«Κύριε Κραουνάκη…» Γράφει η Νότα Διαμαντοπούλου.

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

«Όταν έχω εσένα» και τον έχω πάντα. Στο μυαλό και στην ψυχή. Μέσα από τα τραγούδια, τη μορφή της αθωότητας, της νοσταλγίας, του πριν και του τώρα, αλλά πρωτίστως του ες αεί, που περνάει μέσα απ την τέχνη του.  Αφού έχω δει τον κύριο «ταχωνίδη”, στο 10λεπτο, του «Κόκκινου»,  λέω να τον πάρω ένα τηλεφώνημα να πούμε λίγο για στιλ. Διότι διερωτώμαι,  αν θες να μιλήσεις για το ρημαδοστιλ, σε ποιον θα απευθυνθείς;  Όχι βέβαια σε καμιά καλιαρντοκούκου τηλεπερσόνα.

Τον συναντάω στο κομμωτήριο του Πραπόπουλου του Γιώργου στο Κουκάκι. Φίλος του πάνω από 30 χρόνια, όπου βρίσκεται για την περιποίηση της κόμης. Σημείωση: Πολύ κοντά τα έκανες, τέλος πάντων. Με το που τον βλέπω τον ρωτάω γιατί όσο μεγαλώνει ομορφαίνει; «Γιατί ομορφαίνει η ψυχή, φεύγουνε τα κόμπλεξ, δεν έχω απωθημένα και έχω επιθυμίες».

 Και μπαίνουμε κατευθείαν στο ψητό (ο χρόνος περιορισμένος, αν και η μισή ώρα έγινε περίπου 1,5). «Κατ αρχήν η μαμά. Ήταν πάρα πολύ νοικοκυρά και με το τίποτα έκανε ρούχα, πλεκτά, υφαντά και επαγγελματικά κάποια διαστήματα, σε πολύ μεγάλα μαγαζιά της Αθήνας, όπου της έφερναν τα πρωτότυπα απ τες Ευρώπες και η μαμά τα έκανε  καλύτερα». Υπάρχει ένα σύντομο χιουμοριστικό διάλειμμα, απ το παιδί που του φέρνει τον καφέ και γκρινιάζει για το αίτημα φιλίας στο facebook.

 «Μετά τη μαμά, επιδιορθώσεις. Κόλλα τσόντες, άλλαξε τσέπες, με το τίποτα».

Το ‘93 βγαίνει στη δουλειά με την Άλκηστη. Εκεί πηγαίνει στο Μάρκελλο Νύκτα. «Ο Μάρκελλος βρήκε το στιλ μου, σ αυτό που λέμε ακριβό ρούχο. Φαρδιά παντελόνια στα οποία ντεκουπάριζε στενότερα ρούχα. Η τρίτη μεγάλη βοήθεια ήταν με τα La Stampa».

Στη συνέντευξη τύπου, στο Ιλίσια-Βολανάκης που σκηνοθετεί φέτος την παράσταση «Η τεραστία κοινωνική σημασία των βλάκων εν τω συγχρόνω βίω», τον είχα δει να φορά μια υπέροχη σαλοπέτα. «Κάποια στιγμή άρχισα να σχεδιάζω κι εγώ».  Να την λοιπόν η σαλοπέτα.  Θυμάμαι πως μου είχαν κάνει εντύπωση τα παπούτσια στο «Μπεεε!!!» Και η απορία λύνεται. «Επειδή έχω ένα θέμα στο δεξί μου πόδι, έχω βρει έναν εξαιρετικό κύριο στο Περιστέρι, τον Γιώργο Παπαδόπουλο, του οποίου ο παππούς, έφτιαχνε παραγγελία τα παπούτσια της Κάλλας. Ο κύριος Παπαδόπουλος μου φτιάχνει καταπληκτικά ζευγάρια, με πάρα πολύ μαλακά δέρματα και πάτους και έτσι είναι σαν να μη φοράω σχεδόν παπούτσι».

Κάθε Δευτέρα ο Σταμάτης και τα παιδιά του βρίσκονται στη Σφίγγα. Το δικό του κοστούμι, σχεδίασε ο Κώστας Κουβάτσος. Σαν ντύνεται για την παράσταση τι; «Αναισθησία. Τα ρούχα τα φοράω χωρίς να αισθάνομαι πως το κάνω. Δηλαδή μπορώ να κάνω ρούχο και μια κουβέρτα». Και στο σπίτι, το χώρο της λευτεριάς του; «Στο σπίτι υπάρχει το ρούχο τσιτσίδι! Και πολλά πανιά αριστερά- δεξιά μη χτυπήσει κανά κουδούνι. Πολύ κελεμπία, πολύ όχι ντύνομαι. Αρκεί να ναι πιο φαρδιά τα ρούχα από μένα».

Μετά η κουβέντα κύλησε σε φιλίες, έρωτες. «Οι φιλίες κάνανε το θέμα. Μου χάρισε η Άννα Μακράκη ένα κομμάτι ύφασμα από ένα φουστάνι της μάνας της, κεντημένο πάνω σε μετάξι. Το έφτιαξα τσέπη σ ένα πουκάμισο. Αυτά είναι πια, πως φοράμε εμείς το συναίσθημα».

Το άτιμο το συναίσθημα και το πολύτιμο τρίκυκλο, το Piaggio, με αυτό κυκλοφορεί στην Αθήνα ανταλλάσοντας καλημέρες με τον κόσμο. Για να μην κουραστώ, σήκωσα φούστα, ανέβηκα μηχανή και με άφησε σπίτι μου. Τον φίλησα γλυκά και του είπα πως τον αγαπώ, χωρίς να ξέρω γιατί. Μετά στο σπίτι, πλένοντας πιάτα και μαγειρεύοντας φασολάκια, το βρήκα…

Είναι το παιδί που δεν αξιώθηκα, αλλά το έχω μέσα μου. «Είστε η μουσική, ενώ η μουσική διαρκεί», Κύριε Κραουνάκη.