fbpx

Μονσερά Καμπαγιέ: «Η μουσική μου έδωσε τα πάντα», Επιμέλεια: Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

Η Μονσερά Καμπαγιέ πέρασε στην αιωνιότητα.

Αύριο στη μητρόπολη της Καταλονίας θα γίνει η κηδεία της, η οικογένειά της και οι συντοπίτες της θα της πουν το στερνό αντίο. Η τελευταία μεγάλη ντίβα της όπερας, που είχε αποποιηθεί  τον τίτλο  σχολιάζοντας «Δεν θεωρώ τον εαυτό μου θρύλο της όπερας, ούτε την «τελευταία ντίβα» όπως με αποκαλούν συχνά οι δημοσιογράφοι. Κάθε εποχή έχει τις ντίβες της και στη δική μου περίπτωση το μόνο που έκανα είναι τη δουλειά μου καλά, κατά το δυνατόν στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο».  Άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο «Sant Pau» και μέχρι την τελευταία στιγμή δεν έχασε το χαμόγελό της.

Στη διάρκεια της ζωής της αντιμετώπισε αρκετές φορές προβλήματα υγείας. Το 1985 νοσηλεύτηκε για τρεις μήνες με όγκο στον εγκέφαλο, ενώ το 1993 αντιμετώπισε καρδιακά προβλήματα. Με τη δύναμη, όμως της θέλησης και την αγάπη της για τη μουσική  τα ξεπέρασε.

«Η μουσική μου έδωσε τα πάντα! Με βοήθησε στη ζωή μου, στην οικογένειά μου και με βοήθησε επίσης να καταλάβω άλλους ανθρώπους: η μουσική ενισχύει την ευαισθησία των ανθρώπων» είχε δηλώσει μιλώντας για την τέχνη της.

Η Μονσερά Καμπαγιέ με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου και τον τενόρο Κωνσταντίνο Παλιατσάρα

Η Μονσερά Καμπαγιέ λάτρευε την Ελλάδα , αλλά το όνειρό της να αποκτήσει σπίτι σ’ ένα ελληνικό νησί – όπως είχε εξομολογηθεί στη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στο MEGA στην εκπομπή του Θοδωρή Ρουσόπουλου – έμεινε ανεκπλήρωτο.

Πολλοί λίγοι γνωρίζουν, ότι η διάσημη υψίφωνος, που σπουδαίες προσωπικότητες στο χώρο της την συνέκριναν με τη Μαρία Κάλλας, ασχολήθηκε με την αρχαία ελληνική τραγωδία. Το 1961 ερμήνευσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Ευριπίδη στο Εθνικό Θέατρο S. Carlos στην Λισαβόνα  μαζί με τους Raymond Wolansky, Jean Cox και Paul Schöffler.

Η διάσημη Ισπανίδα πριμαντόνα Μονσερά Καμπαγιέ βρέθηκε στη χώρα μας και την 1η Αυγούστου του 1992 και ερμήνευσε στο Καλλιμάρμαρο τραγούδια του Βαγγέλη Παπαθανασίου, στην τελετή της έναρξης του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος Στίβου. Τη συνόδευσε η κόρη της η σοπράνο Μονσερά Μαρτί Καμπαγιέ (γνωστή ως Μοντσίτα).

Στις 17 Σεπτεμβρίου του 2012 η  μεγάλη Καταλανή σοπράνο και «ιέρεια» του bel canto παρουσίασε μια μοναδική συναυλία-αναδρομή στις σημαντικότερες στιγμές της καριέρας της στην σκηνή του Ηρωδείου με την συνοδεία της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας της ΕΡΤ υπό τη διεύθυνση του Jose Collado. Το κατάμεστο ρωμαϊκό ωδείο απόλαυσε το ζωντανό μύθο της Μονσερά Καμπαγιέ σε μια αναδρομή στις σημαντικότερες στιγμές της μεγάλης καριέρας της.

Στο θέατρο κάτω από την Ακρόπολη εμφανίστηκε για μία ακόμη φορά στις 22 Ιουλίου 1994, στο πλαίσιο της παγκόσμιας περιοδείας, μαζί με την ορχήστρα του θεάτρου Λισέου (Orquesta Simfonica del Gran Teatre del Liceu) και μαέστρο τον Χοσέ Κολάντο. Ο λόγος ήταν η συγκέντρωση χρημάτων για να ξανακτιστεί η αποτεφρωμένη όπερα Λισέου της Βαρκελώνης, ένα θρυλικό θέατρο που η Καμπαγιέ ντεμπουτάρισε στο λυρικό τραγούδι.

To 1995 ακολουθεί μια ακόμη ιστορική συνεργασία με τον δικό μας Βαγγέλη Παπαθανασίου στο άλμπουμ του «El Greco», φόρος τιμής στον διάσημο ζωγράφο.

Η Μονσερά Καμπαγιέ  γεννήθηκε στη Βαρκελώνη το 1933 και μεγάλωσε σε φτωχή οικογένεια. Το  πλήρες όνομα της αξέχαστης σοπράνο, που με τις ερμηνείες της έκανε το κοινό να παραληρεί ήταν Maria de Montserrat Viviana Concepción Caballé i Folch καιτΤο οφείλει στο γνωστό καταλανικό μοναστήρι του Montserrat. Την είχαν τάξει εκεί οι γονείς της, γιατί φοβόντουσαν ότι δεν θα γεννηθεί ζωντανή και υποσχέθηκαν αν όλα πάνε κατ΄ ευχήν να την βαφτίσουν με το όνομα της μονής.

 Έμαθε να τραγουδά στο σχολείο του μοναστηριού. Σπούδασε πιάνο και φωνητική από την ηλικία των έξι. Στα οκτώ της χρόνια γράφτηκε στο Conservatorio del Liceo στη Βαρκελώνη. Οι σημαντικότεροι δάσκαλοι της ήταν η Ευγενία Κέννυ, η Conchita Badea και η Napoleone Annovazzi . Όταν αποφοίτησε το 1954, κέρδισε το χρυσό μετάλλιο του Liceo. Οι μουσικές σπουδές της ολοκληρώθηκαν  στο Ωδείο της Βαρκελώνης σε ηλικία 23 ετών, ενώ οι απεριόριστες δυνατότητες της φωνής της βγήκαν στην επιφάνεια πριν κλείσει τα δεκατέσσερα χρόνια.

«La serva padrona» του Περγκολέζι είναι η πρώτη όπερα, στην οποία συμμετέχει επαγγελματικά και με το τέλος της παράστασης δέχθηκε την επίπληξη του αρχιμουσικού, γιατί καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης είχε γυρισμένη την πλάτη στο κοινό. Η Μονσερά του είπε, ότι: «ντρεπόταν και δεν ήθελε τα βλέμματα του κόσμου να την αποσπούν από το στόχο της».

«Αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που φοβήθηκα τόσο πολύ»,  εκμυστηρεύτηκε λίγο καιρό μετά σε συνέντευξή της.

Λίγο πριν είχε δεχθεί  σκληρή κριτική σε μια σειρά οντισιόν που έκανε στην Ιταλία. Έφθασαν να πουν, ότι είχε «καλούτσικη φωνή και καλύτερα θα ήταν να πάει σπίτι της, να παντρευτεί και να γίνει μητέρα». Το ηθικό της όμως, δεν κλονίστηκε και συνέχισε γεμάτη αυτοπεποίθηση την διαδρομή της για να φθάσει να χαρακτηριστεί η φωνή της ως «ελαφριά αύρα στο δέρμα».

 «Η  ύπαρξη ενός τραγουδιστή όπερας απαιτεί υπομονή, πρακτική και αφοσίωση στο τραγούδι, τη σύνθεση και το ρεπερτόριο. Αυτό βέβαια δεν είναι τίποτα αν δεν υπάρχει ταλέντο!» είπε  τότε η Μονσερά Καμπαγιέ.

Το 1965 χτύπησε την πόρτα της η θεά τύχη, καθώς αντικατέστησε μια άλλη υψίφωνο στον δύσκολο ρόλο της Λουκρητίας Βοργία στην ομώνυμη όπερα του Ντονιτσέτι στη Νέα Υόρκη.

Ωστόσο, η παγκόσμια αναγνώριση θα έρθει περίπου 10 χρόνια μετά με τη «Λουκρητία Βοργία» του Ντονιτσέτι στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης. Στο τέλος της παράστασης, η Καμπαγιέ θα χειροκροτείται για περίπου μισή ώρα με το κοινό όρθιο.  Μέσα σε λίγες μέρες η φήμη της εξαπλώνεται στον κόσμο της όπερας και οι ρόλοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον. Τα μεγαλύτερα θέατρα στον πλανήτη ανοίγουν τις πόρτες τους να την υποδεχτούν και γίνεται το αδιαχώρητο στις εμφανίσεις της

Το 1969 συμμετέχει στην παράσταση «Don Carlo» με τους Placido Domingo και Pierro Cappuccilli ενσαρκώνοντας την Elisabetta του Valois.

To 1970 παίρνει τη ρεβάνς κάνοντας  το επίσημο ντεμπούτο της στην Σκάλα του Μιλάνου με την «Λουκρητία Βοργία» ερμηνεύοντας ξανά τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ακολουθούν το Covent Garden και η Λυρική Όπερα του Σικάγο. «Aida», «Norma», «La Boheme», «Tosca», «Οθέλλος», «Madama Butterfly», κλασικά αριστουργήματα που η Καμπαγιέ σφραγίζει με την υπέροχη φωνή της

 «Οι τραγουδιστές της όπερας είναι δούλοι», δήλωσε σε συνέντευξή της διευκρινίζοντας  ότι «ο μόνος σπουδαίος καλλιτέχνης της παράστασης είναι πάντα ο συνθέτης, δημιούργησε τη μουσική στην οποία υπάρχει μια έκφραση της ψυχής και των συναισθημάτων του».

Το 1988 πειραματίζεται με την ποπ σκηνή σε μια επική συνεργασία με τον Freddie Mercury των Queen με το «Barcelona», κάνοντας τεράστια επιτυχία, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει το ομότιτλο άλμπουμ. Το ομότιτλο τραγούδι έγινε αργότερα, το 1992, ο ύμνος των Ολυμπιακών αγώνων στην Βαρκελώνη, τη γενέτειρά της. «H πιο ωραία φωνή που άκουσα ποτέ», είπε τότε  ο Φρέντι Μέρκιουρι για την κορυφαία Ισπανίδα υψίφωνο, η οποία γεννήθηκε με εκπληκτικές φωνητικές δυνατότητες. Η Καμπαγιέ τραγούδησε επίσης σε ένα ντουέτο με τον Μπρους Ντίκινσον ηγέτη των Iron Maiden σε μια εναλλακτική έκδοση του «Bohemian Rhapsody» φέρνοντας μια διαφορετική γεύση στη σκηνή που απείχε από τη σοβαρότητα της όπερας και του κλασικού τραγουδιού.

«Η δουλειά μου είναι γεμάτη πολλές προσπάθειες και προσωπική θέληση. Πάντα προσπαθώ να δείξω τον καλύτερο εαυτό μου, για να ανταποκριθώ στις προσδοκίες του κοινού και των δημιουργών. Εάν δεν το κάνεις, σημαίνει να τους λες ψέματα και να τους προσβάλλεις. Πρέπει να αντιμετωπίσεις το ο, τι σου συμβαίνει με αγάπη» είχε παραδεχτεί.

Η Μονσερα Καμπαγιέ με την κόρη της Μονσερά Μαρτί
Μονσερά Καμπαγιέ με την σύζυγό της Μπερναμπέ Ματί

Η Μονσερά Καμπαγιέ ήταν από τις λίγες καλλιτέχνιδες , που μπορούσε να τραγουδήσει άψογα στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά και τα γερμανικά, ενώ όλο ανακάλυπτε και νέα έργα όπερας, εκτός από τα δημοφιλή.

Εκτός από το κλασικό ρεπερτόριό της, η τραγουδίστρια ενδιαφέρθηκε επίσης για την παραδοσιακή μουσική της καταλανικής πατρίδας της. Έκανε πολλές συναυλίες με την κόρη της, τη σοπράνο Μονσερά Μαρτί. Το 1994 ερμηνεύει σε δίσκο της το «Hijo de la luna» (Ο γιος της Σελήνης), ένα από τα γνωστότερα τραγούδια στο ισπανόφωνο κοινό, γνωρίζοντας τεράστια επιτυχία. 

Τέλος, το 1997, συμμετέχει στο άλμπουμ “Friends For Life” κάνοντας ντουέτα με μεγάλα ονόματα της pop-rock σκηνής όπως οι: Μπρους Ντίκινσον, Τζόνι Χάλιντέι, Τζόνι Λόγκαν, Τζίνο Βανέλι και Χέμουτ Λότι.

Κάποτε η Καμπαγιέ είχε πει δημόσια: «Θέλω να πεθάνω στη σκηνή». Και η διάσημη σοπράνο παρά τα προβλήματά της πάλεψε με όλες τις δυνάμεις της, όταν τον Απρίλιο  βρέθηκε στο Κίεβο τον Απρίλιο σε μια συναυλία προς τιμήν τον 85ων γενεθλίων της. Ερμήνευσε καθιστή και αποθεώθηκε από το κοινό, για τελευταία φορά την παράσταση της όπερας Μποέμ του Τζιάκομο Πουτσίνι, δείχνοντας με την στάση της πόσο ισχυρή μπορεί να είναι η αγάπη για τη μουσική και η αφοσίωση του καλλιτέχνη. Ο μισός αιώνας της καριέρας της αριθμεί πάνω από 4.000 παραστάσεις.

Ο μαέστρος Ρικάρντο Εστράντα έχει πει για τη μεγάλη ντίβα: «Στην ιστορία της όπερας είχε πάντα υπέροχες φωνές, αλλά πάντα έχει ένα ανώτερο σημείο, στο οποίο στέκονται οι επίλεκτοι. Νομίζω, ότι η Μονσερά είναι πάνω απ’ όλους, διότι πάντα ήταν πιστή στους συνθέτες και ακολουθούσε το δικό της στυλ. Είναι Άγγελος

Η Μοσνερά Καμπαγιέ  έλαβε αμέτρητες τιμές: Ταξιάρχης των Τεχνών και των Γραμμάτων, Μεγαλόσταυρος του Τάγματος της Αξίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Τάγμα της Ισαβέλλας της Καθολικής, Βραβείο Πριγκίπισσα της Αστουρίας για τις τέχνες (1991), Χρυσό μετάλλιο της Αξίας στις καλές τέχνες, Ιππότης του Μεγαλόσταυρου του Τάγματος της τιμής της Ιταλικής Δημοκρατίας, Μεγαλόσταυρος του Αστικού Τάγματος του Αλφόνσου Ι΄ του Σοφού, Gramophone Award for Lifetime Achievement (2007), Χρυσό μετάλλιο της κυβέρνησης της Καταλονίας, Τάγμα της Τιμής και Βραβείο της Φιλίας.

Αφιερώθηκε εξάλλου σε φιλανθρωπικές οργανώσεις. Ήταν πρέσβειρα Καλής Θελήσεως της ΟΥΝΕΣΚΟ και ίδρυσε μια οργάνωση στην Βαρκελώνη για παιδιά με αναπηρία.

Το μότο της ήταν: «Πρέπει να μπορείς να δωρίζεις αγάπη, ιδιαίτερα σε εκείνους που δε σου δίνουν. Ο άνθρωπος είναι εδώ για να βοηθήσει τους άλλους και όχι για να ζει για τον εαυτό του».

Για τις αναμνήσεις της για τη ζωή και τη μακροχρόνια καριέρα της η ντίβα της όπερας πρόσθεσε στην ίδια συνέντευξη: «Ο σύζυγός μου συχνά μου λέει ότι πρέπει να γράψω βιβλίο για τη ζωή μου, αλλά δε νομίζω ότι θα μπορέσω να το κάνω. Οι αναμνήσεις εκφράζονται στην ομιλία και η ζωή δεν είναι μόνο ασπρόμαυρη».

Η Καμπαγιέ ήταν παντρεμένη με  τον Ισπανό τενόρο Μπερναμπέ Μαρτί το 1964. Απέκτησαν δυο παιδιά. Όπως προαναφέραμε η κόρη τους Μονσερά Μαρτί είναι επίσης σοπράνο της όπερας