Κόκκινο Σπουργίτι

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

«Κόκκινο Σπουργίτι»                        

(Red Sparrow)

 

  • Είδος: Κατασκοπευτική περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Φράνσις Λόρενς
  • Με τους: Τζένιφερ Λόρενς, Τζόελ Έτζερτον, Ματίας Σένερτς, Τζέρεμι Άιρονς, Μαίρη–Λουίζ Πάρκερ, Σάρλοτ Ράμπλινγκ, Σεργκέι Πολούνιν
  • Διάρκεια: 140’
  • Διανομή: Odeon

Ο συγγραφέας του «Κόκκινου Σπουργιτιού», Τζέισον Μάθιους, έπειτα από την 30χρονη θητεία του στην CIA (βάσει βιογραφικού σημειώματος) και κατά την χαλαρή διάρκεια της σύνταξης του σκέφτηκε το αυτονόητο: Αντί να ξοδεύει τον καιρό του κουρεύοντας το γκαζόν, παίζοντας μπίνγκο ή να ψαρεύει πέστροφες, προτίμησε να αξιοποιήσει εποικοδομητικά τον άφθονο, ελεύθερο χρόνο του, επιστρατεύοντας τις πολύτιμες εμπειρίες του από την υπηρεσία και να αρχίσει το γράψιμο κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων. Το «Κόκκινο Σπουργίτι» είναι το πρώτο βιβλίο μιας ψυχροπολεμικής τριλογίας που περιλαμβάνει τα βιβλία: «Red Sparrow», «Palace of Treason», και «The Kremlin’s Candidate», όπου στηρίζεται και το σενάριο της ταινίας, βάζοντας στο επίκεντρο της πλοκής το γυναικείο παιχνίδι της σαγήνης και της ερωτικής αποπλάνησης. Αρχαία τέχνη, πάντα επιτυχημένη, που την έκαναν σχολείο οι Σοβιετικοί, στρατολογώντας όμορφες, Καυκάσιες κοπέλες, εκπαιδεύοντας τες, μάλιστα, σε πόρνες πολυτελείας, άδειες από συναίσθημα, ικανές όμως να γαντζώνουν στο ηδονικό τους αγκίστρι επιλεγμένους στόχους. Τα «Σπουργίτια», όπως ονομάζονται, δεν είναι μάχιμοι πράκτορες του όπλου, των πολεμικών τεχνών και των εκτελέσεων, αλλά μαστόρισσες στο ξελόγιασμα και ασχολούνται με το θύμα τους μέχρις ενός επιπέδου, μέχρι να αναλάβουν οι σκοτώστρες των μυστικών υπηρεσιών. Προφανώς υπήρχαν στην εποχή του ψυχροπολεμικού νταβαντουριού και, μάλλον, υπάρχουν μέχρι σήμερα τέτοιου είδους «όπλα» στις μάχες των κατασκόπων, για να το περιγράφει με πάσα λεπτομέρεια και ακρίβεια ο κυρ- Μάθιους, ο δεν ξέρω ΄γω τι άνθρωπος της CIA ήταν.    

Η Ντομινίκα (Τζένιφερ Λόρενς, κι εδώ βάζει τα δυνατά της) είναι πρίμα μπαλαρίνα των Μπολσόι. Πειθαρχημένη, άριστη χορεύτρια, άψογη στην δουλειά της είναι το καμάρι της μεγάλης καλλιτεχνικής οικογένειας των ρωσικών μπαλέτων. Ο χαρακτήρας της είναι ατσάλινος, αυστηρός για να μπορέσει να επιβιώσει στον τεράστιο ανταγωνισμό του χώρου της και να σταθεί στην κορυφή, πολλές φορές την μεταμορφώνει σε μια κυνική και ψυχρή γυναίκα. Φροντίζει την αγαπημένη, άρρωστη μητέρα της και η επιτυχία στην μεγάλη σκηνή των γνωστών μπαλέτων της Ρωσίας είναι δεδομένη με αποτέλεσμα να δημιουργήσει έχθρες, που θέλουν να την ρίξουν από το βάθρο της πρωτιάς. Ένα στημένο ατύχημα την ώρα της παράστασης, από μια συνάδελφο την στιγμή που χορεύει με τον Κονσταντίν (ο χορευτής Σεργκέι Πολούνιν σε δεύτερη κινηματογραφική εμφάνιση μετά το «Έγκλημα στο Όριαν Εξπρές»), καταστρέφει το πόδι της και βγαίνει εκτός μπαλετικών δραστηριοτήτων δια παντός. Τα πολλά σέα και τα μέα, οι ειδικές περιποιήσεις και οι ιατρικές παροχές από τον οργανισμό των Μπολσόι κόβονται μαχαίρι με κίνδυνο να χάσει την μητέρα της. Η Ντομινίκα εκδικείται ψυχρά και βίαια την αντίζηλο και τον εραστή της χορευτή, σακατεύοντας τους στο ξύλο, κι εδώ μπαίνει στον χορό ο θείος Βάνια (Ματίας Σένερτς, καλός), που εργάζεται στην SVR – μυστικές υπηρεσίες της Ρωσικής Ομοσπονδίας -προτείνοντας στην αποφασιστική και συνάμα απελπισμένη ανιψιά του εργασία και μέλλον για να σώσει την μητέρα της. Μια απλή αποστολή ξελογιάσματος ενός Ρώσου ολιγάρχη καταλήγει σε λουτρό αίματος και αμέσως η πρώην δοξασμένη χορεύτρια βρίσκεται στα χέρια της τραχιάς εκπαιδεύτριας «Σπουργιτιών», Μάτρον (Σαρλότ Ράμπλινγκ, καλή). Η Ντομινίκα, θέλοντας και μη, για να μην στερήσει την φροντίδα της μητέρας της εντάσσεται στο πρόγραμμα και μεταμορφώνεται σε περίφημο, σεξουαλικό εργαλείο, που σκοπεύει στην αποπλάνηση διακεκριμένων αξιωματούχων του «εχθρού». Η ρωσική SVR με αξιωματικό επιχειρήσεων τον παρασημοφορημένο στρατηγό Κορτσνόι (Τζέρεμι Άιρονς, καλός) αναζητά τον Αμερικανό πράκτορα της CIA, Νέιτ Νας (Τζόελ Έτζερτον), ο οποίος Αμερικανός συνεργάζεται με κάποιον άγνωστο, Ρώσο πληροφοριοδότη. Ο πρόεδρος και ο υπουργός Ασφαλείας της Ρωσίας θέλουν τον προδότη στο πιάτο. Στέλνουν την όμορφη Ντομινίκα για να γοητεύσει τον πράκτορα Νας και να βγει το ψάρι-καταδότης στο αφρό.

Να ξεκινήσουμε από την πρωταγωνίστρια, την πιο ακριβοπληρωμένη ηθοποιό του Χόλιγουντ και την πιο πετυχημένη της γενιάς της, την Τζένιφερ Λόρενς (Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου το 2015 για την βασίλισσα της σφουγγαρίστρας στην ταινία «Joy»). Η Λόρενς μπήκε στην καρδιά μου από την εμφάνιση της στην ταινιακή χιλμπιλιά «Στην Καρδιά του Χειμώνα» (Winter’s Bone – 2010). Στην ταινία της Ντέμπρα Γκράνικ η 20χρονη, τότε, Τζένιφερ αποκάλυψε τον ταλαντούχο εαυτό της, που δεν πέρασε απαρατήρητος και στη συνέχεια, ως γνωστόν, απογειώθηκε κινηματογραφικά με την τριλογία (τετραλογία για την μεγάλη οθόνη) των «Παιχνιδιών Πείνας». Από τότε συμμετέχει σε καλοδουλεμένους ρόλους, μόνο που είναι ρόλοι για σταριλίκι. Στο τελευταίο θρησκευτικό κρεσέντο του Ντάρεν Αρονόφσκι «Mother», ψιλοτσαλακώθηκε, αλλά και πάλι βγήκε αλώβητη από την γενικότερη ιουδαϊκή σαλατοποίηση της ταινίας. Ακόμα και το Όσκαρ της στο «Joy» δεν λες ότι είναι από τους ρόλους που καρφώνονται στο καύκαλο σου και δεν τους ξεχνάς. Έτσι και δω. Προσπαθεί φιλότιμα, βγάζει τον ρόλο, κάνει τις υπερβάσεις της και δεν διστάζει να ξεγυμνωθεί τρεις τέσσερις φορές μπροστά στην κάμερα. Πάλι, όμως, ως ερμηνεύτρια προδιαγραφών έχει σκοντάψει σε τραυλό, αλλήθωρο, χωλό, γενικώς προβληματικό σενάριο για mainstream κοινό, με αποτέλεσμα ο υποκριτικός θησαυρός της να πηγαίνει στράφι. Από την άλλη, ο 47χρονος Αμερικανός σκηνοθέτης Φράνσις Λόρενς, των τελευταίων τριών «Παιχνιδιών Πείνας», του «Νερού για Ελέφαντες», του «Ζωντανού Θρύλου» και του κινηματογραφικού του ντεμπούτο, «Κόνσταντιν» ξέρει καλά την Τζένιφερ Λόρενς  στο πως κινείται και αντιδρά στο φακό, όπως γνωρίζει και το πως να στήνει την δράση στο πλάνο. Η ολισθαίνουσα οδός σε αυτή την ταινία είναι, ότι χαρακτηρίζεται κατασκοπευτική περιπέτεια. Ναι μεν το concept λειτουργεί με το νευρικό σύστημα των ταινιών του είδους, αλλά μέχρι εκεί, δε. Η αντιρωσική προπαγάνδα βγάζει μάτι (όλα είναι άθλια στην Ρωσία, ενώ ακόμα και οι αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες έχουν ανθρώπινες συνθήκες εργασίας), η ατμόσφαιρα της ιστορίας είναι επίπεδη, άνευρη και δεν σε συναρπάζει, η πλοκή δεν λυνοδένει εγκεφαλικούς, σκοτεινούς γρίφους που να μυρίζουν αγγλούρα και πρακτορίλα – όσο δαιμόνιο κι αν είναι το γυναικείο μυαλό στο φινάλε της ταινίας – και φυσικά όταν τελειώνει δεν μένει κάτι τις για να το στριφογυρίσεις στους νευρώνες του εγκεφάλου σου, εκτός από το συνεχές τσιτσίδωμα της Λόρενς, εάν κι αυτό δεν είναι ντουμπλαρισμένο. Άσε δε και με αυτή την απροσμέτρητη ανοησία, που Αμερικανοί ηθοποιοί παίζουν Ρώσους και μιλούν αγγλικά με βαριά, ρώσικη προφορά. Πολλοί επιθυμούν να γίνουν χαλίφηδες στην θέση του χαλίφη και ο γραφιάς κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων κυρ-Μάθιους είναι ένας από αυτούς. Δεν είναι, όμως ούτε ο διαυγής και πολυσύνθετος Τζον Λε Καρέ, ούτε ο κοσμοπολίτης Ιαν Φλέμινγκ. Όλη η ταινία είναι η Τζένιφερ Λόρενς (εξ΄ ου και το σταριλίκι), ενώ οι υπόλοιποι βετεράνοι και νεόκοποι ηθοποιοί, απλά στολίζουν το λουλούδι ή το σπουργίτι.