fbpx

Κωστής Παπαγιώργης: Ο Πιο Γλυκός Μισάνθρωπος

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 «Κωστής Παπαγιώργης: Ο Πιο Γλυκός Μισάνθρωπος»       

 

  • Είδος: Ντοκιμαντέρ – προσωπογραφία
  • Σκηνοθεσία – Σενάριο: Ελένη Αλεξανδράκη
  • Μουσική: Νίκος Ξυδάκης
  • Διάρκεια: 92’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment
  • Διακρίσεις: Βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου 20ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

Γράφει η σκηνοθέτις Ελένη Αλεξανδράκη στο σημείωμα της: «Η αγάπη μου για τον Κωστή (που εν ζωή απέφευγε σαν τον διάβολο την όποια προβολή), μου δημιούργησε την ανάγκη να προσπαθήσω να βγάλω στο φως μια σφαιρική εικόνα της τόσο πολυσύνθετης προσωπικότητάς του, η οποία στην ουσία συμπεριλαμβάνει όλη την ελληνική πραγματικότητα, την ίδια την ελληνική ψυχή, σε συνδυασμό με μία εκλεπτυσμένη και εσωτερικευμένη σκέψη που οδηγεί στην αυτογνωσία. Ο Κωστής βλέπει βαθιά και καθαρά μέσα στην “Ανθρώπινη Συνθήκη”. Εμείς, οι φίλοι και οι αναγνώστες του, συνδεόμαστε και “συμβιώνουμε” μαζί του στις εμπειρίες και τα βιώματά του, που μοιράζει γενναιόδωρα μέσα στα βιβλία του. Αναγνωρίζουμε σ’ αυτόν τον εαυτό μας, γιατί τα θέματα του, είτε σχετίζονται με την ακραία μέθη (που τον οδηγεί σ’ έναν πρώτο “θάνατο” και μια “αναγέννησή”), είτε σχετίζονται με τη ζήλια, τη μισανθρωπία, την αγάπη του για το λαϊκό τραγούδι, τα σκυλάδικα, το ποδόσφαιρο, τον Πλάτωνα, το μυθιστόρημα του 19ου αιώνα, την Ελληνική Επανάσταση, τον Χάιντεγκερ, τον Νίτσε, τον Φρόιντ, τον Ντεριντά, τον Μαλαρμέ, τον Παπαδιαμάντη, τον Βακαλόπουλο, κτλ., μιλούν για μας, για την καθημερινότητά μας, για τη σημερινή ζωή μας, για τον αιώνα μας. Το πορτρέτο αυτό είναι μια περιήγηση στη ζωή του δοκιμιογράφου από την παιδική του ηλικία μέχρι τον θάνατό του μέσα από τα ίδια τα γραπτά του».

Η δημιουργός Ελένη Αλεξανδράκη, εκτός από αναγνώστρια του έργου του Κωστή Παπαγιώργη, ήταν φίλη του Κωστή και της γυναίκας του Ράνιας για χρόνια. Ένα έτος μετά το θάνατο του, η σκηνοθέτις στράφηκε ξανά στην ανάγνωση των βιβλίων του και κάπως έτσι γεννήθηκε η ιδέα ενός αφιερώματος στον αγαπημένο της φίλο. Ένας φόρος τιμής στον πασίγνωστο άγνωστο πολιορκητή των τειχών της απάθειας. Διανοητής, αλτρουιστής, ανθρώπινος, ο Κωστής Παπαγιώργης (πραγματικό ονοματεπώνυμο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου – 7 Νοεμβρίου 1947 − Αθήνα, 21 Μαρτίου 2014), ήταν αυτό που λέμε, ο κεραυνός εν αιθρία. Αρκετές ήταν οι φορές που δεν συμφωνούσα με την σκέψη και τα γραφόμενα του, τα οποία πήγαζαν ατόφια από την γαλουχημένη νεότητα του στα ηλιοστάσια της φραγκίας και μετέπειτα ως κατοίκου του κεντρικού, πυρηνικού ατόμου των Εξαρχείων. Αυτό, φυσικά, δεν αναιρεί και δεν μετασχηματίζει την αυθεντικότητα των ιδεών και των απόψεων του, που, κυριολεκτικώς, θαύμαζα, όσο κι αν με οδηγούσαν σε εσωτερικές κραυγές. Επιτυχία είναι αυτό, κάθαρση και λύτρωση για τον κάθε αναγνώστη. Ευθυγραμμισμένος στον απέριττο ιδεαλισμό της κοινωνικής ανάτασης, διακρίνοντας την ανθρώπινη, πνευματική φτώχεια, μεταμορφωνόταν σε άκαμπτο, δωρικού ρυθμού κίονα, γράφοντας τις αλήθειες για την κατάρρευση του νεοέλληνα με σπουδή, πόνο αλλά και σπαρτιάτικη πειθαρχεία. Δεν χαριζόταν καθόλου ο Κωστής Παπαγιώργης, αλλά δινόταν στους ανθρώπους που αγαπούσε. Τέσσερα χρόνια μετά την φυγή του από τον κόσμο των ανθρώπων σε ηλικία 67 χρόνων, πάνω στο άνθος της πνευματικής του διαύγειας, που θα έλεγε και ο Πλάτων, η Ελένη Αλεξανδράκη συνθέτει το πορτρέτο του φίλου της μέσα από το έργο του και τις μαρτυρίες των ανθρώπων που τον γνώρισαν, τον κατανόησαν, τον θαύμασαν και τον αγάπησαν. Καλή η εργασία της Αλεξανδράκη, δομημένο σωστά το ντοκιμαντέρ – προσωπογραφία για μια μορφή που πραγματικά το αξίζει. Άλλωστε δεν έχουμε και πολλούς Παπαγιώργηδες σήμερα. Βέβαια, αυτό το «φιλόσοφος», που πολλές φορές του προσάπτουν, οι πασιφανείς «παρατρεχάμενοι» μοιάζει με φόρτωμα και είναι άκαιρο, βαρύ σαν αρκουδοτόμαρο απομονωτισμού και δεν του αξίζει. Απομακρύνει τον Κωστή από την κοσμική αύρα, κάτι που ποτέ δεν επεδίωκε ο ίδιος. Δεν τον γνώρισα, δεν βρεθήκαμε ουδέποτε, παρότι η σκέψη του παλλόταν έντονα σαν ηλεκτρισμός στα διάφορα έντυπα, παρά μόνο τον διάβαζα ευχάριστα, άνετα, γόνιμα. Κι αυτά που διάβαζα, πανάθεμα τα, κατάφερναν μαγικά να με τοποθετούν και στις δυο όχθες του ορμητικού ποταμού, που επιθυμεί το πέρασμα του. Κι όποιος τον περάσει. Άλλωστε αυτός ο ποταμός της ζωής ποτέ δεν είναι για όλους.