fbpx

Κυριάκος Γιαλένιος, συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«ο έρωτας, είτε στα βιβλία είτε στην ζωή ήταν, είναι και θα είναι η πρώτη ύλη και η κινητήριος δύναμη σε όλα τα επίπεδα. Από το μακελειό στην ευτυχία, ένα φιλί απόσταση»

Ο Κυριάκος Γιαλένιος γεννήθηκε το 1978 στην Θεσσαλονίκη όπου και ζει. Κατά καιρούς αρθρογραφούσε στο περιοδικό «Soul» ενώ τα τελευταία χρόνια εργάζεται στην αλυσίδα βιβλιοπωλείων «Ιανός». Για το μυθιστόρημά του «Η νόσος των εραστών» (εκδόσεις: Μελάνι) ήταν υποψήφιος για το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα το 2012, και υποψήφιος ως Νέος Λογοτέχνης από το Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη το 2011.

Πως αισθανθήκατε κ Γιαλένιε ,όταν ξανα είδατε το πρώτο σας βιβλίο «Η Νόσος των Εραστών» στις προθήκες των βιβλιοπωλείων; Χαρά ,αναμονή, αν, θα αρέσει και πάλι;

Χαρά, αμηχανία και δικαίωση. Η αλήθεια είναι, ότι  προτιμώ να αποστασιοποιούμαι από τα παλιότερα γραπτά μου, να τα αφήνω να ταξιδεύουν μέσα στον χώρο και τον χρόνο γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως το κάθε βιβλίο μετά την παράδοση του στους αναγνώστες αυτονομείται και επαναπροσδιορίζεται. Παρόλα αυτά, το δεύτερο ταξίδι του βιβλίου μου υπενθύμισε την άδολη χαρά του πρωτοεμφανιζόμενου και πρώτο εκτειθέμενου συγγραφέα, μια μοναδική αίσθηση… απ’ όλες τις απόψεις.

Μετά την «Νόσο» που είναι και η αφορμή για τούτη την κουβέντα μας επανήλθατε με το δεύτερο μυθιστόρημά σας «Μόνο τα Νεκρά Ψάρια Ακολουθούν το Ρεύμα». Και οι δυο τίτλοι, «πιασιάρικοι», ελκυστικοί. Παίζει, τελικά, και κάποιο ρόλο ο ιδιαίτερος τίτλος για τη επιλογή ενός βιβλίου;

Η επιλογή των τίτλων δεν γίνεται σε καμιά περίπτωση για λόγους εμπορικούς ή διαφημιστικούς. Θεωρώ πως το νήμα της αφήγησης πρέπει να ξεκινάει και να καταλήγει εκεί, να εμπεριέχει το βασικό νόημα του βιβλίου και όταν κάποιος το τελειώσει να σκεφτεί πως ο τίτλος του βιβλίου είναι μια συμπυκνωμένη νοηματοδότηση του περιεχομένου.

Η «Νόσος των Εραστών» ήταν υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα το 2012, αλλά και σεις ήσασταν υποψήφιος ως νέος λογοτέχνης από το ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης ένα χρόνο πρίν. Γιατί όμως κάτι μου λέει, ότι δεν «τρελαινόσαστε» με τους επαίνους και τις βραβεύσεις, εν αντιθέσει με πολλούς ομότεχνους σας;

Αναμφισβήτητα οποιαδήποτε μορφή βράβευσης ή έστω υποψηφιότητας, είναι για τον δημιουργό μια σημαντική ώθηση. Ειδικά σε μια χώρα η οποία ελάχιστα πριμοδοτεί ή ενθαρρύνει την πνευματική δημιουργία, τέτοιες κινήσεις  και εκδηλώσεις βοηθούν έστω και σε συμβολικό επίπεδο έναν συγγραφέα να πάρει δύναμη για το επόμενο βήμα.

Και γιατί οι ήρωες τη Νόσου δεν έχουν ονόματα, τουλάχιστον οι περισσότεροι; (Ντελόν)

Ήταν μια επιλογή απόλυτα συνειδητή, την οποία είχα λάβει από την αρχή ακόμα της συγγραφής.  Θέλησα να δώσω την ελευθερία στον αναγνώστη να κάνει ο ίδιος μια προβολή πάνω στους χαρακτήρες, τοποθετώντας στην θέση του καθενός το όνομα κάποιου που είχε γνωρίσει στο παρελθόν ή που ενδεχομένως μοιράζεται την καθημερινότητα μαζί του ανάλογα με τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες του καθενός.

Γράφετε κάπου «είχα κλείσει εισιτήρια για παράσταση που αδημονούσα να δω, εσύ πάλι σιχαινόσουν τα θέατρα και την ψευτοκουλτουριάρικη μπουρζουαζία που στριμώχνονται στα καπνισμένα φουαγιέ…» Εσάς κ Γιαλένιε σας αρέσει το θέατρο η αγαπάτε πιο πολύ τον κινηματογράφο;

Η αλήθεια είναι ότι μια κινηματογραφική ταινία μου προκαλεί πιο συχνά και πιο έντονα συναισθήματα από ένα θεατρικό έργο. Νιώθω πως μου ταιριάζει περισσότερο ως ιδιοσυγκρασία χωρίς αυτό να σημαίνει τίποτα άλλο.

Μένοντας εδώ, η Χίλντα Παπαδημητρίου επισημαίνει …για το γράψιμό σας: «Κάθε λέξη του Γιαλένιου είναι  μελετημένη, σαν καρέ κινηματογραφικής καταγραφής των συνειρμικών σκέψεων ενός ποιητή, που λατρεύει το σινεμά και την ποπ κουλτούρα». Συμφωνείτε, έτσι δεν είναι, με την, επίσης, αγαπημένη-συγγραφέα;

Η Χίλντα Παπαδημητρίου ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που είχαν τολμήσει μια προσέγγιση στο βιβλίο, λίγες εβδομάδες μόνο μετά την κυκλοφορία του. Στην πορεία γράφτηκαν αρκετά κείμενα αλλά τολμώ να πω, πως ίσως το δικό της έφτασε πιο κοντά στον πυρήνα από οποιοδήποτε άλλο.

Ο έρωτας πανταχού παρών στις ιστορίες σας; Στην ζωή τη δική σας πάλι;

Ο έρωτας, είτε στα βιβλία είτε στην ζωή ήταν, είναι και θα είναι η πρώτη ύλη και η κινητήριος δύναμη σε όλα τα επίπεδα. Από το μακελειό στην ευτυχία, ένα φιλί απόσταση.

Μένετε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη; Δεν σας κερδίζει καθόλου η Αθήνα έστω για ένα φεγγάρι;

Προς τα παρόν είναι κάτι που δεν το έχω σκεφτεί. Έχω μια ιδιαίτερη σχέση με την Θεσσαλονίκη, θεωρώ ότι οι πόλεις που ζούμε καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό και τις συμπεριφορές μας, πολλές φορές μας καθοδηγούν προς τη μία ή την άλλη απόφαση, ακόμα και την δημιουργική μας πορεία. Στην Αθήνα περνάω πολύ όμορφα όταν την επισκέπτομαι αλλά σε πρώτη φάση θα παραμείνω ακριβώς αυτό: ένας ανέμελος περιπατητής.

Κλείνοντας,  αναρωτιέμαι: Μπορεί ένας συγγραφέας να ζει από τα βιβλία του μόνο; Η πάντα πρέπει να υπάρχει και μια «κανονική», γήινη δουλειά για να την βγάζει;

Στην Ελλάδα η συντριπτική πλειοψηφία των συγγραφέων, ασκεί την τέχνη της γραφής ως μια παράπλευρη ασχολία. Η καθημερινή εργασία αποτελεί την κύρια ενασχόληση τους και απ΄ αυτήν επιβιώνουν.

Και κάτι ακόμα. Γράφετε κάτι νέο ή το καλοκαίρι  δεν σας ταιριάζει; Προτιμάτε να αρχίζετε μια ιστορία καινούργια τα χειμωνιάτικα Σαββατόβραδα σε μια παραθαλάσσια κωμόπολη αγνώστων λοιπών στοιχείων;

Ως συνέχεια της προηγούμενης ερώτησης, γράφω όποτε μου το επιτρέπουν οι συνθήκες και οι καταστάσεις- προσωπικές και επαγγελματικές- δίχως να έχω την πολυτέλεια να επιλέξω ανάμεσα σε εποχές ή τόπους. Αυτή την περίοδο είμαι στη μέση ενός πολύ ενδιαφέροντος ταξιδιού το οποίο ευελπιστώ ότι μέσα στον χρόνο που διανύουμε θα έχει φτάσει στο τέλος του.

(2018)    «Η Νόσος των Εραστών» (Ψυχογιός)

(2015)    «Μόνο τα Νεκρά Ψάρια Ακολουθούν το Ρεύμα» (Ψυχογιός)    

(2011)    «Η Νόσος των Εραστών» (Μελάνι)