«Κατερίνα Καρούσου: Η Ταυτότητα του καπέλου», της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Κοριτσάκι, διαβάζοντας τα «ψάθινα καπέλα» της Μαργαρίτας Λυμπεράκη, αγάπησα το βιβλίο, που βρίσκεται ακόμα στη βιβλιοθήκη μου, μα και τα καπέλα. Το υπνοδωμάτιο μου είναι γεμάτο από αυτά.  Πολλά χρόνια αργότερα, έζησα ένα απόγευμα στον παράδεισο, στο ατελιέ χειροποίητων καπέλων της Κατερίνας Καρούσου, πάνω από την πλατεία Μαβίλη. Στο κουκούλι της Δορυλαίου 17, το θεατρικό μου απωθημένο, οι μεταμορφώσεις που πάντα ποθούσα, με το μαγικό ραβδάκι της πάντα αέρινης Κατερίνας, μου έδωσαν χαρά ζωής.

«Έπαιζα Έξω από Ηρώδειο»

 

 

Γεννημένη στου Μακρυγιάννη, τη γειτονιά μας, θυμάται τα μικράτα της. «Τα δρομάκια γύρω απ τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου ήταν χωματόδρομοι και βγαίναμε με τα παιδιά της πολυκατοικίας να παίξουμε. Πηγαίναμε μόνα μας στο σχολείο καθώς δεν υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα. Έξω απ το Ηρώδειο τα αγόρια έπαιζαν ποδόσφαιρο και εμείς τα κορίτσια με τα πατίνια. Εκεί είδαμε και τα τανκς να περνάνε στη δικτατορία».

«Εγγονή του Τζαβαλά Καρούσου»

 

 

Τελειώνοντας το σχολείο έρχεται στη ζωή της το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. «Επειδή ο παππούς μου ήταν  ηθοποιός, εξ ου και το  επώνυμο Καρούσου, οι γονείς μου θέλανε να ακολουθήσω το επάγγελμα. Είχα και εγώ καλλιτεχνικές τάσεις. Η οικογένεια μου είχε την ποιότητα να μη θεωρεί τη θεατρίνα δευτέρας διαλογής άνθρωπο. Δεν μ άρεσε αυτή η δουλειά γιατί είμαι μοναχικός και πρωινός τύπος. Προτιμώ να λειτουργώ μόνη, να κάνω ότι θέλω και να μην εξαρτώμαι από κανέναν».

Ο αξέχαστος, μεγάλος ηθοποιός μας Τζαβαλάς  Καρούσος

Η έφηβη Κατερίνα Καρούσου με την Αλίκη Βουγιουκλάκη

«Καλύτερα Στυλάτος παρά Μοδάτος»

 

Την  Κατερίνα Καρούσου, όπως τη θυμάμαι από παλιά μα και σήμερα, μπορείς να τη συγκρίνεις με την Όντρει Χέπμπορν, στο γεγονός πως δεν έχει αλλάξει νούμερο στα ρούχα που φοράει. Της έλεγαν και της λένε ακόμα να τρώει. Αδύνατη και στιλάτη μου λέει για την εποχή, που η μοδίστρα ερχόταν στο σπίτι για να ράψει μαμά και κόρη. «Το ρούχο το κατέχω πιο πολύ, απ την άποψη του extra small μεγέθους μου. Έτσι απ την αρχή της ζωής μου, όταν ερχόταν η μοδίστρα στο σπίτι, γέμιζα χαρά. Μα ποτέ, ποτέ δεν με ενδιέφερε η μόδα. Πάντα έκανα του κεφαλιού μου. Καλύτερα να είσαι στιλάτος παρά μοδάτος. Αν είσαι στιλάτος, εκπέμπεις την προσωπικότητα σου. Αποφεύγεις να είσαι σαν το πρόβατο που ακολουθεί το κοπάδι. Πριν χρόνια που η εισαγωγή ρούχων ήταν περιορισμένη, αγόραζα second hand. Παλιά ρούχα που ακόμα τα έχω, παλιά υφάσματα, μα όσο πιο παλιά τόσο καλύτερα».

«Πρώτα τεχνίτης και μετά καλλιτέχνης»

Στην Αθήνα οι παλιές καπελούδες , υπέργηρες όταν η Κατερίνα άρχισε να ενδιαφέρεται ουσιαστικά για το καπέλο, δεν άφηναν να διαρρεύσουν τα μυστικά τους. «Τότε ήταν η Ματίνα και η Ελένη. Η Ματίνα μου είπε πως σκούπιζε το μαγαζί τρία χρόνια για να μάθει να φτιάχνει καπέλα» Οι πόρτες έμεναν ερμητικά κλειστές για το κορίτσι που προσπαθούσε να μάθει την τεχνική. «Αυτός που πουλούσε τα υλικά δεν  με άφηνε να μπω μέσα στα μαγαζιά. Όλες τότε δούλευαν με τις κουρτίνες κλειστές. Ήταν η τεχνική του καθένα και η μη αντιγραφή της. Απ την άλλη ήταν η Ελένη. Ζούσε σε ένα χώρο που ήταν και το εργαστήριο της. Δεν είχε να φάει. Της πήγαινα γιαούρτια και την παρακαλούσα να μου πουλήσει καλούπια. Προτιμούσε να πεθαίνει της πείνας. Φυσικά δεν ανέβαινε κανείς στο εργαστήρι της γιατί ήταν γεμάτο γάτες και σκόνη, όπου τα αριστουργηματικά καπέλα της πέθαιναν μαζί της. Έτσι έγινα ακριβώς το αντίθετο, πληρώνω ανθρώπους που μαθαίνουν σιγά- σιγά τη δουλειά. Την αγάπη γι αυτό που κάνεις πρέπει να την έχεις αλλά και να είσαι προικισμένος απ το θεό. Έτσι αρχίζεις πρώτα απ την τεχνική, δουλεύεις μια ζωντανή τέχνη κι αν υπάρχει το χάρισμα, μετατρέπεσαι σε καλλιτέχνη».

«Σπουδές στη Νέα Υόρκη»

 

 

Μιας και στην Ελλάδα μα και στην Ευρώπη δεν υπήρχε σχολή πιλοποιίας, η Κατερίνα Καρούσου το 1984 πηγαίνει στη δημόσια σχολή F.I.T.της Ν. Υόρκης. «Εκεί υπήρχαν δύο δασκάλες, μία Γαλλίδα και μία Ιταλίδα. Είχα την τύχη να πέσω στα χέρια της Ιταλίδας. Ήταν μια γιαγιά 80 χρονών που σου μάθαινε όλο το χειροποίητο καπέλο». Τώρα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει, πόσο μάλλον τα υλικά.  «Το 95% είναι εισαγόμενα, ακόμα και οι βελόνες που ράβουμε στο χέρι».

«Η Εισβολή των Κινέζων»

 

Ρωτώντας την, ποια είναι τα αγαπημένα της υλικά μου απαντά: το χειμώνα το βελούδο και το καλοκαίρι οι πολύ καλές ψάθες. «Τα υλικά έχουν μεγάλο κόστος. Το καπέλο που φοράω σήμερα είναι από μπανάνα». Ήταν τόσο ελαφρύ, μαλακό και επειδή το δοκίμασα κι αυτό ήταν σαν να μην το φορούσες καν. «Γαζώνω πολλά ελβετικά υλικά, που, συν τοις άλλοις, είναι ελαφρά και δροσερά. Όλα αυτά τα έχουν αντικαταστήσει μετά το 1980 από πολυπροπυλένιο. Τα μισά χαρτί και τα άλλα πολυπροπυλένιο». Ο Ιταλός προμηθευτής της την αποκαλεί χαζή γιατί γαζώνει Ελβετικό υλικό, ανεβάζοντας το κόστος. «Εντάξει, λέω, εγώ θέλω να μαι χαζή! Οι άλλοι τα πουλάνε μόνο, ενώ εγώ τα φοράω κιόλας, οπότε καταλαβαίνω και τη διαφορά. Δεν μπορώ να βάλω καπέλο με χημικό τύπο. Το λιγότερο που μπορώ να πάθω είναι εγκεφαλικό».

«Χρόνος και καπέλο»

 

Τα χειροποίητα καπέλα μπορεί να έχουν κόστος και κόπο, αλλά ο χρόνος που περνά από πάνω τους τα ομορφαίνει. «Έχω ένα καπέλο απ το 1982, ήταν σκούρο λαδί, από βισκόζη και κοτόν, το χρώμα του ξεθώριασε λίγο και ο καιρός που πέρασε το ομόρφυνε. Εγώ θα πεθάνω, αυτό θα είναι εκεί».

Με την πρώτη της ραπτομηχανή που χρονολογείται απ το 1916 και άλλες δύο, θέλω να μεγαλώνω, να επισκέπτομαι το ατελιέ της Κατερίνας Καρούσου, δοκιμάζοντας μα και αγοράζοντας ( θα βρω εγώ τρόπο! ), το υπέροχο αυτό αξεσουάρ που μου δίνει μια άλλη, εκκεντρική νότα στην καθημερινότητα μου. Τολμήστε το!

Οι φωτογραφίες της συνέντευξης είναι της Γαρυφαλιάς Πιτσάκη, την οποία ευχαριστούμε