Με αφορμή το νέο βιβλίο του Γεώργιου Τζιτζικάκη «Αντίο δεν είπα, ακόμη ΖΩ», του Νάσου Καββαθά

Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

jokersbonus@yahoo.com

«Στο σημερινό, ξεχαρβαλωμένο τοπίο του ελληνικού βιβλίου περιπτώσεις σαν αυτή του συγγραφέα Γεώργιου Τζιτζικάκη τσακμακώνουν τις σπίθες τους φλερτάροντας με τις πιθανότητες»

Από τη δεκαετία του ’90 η ηλιθιότητα πήρε οριστικά το πάνω χέρι στο mainstream. Τώρα πια, γενικά: οποιοδήποτε αληθινό ταλέντο έχει σχεδόν επίσημα ανακηρυχθεί ως αχρείαστο, λες και η γνώση είναι πια ανακηρυγμένα περιττή, τώρα είν’ η εποχή που ο καθένας δηλώνει τσαρλατάνικα ότι ιδιότητα του κατέβει στο ακατοίκητο τσερβέλο του: «ηθοποιοί», «σκηνοθέτες», «μουσικοί», «συγγραφείς» κ.ο.κ. που αξίζουν όσο άλλη μια πορδή μεταλλαγμένης αγελάδας εις βάρος του όζοντος της ατμόσφαιρας. Κι όλα αυτά τα νούμερα, ορδές ολόκληρες από τέτοια, παίρνουν ύφος και πόζα και δίνουν ηλίθιες συνεντεύξεις στις εξίσου μεταλλαγμένες αγελάδες της ψευτοκουλτούρας που δηλώνουν «δημοσιογράφοι» σε μία άνευ προηγουμένου ανακύκλωση εφήμερης ηλιθιότητας που διανύει την τρίτη solid δεκαετία της και που κάθε χρόνο διπλασιάζεται σε μέγεθος και ένταση μεταξύ faceμπουκωμένων ανθρωποειδών. Η ζωγραφική έπεσε πρώτο θύμα της επέλασης της ηλιθιότητας, δεκαετίες πριν – και δεν μιλάω για υγιείς χομπίστες που αναγνωρίζουν τον ερασιτεχνισμό τους με ταπεινοφροσύνη. (Τι λέω; Υπάρχουν πια τέτοιοι άραγε; Η ταπεινοφροσύνη είναι πια για χλευασμό. Κωμικοτραγικές φιγούρες παντού, βαράνε την τρομπέτα τους διαλαλώντας την ασημασία τους). Η ζωγραφική έπεσε πρώτη και είναι απόλυτα κατανοητοί οι λόγοι. Έτσι, η ηλιθιότητα άρχισε να παρελαύνει θριαμβευτικά στους τοίχους των πλουσιόσπιτων για να κατακτήσει έπειτα σχεδόν οποιοδήποτε άλλο ντουβάρι.

Σύντομα πήρε σειρά ο κόσμος των εκδόσεων, του βιβλίου, που τώρα πια είναι πλημμυρισμένος από τις πιο απίστευτες βλακείες, υπερδιαφημισμένες μάλιστα από τους μεγαλοεκδότες. Που και που σπιθίζει και κάποιος ή κάτι με πιθανή αξία αλλά τις περισσότερες φορές παραγκωνίζεται κι αυτό/-ς, για να πάρουν το μερίδιό του κι άλλα πεινασμένα, διψασμένα, λυσσασμένα για κονόμα και δημοσιότητα ζωντανά ανθρώπινα λύματα. Δεν ξέρω αν έχει και μεγάλη σημασία να υπενθυμίσει κανείς, ότι και στο παρελθόν έχουν θριαμβεύσει – εφήμερα – διάφοροι όμοιοί τους. Για παράδειγμα: Έχουν υπάρξει αμέτρητα best sellers από καταβολής του γραπτού λόγου, τα οποία δικαίως ξεχάστηκαν ανεπιστρεπτί (ενώ πολλά που σήμερα θεωρούνται κλασικά και αριστουργήματα είχαν μέτρια αποδοχή ή ακόμη αγνοήθηκαν στην εποχή τους). Μέτρια ή ακόμη και άθλια βιβλία, δίσκοι, περιοδικά, που κάποτε πούλησαν και που σήμερα δεν αξίζουν ούτε μισό βλέμμα, ακριβώς λόγω της μη χρησιμότητάς τους, ξεπερασμένα, άχαρα σταματημένα στο χρόνο. Ίσως μόνο δειγματοληπτικά, κάποια απ’ αυτά να αναφερθούν στο μέλλον ως ελεεινά παραδείγματα «πάτου του βαρελιού», ηλιθιότητες του τύπου «Ο Καϊάφας πηδούσε απαίσια».  

Η λήθη, η εξαφάνιση κάθε ίχνους ύπαρξής τους είναι εγγυημένη – δεν είναι λίγες οι φορές που κουνάς δεξιά-αριστερά το κεφάλι σου βλέποντας παλιές εκδόσεις, μουρμουρίζοντας: «Μα τι σκέφτονταν τότε;..» Ο χρόνος, παρηγορητικά, κάνει ήσυχα το ξεσκαρτάρισμα.

Στο σημερινό, ξεχαρβαλωμένο τοπίο του ελληνικού βιβλίου λοιπόν, περιπτώσεις σαν αυτή του συγγραφέα Γεώργιου Τζιτζικάκη τσακμακώνουν τις σπίθες τους φλερτάροντας με τις πιθανότητες.

Η νέα του συλλογή διηγημάτων «Αντίο δεν είπα, ακόμη ΖΩ»  μόλις κυκλοφόρησε, (εκδόσεις Ωκεανίδα). Οι ρίζες αυτού του βιβλίου υπάρχουν στην προηγούμενη συλλογή διηγημάτων του ιδίου: «Γυναίκα η κόλαση, γυναίκα κι ο παράδεισος» (2012, με εξώφυλλο made by yours truly). Έχει ενδιαφέρον να δει κανείς την εξέλιξη του ανερχόμενου συγγραφέα, καθώς ανάμεσά τους κυκλοφόρησαν τα δύο μυθιστορήματα του, που τον έφεραν να φιγουράρει ψηλά σε πωλήσεις και σε κριτικές. Το ένα είναι το μπεστ-σέλλερ «Τ’ αηδονιού το δάκρυ» (2015) και το άλλο είναι το «Ένα δράμι δύναμης» (2016), δύο βιβλία διαφορετικά μεταξύ τους αλλά εξίσου επιτυχημένα σε πωλήσεις και σε κριτικές. Ένα καλό σημείο γνωριμίας λοιπόν είναι η νέα αυτή συλλογή διηγημάτων.

Γράφει στο οπισθόφυλλο:
«Έντεκα ιστορίες, εμπνευσμένες όλες από ημέρες και νύχτες δύσκολες, σκοτεινές και μοναχικές. Ιστορίες για τον έρωτα και την αγάπη, τη νοσταλγία και την απώλεια, για τους θανάτους που βιώνεις στη ζωή και για τις φορές που βρέθηκες ένα βήμα πιο κοντά στην τρέλα.
Κάποιες πηγάζουν από γνωριμίες με αλλόκοτους ανθρώπους, άλλες είναι βαθιά εξομολογητικές και μερικές υπαγορευμένες εξ ολοκλήρου από τη φωνή που μιλάει μέσα στο κεφάλι κάθε ανθρώπου. Όπως και να έχει, σας κοιτάζουν κατάματα δίχως να επιχειρούν να σας αποδείξουν κάτι· θέλουν μονάχα να σας διηγηθούν μια ιστορία, ψιθυρίζοντάς σας πως υπάρχει και αυτή η εκδοχή της.»

«Ζητείται Ελπίς» όπως θα έλεγε ο Αντώνης Σαμαράκης.

Υ.Γ.: Η ευχή «Καλοτάξιδο» που βλέπω συχνά (κάτω από κυκλοφορίες) είναι τουλάχιστον κακοήθεια. Άκου: «Καλοτάξιδο»;! Είναι σα βρισιά εκφρασμένη από αναγνώστριες gossip, χειρότερα: σαν κατάρα. «Καλοτάξιδο». Πες «Συγχαρητήρια» αντ’ αυτού ή καλύτερα: μην σχολιάσεις τίποτα, (αφού δε σκοπεύεις να το αγοράσεις), έτσι κι αλλιώς ό,τι κι ό,τι σκαμπάζεις από γραπτό λόγο είναι: αναλύσεις ζωδίων από υπέρβαρες ή και παραμορφωμένες από τις πλαστικές- απατεώνισσες, ή κουτσομπολιά, συνεντεύξεις από κατά φαντασίαν «διασημότητες» της σεζόν.

Το ταξίδι ενός βιβλίου θα έπρεπε να είναι ένα: από το βιβλιοπωλείο σε ένα σπίτι για να αναγνωστεί.

Κι αν αξίζει το χαρτί και το μελάνι του, τότε να μείνει στο σπίτι και να διαβαστεί από άλλους ή να δανειστεί, παρακαλώ μόνο να επιστρέφετε τα δανεισμένα βιβλία! Αλλιώς, αν αποδειχτεί ότι δεν είναι του γούστου εκείνου που το αγόρασε ή που το δέχθηκε ως δώρο, υπάρχει και το Μοναστηράκι και τα άλλα παζάρια, όπου μπορείς να το μεταπωλήσεις, ανταλλάξεις με άλλα βιβλία ή αντικείμενα ή να το δωρίσεις εντέλει σε κάποιον/-α που θεωρείς ότι θα του ταιριάξει καλύτερα. Δε χάνεις με το βιβλίο.