fbpx

«Κτήριο στις φλόγες και αγέλαστες κωμωδίες»: οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Οι κινούμενες εικόνες και η μουσική είναι οι προσωπικές μου μνήμες, αυτές δηλαδή, που σημάδεψαν κινηματογραφικά και μελωδικά την πορεία της ζωής μου. Απολύτως δική μου συνάφεια τα ανωτέρω, καθότι με το ποδόσφαιρο ποτέ δεν τα πήγαινα καλά, οπότε ήταν αδύνατον να σφραγίσω την οποιαδήποτε περίοδο της ζωής μου με κάποιο σημαντικό, ενδεχομένως, αθλητικό γεγονός, όπως συμβαίνει στις μνήμες αρκετών αγαπητών, παιδικών φίλων. Τα δικά μου στιγμιότυπα, που προσδιόρισαν τους προσωπικούς μου σταθμούς – ευχάριστους ή μη – στεγάστηκαν ευλαβικά σε ευάερες και ευήλιες κινηματογραφικές ταινίες, ενίοτε και σε τηλεοπτικές σειρές, αλλά και σε εύμουσες στιγμές του ελληνικού και του ξένου ρεπερτορίου. Η τότε ταινία του 1970, την «Ακατάλληλη Δι΄ Ανηλίκους», με την αυστηρή επισήμανση «άνω των 17 χρόνων», και τον ελληνικό τίτλο «Διεθνές Αεροδρόμιο» (Airport) των Τζόρτζ Σίτον και Χένρι Χάθαγουεϊ, εγκαινίασε ένα σπουδαίο κινηματογραφικό genre, τo λεγόμενo disaster films (ταινίες καταστροφής), αποδεικνύοντας για μια φορά ακόμα, πως το Χόλιγουντ είναι ικανό για τα πάντα. Η ταινία συνδύαζε τρομοκρατία σε αεροπλάνο (ήταν της μόδας, όπως και σήμερα), κακοκαιρία, μηχανικές βλάβες και φυσικά αγωνία και περιπέτεια. Την είδα τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη προβολή της σε προαστιακό σινεμά όχι ότι έφτασα τα 17 χρόνια σε ηλικία, αλλά ο αιθουσάρχης ήταν φίλος του πατέρα μου και μας άφηνε που και που να βλέπουμε κάποια «αθώα» ακατάλληλα στην απογευματινή, άδεια από θεατές, προβολή των 4 με 6. Οι φίλοι συνήθως ήταν σπίτια τους ή ήσυχα συγκεντρωμένοι κάτω από τα ακριανά δένδρα της τεράστιας αλάνας των οδών Αετιδέων και Βουτσινά στο Χολαργό κουβεντιάζοντας πριν ξεκινήσει η μπάλα (άκρα του τάφου σιωπή λόγω της αρχοντικής, μεσημεριανής σιέστας του αστικού κόσμου), οπότε μαζί με την Βικούλα ή την Δάφνη απολαμβάναμε ακατάλληλες ταινίες περιπέτειας, δράσης, τρόμου και μερικά αστυνομικά. Αμέσως μετά ήρθε «Η Περιπέτεια του Ποσειδώνα» (The Poseidon Adventure) του 1972 σε σκηνοθεσία του Ρόναλντ Νέιμ και το ογκώδες κρουαζιερόπλοιο έρχεται τούμπα στον Ειρηνικό Ωκεανό από την επιθετική δύναμη ενός τριαντάμετρου παλιρροϊκού κύματος. Όλα αυτά τα τρομακτικά διαδραματίζονται στην χαρά και το γλέντι της παραμονής του Νέου Έτους. Το πρώτο επιτυχημένο καρέ των ταινιών καταστροφής κλείνει το 1974 με δυο ταινίες που κυριολεκτικά έκοψαν τις ανάσες των θεατών, αφήνοντας εποχή. «Ο Πύργος της Κολάσεως» (The Towering Inferno) του Τζον Γκιγιέρμιν, αφορά τον μοντέρνο, χλιδάτο ουρανοξύστη με την άφθαστη τεχνολογία της εποχής που πέφτει θύμα κερδοσκόπων και κακοτεχνίας με αποτέλεσμα στο γκαλά των εγκαινίων να μεταμορφωθεί σε ρωμαϊκή δάδα. Λίγους μήνες μετά καταφθάνει ο θορυβώδης «Σεισμός» (Earthquake) του Μαρκ Ρόμπσον, τον οποίο απόλαυσα στον εξαιρετικό κινηματογράφο «Απόλλων» της οδού Σταδίου (σήμερα αποκαΐδια) με το εντυπωσιακό και πρωτοποριακό ηχητικό σύστημα Sensurround (ο παππούς του Dolby Stereo), νοιώθοντας στην καρέκλα σου τις δονήσεις από το ρήγμα του Αγίου Ανδρέα, την στιγμή που σαν χιώτικο καρπούζι άνοιγε στα δυο το Λος Άντζελες. Τρόμος στους θεατές ενώ το συναίσθημα του εγκλωβισμού και της ανυμπόριας απέναντι στον φυσικό μένος έφτανε στο ζενίθ. Από εκεί έπειτα το νερό μπήκε στο αυλάκι, οι καλοί σώζουν κάποιους άλλους καλούς και οι ασυνείδητοι κακοί ξεσκαρτάρονται για να γίνουν ένα με τα σιδερικά, την φωτιά και τα μπάζα, ανάλογα το μέγεθος και την αισθητική της κινηματογραφικής καταστροφής. Τα εφέ τοποθετήθηκαν σε άλλη απογειωτική, οπτική διάσταση και οι ταινίες καταστροφής σε αέρα γη και θάλασσα άρχισαν, από λίγο έως πολύ, να κοπιάρουν θεματολογικά εκείνο το πρωτόπλαστο, φαντασμαγορικό τετράπτυχο της δεκαετίας του ‘70. Τα δεδομένα όμως άλλαξαν θεαματικά το 1988, όταν το αγαπημένο αντικείμενο των σκηνοθετών ταινιών καταστροφής, που είναι το κτήριο και η βαβελική οικοδομή εν γένει, ως η συμπαγής, φαλλική ματαιοδοξία, παντρεύτηκε ηρωικά με το αντιηρωικό υποκείμενο στο πρόσωπο του κινηματογραφικού Τζον ΜαΚλέιν (Μπρους Γούιλις) στην ταινία του Τζον ΜακΤίρναν «Πολύ Σκληρός Για Να Πεθάνει» (Die Hard). Ο άμπρατσος, πλην όμως γενναίος, αποφασιστικός και γεμάτος εγκεφαλικούς μύες αστυνομικός τραβάει μια ολόκληρη περιπέτεια καταστροφής επάνω του, διαλύοντας τον μοντέρνο ουρανοξύστη της ιαπωνικής εταιρείας Νοακατόμι όχι για να εκβιάσει ή για να τρομοκρατήσει τους κεφαλαιοκράτες ασιάτες, αλλά για να σώσει την αγαπημένη του γυναίκα Χόλι (Μπόνι Μπεντίλια) και τους υπαλλήλους ομήρους από μια συμμορία ντεμέκ τρομοκρατών. Τα disaster films έκτοτε, εκτός της περιπέτειας, του ηρωισμού και της αγωνίας, αποκτούν βαθύ συναίσθημα οικογενειακών διαστάσεων (ο αλτρουισμός πάντα υπάρχει στο είδος), προσωποποιώντας την δράση αποκλειστικά σε έναν συμπαθητικό, καθημερινό ήρωα, που συνδυάζει την γνώση με την ένοπλη, βίαιη λύση απλά για να διασώσει την φαμίλια του. Το υβριδικό δημιούργημα κύλησε επιτυχημένα τις δεκαετίες που ακολούθησαν για να σταθεί δίπλα στις καθαρόαιμες ταινίες καταστροφής της μητέρας φύσης (ηφαίστειο, σεισμός, χιονοστιβάδα, τσουνάμι), φωνάζοντας νικηφόρα… Yippee ki-yay, motherfucker!              

«Ουρανοξύστης»

(Skyscraper)

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια (και σε 3D)
  • Σκηνοθεσία: Ρόσον Μάρσαλ Θέρμπερ
  • Με τους: Ντουέιν Τζόνσον, Νιβ Κάμπελ, Τσιν Χαν, Πάμπλο Σρέιμπερ
  • Διάρκεια: 102’
  • Διανομή: UIP

Θέαμα. Χιλιοειδωμένο αλλά καλοφτιαγμένο θέαμα με κεντρικό πρόσωπο στον καταστροφικό και αιματηρό κύκλο της δράσης τον τριστεράστιο Ντουέιν Τζόνσον. Φουτουριστικός ουρανοξύστης 225 ορόφων (ποιος ημίτρελος θα έμενε σε τέτοιου είδους οικοδομή, πείτε μου!), πραγματικό γλυπτό, έσω έξω, καρφωμένο στη γη με ένα ολοστρόγγυλο μαργαριτάρι να ξύνει τον ουρανό. Φτιαγμένος με ό,τι πιο σύγχρονο υπάρχει σε δομικά υλικά και ό,τι πιο εξτρίμ κυκλοφορεί στο σύμπαν της ψηφιακής ασφάλειας. Ένα τεχνολογικό θαύμα αρχιτεκτονικής, διαθέτοντας, μάλιστα, ενσωματωμένο, μικρό παράδεισο με πλούσια χλωρίδα και 30μετρο, φαντασμαγορικό καταρράκτη για το οικολογικό του θέματος. Η ματαιοδοξία των κροίσων υλοποιημένη σε κατασκευαστικά τερατουργήματα δεσπόζει σαν καβλιτζέκι σε πυκνοκατηκημένη ασιατική μεγαλούπολη, ξεχωρίζοντας από όλα τα υπόλοιπα κτήρια όχι μόνο της τοπικής κοινωνίας, αλλά όλου του πλανήτη, κρώζοντας γελοία και φαραωνικά το μεταπολεμικό μότο του άκρατου καπιταλιστικού ιδεώδους: «Bigger than life». Και τούτη η αρχιτεκτονική, φαλλική υπερπαραγωγή – για να ξεκινήσει η ταινία –  μπαίνει στο μάτι διεθνούς ομάδας σκληροτράχηλων μισθοφόρων, που εργάζονται σε επικίνδυνους μαφιόζους.  Φλαμπέ, κινηματογραφικό μεζεδάκι πασίγνωστης γεύσης, που όπως αναφέραμε είναι μια από τα ίδια του είδους των disaster films πασπαλισμένο με πλούσια, ακραία έως υπερβολική δράση. Η μόνη διαφορά είναι, ότι ο ήρωας, το παλικαρόπουλο που κάνει ζάφτι τους καταστροφείς, εν μέσω φλογών και κατάρρευσης, είναι σακάτης, καθώς το αριστερό του πόδι έχει ακρωτηριαστεί σε προ δεκαετίας αποτυχημένη αποστολή διάσωσης ομήρων, όταν ακόμα ο λεβέντης μας ήταν σπουδαίος και τρανός φαντάρος ειδικών δυνάμεων του FBI. Αμ τι, όποιος και όποιος θα ήταν; Πάντως η δουλειά του Καλιφορνέζου σκηνοθέτη της «Οικογένειας Μίλερ», Ρόσον Μάρσαλ Θέρμπερ – ο οποίος φαίνεται ότι έχει πάρει εργολαβικά τον συμπαθή, Μαορί ηθοποιό Ντουέιν Τζόνσον (το αθλητικό του όνομα είναι «Ροκ», δεύτερη ταινία μαζί αμέσως μετά το «Κέντρο Ευφυΐας») είναι ένα εξ΄ ίσου κεραμικό γλυπτό με υλικά από τον «Πύργο της Κολάσεως», του «Πολύ Σκληρού Για Να Πεθάνει» και των «Επικίνδυνων Αποστολών Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, IV, V…». Ο δε μονόπους ήρως της δράσης μοιάζει να είναι το πρωτότοκο τέκνο του Καλ Ελ, κατά κόσμο Σούπερμαν. Παίρνω το ασανσέρ και κατεβαίνω στο ισόγειο για να βρω παγωτό χωνάκι φράουλα… έσκασα από την ζέστη!    

Ο έμπειρος στρατιωτικός Γουίλ Σόγιερ (Ντουέιν Τζόνσον – συνεπής σε αυτό που υπηρετεί) χάνει το πόδι του έπειτα από, τραγικής εξέλιξης, διάσωσης ομήρων. Δέκα έτη μετά με προσθετικό κάτω άκρο, αποσυρμένος από την ενεργό δράση, νυμφευμένος την στρατιωτική γιατρό-χειρουργό που τον έσωσε, Σάρα (Νιβ Κάμπελ – φιγούρα ακολουθιας), αλλά και πατέρα ενός σετ διδύμων (αγοριού κοριτσιού), πραγματεύεται πιστοποιήσεις υψηλής ασφάλειας κτιρίων. Η μεγάλη δουλειά ήρθε στην εταιρείας του από τον βετεράνο, συμπολεμιστή και φίλο του (Πάμπλο Σρέιμπερ – μια χαρά) και είναι η ασφάλεια του ψηλότερου ουρανοξύστη στον κόσμο, του Χονγκ-Κονγκονέζικου «Μαργαριταριού» με το όνομα, ο οποίος ανήκει στον ζάμπλουτο Ασιάτη επιχειρηματία Ζάο Λονγκ Τζι (Τσιν Χαν – καλούλης). Ένας αρχιτεκτονικός άθλος 225 ορόφων, αλλά και ένα τεχνολογικό επίτευγμα που πρέπει να εγκριθεί στα επίπεδα της ασφάλειας από τον Σόγιερ. Ο Ζάο προσλαμβάνει τον Αμερικανό και ενώ φιλοξενεί την οικογένεια του στον ουρανοξύστη παραδίδει το τάμπελτ με το πρωτόκολλο και τους κωδικούς ασφαλείας του κτηρίου στον ίδιο για να έχει τον έλεγχο. Κλέβουν την τσάντα του Σόγιερ, που στόχος δεν είναι τα χρήματα αλλά οι κωδικοί. Το ταμπλετ όμως γλιτώνει από τους κλέφτες γιατί δεν ήταν στην τσάντα και εκεί αποκαλύπτεται ο φίλος του, που τον προδίδει και είναι με το μέρος των μισθοφόρων και την μαφία. Ο άδειος από ανθρώπους ουρανοξύστης (η μοναδική οικογένεια που διαμένει ως φιλοξενούμενη είναι οι Σόγιερς και ο Ζάο με το επιτελείο του στα γραφεία του τελευταίου ορόφου) πέφτει στα χέρια της ένοπλης συμμορίας, που θέλουν κάτι πολύτιμο από τον Ζάο. Δημιουργούν φωτιά σε κάποιο όροφο, περίπου στην μέση του ουρανοξύστη, μπλοκάρουν άπαντα τα συστήματα της αυτόματης πυρόσβεσης και αφήνουν το μένος της πύρινης απειλής να σκαρφαλώσει καταστροφικά προς τα πάνω, κάνοντας στάχτη την οικοδομή. Ο Γουίλ που βρίσκεται εκτός του «Μαργαριταριού», επιδιώκει να μπει στο φλεγόμενο κτήριο και να σώσει την οικογένεια του.        

«Αμπρακατάμπρα»

(Abracadabra)

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Σκηνοθεσία: Πάμπλο Μπέργκερ
  • Με τους: Μαριμπέλ Βερντού, Αντόνιο ντε λα Τόρε, Χοσέ Μότα, Πρισίλα Ντελγκάδο, Χαβιέ Αντον
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Στην ατμοσφαιρική και παραμυθένια εκδοχή της torero «Χιονάτης» (Blancanieves – 2012) τα πήγε μια χαρά ο βραβευμένος, Ισπανός σκηνοθέτης Πάμπλο Μπέργκερ. Ξαφνικά με κινητήριο έμπνευση και δύναμη «Την Κατάρα του Πράσινου Σκορπιού» του Γούντι Άλεν φτιάχνει την καινούργια του ταινία που μοιάζει με ταξιδιωτικό σακ βουαγιάζ, που ενώ τακτοποίησε όλα τα απαραίτητα και τα αναγκαία άρχισε να το παραφουσκώνει αχόρταγα με το ένα και το άλλο, κι εκείνο και το παράλλο, στρίμωξε έγκλημα, πρόσθεσε μεταφυσική, πέταξε μέσα κοινωνική σάτιρα, δίπλωσε σάτρα πάτρα λίγο μυστήριο, έρωτα και παράδοξο, τσιτώνοντας τόσο πολύ το άμοιρο βαλιτσάκι που μεταμορφώθηκε σε στραβοχυμένο λουκουμά. Απογοήτευση τελικά γιατί το νεσεσέρ με τα καλλυντικά έμεινε απ΄ έξω.

Η μικροαστή, νοικοκυρούλα Κάρμεν (Μαριμπέλ Βερντού – καλή) ζει ρουτινιάρικα στα εργατικά προάστια της Μαδρίτης με τον, επίσης classic, μικροαστό, κάφρο σύζυγο της και εργάτη οικοδομών, Κάρλος (Αντόνιο ντε λα Τόρε – καλός), ο οποίος την έχει δούλα και κυρά, ποδόσφαιρο, φωνές μπύρες και πλήρη αδιαφορία για την θυγατέρα του Τόνι (Πρισίλα Ντελγκάδο). Ένας βέριτάμπλ ισπαναράς (κατά το ελληναράς), που ζει και αναπνέει για την Ρεάλ Μαδρίτης. Στη δεξίωση του γάμου ενός συγγενή της Κάρμεν, o ερασιτέχνης υπνωτιστής και ξάδελφος της Πέπε (Χοσέ Μότα – καλός ) κάνει επίδειξη των δυνατοτήτων του στους προσκεκλημένους. Ζητά έναν εθελοντή και ο αμφισβητίας Κάρλος αποδέχεται την πρόσκληση του, απλά για να τον αρχίσει στην πρόγκα. Τελείται η ύπνωση, που φαινομενικά δείχνει αποτυχημένη, αλλά το επόμενο πρωί ο κάφρος Κάρλος αρχίζει να συμπεριφέρεται παράξενα. Σφουγγαρίζει, σκουπίζει, μιλάει όμορφα, δεν βλέπει ποδόσφαιρο, βοηθάει την κόρη του στα μαθήματα, ενώ κρυφά τα βράδια επισκέπτεται πίστες για να χορέψει με μουσική των ΄80. Κάτι πήγε λάθος στην ύπνωση και το πνεύμα ενός νέου άνδρα, του Φερνάντο (Χαβιέ Αντον) με βαρύ παρελθόν τον έχει στοιχειώσει. Τα δυο ξαδέλφια ενώνουν τις δυνάμεις τους και ξεκινούν την έρευνα για να φέρουν τον Κάρλος πίσω. Όσο εξελίσσεται η έρευνα, τόσο η Κάρμεν αρχίζει να νιώθει μία αλλόκοτη έλξη για την νέα οντότητα που έχει καταλάβει τον άντρα της.

«Βάλε τη Γιαγιά στο Ψυγείο»

(Metti La Nonna In Freezer)

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Σκηνοθεσία: Τζιανκάρλο Φοντάνα και Τζουζέπε Τ. Στάζι
  • Με τους: Φάμπιο Ντε Λουίτζι, Μίριαμ Λεόνε, Λουτσία Οκόνε, Μαρίνα Ρόκο, Φραντσέσκο Ντι Λέβα, Σούζι Λάουντε, Κάρλο Ντε Ρουτζιέρι, Μαουρίτσιο, Λομπάρντι, Ερος Πάνι, Μπάρμπαρα Μπουσέ
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Odeon

Υπάρχουν κάποιες ταινίες της αλλοδαπής που επιβεβαιώνουν, δυστυχώς, ότι το τραυματικό του δικού μας εγχώριου σινεμά, και δη του σινεμά κωμωδίας καταστάσεων, δεν είναι ντόπιο νόσημα, που προήλθε αίφνης από τον ουρανό ή την αφλογιστία ιδεών και της δίψας για αρπαχτές στην χώρα μας. Είναι global ασθένεια και έχει προσβάλλει λιγότερο ή περισσότερο το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου σινεμά. Με την μόνη διαφορά, ό,τι οι άλλες χώρες στις πέντε χαζομάρες τους θα πετάξουν κι ένα ή δυο καλλιτεχνικά διαμαντάκια στο σινεφίλ κοινό. Εμείς λιθοβολούμε συνεχώς τους θεατές μας με άνθρακες και βαρέα μέταλλα. Άντε μια ελληνική ταινία να ξεχωρίσει τον χρόνο κι αυτή με το ζόρι. Δεύτερο σοβαρό πλήγμα είναι, ότι οι Έλληνες διανομείς καλοκαιριάτικα και με το πρόσχημα του θερινού σινεμά που όλα τα καταπίνει και όλα τα χωνεύει, αραδιάζουν στους θεατές παραγωγές που ούτε σε DVD δεν θα τις έβλεπες, καταστρέφοντας ή μάλλον καλύτερα ακρωτηριάζοντας την απαράμιλλη σε κάλλος ατμόσφαιρα που προσφέρει ο θερινός κινηματογράφος στον επισκέπτη του. Η αλήθεια είναι, ότι ποσώς τους ενδιαφέρει αυτό και κοιτούν οι άνθρωποι να κάνουν την δουλειά τους με γνώμονα το εισιτηριάκι, και ας δεις το τερατώδες. Βέβαια, αυτό το σκεπτικό με τοποθετεί να αξιολογήσω την θέση μου πιο ώριμα απέναντι σε όλους όσους διαχειρίζονται σοβαρά θέματα, όπως αυτό του πολιτισμού, καθότι ο κινηματογράφος είναι τέχνη, οπότε ανήκει στις γραμμές διαμόρφωσης της πνευματικής ισορροπίας, του πλούτου κάποιου εσωτερικού κόσμου και εν γένει της καλαισθησίας. Μάλλον, λοιπόν, οι διαχειριστές του πολιτισμού δεν ενδιαφέρονται, μηδέ για μένα, μηδέ για την πρόοδο και την καλλιέπεια του πνευματικού μου κόσμου. Άλλωστε την εποχή που ζούμε το γνωσιακό επίπεδο των θεατών είναι τόσο μπερδεμένο και αλλοτριωμένο από τα ευτελή και εφήμερα, που ένα γελάκι δευτερολέπτων από μια μπαλαφάρα μοιάζει, θαρρώ, με ίαμα ενάντια στην καθημερινή πίεση που δεχόμαστε. Το αστείο όμως είναι ότι γινόμαστε πυρ και μανία, καταγγέλλοντας σαν κεραυνοί και αστραπές το μπούλινγκ στα τέκνα μας, αλλά εμείς παραμένουμε απαθείς αποδέκτες στο αισθητικό ξεκλήρισμα της όποιας τέχνης, απολαμβάνοντας σκότος στις ελάχιστες, έως μηδαμινές, καθ΄ όλα πολύτιμες, στιγμές της προσωπικής μας ψυχαγωγίας. Και η σοβαρότητα του θέματος αυξάνεται όταν πρόκειται για το γέλιο. Καλή ώρα σαν κι αυτή την ταινία, που φέρνει στο νου νοσηρές στιγμές του πρόσφατου ελληνικού σινεμά.

Είναι αποδεκτό να κλέβουμε το κράτος όταν νιώθουμε ότι μας κλέβει κι εκείνο; Αυτό είναι το δίλλημα που αντιμετωπίζει η Κλαούντια, μια νεαρή συντηρήτρια αρχαιοτήτων που καταφέρνει να τα βγάζει πέρα χάρη στη σύνταξη της γιαγιάς της, καθώς η αρμόδια δημόσια υπηρεσία καθυστερεί να την πληρώσει. Όταν η γιαγιά της ξαφνικά εγκαταλείπει τον μάταιο τούτο κόσμο, η χρεοκοπία της χτυπάει την πόρτα, οπότε η Κλαούντια, με τη βοήθεια του προσωπικού της, «παγώνει» τη γιαγιά προκειμένου να συνεχίσει να εισπράττει τη σύνταξή της, μέχρις ότου το κράτος τής καταβάλει αυτά που της οφείλει. Όταν η λύση για όλα τα προβλήματα της Κλαούντια αρχίζει να αχνοφαίνεται, ο Σιμόνε Ρέτσια, ο πιο άφθαρτος – και ίσως λίγο αδέξιος – αξιωματικός της αστυνομίας οικονομικού εγκλήματος, την ερωτεύεται παράφορα. Κάπου ανάμεσα σε έξυπνες παρανοήσεις, μεταμφιέσεις και παρεξηγήσεις, η ιδιαίτερη απάτη της Κλαούντια θα αρχίσει να «λιώνει» κάθε λεπτό που περνάει σαν μια γιαγιά που ξεπαγώνει στον ήλιο.

«Κηδεία Είναι θα Περάσει»

(Señor, dame paciencia / Lord Give Me Patience)

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Σκηνοθεσία: Αλβαρο Ντίαθ Λορένθο
  • Με τους: Ρόσι ντε Πάλμα, Χορδί Σάντσεθ, Αντρές Βελενκόσο, Εδουάρδο Καζανόβα, Μέγκαν Μοντανέρ, Σίλβια Αλόνσο
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Tanweer

Πλήρης απουσία χιούμορ, άδειο και ρηχό από περιεχόμενο, ένας αχταρμάς από όλες τις τάσσεις κοινωνικότητας και ανθρώπινων χαρακτήρων και ιδιοσυγκρασιών. Από τον χίπι, οικολόγο ακτιβιστή στον πολιτικά ορθό, σύγχρονο νέο άνδρα και από τον μεσοαστό, συντηρητικό, οικογενειάρχη, ποδοσφαιρόφιλο στον ευαίσθητο, ομοφυλόφιλο και την νευρωτική έως ανασφαλή γυναίκα. Ω,  πέπονες, τούτη η ταινιακή μουτζούρα δεν συμμαζεύεται με τίποτα και φυσικά ούτε η σύντομη παρουσία της πληθωρικής Ρόσι ντε Πάλμα σώζει τη κατάσταση. Ένα ατυχές, ισπανικό copy paste της γαλλικής επιτυχίας του 2014 «Θεέ μου τι σου Κάναμε;». Αλήθεια τι σου κάναμε;

 Μετά τον αιφνίδιο θάνατο της γυναίκας του (Ρόσι ντε Πάλμα), ο Γκρεγκόριο (Χορδί Σάντσεθ), ένας γκρινιάρης συντηρητικός άντρας και φανατικός οπαδός της Ρεάλ Μαδρίτης πρέπει να εκπληρώσει την τελευταία της επιθυμία: ένα Σαββατοκύριακο με τα παιδιά τους και τους συντρόφους τους στο Σανλούκαρ, για να πετάξουν τις στάχτες της στο ποτάμι. Η κόρη του Σάντρα (Μέγκαν Μοντανέρ) είναι παντρεμένη με έναν Καταλανό και σκληροπυρηνικό οπαδό της Μπαρτσελόνα, που θέλει να στείλει το -αγέννητο ακόμα- εγγόνι του Γκρεγκόριο σε ένα δίγλωσσο καταλανο-αγγλικό σχολείο στη Βαρκελώνη. Η κόρη του Αλίσια (Σίλβια Αλόνσο) βγαίνει με έναν αναρχικό χίπη και ο γιος του Κάρλος (Εδουάρδο Καζανόβα), στον οποίο δεν μιλάει τους τελευταίους έξι μήνες από τότε που αποκάλυψε ότι είναι ομοφυλόφιλος, καταφθάνει με τον Βάσκο μαύρο φίλο του. Αυτό το ταξίδι στον νότο της Ισπανίας θα δοκιμάσει στο έπακρο την ικανότητα αυτής της δυσλειτουργικής οικογένειας να συγχωρεί και να αποδέχεται το κάθε μέλος με τα ελαττώματα του.

«Σχέδιο Απόδρασης 2: Aδης»

(Escape Plan 2: Hades)

 

  • Είδος: Δράση περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Στίβεν Σ. Μίλερ
  • Με τους: Σιλβέστερ Σταλόνε, Ντέιβ Μπαουτίστα, Σιαομίνγκ Χουάνγκ, Τζέσε Μέτκαλφ
  • Διάρκεια: 94’
  • Διανομή: Οdeon

 

Κάποια στιγμή, είθε να είναι σύντομα, οι πρώην μεγάλοι αστέρες της κινηματογραφικής δράσης, πρέπει να συνειδητοποιήσουν, ότι υπάρχει ένα ορατό όριο που δεν επιτρέπει την διέλευση τους στο εν λόγω βασίλειο παρά μόνο ως μια ολίγων δευτερολέπτων cameo παρουσία, απλά για να ανέβει ελάχιστα η γλυκόζη στο αίμα των φανατικών θεατών του είδους και μετά πάπαλα. Όπως σοφά έπραξε ο 72χρονος Τσακ Νόρις το 2012 στο «Αναλώσιμοι 2». Ή θα αλλάξεις συνοικία και θα τραβήξεις στα πιο ήπια κινηματογραφικά κλίματα των ηλικιωμένων ή θα αποσυρθείς εντελώς από το γροθίδι και το κλωτσίδι των ταινιών δράσης σε μια σοφή στιγμή της ζωής σου για να μείνεις στην ιστορία ως ο Σλάι, που ήσουν κάποτε ο Ρόκι και ο Ράμπο μιας άλλης εποχής. Συνεχίζεις στα 72 χρόνια να συνδιαλέγεσαι με κλωτσομπούνι σαν να είσαι τριαντάχρονος και κινείσαι σαν γέρικο λιοντάρι στην αγέλη των νέων μαχητών της μεγάλης οθόνης; Τι να υποθέσω; Υπάρχει σοβαρό πρόβλημα σκεπτικού, οπότε και σκηνοθέτη και σεναρίου. Έπειτα από το «Σχέδιο Απόδρασης» του 2013, που ο Σλάι είναι μαζί με τον Άρνι (Σβαρτζενέγκερ) και κάπως μασιόταν το θέμα (με μπυρίτσα, πίτσα και καναπεδάτη γαλαρία βγήκε η ταινία), προς Θεού, δεν υπήρχε κανένας λόγος να βγει ένα νούμερο δυο. Είναι τόσο παλαιομοδίτικο και παρωχημένο το στόρι, που τουλάχιστον δεν μπήκε ο σκηνοθέτης στην διαδικασία να το φιλμάρει παλαιομοδίτικα. Ο 37χρονος Αμερικανός Στίβεν Σ. Μίλερ, προφανώς γοητευμένος από τους action heroes των eighties, θέλει να κρατήσει ζωντανό το πνεύμα και έπειτα από τους «Τρομοκράτες» του 2015 με τον Μπρους Γουίλις, τοποθετεί απέναντι από τον φακό του ακόμα έναν έτερο εϊτιανό υπερήρωα  – μπρατσαρά αυτή την φορά – γυρίζοντας την, ας πούμε, συνέχεια  του «Σχεδίου Απόδρασης». Ο μόνος που αξίζει στην ταινία είναι ο Κινέζος ηθοποιός Σιαομίνγκ Χουάνγκ, που τον συναντήσαμε στο καταπληκτικό «Yip Man 2» της ομότιτλης τριλογίας που αφορά τον δάσκαλο του Μπρους Λι. Ο Χουάνγκ, απ΄ ότι διαφαίνεται θα είναι το νέο αστέρι των χολιγουτιανών πολεμικών τεχνών. Μετά το πέρας της δημοσιογραφικής προβολής έκανα ευχέλαιο, επικλήσεις και δεήσεις να σταματήσει εδώ η κατρακύλα του Σλάι, οι οποίες δεν έπιασαν και οι πληροφορίες λένε, ότι ήδη ετοιμάζεται και το νούμερο τρία με τον τίτλο» «Escape Plan 3: Devil’s Station» και σκηνοθέτη τον Τζον Χέρτζφελντ των «15 Λεπτών»… Ωιμέ!!!

Δεν υπάρχει φρούριο πολύ μεγάλο, σήραγγα πολύ μικρή ή πρόκληση πολύ δύσκολη για την ομάδα της Breslin Security. Ειδικά όταν αρχηγός είναι ο Ρέι Μπρέσλιν (Σιλβέστερ Σταλόνε – ο αιώνιος Σλάι), ένας πολιτικός μηχανικός που έγινε μισθοφόρος ήρωας με ειδικότητα να δοκιμάζει ατέλειες και τρόπους διαφυγής σε φυλακές υψίστης ασφαλείας. Η καριέρα του Ρέι όμως σχεδόν τελείωσε όταν, προδομένος από συνεργάτες, παγιδεύτηκε μέσα στη γυάλινη φυλακή που ονομαζόταν Τάφος (Σχέδιο Απόδρασης). Αφού όμως απέδειξε ότι ούτε ο Τάφος δεν μπορούσε να τον κρατήσει, ο Ρέι έρχεται τώρα να κάνει την καλή του πράξη,  με το κατάλληλο αντίτιμο και  με απαραίτητη βοήθεια από την κορυφαία ομάδα του: την τεχνολογική ιδιοφυΐα Χας (Κέρτις «50 Cent» Τζάκσον), την ειδική στους διαγνωστικούς ελέγχους Τζούλς Σέιντ Τζον (Λύντια Χουλλ), τον γκουρού των πολεμικών τεχνών Σου (Σιαομίνγκ Χουάνγκ), την αξιόπιστη υπολοχαγό του, Άμπιγκεϊλ Ρος (Τζέιμι Κινγκ), καθώς και τους νέους στην ομάδα Λιούκ Γουόκεν (Τζέσε Μέτκαλφ) και Τζάσπερ Κίμπραλ (Γουές Τσάταμ). Όταν ο ξάδερφος του Σού, Γιουσένγκ (Τσεν Τανγκ), ένας πλούσιος μεγιστάνας δορυφορικών επικοινωνιών, ζητάει από τον Σου να τον συνοδεύσει ως σωματοφύλακας σε μια αποστολή, καταλήγουν και οι δύο να έχουν απαχθεί και μεταφερθεί στον «Άδη», μια μυστική φυλακή που μοιάζει πραγματικά με ζωολογικό κήπο και τα  ζώα – οι κατάσκοποι, οι εγκληματίες και οι πολιτικοί – αναγκάζονται να μάχονται ο ένας εναντίον του άλλου σε μια ηλεκτροφόρα αρένα που αλλάζει διαρκώς σχήμα. Ο Ρέι ανακαλύπτει πού βρίσκεται ο Σου, ζητά τη βοήθεια ενός πρώην αντιπάλου διαβόητου μισθοφόρου, του Τρέντ Ντερόσα (Ντέιβ Μπαουτίστα), ο οποίοα δουλεύει με τον «δικό του τρόπο» για να καταφέρνει ό,τι χρειάζεται. Προκειμένου να σώσει την ομάδα του και τον Γιουσένγκ από αυτή την κόλαση, ο Ρέι πρέπει να «βυθιστεί» στον Άδη σε μια φυλακή που δεν ξαναβγαίνεις ποτέ.

«Μια Αμερικάνικη Ληστεία»

(American Animals)

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Μπαρτ Λέιτον
  • Με τους: Εβαν Πίτερς, Αν Ντάουντ, Μπάρι Κέογκαν, Μπλέικ Τζένερ, Ούντο Κίε
  • Διάρκεια: 116’
  • Διανομή: Seven Films

 

Η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Λέξινγκτον, Κεντάκι 2004 και στα γεμάτα μεσοαστικές οικογένειες της αμερικάνικης πόλης ζει ο Σπένσερ, που θέλει να γίνει καλλιτέχνης και ο Γουόρεν, ένας απρόβλεπτος και ατίθασος νέος. Είναι φίλοι και παρακολουθούν μαθήματα σε δύο διαφορετικά κολέγια. Καθώς η ενηλικίωση τους χτυπάει την πόρτα, συνειδητοποιούν πως υπάρχει πολύ μεγάλο ενδεχόμενο να μην γίνουν ποτέ κάτι πολύ σημαντικό, πως δεν θα καταφέρουν να ξεχωρίσουν, πως θα ζήσουν βαρετές ζωές. Κατά τη διάρκεια μας ακαδημαϊκής επίσκεψης στο Ειδικό Τμήμα της Βιβλιοθήκης του τοπικού Πανεπιστήμιου, ο Σπένσερ διαπιστώνει πως εκεί φυλάσσονται απίστευτοι θησαυροί, μεταξύ των οποίων και το βιβλίο «Birds of America» του Γαλλο-Αμερικανού ορνιθολόγου και φυσιοδίφη Τζον Τζέιμς Ούντομπον (John James Audubon 1785 – 1851), με χρηματιστηριακή αξία άνω των 10 εκατομμυρίων δολαρίων. Καθώς αφηγείται την εμπειρία στον φίλο του διαπιστώνουν και οι δύο την ευκαιρία που έψαχναν, να εμφανίζεται αναπάντεχα μπροστά τους. Έτσι, αποφασίζουν να κλέψουν τα πολύτιμα βιβλία. Χρειάζονται άλλα δύο άτομα, όμως, για να φέρουν εις πέρας το σχέδιό τους. Έτσι, επιστρατεύουν τον εκκολαπτόμενο λογιστή Έρικ και τον γεννημένο αθλητή Τσας. Όντας τέσσερις πλέον κι έχοντας ως έμπνευση διάσημες ταινίες, αρχίζουν να ετοιμάζονται για το μεγάλο κόλπο. Και το προχωράνε. Και το βάζουν σε εφαρμογή. Όμως, αλλιώς τα σχεδιάζουν τα πράγματα κι αλλιώς τους προκύπτουν. Άλλο οι ταινίες κι άλλο η πραγματική ζωή. Και η ληστεία που θα έλυνε τα οικονομικά και τα υπαρξιακά τους προβλήματα μια για πάντα, είναι εκείνη που τελικά θα θέσει το λαμπρό τους μέλλον σε κίνδυνο..

Η ασυνήθιστη και συναρπαστική αληθινή ιστορία τεσσάρων φίλων οι οποίοι, ενώ ζούσαν απολύτως φυσιολογικές ζωές, επιχείρησαν να φέρουν εις πέρας μια από τις πιο εξωφρενικές ληστείες στην ιστορία των ΗΠΑ. Τα πράγματα, όμως, δεν ήταν έτσι όπως τα περίμεναν. Καθώς λοιπόν η παράτολμη κλοπή ξεκινούσε να παίρνει σάρκα και οστά, κάθε ένας από τους τέσσερις φίλους άρχισε να αναρωτιέται αν οι προσπάθειές τους να ενσταλάξουν ενθουσιασμό και νόημα στη ζωή τους, ήταν απλώς μια πλανεμένη προσπάθεια για την επίτευξη του Αμερικανικού Ονείρου. Μια ταινία που παρουσιάζεται από πολλαπλές, διαφορετικές οπτικές γωνίες, μια ταινία που μετατοπίζεται διαρκώς από την μυθοπλαστική κεντρική αφήγηση στις – με τη μορφή ντοκιμαντέρ – συνεντεύξεις των ανθρώπων που πραγματικά βίωσαν όσα αφηγείται το φιλμ, μια ταινία μέσω της οποίας ο Μπαρτ Λέιτον ανεβάζει το κινηματογραφικό είδος των ταινιών «heist» σε νέα ύψη. Γεννημένος στη Μεγάλη Βρετανία ο Μπαρτ Λέιτον είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του μετά το ντεμπούτο του «The Imposter». Το «The Imposter» ήταν ένα ντοκιμαντέρ στο οποίο παρουσιαζόταν η ιστορία ενός νεαρού Γάλλου απατεώνα, ο οποίος έπεισε πολύ κόσμο και κυρίως μια οικογένεια από το Τέξας, πως ήταν ο έφηβος γιος τους, που είχε εξαφανιστεί χωρίς να αφήσει ίχνη, τρία χρόνια πριν. Ντοκιμαντέρ που αποδείκνυε εμφατικά πως δεν είναι λίγες οι φορές κατά τις οποίες η πραγματικότητα ξεπερνά τη φαντασία. Κατά μία έννοια και η ταινία μυθοπλασίας του αυτό ακριβώς αποδεικνύει. «Ηθελα να καταλάβω γιατί μια ομάδα φαινομενικά μορφωμένων νεαρών», εξηγεί ο Μπαρτ Λέιτον, «από ευκατάστατες οικογένειες, μπορεί να ήθελαν να διαπράξουν ένα τέτοιο έγκλημα. Το πρώτο μου ένστικτο, καθώς προέρχομαι από το χώρο του ντοκιμαντέρ, ήταν να έρθω σε επαφή με τους πραγματικούς ανθρώπους που ενεπλάκησαν στην ιστορία, παρότι εκτίουν μακροχρόνιες ποινές στη φυλακή. Κι η ιστορία τους μου φάνηκε σαν την πλοκή παλιάς ταινίας.» Ο Λέιτον ξεκίνησε την έρευνά του και ανακάλυψε τέσσερις ανθρώπους που χάθηκαν μέσα στην ίδια τους τη φαντασία: όταν επέστρεψαν στην πραγματικότητα, ήταν απλώς πολύ αργά. Ο Λέιτον άρχισε ν’ αλληλογραφεί με τους έγκλειστους νεαρούς. Τα γράμματά του και οι απαντήσεις των Γουόρεν Λίπκα, Σπένσερ Ράινχαρντ, Ερικ Μπόρσακ και Τσας Αλεν, αποτέλεσαν τελικά τη βάση για το σενάριο του «American Animals», που ο Λέιτον έγραψε ενώ οι ποινές των νεαρών ολοκληρώθηκαν κι εκείνοι έκαναν τα πρώτα τους βήματα στη νέα τους ζωή, ως ενήλικες.