα και αράζει στο απέραντο υγρό στοιχείο αδρανής, ακούγοντας απλά τις άξιες επιδόσεις των συναθλητών του. Όταν όμως ενημερώνεται πως ο ένας μετά τον άλλον εγκαταλείπουν τον αγώνα, και εκείνος είναι αρκετά πίσω από τον πρώτο, δημιουργεί σιγή ασυρμάτου κι αρχίζει να κατασκευάζει μια πλαστή διαδρομή, που δείχνει ότι προπορεύεται σε χρόνο. Συντηρεί το ψέμα, πιάνει λιμάνι στην Κολομβία, που οι κανόνες απαγορεύουν την στάση, κι αρχίζει να κρατάει λεπτομερές ημερολόγιο της απάτης που έχει στήσει. Σε μια στιγμή παράνοιας και στα αχαλίνωτα ηθικά διαστήματα της φιλοσοφίας και του ρεαλισμού (ενώ τα ψεύτικα στίγματα που έχει δώσει τον ανακηρύσσουν νικητή και οι εφημερίδες τον βάζουν πρωτοσέλιδο), ο Ντόναλντ σηκώνει την σημαία της ατίμωσης και παθαίνει αμόκ. Αφήνει στο σκάφος τα πραγματικά ημερολόγια του ταξιδιού του, αυτά, δηλαδή, που αποδεικνύουν το ψέμα, βουτάει στην θάλασσα και χάνεται για πάντα. Το έρημο σκάφος και οι αποδείξεις της απάτης του ανακαλύπτονται έπειτα από μερικούς μήνες και αρχίζει ο διασυρμός της οικογένειας μέσω του Τύπου.           

«Έτσι Είναι η Ζωή»

(C'est la Vie!)

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Σκηνοθεσία: των Ολιβιέ Νακάς και Ερίκ Τολεντανό
  • Με τους: Ζιλ Λελούς, Ζαν Πολ Ρουβ, Βενσάν Μακέν, Ζαν-Πιέρ Μπακρί
  • Διάρκεια: 117’
  • Διανομή: Odeon

Σε σενάριο και σκηνοθεσία των Ολιβιέ Νακάς και Ερίκ Τολεντανό, («Άθικτοι» (2011)), οι δυο Γάλλοι σκηνοθέτες προκαλούν σύγχυση και πανικό σε μια κυριλέ δεξίωση γάμου, που λαμβάνει χώρα σε ένα επιβλητικό σατό του 17ου αιώνα στην περιοχή του Φοντενεμπλό. Δηλαδή, το συνεργείο που έχει αναλάβει τον γάμο και αποτελείται από τους πανύβλακες, Γάλλους σερβιτόρους, τους Πακιστανούς τεχνικούς, την αλαζονική και ακατάπαυστα τσιτωμένη υπεύθυνη, που τσακώνεται με τον γοητευτικό τραγουδιστή της ορχήστρας, τον αποτυχημένο φωτογράφο με τις εμμονές, που συνεχώς χλαπακιάζει και το τελειομανές αφεντικό, έρχονται αντιμέτωποι με τον κρυόκωλο γαμβρό που πληρώνει την δεξίωση και απαιτεί το αποτέλεσμα να είναι σικ, τέλειο και φαντασμαγορικό. Όλος αυτός ο ετερόκλητος θίασος ανθρώπων φέρνει τα πάνω κάτω, δημιουργώντας καταστάσεις, που υποτίθεται θα έβγαζαν γέλιο. Πάρα πολύς ντόρος για το τίποτα (κάποια ελάχιστα σημεία ενδιαφέροντος, κι αυτά φωτογραφικά), πολύς κόσμος σε ένα αλαλούμ και το αποτέλεσμα zero. Ο Μπλέικ Έντουαρντς το 1968 χρησιμοποίησε μόνον έναν άνθρωπο, τον Ινδό Χρούντι Μπάξι με το όνομα για να «ανατινάξει», κυριολεκτικώς, ένα καθώς πρέπει «Πάρτι» και να μείνει στην ιστορία, ως μια από πέντε σπουδαίες κωμωδίες του παγκόσμιου σινεμά. Ήταν τότε, που το σινεμά μοίραζε άνθη και όχι παπαρόφυλλα. Αχ, αυτοί οι Γάλλοι, όπως θα έλεγε και ο Οβελίξ. Μπορούμε να παραμείνουμε στου «Άθικτους»… αβλεπί!   

O Μαξ ασχολείται με την τροφοδοσία εδώ και 30 χρόνια. Έχει οργανώσει εκατοντάδες πάρτι στη ζωή του. Σήμερα, έχει αναλάβει έναν πανέμορφο γάμο σε ένα κάστρο του 17ου αιώνα, όπου θα ενωθούν με τα ιερά δεσμά του ο Πιέρ και η Ελένα. Ως συνήθως, ο Μαξ έχει συντονίσει τα πάντα: Έχει προσλάβει μία στρατιά σερβιτόρων και σεφ, έχει προτείνει φωτογράφο στο ζευγάρι, έχει κλείσει την ορχήστρα, έχει κανονίσει τον ανθοστολισμό. Με λίγα λόγια, υπάρχουν όλα τα συστατικά για να είναι επιτυχημένο το μυστήριο και η δεξίωση. Σύντομα, όμως, οι ισορροπίες θα διαταραχθούν και κάθε στιγμή ευτυχίας θα μετατραπεί σε χαοτική καταστροφή.

«Απαγωγή»

(Secuestro)

 

  • Είδος: Θρίλερ
  • Σκηνοθεσία: Μαρ Ταργκάρονα
  • Με τους: Μπλάνκα Πορτίγιο, Αντόνιο Ντετσέντ, Βισέντε Ρομέρο, Μαρκ Ντόμενεκ, Χοσέ Κορονάδο
  • Διάρκεια: 105’
  • Διανομή: Tanweer

Ο σεναριογράφος της ταινίας «Αόρατος Επισκέπτης»  Όριολ Πάουλο πλέκει εδώ ένα αγωνιώδες θρίλερ μυστηρίου, ενώ τη σκηνοθεσία αναλαμβάνει η σπουδαία παραγωγός ισπανικών ταινιών του είδους, Μαρ Ταργκάρονα. Η εκφραστική Μπλάνκα Πορτίγιο («Ραγισμένες αγκαλιές», «Γύρνα Πίσω») πρωταγωνιστεί ερμηνεύοντας μία μητέρα που θα φτάσει στα άκρα για να προστατεύσει το παιδί της, ξεπερνώντας τους ηθικούς κανόνες σε ένα ανελέητο κυνήγι γάτας-ποντικιού. Δίπλα της εμφανίζονται οι Χοσέ Κορονάδο («Το Σώμα»), Αντόνιο Ντετσέντ («Γυναίκες Μόνες») και Βισέντε Ρομέρο («Κελί 211»).

Η Πατρίτσια ντε Λούκας (Μπλάνκα Πορτίγιο), μία κορυφαία δικηγόρος, βλέπει τη ζωή της να μετατρέπεται σε εφιάλτη, όταν ο κωφάλαλος γιος της Βίκτορ εξαφανίζεται από το σχολείο χωρίς κανένα ίχνος. Λίγες ώρες μετά, το παιδί εμφανίζεται γεμάτο μώλωπες και καταϊδρωμένο, ισχυριζόμενο πως το απήγαγε ένας άντρας, από τα χέρια του οποίου κατάφερε να δραπετεύσει. Η αστυνομία κινητοποιείται και αφού δείξει φωτογραφίες υπόπτων στον μικρό Βίκτορ, ο κύριος ύποπτος συλλαμβάνεται. Ωστόσο, τα αποδεικτικά στοιχεία δεν είναι ακλόνητα και ο υποτιθέμενος απαγωγέας αφήνεται ελεύθερος από την αστυνομία. Η Πατρίσια, φοβισμένη για την ασφάλεια του γιου της, παρασύρεται και υποκύπτει, ως μητέρα, σε κάτι που δεν έχει κάνει ποτέ πριν: παίρνει τη δικαιοσύνη στα χέρια της. Η κατάσταση κλιμακώνεται εκτός ελέγχου και οι συνέπειες είναι απρόβλεπτες.

Σημείωμα της Μαρ Ταργκάρονα: Η ταινία είναι ένα αγωνιώδες θρίλερ που αντανακλά τον σημερινό κόσμο. Είναι ένα πορτρέτο της χαμένης αθωότητας. Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί πια, αλλά άνθρωποι με αδυναμίες, φιλοδοξία και έναν εγωισμό που τους κάνει αυτό που είναι. Μπορούμε να ρίξουμε το φταίξιμο σε έναν λαμπρό δικηγόρο που μετά από χρόνια ως δημόσιος συνήγορος υπερασπιζόμενος μικροεγκληματίες, βιαστές και κλέφτες, γνωρίζοντας ότι είναι ένοχοι, επιλέγει να υπερασπιστεί το ίδιο είδος ανθρώπων, αλλά κερδίζοντας χρήματα; Ποια είναι τα ηθικά όρια του συστήματος μας; Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Μπορεί η αγάπη μιας μητέρας να ξεπεράσει τους κανόνες για να προστατέψει τον γιο της; Τι περιμένουμε από τους άλλους; Αυτές οι σκέψεις τροφοδότησαν την ταινία. Ως σκηνοθέτης προσπάθησα να οραματιστώ μια ταινία έχοντας όλα αυτά στο μυαλό μου. Τεράστια κτίρια, όπως τράπεζες, αστυνομικά τμήματα και δικαστήρια, που εκπροσωπούν το σύστημα, σχηματίζουν έναν δυσοίωνο λαβύρινθο, όπου οι χαρακτήρες χάνονται, καθώς προσπαθούν να βρουν την έξοδο. Όλοι προσπαθούν για το καλύτερο, αλλά τελικά αποτυγχάνουν. Πιστεύω ότι οι χαρακτήρες είναι η πιο συναρπαστική πτυχή της ταινίας, αμφιλεγόμενοι, δύσπιστοι και πονηροί.