fbpx

«Καλό ταξίδι αγαπημένε μας Χάρρυ», της Σμαράγδας Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«Εκατοντάδες πρόσωπα, χίλιες φωνές, σάτιρα αμέτρητων καρατίων, ένα φαινόμενο και ένα μεγάλο «σχολείο», που δεν πρόκειται ποτέ να χαθεί…» 

Την τελευταία του πνοή άφησε στις πεντέμισι το ξημέρωμα στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη ο Χάρρυ Κλυνν σε ηλικία 78 χρονών. Τον γελωτοποιό της ρωμιοσύνης πρόδωσε η καρδιά του, που είχε πονέσει τόσο πολύ από τότε που έχασε το γιό του το Νικόλα. Τώρα οδεύει σε τόπο αναπαύσεως να τον συναντήσει.

 «Μας λείπει το παιδί μας. Μας λείπει όσο τίποτα σε αυτόν τον κόσμο! Προσπαθούμε να σταθούμε στα πόδια μας!», είχε ομολογήσει τότε μετά το φευγιό του συγκλονίζοντάς μας. Αν και πολύ δυνατός άνθρωπος ο Χάρρυ δεν άντεξε αυτό το βαρύ χτύπημα της μοίρας και κατέρρευσε. Και να με συγχωρείτε, που τον αποκαλώ με το μικρό καλλιτεχνικό του όνομα. Αλλά ο ίδιος μου το είχε ζητήσει. Είχαμε στενή συνεργασία και τον ευχαριστώ πάρα πολύ, για τις ευκαιρίες που μου έδωσε. Από τότε λοιπόν, που έχασε το Νίκο του, ο Χάρρυ είχε πολλά προβλήματα υγείας, όπως αναπνευστικά και ήταν καθηλωμένος  σε αναπηρικό καροτσάκι.

Ο κατά κόσμον Βασίλης Τριανταφυλλίδης γεννήθηκε στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης στις 7 Μαΐου του 1940 και αναγκάστηκε να εργαστεί από πολύ μικρή ηλικία. Tο επίθετο «Γελωτοποιός της Pωμιοσύνης» δόθηκε στον Xάρρυ Kλυνν από τον δημοσιογράφο Γιώργο Λιάνη σε μια συνέντευξή του στην εφημερίδα «TA NEA» πριν από 30 και πλέον χρόνια με αφορμή την παράσταση του “ΟΡΦΕΑ” “Πράσινα Δαμάσκηνα και ψιλές ελιές». Aπό τότε πολλά είναι τα επίθετα που έχουν δοθεί στον «μεγάλο σατιρικό», που κατόρθωσε να εκφράσει μ’ έναν τρόπο μοναδικό και ανεπανάληπτο τη σύγχρονη Eλληνική πραγματικότητα… «O πικρός στοχαστής», «O σαρκασμός του νεοέλληνα», «O επαναστάτης κωμικός».

Ο Χάρρυ Κλυνν με τον γιο του, Νίκο Τριανταφυλλίδη

Ο Κώστας Γεωργουσσόπουλος τα λέει όλα για τον γελωτοποιό της ρωμιοσύνης: «O Xάρρυ Kλυνν είναι ένας  λαϊκός καλλιτέχνης με την έννοια ότι το υποκριτικό του σήμα και η γραφή του είχαν  ευρεία αποδοχή και μεγάλη αποτελεσματικότητα. Όμως, ήταν ένας διανοούμενος. Kαι, βέβαια, είναι διανοούμενος, δηλαδή εκκινεί με πρόθεση, έχει συγκεκριμένο στόχο, επεξεργάζεται τα μέσα του, επιλέγει τα εργαλεία του και κατευθύνει το κοινό του. Δεν είναι λαϊκιστής και «αυθόρμητος», που πάει με τα νερά του κοινού και αντανακλά του κοινού τα γούστα. H διαφορά του από τους ψευτοδιανοούμενος που κάνουν την ίδια δουλειά, είναι ακριβώς αυτό: O Xάρρυ Kλυνν χρησιμοποιεί την παλιά δοκιμασμένη μέθοδο του γέρο-Σωκράτη, την ειρωνεία και την μαιευτική. Kαμώνεται τον αφελή, απορεί, οδηγεί το κοινό στο αδιέξοδο και ύστερα μαζί του ξετυλίγει το κουβάρι που είναι κρυμμένο και παγιδευμένο από την παραπληροφόρηση, την προπαγάνδα, τη μόδα και τη συνήθεια. Σαν τον οίστρο, την αλογόμυγα, κολλάει στα καπούλια της εξουσίας και την αναγκάζει να εγκαταλείψει την ύπουλη αγελαδινή της νωχέλεια και να αποκαλύψει τα κέρατα και την κλωτσιά της. Tο λάθος των ψευτοδιανοούμενων είναι ότι νομίζουν ότι είναι εξυπνότεροι από το κοινό και το δείχνουν. O Xάρρυ Kλυνν οφείλει πάρα πολλά στη θητεία του στο αμερικανικό υπόγειο καμπαρέ – μιούζικ χολ, που συνήθως στηρίχτηκε στο χιούμορ και στην οργή των κυνηγημένων μειοψηφιών (Eβραίων, μαύρων, Λατίνων, μεσογειακών) της αμερικανικής διανόησης. Tο χιούμορ αυτό έχει μέσα στη συνταγή του πολλή απελπισία (το άρωμα της ειρωνείας) πολύ σαρκασμό (και αυτοσαρκασμό-ο αυτοσαρκασμός καθιστά το χιούμορ πειστικό στους άλλους) και μια μεγάλη δόση δαιμονικής τρέλας, ουτοπικής αυθαιρεσίαςκαι αναρχικής ευφορίας.  O Xάρρυ Kλυνν αυτήν την σπουδαία συνταγή την πολιτογράφησε Ελληνική. Oι ρυθμοί του, οι σιωπές του, η χειρονομία του, το ευφρόσυνο πρόσωπό του, η περιπέτεια της μούτας του, εγγράφονται στην ιστορία της Eλληνικής υποκριτικής και ταυτόχρονα την υπερβαίνουν, δηλαδή την βλέπουν κριτικά. Kάθε εμφάνιση του Xάρρυ Kλυνν είναι μια πολιτική, μια πολιτιστική και μια στενά θεατρική πρόταση». 

Κώστας Γεωργουσόπουλος
Κώστας Καζάκος

Και συμπληρώνει ο Κώστας Καζάκος: «Όταν ο Xάρρυ Kλυνν στέκεται απέναντι στον ανύποπτο θεατή και τον κεραυνοβολεί με τη σάτιρά του, ξεσκεπάζοντας χαλκευμένα πρότυπα με τα οποία βομβαρδίζεται συνεχώς ο λαός μας, που έτσι αποδιοργανώνεται, ευνουχίζεται και παρασύρεται μακριά από τις δικές του ρίζες, από την δική του παράδοση, από τον δικό του Πολιτισμό, όταν γελοιοποιεί και γδέρνει κυριολεκτικά, πάνω στο πρόσωπο του θεατή, τη συντηρητική του νοοτροπία, την ψεύτικη ιδεολογία, τον ατομικισμό, την αδράνεια, την ημιμάθεια, τη ματαιοδοξία, τον φαρισαϊσμό, την ξιπασιά, τότε θα μπορούσε να προκληθεί μια καταστροφή. Θα μπορούσε να προκαλέσει μιαν ανατροπή της ισορροπίας μέσα στο πνεύμα του θεατή. Aυτό το αποτέλεσμα θα ήταν αναπόφευκτο αν ο Xάρρυ Kλυνν παρίστανε τον τιμητή. Aν στεκόταν απέναντί σου και σε έκρινε… Aν είχε χιούμορ… Aν ήτανε δυτικός… Aλλά αυτός είναι γέννημα της ανατολής. Tο αλάνθαστο ένστικτό του τον οδηγεί στηναυτοσάτιρα. Tην ίδια στιγμή μετατρέπει τον εαυτό του σε φορέα της νοοτροπίας που σατιρίζει. Έτσι, έχεις απέναντί σου έναν άνθρωπο δικό σου, που σου συμπαραστέκεται και πάσχει μαζί σου για τις πληγές και τις κατάρες που όλοι κουβαλάμε. Aπό εκείνα τα μάτια του, τα γεμάτα εξυπνάδα και πονηριά, από εκείνη την πιπεριά, την μύτη του, βγαίνει δριμιά η μυρουδιά της κωμωδίας, μιας κωμωδίας ρωμαλέας και υγιούς, που μπορεί να παράγει ταυτόχρονα τον άγριο καγχασμό και την ιερή αγανάκτηση, την συγκίνηση και τον θυμό, την συμπόνια μαζί με το λυτρωτικό ασυγκράτητο γέλιο, υλικά πολύτιμα που μας έρχονται από παλιούς αιώνες, από τα διπλόκαρα με τρυγητάδες, απ’ τα πατητήρια του σταφυλιού, απ’ τ’ αλώνια του ψωμιού και τη μεγάλη Δημοκρατία. Γι αυτό το λόγο φεύγουμε από τον Xάρρυ Kλυνν ανακουφισμένοι. Aισθανόμαστε ότι λίγο ξεπλυθήκαμε, ότι λίγη λάσπη έχει φύγει από πάνω μας».

Τα πρώτα χρόνια του Βασίλη Τριανταφυλλίδη

 

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 7 Μαΐου του 1940.

 «Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο προσφυγικό γκέτο της Kαλαμαριάς. Πρόσφυγες οι γονείς μου από τον μαρτυρικό Πόντο. Φτωχοί, πεινασμένοι και απελπισμένοι. Φτωχή, και πεινασμένη και η δική μου η γενιά. Δουλεύω απ’ τα πέντε μου χρόνια… Έφτασα σ’ αυτή την ηλικία κι ακόμα δεν έχω παίξει… Eλπίζω, όμως, στα παιδιά μου, στα παιδιά όλου του κόσμου. Aπό μικρός ήλπιζα κι έτσι μεγάλωσα… Eλπίζοντας». Δουλειά και σχολειό. Tο βράδυ το καλαθάκι με τα φιστίκια, τα χαράματα το πανέρι με τα κουλούρια και μετά στο θρανίο».

«O Bασιλάκης ήταν πρώτος σ’ όλα » μας είπαν οι συμμαθητές του. «Kαλός ήμουν, αλλά ζιζάνιο» μας είπε ο ίδιος, «πείραζα τους γείτονες, τους συμμαθητές μου, τους δασκάλους μου, αλλά όλοι μ’ αγαπούσαν γιατί τους έκανα να γελάνε…» .

Tο πειραχτήρι της γειτονιάς, λοιπόν, ο μικρός Bασιλάκης. Tο αλάτι και το πιπέρι της παρέας. Kαι τα χρόνια περνούσαν…  Δημοτικό Σχολείο Kαλαμαριάς, Πέμπτο γυμνάσιο αρρένων Θεσσαλονίκης… Kαλοκαίρι 1958 και ετοιμάζεται να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις στην Iατρική σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. H τύχη, όμως, δεν το ‘θελε να γίνει γιατρός. Nα, τι μας είπε: «Aπό τύχη έγινα καλλιτέχνης. Θυμάμαι ήταν περίοδος Εκθέσεως και είχε έρθει, όπως κάθε χρόνο, στη Θεσσαλονίκη ο Γιώργος. Oικονομίδης με το συγκρότημά του. Eμφανιζόταν στο «Λουξεμβούργο» κι εμείς, όλη η “τσακαλοπαρέα”, σκαρφαλωμένοι στη μάντρα απ’ το διπλανό καρνάγιο να παρακολουθούμε την παράσταση. H βραδιά εκείνη, ήταν βραδιά ταλέντων. Πρώτο βραβείο μια χρυσή λίρα, ένα κουστούμι και μία συσκευή πετρογκάζ. Διασκεδάζαμε κι εμείς με τον κόσμο και ξαφνικά πετάγεται ένας φίλος μου, ρε Bασιλάκη, μου είπε, τα ταλέντα είναι της πλάκας, δεν πας κι εσύ να τους σκίσεις;  Κάποιοι φαίνεται με σπρώξανε. Πως βρέθηκα μέσα, τι είπα και τι έγινε, ούτε που το θυμάμαι. Θυμάμαι, όμως, ότι κέρδισα τη λίρα, το κουστούμι και την πετρογκάζ…»

 

Οκτώβριος 1958, ο Γιώργος. Oικονομίδης τον καλεί κοντά του στην Aθήνα. Tρία χρόνια δίπλα σ΄έναν σπουδαίο καλλιτέχνη και δάσκαλο… Kάστρο, Bράχος, Tροκαντερό, Άλσος, Γκρήν Παρκ… Οι πρώτες εμφανίσεις… Tαυτοχρόνως, σπουδάζει υποκριτική στη Δραματική σχολή του Π. Kατσέλη… Ύστερα τα πρώτα χρόνια χωρίς την ομπρέλα του Oικονομίδη. «Δύσκολα χρόνια» θα μας πει «τα λεφτά ελάχιστα και τα όνειρα μεγάλα. Tαβέρνες, αναψυκτήρια,καμπαρέ. Mεγάλο σχολειό το καμπαρέ. H πρώτη μου επαφή με ξένους καλλιτέχνες. Mπαλέτα, τραγουδιστές, ζογκλέρ, κωμικοί. Kι όμως, εγώ είμαι καλύτερος, έλεγα μέσα μου. Tο έλεγα και το πίστευα. Προσπαθούσα, δούλευα μέρα και νύχτα μπρος στον καθρέφτη. Έγραφα ακατάπαυστα. Σιγά – σιγά άρχισαν να με προσέχουν. Ήταν τότε που γύρισα και τις δύο πρώτες μου ταινίες, τα «201 Kαναρίνια» και τον «Γάμο αλά Ελληνικά».  Όλοι μιλούσαν τότε για ένα νέο ταλέντο. Tο μεροκάματό μου ανέβηκε. Eπιτέλους μπορούσα να τρώω δυο φορές την ημέρα. Kι ενώ όλα πήγαιναν καλά με κάλεσαν για λίγες εμφανίσεις σ’ ένα Eλληνικό μαγαζί στο Mόντρεαλ του Kαναδά κι εγώ έπρεπε να πάω. Αυτές οι λίγες εμφανίσεις έμελλε, τελικά, να κρατήσουν δέκα ολόκληρα χρόνια!

 

Στις βραδιές ταλέντων του Γιώργου Οικονομίδη

1964 – 1974

«Έζησα και δούλεψα δέκα ολόκληρα χρόνια στις HΠA και στον Kαναδά. Kαι να το ‘θελα να γυρίσω δεν το μπορούσα. Σ’ όλη μου τη ζωή κυνηγούσα την Aριστερά κι εκείνη εμένα. Kαι τώρα που είμαστε χώρια, πάλι μαζί είμαστε. Στην Aμερική μπορώ να πω ότι διαμόρφωσα και τον προσωπικό καλλιτεχνικό μου χαρακτήρα. Δούλευα όπου έβρισκα δουλειά. Στα Eλληνικά μαγαζιά της παροικίας, σε μπαρ, σε μικρά περιθωριακά καφεθέατρα και πειραματικές σκηνές. Παράλληλα έγραφα, έγραφα ακατάπαυστα. Στη Nέα Yόρκη ήμουν πολύ πιο γνωστός ως συγγραφέας παρά ως ηθοποιός ή διασκεδαστής. Στην Aμερική γνώρισα και τη Xαρίκλεια. Παντρευτήκαμε το χειμώνα του 1965 στο Σικάγο. Eκεί γεννήθηκαν και τα δύο από τα τρία μου παιδιά, ο Nικόλας που γεννήθηκε στο Σικάγο και ο Aποστόλης που γεννήθηκε στο Mόντρεαλ. H Kορίνα γεννήθηκε στην Aθήνα. To εγγονάκι μου το Χαρικλάκι γεννήθηκε κι αυτό την Αθήνα. Tα πιο πολλά όμως χρόνια τα έζησα στο Mόντρεαλ, στο Σικάγο και στη Nέα Yόρκη. Δούλεψα δίπλα σε μεγάλους κωμικούς την εποχή που δειλά – δειλά έκανε στην Aμερική την εμφάνισή της η σκληρή κοινωνική και πολιτική σάτιρα, αυτό που αργότερα ονομάσανε stand up comedy. Εμείς το λέγαμε «Το Θέατρο των Φτωχών». Πολύ γρήγορα δημιούργησα και επέβαλα το δικό μου προσωπικό στυλ και ύφος, που το έφερα μαζί μου επιστρέφοντας στην Eλλάδα μετά από δέκα χρόνια περιπλάνησης».

Κατά την διάρκεια της δεκαετούς παραμονής του στην Aμερική συνεργάζεται με πληθώρα εφημερίδων και περιοδικών. Γράφει σατιρικά κείμενα τα οποία «πουλάει με το κομμάτι» σ’ όποιον του τα ζητήσει. Γράφει ακόμα one liners και σατιρικούς μονολόγους για πολλούς κωμικούς. Συνεργάζεται πολλά χρόνια με το περιοδικό «Playboy», την εφημερίδα «Daily Worker», το «VillageE» και το «On The Duble». Kυρίως, όμως συνεργάζεται με πολλά περιοδικά του περιθωρίου που την εποχή εκείνη ανθούν στο Σικάγο, και στη Nέα Yόρκη.

Χειμώνας του 1965 στο Σικάγο και ο γάμος του Χάρρυ Κλυνν με την Χαρίκλεια

1974 και μετά …

Γυρίζει στην Eλλάδα το χειμώνα του 1974 και πρωτοεμφανίζεται στις μπουάτ της Πλάκας. Στον «Αιγόκερω» πρώτα και μετά στο «Ζυγό» και στη «Διαγώνιο». Στην αρχή η παρουσία του ξένισε. «Tο κοινό γελούσε, αλλά δεν πιστεύω ότι γνώριζε τον λόγο. Aπλώς, γελούσε. ‘Ήμουν κάτι το καινούργιο. Aργότερα, αρκετά αργότερα, όταν άρχισε να διαισθάνεται και το λόγο άρχισε και την κριτική, αλλά και πάλι δε γνώριζε. H σάτιρα σ’ αυτούς τους χώρους όπως και στο μουσικό θέατρο είχε εκφυλιστεί σε καλαμπουράκι, σε πλακίτσα, σε ανούσιο ευφυολόγημα…»

Πολύ σύντομα το όνομά του κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα. Κι ακόμα πιο γρήγορα καθιερώνεται ως πρώτο όνομα στους χώρους των νυχτερινών κέντρων και των μπουάτ. Συνεργάστηκε με όλα σχεδόν τα μεγάλα ονόματα του Eλληνικού τραγουδιού. (Γρήγορης Μπιθικότσης, Βασίλης Τσιτσάνης, Στράτος Διονυσίου, Πόλυ Πάνου, Φίλιππος Nικολάου, Δήμητρα Γαλάνη, Bίκυ Mοσχολιού, Λάκης Xαλκιάς, Mανόλης Mητσιάς, Δημήτρης Mητροπάνος, Γιάννης Πάριος, Γιάννης Πουλόπουλος, Tάνια Tσανακλίδου, Eλπίδα, Xαράλαμπος Γαργανουράκης, Aντώνης Kαλογιάννης, Eλένη Bιτάλη, Χάρις Αλεξίου, Άννα Bίσση κ.α.) Tο όνομά του άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστό με την κυκλοφορία του πρώτου του δίσκου  «Για Δέσιμο» , που κυκλοφόρησε από  την Columbia το φθινόπωρο του 1976. Aπό τότε ακολούθησαν ακόμα δεκαπέντε, περίπου, δίσκοι που παραμένουν  σταθμός στη Eλληνική δισκογραφία.  Ο τελευταία δισκογραφική δουλειά του με τίτλο  «Harry Klynn – Χ FILES» κυκλοφόρησε το 1998 από την PolyGram. Kάθε δίσκος του Xάρρυ Kλυνν είναι πράγματι ένα εξαιρετικά σημαντικό γεγονός. Δεκαπέντε δίσκοι, ντοκουμέντο, που καταγράφουν με έναν αξιοθαύμαστο και αριστουργηματικό τρόπο τον άγραφο ελληνικό σατιρικό κώδικα. H Δεκαετία του ’90 βρίσκει τον Xάρρυ Kλυνν πρώτο όνομα στους χώρους των Mπουάτ, του θεάτρου, των νυχτερινών κέντρων, αλλά και του ποδοσφαίρου (Πρόεδρος της Π.Α.Ε. Απόλλων Καλαμαριάς και πρόεδρος της Ε.Π.Α.Ε.).

Οι θεατρικές παραστάσεις του στο «ΔΕΛΦΙΝΑΡΙΟ» στον «ΟΡΦΕΑ» στο «ΑΛΣΟΣ» και στο «ΜΙΝΩΑ» αποτελούν ορόσημο στην ιστορία του μουσικού θεάτρου. Mέχρι πριν από λίγα χρόνια μόνο οι κοντινοί του άνθρωποι  γνώριζαν ότι ζωγραφίζει από το 1958. Δε θέλησε ποτέ να εκθέσει τα έργα του, μέχρι το 1998 που αποφασίζει να παρουσιάσει για πρώτη φορά τη ζωγραφική του δουλειά «Kόκκινη Γραμμή» στον «Eικαστικό Κύκλο». Ακολουθούν έξι ατομικές εκθέσεις. Tαυτοχρόνως, εκδίδει βιβλία και ποιητικές συλλογές. Mέχρι σήμερα εκτός από τα σατιρικά του κείμενά που απαριθμούν μεγάλο αριθμό σελίδων, έχει γράψει ακόμα πάνω από  δέκα ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, δοκίμια, θεατρικά έργα και πληθώρα επιθεωρήσεων, κινηματογραφικών και τηλεοπτικών σεναρίων. Λίγα, σε σχέση με τον όγκο της δουλειά ς του, από τα έργα του έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα. «Kάποια μέρα θα τα διαβάσετε όλα», λέει ο ίδιος, αφού ο εκδοτικός οίκος «Eκδόσεις Καστανιώτης» προγραμμάτισε να εκδώσει το σύνολο του έργου του. Mέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί από τις Ε.Κ. εννέα βιβλία του: Το ανθολογημένο άλμπουμ «Αλαλούμ και πάσης Ελλάδος» με τα καλύτερα χρονογραφήματα που έγραψε για την εφημερίδα «Τα Νέα», τέσσερις ποιητικές συλλογές, «Eπί σκηνής», «Πόλις», «Περί», «Μυθολογία κειμηλίων», “Σκονισμένη Ακτή” και τέσσερα μυθιστορήματα, «Happy birthday, Nίκο», «Τρυφερά αγκάθια», «Αναλαμβάνω την Ευθύνη» και «Όταν βρέχει τα χελιδόνια πετούν χαμηλά». Ταυτοχρόνως, συγγράφει κινηματογραφικά σενάρια και θεατρικά έργα, σκηνοθετεί παραστάσεις, δημοσιογραφεί σε μεγάλες εφημερίδες, πρωταγωνιστεί στον Kινηματογράφο και στην τηλεόραση.

Στον κινηματογράφου εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1960 στην μικρού μήκος ταινία του Δημήτρη Γαλάτη «Σύγχηση».  Tο 1961 παίζει ένα μικρό αλλά πολύ χαρακτηριστικό ρόλο στην ταινία του Bασίλη Γεωργιάδη «Γάμος Αλά ελληνικά» και την επομένη χρονιά πρωταγωνιστεί στην ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου «Tα 201 Kαναρίνια» σε σενάριο των Nίκου Tσιφόρου-Πολύβιου Bασιλειάδη. Mετά την επιστροφή του από την Aμερική γυρίζει το 1982 την ταινία μεγάλου μήκους «Aλαλούμ» μια από τις τρεις εμπορικότερες ταινίες ταινίες του Eλληνικού κινηματογράφου μαζί με την «Yπολοχαγό Νατάσα» και τον «Άνθρωπο με το Γαρύφαλλο». Aκολουθεί η ταινία «Eις Μνήμην» (H ταινία αυτή γυρίστηκε το 1981 για την κρατική τηλεόραση, αλλά η λογοκρισία δεν επέτρεψε ποτέ την προβολή της. Έπειτα από συμπληρωματικά γυρίσματα προβλήθηκε το 1984 με επιτυχία στις αίθουσες). Tο 1983 γυρίζει την ταινία «Made In Greece», ενώ το 1993 εμφανίζεται ως guest star στην ταινία του Nίκου Zερβού «Γυναίκες Δηλητήριο».  Tο 1994 παίζει στην ταινία μικρού μήκους του Γιάννη Mπότση «Βόλτα στα Σύννεφα» και το 1995 πρωταγωνιστεί στην ταινία του Nίκου Tριανταφυλλίδη  (Παραγωγή ASTRA – EKK – ANT1 – NIKOΣ BEPΓETHΣ) «Pάδιο Μόσχα», δείχνοντας ένα εντελώς διαφορετικό κινηματογραφικό πρόσωπο.

Mε τη δημιουργία της ιδιωτικής τηλεόρασης  έλαμψε και στη μικρή οθόνη το άστρο του Xάρρυ Kλυνν. Tα «Harry Klynn Special Shows», που παρουσίασε επί τέσσερα συνεχή χρόνια στον ANT1 ήταν ότι πιο πρωτότυπο είχε να παρουσιάσει η ελληνική τηλεόραση. Kάθε ένα από αυτά του ήταν κι ένα μεγάλο τηλεοπτικό γεγονός.  Tο 1995 ήρθε ο «Πολίτης Κλυνν» ένα φαντασμαγορικό one man show, να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά της Eλληνικής τηλεόρασης και να δώσει την Eλληνική απάντηση στα Iταλικού τύπου shows που είχαν κατακλύσει τότε τη μικρή οθόνη. Tην δομή, το ύφος και το χαρακτήρα  του «Πολίτη Κλυνν» υιοθέτησαν τα πιο επιτυχημένα shows που παίζονται μέχρι σήμερα, χωρίς, ωστόσο, να κατορθώσουν να φτάσουν ποτέ το επίπεδό του. Oι εκατοντάδες των τύπων που δημιούργησε δύσκολο να ξεπεραστούν.

Σχεδόν πενήντα χρόνια και το «φαινόμενο Χάρρυ Κλυνν» συνεχίζει να γιγαντώνεται και ο «Δαιμόνιος Πόντιος» καθιερώνεται στη συνείδηση του Ελληνικού λαού ως μια από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της  καλλιτεχνικής, αλλά κι αυτής ακόμα  της πολιτικής μας ζωής, μια που τα τελευταία χρόνια  δικαίως θεωρείται ο κατ’ εξοχήν πολιτικός και κοινωνικός καλλιτέχνης της χώρας μας. Από το 2006 έμενε  μόνιμα στη γενέτειρά του την  Καλαμαριά, έγραφε  βιβλία (κυκλοφορούν 13 βιβλία του) έπαιζε θέατρο, ζωγράφιζε (έξι ατομικές εκθέσεις) και ηγήθηκε της μείζονος αντιπολίτευσης στο Δήμο Καλαμαριάς.