fbpx

Μαρίνα Παπαγεωργίου μια συζήτηση με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…και η ανθρώπινη φύση και ο χρόνος φέρνουν κάποια στιγμή στην επιφάνεια και τις γλυκιές ή τις γλυκόπικρες γεύσεις. Αυτή είναι η δύναμη του ανθρώπου που συνεχίζει και ας είναι πραγματικά μισοάδειο το ποτήρι»

Η Μαρίνα Παπαγεωργίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1965 και μεγάλωσε στην Κυψέλη. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η επαγγελματική διαδρομή της ξεκίνησε από τη μετάφραση, συνεχίστηκε στην εφημερίδα Η Καθημερινή και –από το 1996– εργάζεται στο αεροδρόμιο της Αθήνας, όπου είναι υπεύθυνη του Γραφείου Τύπου. Κείμενά της δημοσιεύονται σε ηλεκτρονικά μέσα. 

«Η Γλυκιά Πενικιλίνη» είναι το πρώτο βιβλίο της.

Αναρωτιέμαι κ Παπαγεωργίου Πότε τις φτιάξατε, τις δημιουργήσατε στο μυαλό σας  αυτές τις 14 ιστορίες σας; Ίσως καθ’ οδόν προς το Αεροδρόμιο (σς την …κανονική  δουλειά σας) ένα βροχερό πιεσμένο, πρωινό, ένα ανοιξιάτικο χαλαρό  βραδάκι ή …

Παράλληλη «πτήση». Παντός καιρού. Με ήλιο ή με βροχή, οι ιστορίες ήταν «εκεί» καθημερινά. Η συγγραφή, ζώντας ταυτόχρονα τη ροή μιας «κανονικής» -και απαιτητικής- δουλειάς, έβρισκε το χώρο και το χρόνο της. Η αλήθεια είναι πως με τις αφηγήσεις κοιμόμουν και με αυτές ξυπνούσα. Δημιουργεί κανείς χρόνο για να γράψει. Η «πτήση» ήταν στον αέρα και δεν άφηνα από τα χέρια μου το πηδάλιο. Δύσκολη ισορροπία αλλά πολύ επιθυμητή. Αρκετές πάντως από τις ιστορίες -η πλειονότητα μάλλον- ήταν μετα-μεσονύκτιες. Υποψιάζομαι πως, μετά το γράψιμο, πολλές προσθήκες και ιδέες -και πολλές «λύσεις» και ανατροπές- ήρθαν την ώρα των ονείρων.

Νοσταλγία αποπνέουν οι σελίδες του βιβλίου σας. Και μια παιδική ματιά έντονη. Κοιτάζοντας πίσω τι λέτε;  Όλα ήταν λίγο, πιο ανθρώπινα «πιο παστέλ» από τα τωρινά;

Πάντα έτσι δεν μας φαίνονται τα πράγματα όταν κοιτάζουμε πίσω στο χρόνο; Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν φανταζόμαστε τις εποχές που δεν έχουμε βιώσει παρά μόνο αμυδρά, γιατί τις κουβαλάμε μέσα μας. Το παρελθόν, τη δύναμη της μνήμης και την επιμονή της παιδικής μνήμης, αυτά τα αντιμετωπίζω ως ενέργεια δυναμική και δημιουργική για το σήμερα. Όχι ως αδράνεια, παρελθοντολογία και άγονη νοσταλγία. Η καθημερινότητα χρειάζεται νομίζω αυτή τη φρεσκάδα που μεταγγίζει αυτό που νομίζουμε πως είναι παρελθόν, την παιδική ματιά και τη φαντασία – που νομίζουμε πως την έχουμε χάσει, αλλά είναι πάντα παρούσα.

Και πότε αποφασίσατε να μοιραστείτε μαζί μας πράγματα; Πότε είπατε μέσα σας «Τόχω !! Θα γράψω!»

Τα θαυμαστικά του ενθουσιασμού στο μυαλό μου ήταν αρχικά για ό,τι μοιραζόμουν με τον εαυτό μου και για τη χαρά της μοναχικής κατάδυσης στη γραφή. Τότε είπα «επιτέλους!», όταν εγκατέλειψα την αποσπασματική και γεμάτη ασυνέχειες σχέση μου με το κείμενο. Όταν τα κείμενα ένιωσα πως έγιναν ιστορίες, τότε ξεκίνησε ο ενθουσιασμός της μοιρασιάς.

Όταν βάλατε τελεία στην πενικιλίνη τι αισθανθήκατε; Ανακούφιση, μια μικρή μελαγχολία;

Χαρά. Αυτό ήταν το συναίσθημα. Η τελεία μπήκε μετά από … αρκετές ψευδο-τελείες και μετά από ένα μεγάλο ερωτηματικό αν πράγματι υπάρχει ποτέ τελεία. Την απόφαση να κλείσει εκεί ο κύκλος – άρα «τελεία εδώ» – τη διέψευσε ένα ακόμα διήγημα που «γεννήθηκε» στη συνέχεια, εντάχθηκε στην έκδοση και ενώθηκε με τη «Γλυκιά Πενικιλίνη». Τότε μπήκε και η «κάτω τελεία». Με χαρά.

Αφιερώνετε το πρώτο σας βιβλίο στην Αθηνά. Στην κόρη σας; Και είναι αυτή, ίσως, που πρωτοδιαβάζει τα γραπτά της μαμάς της;

Είναι σίγουρα εκείνη που πρωτοδιαβάζει τις διαθέσεις της μαμάς της! Ακόμη και αν ζει σε άλλη πόλη τώρα, η Αθηνά με διαβάζει σαν ανοιχτό βιβλίο. Κάποιες σελίδες που διάβασε πριν γίνουν το βιβλίο «Γλυκιά πενικιλίνη» και οι κουβέντες που κάναμε μετά, ήταν οι πιο γλυκιές στιγμές.

Γράφετε κάπου: «Ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποιούσε πως κάτι  αλησμόνητα γλυκό υπάρχει πάντα στις στιγμές πενικιλίνης της ζωής ακόμα και στις πιο πικρές». Και λέω να διαφωνήσω μαζί σας ..Κάποιες στιγμές είναι μόνο αβάσταχτες, έτσι δεν είναι;

Δεν θα διαφωνήσουμε. Αβάσταχτες, ναι. Συντριπτικές. Ωστόσο, φαίνεται πως τις «βαστάμε». Συνήθως. Και η ανθρώπινη φύση και ο χρόνος φέρνουν κάποια στιγμή στην επιφάνεια και τις γλυκιές ή τις γλυκόπικρες γεύσεις. Αυτή είναι η δύναμη του ανθρώπου που συνεχίζει και ας είναι πραγματικά μισοάδειο το ποτήρι.

Στην τελευταία πάλι ιστορία  ο άκληρος ιδιόρρυθμος θείος σας, προτρέπει: «Να αλληλογραφείς τακτικά μικρή μου. Με γράμματα, σημειώματα, σήματα μορς, με όποιον τρόπο θέλεις …». Τώρα λοιπόν που οι καιροί άλλαξαν παντελώς, τι νομίζετε; Η ηλεκτρονική επικοινωνία αντικατέστησε σε αμεσότητα, η ζεστασιά τα γράμματα; Και δη αυτά με το «παλιό αμερικάνικο γραμματόσημο που έδειχνε έναν Αμερικανό  πρόσκοπο»;

Αν ο άκληρος ιδιόρρυθμος θείος είχε «τοποθετηθεί» στην αφήγηση στη σημερινή εποχή, τότε θα είχε συμπληρώσει και το «με SMS, με μηνύματα στο messenger, με όποιον τρόπο θέλεις …». Η εκτενής αλληλογραφία, ναι, πράγματι θεωρώ πως είναι ένα, όχι απλώς ζεστό, αλλά και πολύ αποκαλυπτικό πράγμα, τόσο για τον αποστολέα όσο και για τον αποδέκτη. Ωστόσο, ακόμα και η σημερινή ελλειπτική και αποσπασματική γραπτή ανταλλαγή είναι επίσης άμεση έκφραση και δεν παύει να είναι επικοινωνία και ανάγκη. Και μάλιστα «τρέχει» χωρίς μεγάλη αναμονή. Ίσως και ο φανταστικός θείος θα το λαχταρούσε αυτό! Φυσικά, το να «διαβάζεις ανάμεσα στις -λίγες- γραμμές» κρύβει κάποιους κινδύνους και είναι συχνά θαύμα πώς καταφέρνουμε να συνεννοηθούμε!

Κλείνοντας, μια καθημερινή μέρα σας, εκτός γραπτών, πώς είναι κ Παπαγεωργίου; και τι σας αποφορτίζει μια ζόρικη ώρα;

Οι συνηθισμένες «εξωσχολικές» συνήθειες που μας βοηθούν να αποδρούμε την κατάλληλη στιγμή.  Και κάτι ακόμα, όπως το είχα διαβάσει κάποτε σε ένα αγγλικό κείμενο: The Fine Art of Doing Nothing.