fbpx

«Μια γυναίκα πέρασε. Ήταν η Σοφία Βέμπο!» Της Σμαράγδας Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου

κι όσο μπορείς κρατήσου

και στα παλιά παπούτσια σου,

γράψε όσα λέν οι εχθροί σου.»

(Στίχοι Μίμη Τραϊφόρου, μουσική Μιχάλη Σουγιούλ, ερμηνεία Σοφία Βέμπο)

Πόσο επίκαιροι είναι οι παραπάνω στίχοι του τραγουδιού της Βέμπο σήμερα, που η Άγκυρα διατηρεί την ένταση στο Αιγαίο και πόση συντροφιά κάνει στην εθνική μας μοναξιά. Μπορεί να συμπληρώθηκαν τέσσερις δεκαετίες από τότε που μας άφησε «η τραγουδίστρια της Νίκης», όπως είναι ευρέως γνωστή, χαρακτηρισμό που της απέδωσαν οι Άγγλοι, αλλά η φωνή της είναι πάντα εδώ για να μας στηρίζει στις δύσκολες στιγμές, δίνοντας κουράγιο και να μας ψυχαγωγεί στα γλέντια και στις χαρές μας.

Η κορυφαία τραγουδίστρια και ηθοποιός με καταγωγή από την Θράκη, κόρη φτωχών καπνεργατών κατάφερε να σφραγίσει με την καλλιτεχνική της παρουσία, τη θεατρική και μουσική μας ιστορία, πριν φύγει στις 11 Μαρτίου 1978. Το όνομά της είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το Έπος του 40 και όχι μόνο.  

Η Βέμπο ήταν αγωνίστρια σε όλη της τη ζωή. Δεν λύγισε ούτε στις πιο μαύρες στιγμές της Κατοχής και πολλά χρόνια μετά, έδωσε άσυλο στους κυνηγημένους από τη χούντα φοιτητές στα γεγονότα του Πολυτεχνείου στα 1973, ανοίγοντάς τους την πόρτα του διαμερίσματός της στη συμβολή των οδών Πατησίων και Στουρνάρη για να τους κρύψει και να τους περιθάλψει.

Ωστόσο η ίδια δεν επέδειξε έπαρση ή ικανοποίηση για όλα αυτά και το 1969 σε μια συνέντευξή της στην ΥΕΝΕΔ και στον δημοσιογράφο Ανδρέα Μαμάκη δήλωσε, ότι δεν είχε προσφέρει τίποτα σημαντικό στον πόλεμο, αφού συνάνθρωποι της είχαν χάσει χέρια και πόδια αγωνιζόμενοι για την ελευθερία της Ελλάδος.

Είχε πει αυτολεξεί: «Σ’ εκείνο τον πόλεμο όλοι έδωσαν τη ζωή τους. Τα πόδια τους, τα μάτια τους, τα χέρια τους, την υγειά τους. Εγώ τι έδωσα; Τη φωνή μου, που καλή ή κακή, την έχω ακόμα ακέραιη και ζωντανή. Δεν μου χρωστάει λοιπόν τίποτα ούτε το ελαφρό τραγούδι, ούτε η Ελλάδα. Εγώ τους χρωστάω τα πάντα, γιατί αυτά με κάνανε Βέμπο».

Το ’40, γούρικη χρονιά για τη Σοφία Βέμπο,  θα γνωρίσει και τον άντρα που σημάδεψε τη ζωή της, το Μίμη Τραϊφόρο συγγραφέα και στιχουργό. Πολύχρονη και ταραχώδης σχέση που θα καταλήξει σε γάμο μόλις τον Οκτώβρη του 1957.  Τέσσερα χρόνια μετά  θα υιοθετήσουν ένα κοριτσάκι τη Χάιδω.

Είχα την τύχη να γνωρίσω τον αγαπημένο της, το Μίμη Τραϊφόρο και να συνδεθώ μαζί του με προσωπική φιλία από τότε  που φοιτούσα στο πρώτο έτος της σχολής δημοσιογραφίας. Θυμάμαι, πως μου μιλούσε ώρες ατέλειωτες για τη Σοφία του στα ταβερνάκια της Λαμπρινής που συχνάζαμε αδιαφορώντας, αν πλήγωνε τη νέα του σύντροφο την Κρύσταλ Τσίχλα, την τραγουδίστρια με το πιο όμορφο χαμόγελο που στη δεκαετία του ’60 ξεσήκωνε την κοσμική Αθήνα αλλά και το παλάτι, που την έβαλε στο πλάι του λίγα χρόνια μετά τον θάνατο της Σοφίας Βέμπο.

«Χωρίζαμε, τα φτάχναμε, τα ξαναφτιάχναμε… Η Σοφία  ήταν η γυναίκα της ζωής μου»  μου έλεγε και μου ξανάλεγε ο μποέμ ποιητής, που έκανε τη Βέμπο να τον περιμένει 19 χρόνια έως ότου χορέψουν το χορό του Ησαΐα.

Έμαθα άγνωστές πτυχές από τη ζωή της Βέμπο κοντά στο Μίμη Τραϊφόρο, αφηγούμενος πολλές συγκινητικές ιστορίες, όπως αυτή που γράφτηκε για το τραγούδι: «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά». Το τραγούδι, που εμψύχωσε το λαό μας για να ξεπεράσει τους φόβους και τους δισταγμούς στους αγώνες ενάντια στους εχθρούς της πατρίδας.

Τον διάλογο που ακολουθεί τον άκουσα πολλές φορές δια στόματος Μίμη Τραϊφόρου. Τον έχω αποστηθίσει, πια. Υπάρχει και στο βιβλίο με τον τίτλο: «Βέμπο Τραϊφόρος μια ζωή», από τις Εκδόσεις Σμυρνιωτάκη.

«Έμαθα πως γράφεις ωραίους στίχους. Θέλω να μου γράψεις ένα πολεμικό τραγούδι».

«Πρώτη μου φορά» της είπα, «βλέπω θεούς να ζητάνε χάρη από κοινούς θνητούς».

Μα εκείνη σοβαρή και λιγομίλητη μου είπε κοφτά:

«Άστα αυτά. Άστα αυτά, ξέρεις πολλά. Τραγούδι μπορείς να μου γράψεις; Αν μπορείς, γράφτο επάνω στη «Ζεχρά» του Σουγιούλ, μου αρέσει πολύ η μουσική της».

«Θα προσπαθήσω», υποχώρησα…χαμένος.

Στη διάρκεια της παράστασης το σκάρωσα. Ποιο τραγούδι ήταν αυτό;  Το «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά»… Όταν της το διάβασα βούρκωσε.

«Μπορώ να σου δώσω ένα φιλί» μου είπε συγκινημένη;

«Ρωτιούνται τέτοια πράγματα» της λέω, «Άντε κοπάνα το να τελειώνουμε…»

Το φιλί της ήταν ένα καθαρό και τίμιο φιλί θαυμασμού. Έτσι το δέχθηκα και τέτοιο ήταν.

«Με αυτό το φιλί θα περάσω κανά χρόνο», της είπα πονηρόγλυκα .

«Ε, τότε να σου δώσω κι άλλο ένα να περάσεις δυο χρόνια», μου απάντησε εύστροφα και γλυκά η Σοφία. Με ξαναφίλησε και μου χαμογέλασε. Κι άνοιξαν οι ουρανοί και γιόμισα ήλιους και γαλανές υποσχέσεις. Έτσι γράφτηκε το «Παιδιά της Ελλάδος που στάθηκε το μοιραίο τραγούδι, που αναστάτωσε τη ζωή μου και τη ζωή του μαχόμενου έθνους!

 

Η τραγουδίστρια και ηθοποιός, Έφη Μπέμπο, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα (το καλλιτεχνικό όνομα «Βέμπο» της δόθηκε από τον Πόλ Νορ), ξεκίνησε την καλλιτεχνική της πορεία τυχαία το 1930, τραγουδώντας σ’ ένα ζαχαροπλαστείο της Θεσσαλονίκης για να συνεισφέρει οικονομικά στο σπίτι της. Η δισκογραφική εταιρία Κολούμπια, αρνήθηκε να ηχογραφήσει τραγούδια της, επειδή η φωνή της δεν είχε το «στυλ» της εποχής. Δέχτηκε όμως η εταιρία Παρλοφόν και μετά την επιτυχία του δίσκου της «Μη ζητάς φιλιά»,  η Κολούμπια προσέγγισε την Βέμπο,  με συμβόλαιο μεγάλης περιόδου.

 

Η πρώτη της κινηματογραφική δουλειά, έγινε στην Αίγυπτο το 1938. Προσκεκλημένη για να τραγουδήσει στο «Γκράν Τριανόν», ως σούπερ Ελληνίδα ντίβα της εποχής, δέχεται την πρόταση ενός μεγάλου κινηματογραφικού παραγωγού του Τόγκο Μιζράχι, να γίνει η μούσα του στην νέα του ταινία «Η Προσφυγοπούλα».

Η Σοφία Βέμπο μεσουράνησε από  την περίοδο του μεσοπολέμου μέχρι και τη δεκαετία του 1950. Και ενώ η καριέρα της βρισκόταν στο ζενίθ, το 1947 φεύγει για την πόλη του Φωτός και αμέσως μετά για τις ΗΠΑ. Στη Νέα Υόρκη εμφανίζεται  στο Κάρνεγκι Χολ.Το θέατρο χωρητικότητας 3000 θέσεων  θα γεμίσει και θα χωρέσει και 500 θεατές επιπλέον. Η Βέμπο τραγουδά χωρίς μικρόφωνο σαράντα τραγούδια. Οι κριτικές στον ομογενειακό Τύπο αλλά και στους New York Times και στην New York Herald Tribune είναι εγκωμιαστικές. Τα έσοδα των συναυλιών δόθηκαν στη συνέχεια στις ελληνικές κοινότητες. Το 1948 θα βρεθεί για δεύτερη φορά, στο Κάρνεγκι Χολ. Οι εφημερίδες τη συγκρίνουν με την Μάρλεν Ντίτριχ.

Τέσσερις δεκαετίες και δεν έσβησε από τη μνήμη του λαού μας, ενώ τη λάτρεψαν και οι νεότερες γενιές που γνώρισαν τα τραγούδια της από τους δικούς τους, αλλά και από τη Μαρινέλλα. Αναφέρουμε ενδεικτικά τα:  «Λόντρα, Παρίσι, Αθήνα», «Ας ήταν για λίγο», «Είσαι ο παράδεισος και η κόλαση μου», «Μισιρλού»  «Αθήνα και πάλι Αθήνα», «Ζεχρά» , «Η ταμπακέρα», «Μαύρα μου μάτια», «Μη ζητάς φιλιά», «Σ’ αγαπώ»,  «Αντίο, Πόσο λυπάμαι», «Ο Άνθρωπός μου», «Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά», «Αφήστε με να πιω», «Σ’ αγαπώ και μ’ αρέσ’ η ζωή», «Άσε τον παλιόκοσμο να λέει», «Η θεια μ’ η Αμιρσούδα»,  «Να με παίρνανε τα σύννεφα» , «Στη Λάρισα βγαίνει ο Αυγερινός», «Μια γυναίκα πέρασε». Δισκογραφικές ερμηνευτικές επιτυχίες της που την καθιέρωσαν σαν την καλύτερη του ελαφρού τραγουδιού ερμηνεύτρια.

Στη φετινή επέτειο η Νάντια Καραγιάννη παρουσίασε  την άγνωστη αλλά και πολύ γνωστή μουσική ιστορία της Σοφίας Βέμπο, στο Διεθνές Καλλιτεχνικό Κέντρο Athenaeum -Maria Kallas. Με το νοσταλγικό ταξίδι της Νάντιας στο χρόνο, οι παλαιότεροι θυμήθηκαν και οι νεότεροι διδάχτηκαν την αξία και την επικαιρότητα όλων αυτών των τραγουδιών που δεν μπόρεσε να φθείρει ο χρόνος. Η δημοφιλής ερμηνεύτρια αγκαλιάζοντας τα μεγάλα αυτά ιστορικά τραγούδια, έδωσε  μια νέα διάσταση στο μύθο που λέγεται Βέμπο, επαναλαμβάνοντας μονότονα

«Κάνε κουράγιο Ελλάδα μας».