«Καλό αυστραλέζικο σινεμά και ο Ντένζελ Γουάσινγκτον επιστρέφει ως Equalizer», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Η μεγάλη κινηματογραφική περιπέτεια ξεκίνησε πριν από 123 χρόνια. Οι εύποροι, Γάλλοι αδελφοί, ο φυσικός Λουί Ζαν και ο Ογκίστ Μαρί Λουί Νικολά Λιμιέρ με την ευρεσιτεχνία τους, εκείνο το φορητό κινηματοσκόπιο (μηχανής λήψης, εκτύπωσης και προβολής του φιλμ), πρόβαλλαν δημόσια, επί πληρωμή, για πρώτη φορά στο ανυποψίαστο κοινό στις 28 Δεκεμβρίου του 1895 το πρώτο φιλμάκι τους με τον τίτλο «Έξοδος από το εργοστάσιο Λιμιέρ» (το εργοστάσιο κατασκευής φωτογραφικών πλακών ήταν ιδιοκτησίας τους πατέρα τους). Ήταν η στιγμή που απάλλαξαν από τις δημιουργικές οδύνες του τοκετού την ανώνυμη Μούσα, φέρνοντας στον κόσμο την 7η των Τεχνών, τον κινηματογράφο. Δυστυχώς, ο μουσιγέτης Απόλλων, πριν πολλές χιλιάδες χρόνια, δεν είχε προνοήσει την γέννηση αυτής της Τέχνης, ώστε να εγκαταστήσει την προστάτιδα του Σινεμά, αλλά κατοπινά η μητέρα τους η Μνημοσύνη προσκάλεσε και τις Εννέα Αδελφές, προτείνοντας αναντίρρητα, να την προστατεύουν δημιουργικά ως την Τέχνη που εμπεριέχει όλες τις Τέχνες μέσα της.

Ένα χρόνο μετά ο Γάλλος καλλιτέχνης και ταχυδακτυλουργός Ζορζ Μελιές εντυπωσιασμένος από την μαγευτική τεχνική της κίνησης των αδελφών Λιμιέρ πέφτει με τα μούτρα στην δημιουργία μονόλεπτων φιλμς με υπέροχα φαντασμαγορικά, χειροποίητα καρέ. Η ιστορία του κινηματογράφου έχει καταγράψει τον Ζορζ Μελιές ως τον πιο παραγωγικό σκηνοθέτη της 7ης Τέχνης, καθώς από το  1896 μέχρι το 1914 γύρισε περίπου τις 531 ταινίες, μερικές από αυτές, μάλιστα, έφθασαν και τα σαράντα λεπτά διάρκειας. Ο Μελιές ήταν ο πιονέρος αρκετών κινηματογραφικών κατηγοριών, όπως ταινιών μικρού μήκους με θέμα την Ελλάδα, αλλά και των πρώτων έγχρωμων, χρωματίζοντας με το χέρι κάθε ένα καρέ ξεχωριστά. Επίσης, το τρίλεπτο φιλμ του «Το Κάστρο του Διαβόλου» (Le Manoir du Diable) του 1896, είναι η πρώτη ταινία τρόμου στην ιστορία της 7ης Τέχνης με πρωταγωνίστρια την Γαλλίδα Σαρλότ Λουσί Μαρί Αντέλ Στέφανι Αντριέν Φαές, γνωστή με το πιο σύντονο, καλλιτεχνικό ονοματεπώνυμο Ζαν Ντ’ Αλσί, η οποία ήταν και η σύζυγος του Μελιές από το 1925 έως το 1938, χρονιά που έφυγε από την ζωή ο πρωτοπόρος Γάλλος κινηματογραφιστής. Ο Μελιές στο ευρύτερο κινηματογραφόφιλο κοινό, έγινε γνωστός από την ταινία του 1902 «Ταξίδι στη Σελήνη» (Le Voyage Dans La Lune), διάρκειας 13 λεπτών, στην οποία πρωταγωνιστεί και ο ίδιος, από τις ελάχιστες που διασώθηκαν, έπειτα από την οικονομική καταστροφή και την πτώχευση της εταιρείας του το 1913. Η συγκεκριμένη ταινία κρατάει την πρωτιά στο είδος της κινηματογραφικής, επιστημονικής φαντασίας, όταν οι θεατές εκείνης της εποχής απολάμβαναν με δέος το ανθρωπόμορφο φεγγάρι να λαβώνεται στο δεξί μάτι από μια ρουκέτα, εμπνευσμένος, βέβαια, από το βιβλίο «Από τη Γη στη Σελήνη» (1865) του, επίσης, ευφάνταστου, συμπατριώτη του συγγραφέα, Ιούλιου Βερν.

Από τότε έως σήμερα στο ελεύθερο και απέραντο λιβάδι της κινηματογραφικής επιστημονικής φαντασίας ρίχνεται άφθονο λίπασμα, ρεόντας αδιάκοπα το δημιουργικό ύδωρ, ως επί το πλείστον με σενάρια που φωτογραφίζουν το αχανές του σύμπαντος χώρου ως εχθρικό προς τον άνθρωπο. Ελάχιστες είναι οι ταινίες, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, που ο εξερευνητής και αναζητητής άνθρωπος έρχεται σε ειρηνική και φίλια συναναστροφή με άγνωστους, προς αυτόν, πολιτισμούς εκτός Γης. Οι γαλαξίες και τα αστρικά συστήματα της μεγάλης οθόνης είναι διαποτισμένα πατόκορφα με τρόμο, φόβο, αίμα, οδύνη και θάνατο. Είτε είναι επισκέπτες μας, είτε είμαστε ταξιδιώτες η διαστημική, επιστημονική φαντασία έναν αιώνα κυοφορεί στο υποσυνείδητο των σινεφίλ ως αποτρεπτική για περεταίρω τολμηρές σκέψεις περί ανθρώπου και διαστήματος, ως σημείο ταύτισης και ότι είμαστε το ένα και το αυτό. Το τρομερό παιδί, ο Στίβεν Σπίλμπεργκ έδωσε μια πιο πολιτισμένη διάσταση στη σχέση μας με το βαθύ, φυσικό χώρο του σύμπαντος, σκηνοθετώντας το «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου» αλλά και τον ζουμπά, ασχημούλη, χελωνόσαυρο, κατά αλλά αγαπητό «Ε.Τ.». Η προσέγγιση του Τζον Κάρπεντερ για το άγνωστο διάστημα, έπειτα από την παγωμένη, δολοφονική «Απειλή» του 1982, ο σκηνοθέτης καταπιάνεται με την θεϊκή, εξωγήινη, φουλ ειρηνική, οντότητα «Στάρμαν» του 1984, που ως Απόλλων λουσμένος στο αστρικό φως αναφέρεται στην ουσία της συμπαντικής φιλότητας και ως Ασκληπιός ανασταίνει δολοφονημένα ζώα από το ανθρώπινο μένος. Η ταινία εκτιμήθηκε ελάχιστα, παρότι είναι αριστούργημα στο είδος της. Στον Στάνλεϊ Κιούμπρικ θα αναφερθώ ταχύτητα, λόγω περιορισμένου χώρου, άλλωστε η ταινία του «2001, Οδύσσεια του Διαστήματος» στα πενήντα χρόνια ζωής που διανύει έχει κριθεί τα μάλα. Πάντως, ελάχιστοι κατανόησαν τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο και τους δεσμούς του με το διάστημα, όπως μοναδικά τον περιγράφει και ο σπουδαίος Άρθουρ Κλαρκ στο ομότιτλο βιβλίο του.

Το τριετές τηλεοπτικό ταξίδι, (κανονικά ήταν πενταετής η αποστολή) στην φιλοσοφική και την επιστημονική διάσταση της αναντικατάστατης σειράς επιστημονικής φαντασίας «Ταξίδι στα Αστέρια» (1966 – 1969) του εμπνευσμένου Τζιν Ρόντεμπερι, προσπάθησε να ανατρέψει τα δεδομένα περί του φοβερού και του αιμοσταγούς διαστήματος. Ήταν όμως καθ΄ όλα «τοξική» η σειρά για την γραμμή που ήθελαν να καθιερώσουν οι όποιοι σχεδιαστές της σπιτικής ψυχαγωγίας και στα τρία χρόνια της άκρως επιτυχημένης, τηλεοπτικής της μετάδοσης την έκοψαν άνευ λόγου και αιτίας. Το μεγάλο συνειδησιακό, διαστημικό καπέλωμα επισφραγίστηκε οκτώ χρόνια αργότερα με το σκοτεινό, φοβικό, κατά τα άλλα φαντασμαγορικό, κινηματογραφικό υπερθέαμα του Τζορτζ Λούκας «Star Wars».

Οι ανελέητες σφαγές, εντός και εκτός διαστημικών ορίων, συνεχίστηκαν ευμενώς από το κοινό, άλλοτε με τους αδίστακτους, εξωγήινους κυνηγούς (Predator), που κατέβηκαν στο safari park της Γης για ανθρώπινα τρόπαια, κι άλλοτε με την bitch Άλιεν βασίλισσα, που θέλει ξενιστές για αναπαραγωγή του είδους της. Στις τελευταίες δεκαετίες του διαστημικού τρόμου και του αίματος υπήρξαν και κάποιες, μικρές ελπιδοφόρες ανάσες στο mainstream κινηματογραφικό περιβάλλον με την «Άβυσσο» και το «Avatar» του Τζέιμς Κάμερον, το «Interstellar», του Κρίστοφερ Νόλαν και την «Άφιξη» (Arrival) του Ντενί Βιλνέβ. Μα, τον Κύνα… ένας Κύων δεν φέρνει την αστρική Άνοιξη!                     

«Γλυκιά Πατρίδα»

(Sweet Country)

 

  • Είδος: Δράμα εποχής
  • Χώρα: Αυστραλία (2017)  
  • Σκηνοθεσία: Γουόρικ Θόρντον
  • Με τους: Χάμιλτον Μόρις, Σαμ Νιλ, Μπράιαν Μπράουν, Ίγουεν Λέσλι
  • Διάρκεια: 113’
  • Διανομή: One From the Heart
  • Διακρίσεις: Βραβείο Κριτικής Επιτροπής Φεστιβάλ Βενετίας – Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα Platform Φεστιβάλ του Τορόντο – Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στα Asia Pacific Screen Awards

Να θέσουμε αρχικά, ότι ο 48χρονος, Αυστραλός σκηνοθέτης Γουόρικ Θόρντον δεν είναι επίγονος αποικιοκρατών, αλλά αυθεντικός, αυτόχθων της αυστραλιανής γης των Αβορίγινων. Οπότε, η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, σε συνέχεια της δραματικής, βραβευμένης του 2009 «Σαμψών και Δαλιδά» (προβλήθηκε μόνο στο φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης) δεν είναι ένα πλυντήριο αγλλοσαξωνικής συνείδησης κάποιου δυτικού σκηνοθέτη με χαριτωμένη άποψη περί ανθρωπιστικού συναισθήματος, αλλά μια πραγματική καταγραφή ενός πρωτογενούς, συμπιεσμένου, παλαιού κυττάρου που πάλλεται για την πραγματική αλήθεια των όσων τράβηξαν οι πρόγονοι του ιθαγενείς, από τους αμόρφωτους, αγράμματους και ποινικούς, λασπόκαρδους αποικιοκράτες. Είναι σημαντικός αυτός ο διαχωρισμός να γίνει, καθώς η ιστορία διαθέτει, πάντα δυο όψεις αναφοράς και γραφής, κάποιες φορές και τρεις. Η αλήθεια όμως στον πυρήνα της είναι μια, συμπαγής και αμετακίνητα αδιάψευστη: Όπου πάτησε το πόδι του ο βάρβαρος δυτικός το όνειρο μετασχηματίστηκε σε εφιάλτη, ο παράδεισος σε κόλαση και η ανθρώπινη σκέψη συρρικνώθηκε βάναυσα στην γραμμή της επιβίωσης. Το 2002 ο Αυστραλός σκηνοθέτης Φίλιπ Νόις με πρωταγωνιστή τον Κένεθ Μπράνα στην ταινία του: «Ο Μακρύς Δρόμος του Γυρισμού» (Rabbit-Proof Fence), ασχολήθηκε ανοιχτά με τα έκτροπα των αποικιοκρατών στην Αυστραλία και τα δεινά των Αβορίγινων (πάλι αληθινή ιστορία), αλλά δεν παύει ο σκηνοθέτης να είναι ένα γνήσιο τέκνο μεταναστών, που διακατέχεται από την ανάγκη και την ελευθερία να προσεγγίσει τις φρικαλεότητες, αλλά την αδυναμία να τις νοιώσει και να τις κατανοήσει στο μεδούλι τους. Οι άνθρωποι, ιστορικά, γνωρίζουν ελάχιστα για το μέγα κακό που προκάλεσαν οι δυτικοί άποικοι (το μεγαλύτερο ποσοστό κατάδικοι) στους κατοίκους της αυστραλιανής γης και το ολοκαύτωμα που οργάνωσαν για την εξολόθρευση των αρχαίων φυλών των Αβορίγινων. Εάν η πανάρχαια Ωκεανία ήταν πιο συμμαζεμένη γεωγραφικά και ο φυσικός της χώρος δεν διακρινόταν από τα νησιά, τις αχανείς, κεντρικές, έρημες εκτάσεις και τις πολύπλοκες περιφερειακές, τροπικές δασώδης περιοχές, το έργο της εξαφάνισης των αυτοχθόνων κατοίκων από την ισχυρή, αγγλική αυτοκρατορία θα ήταν σαφώς πιο εύκολο. Αναλογιστείτε μόνο, ότι η έκταση της Αυστραλίας είναι 7.692.024 τ.χλμ. και ο πληθυσμός της ανέρχεται σε 24.770.700 κατοίκους (δηλαδή, δυο φορές του ελλαδικού πληθυσμού, περίπου). Άλλωστε οι λεριασμένοι έποικοι δεν βρήκαν την ίδια αντίσταση που αντιμετώπισαν οι άλλοι Ευρωπαίοι μετανάστες από τους πολεμικούς Ινδιάνους της βόρειας, αμερικανικής ηπείρου. Οι Αβορίγινες βρίσκονται στην Αυστραλία από το 48.000 π.Χ. και είναι φυλές ειρηνικές με βαθιές πνευματικές αξίες, λατρεύοντας και προστατεύοντας την ωφέλεια της γης, αλλά και την χαμένη στην ιστορία εποχή των ονείρων. Ο σκηνοθέτης Γουόρικ Θόρντον δεν έφτιαξε μια ταινία μυθοπλασίας αποικιοκρατικού μένους και ρατσιστικής καταγγελίας, αλλά τοποθέτησε μια πραγματική ιστορία της δεκαετίας του ’20, που προκάλεσε ντόμινο εξελίξεων, εναρμονισμένη στην ατμόσφαιρα ενός καλογυρισμένου γουέστερν, απλά για να καταδείξει την άλλη όψη του νομίσματος, την διαφορετική απ΄ αυτή, που συνήθως γράφουν οι ιστορικές σελίδες των νικητών. Και πολύ καλά έπραξε ο άνθρωπος, γιατί και το σκηνοθετικό το κατέχει και το σενάριο είναι μεστό, από τον συνεργάτη του Θόρντον στο «Σαμψών και Δαλιδά», τον Ντέβιντ Τράντερ σε συνεργασία με τον ντοκιμαντερίστα Στιβεν ΜακΓκρέγκορ. Οι ερμηνείες σκίζουν, ειδικά του Αβορίγινα ηθοποιού Χάμιλτον Μόρις (υποδύεται τον κεντρικό ήρωα Σαμ Κέλι) είναι καταπληκτική. Όπως επίσης είναι πολύ καλός είναι και ο διάσημος, Αυστραλός ηθοποιός Μπράιαν Μπράουν, που είχαμε καιρό να τον απολαύσουμε σε τόσο έντονο δραματικό ρόλο (υποδύεται τον λοχία Φλέτσερ, διώκτη του Σαμ Κέλι) από την εποχή του «Νόμου της Φυλής» (Dead Heart) του 1996. Η σινεμασκόπ φωτογραφία του Ντίλαν Ρίβερ και του ίδιου του σκηνοθέτη είναι μαγευτική, ατμοσφαιρική, μυστηριακή, σε πολλές στιγμές μυστικιστική, αποτυπώνοντας όλη την ομορφιά της δύναμης της έρημης και συνάμα άγριας αυστραλιανής φύσης και το πως επιδρά στον ανθρώπινο ψυχισμό. Καθ’ όλη την διάρκεια της εξέλιξης αυτής της πραγματικής ιστορίας δεν ακούγεται ούτε μια μουσική νότα, ώστε να χειραγωγήσει το συναίσθημα του θεατή (καλό!!!), αλλά άνθρωποι και φύση (ερμηνείες, εικόνες και φυσικοί ήχοι) αναλαμβάνουν τον ενδιαφέροντα, συναισθηματικό διακανονισμό στο ταξίδι ανάμεσα στον διώκτη και τον διωκόμενο ως προς την δραματουργία της αδικίας και της μιας αλήθειας. Απλά, υπέροχο!!!

Ο μεσήλικας Αβορίγινας  Σαμ (Χάμιλτον Μόρις – καταπληκτικός!), εργάζεται ισότιμα και ελεύθερος στον ιεροκήρυκα Σμίθ (Σαμ Νιλ – καλός), κάπου στις αχανείς εκτάσεις της κεντρικής Αυστραλίας, στο Άλις Σπρινγκς. Ο προβληματικός και βαθιά ρατσιστής, βετεράνος του πολέμου Χάρι Μαρτς (Έγουεν Λέσλι – καλός) μετακομίζει σε ένα γειτονικό σταθμό, ζητώντας από τον ιεροκήρυκα να του παραχωρήσει, ως προς την εγκατάσταση του στον τόπο, μερικούς ιθαγενείς. Ο Σμιθ στέλνει τον  Σαμ και την οικογένεια του για να βοηθήσουν. Η συνεργασία με τον σκληρό και οργισμένο Χάρι δεν είναι η καλύτερη, καθώς βλέπει τους ιθαγενείς ως κατώτερα όντα και σύντομα ένα συμβάν που παρεξηγείται από τον αποικιοκράτη τον οδηγεί να ενεργήσει ακραία σε έναν μικρό Αβορίγινα. Ο μικρός ξεφεύγει και πηγαίνει στον Σαμ για να σωθεί, ενώ ο τρελαμένος Χάρι διεκδικεί τον μικρό σαν να είναι σκλάβος, πυροβολώντας τον Σαμ που τον κρύβει. Ο Σαμ αμύνεται και σκοτώνει τον λευκό αποικιοκράτη. Αναγκάζεται να διαφύγει στην ενδοχώρα μαζί με την γυναίκα του για να μην συλληφθεί και εκτελεστεί από το απόσπασμα που έχει δημιουργήσει ο λοχίας Φλέτσερ ( Μπράιαν Μπράουν – πολύ καλός), γιατί έχει δεν έχει δίκιο ο Σαμ, σκότωσε λευκό και πρέπει να κρεμαστεί.                      

«The Equalizer 2»

 

  • Είδος: Δράση Περιπέτεια
  • Χώρα: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αντουάν Φουκουά
  • Με τους: Ντένζελ Γουάσινγκτον, Πέδρο Πασκάλ, Άστον Άντερς, Μπιλ Πούλμαν, Μελίσα Λίο
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ο μοναχικός Ρόμπερτ ΜακΚολ (Ντένζελ Γουάσινγκτον – πολύ καλός), έπειτα από τέσσερα χρόνια επιστρέφει ως ο τέλειος ισοσταθμιστής της αδικίας υπέρ των αδυνάτων ανθρώπων που δεν διαθέτουν την ικανότητα να καταπολεμήσουν την αισχρότητα, την βία, την κακοποίηση και γενικότερα το όποιο παρακμιακό και εγκληματικό περιβάλλον. Ο σκηνοθέτης Αντουάν Φουκουά (του οποίου, πάραυτα, μ΄ αρέσουν οι δουλειές του και η αφηγηματική των ταινιών του), φέρνει τον δις οσκαροβραβευμένο Ντένζελ («Glory», «Ημέρα Εκπαίδευσης») για δεύτερη φορά απέναντι στο αδιέξοδο έγκλημα της σύγχρονης κοινωνίας και στην ήττα των αδύναμων ανθρώπων. Φαλακρός ως μοναχός, μονήρης και απομονωμένος σαν ασκητής, λιτοδίαιτος και συγκεντρωμένος σαν άγιος, ακριβοδίκαιος, προσηνής και διδακτικός στις χαμένες ψυχές σαν όσιος, άγγελος εξ’  ουρανού με τους καλούς ανθρώπους, άγγελος της κολάσεως, φωτιά κι ατσάλι με τους ιθύνοντες δαίμονες του πάσης φύσεως εγκλήματος. Ο θρησκευτικός Φουκουά, που δεν κρύβει την πίστη του στον Θεό σε καμιά ταινία του, δημιούργησε έναν καταπληκτικό και γοητευτικό ήρωα με όλο το αξιακό σύστημα των αρετών μέσα του και φυσικά, αήττητο λόγω της άριστης, πολύχρονης εκπαίδευσης και αποτελεσματικής θητείας του στις μυστικές υπηρεσίες των Η.Π.Α., κάτι που το κρατάει κρυφό απ΄ όλους. Το βιογραφικό του συγκεκριμένου ήρωα παρουσιάζεται ολόκληρο στην πραγματικά εξαιρετική πρώτη ταινία «The Equalizer» του 2014. Ο Φουκουά, σεναριακά, τότε, πέτυχε διάνα ο μπαγάσας και αλά μπρατζέτα με τον άριστο Γουάσινγκτον παρέδωσε στο φιλοθεάμον κοινό της δράσης τεφαρίκι ταινία. Όταν ανακοινώθηκε το sequel, υπέθεσα εύλογα, πως ο ταλαντούχος αφροαμερικανός σκηνοθέτης πέρασε στην σφαίρα της πεπατημένη και της σαλατοποίησης ενός πολύ καλά δομημένου κινηματογραφικού ήρωα, που φωτίζεται από την σπίθα και την λάμψη της διαφορετικότητας από τους υπόλοιπους του κινηματογραφικού είδους. Δεν κρύβω να πω, πως με αρκετή δόση καχυποψίας και ετοιμότητας για το χειρότερο παρακολουθούσα το πρώτο δεκαπεντάλεπτο της πλοκής της συνέχειας, για να ανακαλύψω τις γούβες της επανάληψης, τα ροκανίδια της μανιέρας και των χιλιομασημένων σεκάνς του κινηματογραφικού είδους. Κι όμως! Ο Φουκουά δεν έπαιξε το παιχνίδι της προχειρότητας και δεν επαναπαύτηκε στις δοξαστικές δάφνες του πρώτου «Equalizer», που κάλλιστα θα μπορούσε να το πράξει, χρησιμοποιώντας την επιτυχία ως αδρανές υλικό σε ένα επερχόμενο μέτριο έως αδιάφορο δεύτερο μέρος. Παρά ταύτα στάθηκε παλικάρι απέναντι στον ήρωα του και δεν τον χαμήλωσε διόλου από το πρωταρχικό του ανάστημα, ούτε κινήθηκε σε διαχειρίσιμα μονοπάτια δράσης ένεκα της κονόμας. Έστησε ταινία και μάλιστα καλή ταινία περιπέτειας, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά συνέπεια και ακρίβεια στο είδος που εκπροσωπεί. Ο Ντένζελ τον έχει πια στο πετσί του τον Ρόμπερτ ΜακΚολ και λόγω της άνεσης του, ως σπουδαίος ηθοποιός που είναι, ξεδιπλώνει και μερικά ερμηνευτικά κολπάκια, έτσι για να αποκτήσει ενδιαφέρον το θέμα. Χτίζει ιστορία με θεμέλια βάσης αρκετά κάτω από το υπέδαφος του κινηματογραφικού είδους και τα επίπεδα από επάνω δεν είναι φευγαλέα και της αρπαχτής αλλά καλοδουλεμένα. Πάντως, για να γνωρίζετε δεν θα τον κατέκρινα ακόμα κι αν η ταινία του Φουκουά ήταν μέτρια ή κάτω του μετρίου, καθώς οι κινηματογραφικές στιγμές, που μας έχει χαρίσει στο παρελθόν είναι θαυμάσιες και πολυεπίπεδες. Οι δουλειές του δείχνουν ένα δημιουργό, που δεν κιοτεύει στο να περπατήσει με ασφάλεια και ξεκάθαρη εικόνα, είτε ορμάει στην σύγχρονη δράση με κοινωνικό υπόβαθρο «Ημέρα Εκπαίδευσης», δίνοντας το Όσκαρ Ερμηνείας στον φίλο και συνεργάτης του Ντένζελ Γουάσινγκτον, είτε ενορχηστρώνοντας άψογα το εντυπωσιακό καστ του επικού «Βασιλιά Αρθούρου», είτε οπλίζει τα εξάσφαιρα κολτ στο έντιμο και φίνο remake των θρυλικών «Και Οι Επτά Ήταν Υπέροχοι», ακόμα κι όταν ανέβηκε στο πυγμαχικό ρινγκ με τον δραματικό «Αριστερόχειρα» ο Αντουάν είναι κρύσταλλο Βοημίας. Τα μεγάλα του ατού είναι, ότι ξέρει να στήνει μαγκιόρικα στον φακό το πολύτιμο υλικό του, που είναι οι ηθοποιοί, αλλά και το καλό, σεναριακό ξεψείρισμα στο οποίο επιδίδεται μετά μανίας. Ο αποσυρμένος και κρυμμένος πράκτορας των ειδικών αποστολών θανάτου της CIA, Ρόμπερτ ΜακΚολ, και εν συνεχεία τιμωρού του εγκλήματος, για την ιστορία απλά να αναφέρουμε, ότι είναι εμπνευσμένος από την ομότιτλη τηλεοπτική σειρά του 1985 με πρωταγωνιστή τον Άγγλο ηθοποιό Έντουαρντ Γούντγουορντ, ο οποίος βραβεύτηκε με την Χρυσή Σφαίρα Ερμηνείας για τον ρόλο.

Ο Ρόμπερτ ΜακΚολ (Ντένζελ Γουάσινγκτον – πολύ καλός), αφού αναγκάστηκε να εξαφανιστεί από την εταιρία που δούλευε με τα είδη σπιτιού έπειτα από το μακελειό-σφαγή με τους μαφιόζους Ρώσους και για να συνεχίσει να κρατάει μυστικό το παρελθόν του, εργάζεται τώρα σε μια εταιρεία ταξί, κάτι σαν την Ούμπερ ας πούμε. Ανακάλυψε όμως και τον σκοπό της ύπαρξης του, που είναι η παροχή σημαντικής βοήθειας σε ανθρώπους (πάλι μυστικά και ανώνυμα), οι οποίοι έχουν πέσει θύματα εγκληματικών οργανώσεων, αλλά και κακοποίησης. Τους μοναδικούς που εμπιστεύεται και γνωρίζουν για αυτόν είναι οι οικογενειακοί φίλοι του, η Σούζαν και ο Μπράιαν Πλάμερ (Μελίσα Λίο και Μπιλ Πούλμαν,  αντιστοίχως – καλοί), η οποία Σούζαν είναι υψηλά ιστάμενη σε βαρύ πόστο των μυστικών υπηρεσιών της Αμερικής, βοηθώντας τον Ρόμπερτ στο αθέατο έργο του. Η δολοφονία ενός πράκτορα της CIA στο Παρίσι, από μια ομάδα άριστων εκπαιδευμένων ανδρών οδηγεί την Σούζαν στο να ανακαλύψει τους δολοφόνους. Στην έρευνα της και ενώ βρίσκεται στο παρισινό ξενοδοχείο, δυο νεαρά πρεζόνια, που του παίζουν πελάτες, μπουκάρουν στο δωμάτιο και την σκοτώνουν με σκοπό να την ληστέψουν. Ο Ρόμπερτ αναλαμβάνει να βρει την άκρη του νήματος της δολοφονίας της αγαπημένης του φίλης και να φτάσει στους εκτελεστές, περνώντας μέσα από το ταραχώδες, κρυφό και σκοτεινό παρελθόν του, αναγκασμένος εκ των πραγμάτων να φανερωθεί.                  

«Η Τζούλιετ, Γυμνή»

(Juliet, Naked)

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Χώρα: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζέσι Πέρεζ
  • Με τους: Ρόουζ Μπερν, Ιθαν Χοκ, Κρις Ο’ Ντάουντ
  • Διάρκεια: 105’
  • Διανομή: Odeon

 Βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο του Άγγλου μπεστελερά συγγραφέα Νικ Χόρνμπι («Για Ένα Αγόρι», «High Fidelity» και τα δυο βιβλία προσαρμόστηκαν σε κινηματογραφικές ταινίες με επιτυχία), ο πλέον τηλεοπτικός σκηνοθέτης Τζέσι Πέρεζ, έχοντας στα νώτα του τους παραγωγούς της «Little Miss Sunshine» μεταφέρει την indie, ερωτική κομεντί καταστάσεων «Η Τζούλιετ Γυμνή» (εκδόσεις Πατάκη) με κέφι και ζωντάνια, παρότι που από τις πέντε κινηματογραφικές του ταινίες, ιδίου ύφους, αυτή που αξίζει κάπως είναι «Ο Ηλίθιος Αδελφός μας» (2011). Η ταινία κινείται στο μουσικό σύμπαν και τις εμμονές που δημιουργεί ένα πρώην μουσικό είδωλο, όταν ξαφνικά πριν από 25 χρόνια αποσύρεται από τον χώρο, εξαφανίζεται, δημιουργώντας μύριους μύθους γύρω από το όνομα του και για την ανεξήγητη παραίτηση του από τα μουσικά πράγματα. Το συναίσθημα και δη οι τελματωμένες, αδιέξοδες, ερωτικές καταστάσεις ζευγαριών με πολυετή σχέση άνευ τέκνων είναι το ηλεκτρόνιο που δίνει τον ρυθμό στο σενάριο. Η σεναριογράφος της ταινίας «Ο Ηλίθιος Αδελφός μας», Ευτζένια Πέρεζ, μαζί με την Ταμάρα Τζένκινς και τον βραβευμένο με Όσκαρ σεναριογράφο για το εξαιρετικό «Πλαγίως» (Sideways), Τζιμ Τέιλορ μετέφεραν ικανοποιητικά το πνεύμα του βιβλίου, δίνοντας τον ρομαντικό αέρα που χρειάζεται, την μουσική αίσθηση που πλαισιώνει το στόρι (σε αυτό βοήθησε ο σκηνοθέτης Τζέσι Πέρεζ ως πρώην μουσικός στο γκροyπ Lemonheads) και, φυσικά τις μονογραφίες των προβληματικών ενηλίκων με τα «κολλήματα» τους. Τα γλωσσικά τερτίπια των διαλόγων που αναπτύσσονται σε αρκετά σημεία αναμεταξύ Άγγλων και Αμερικανών και είναι η νοστιμιά της ταινίας, προφανώς είναι η προσωπική μάχη του Άγγλου συγγραφέα εναντίον του αμερικάνικου χυμαδιού. Ο συγγραφέας δεν είναι αυτό που λέμε και ο ευφυής γραφιάς που θα σε καθηλώσει. Η πένα του αν και γλυκιά, εύθυμη, σύγχρονη και εξυπνακίστικη έχει τον αγγλικό λαϊκισμό της χολής και του ημίαιμου αγγλικού φλέγματος. Ε, αυτό το ιδιάζον διαλογικό στοιχείο η σεναριακή ομάδα το ρίχνει καλά στην ταινία. Η Αυστραλή ηθοποιός Ρόουζ Μπερν στον ρόλο της διττά εγκλωβισμένης Άνι, τόσο από το απονευρωμένο, στείρο περιβάλλον της αγγλικής επαρχίας, όσο και από την άτονη, άνευ δράσης, επίπεδης σχέσης της με τον παλιπαιδίζοντα σύντροφό της τα καταφέρνει περίφημα, ενώ το κυριότερο είναι, πως στέκεται ευέλικτα δίπλα στον καταπληκτικό Ίθαν Χοκ, που πραγματικά κεντάει στον ρόλο του άσωτου μουσικού. Ο Ίθαν, όπως πάντα προσεκτικός στις επιλογές των ρόλων του γεμίζει με την παρουσία του την ταινία. Μια όμορφη έκπληξη είναι ο απολαυστικός Κρις Ο’ Ντάουντ στον ρόλο του  καθηγητή κινηματογράφου Ντάνκαν και συντρόφου της Άνι, ενός άνδρα που ποτέ δεν έγινε άνδρας, αλλά παρέμεινε έφηβος με όλες τις προβληματικές της μη ενηλικίωσης του.

 Η Άνι (Ρόουζ Μπερν – πολύ καλή) ζει εγκλωβισμένη σε μια μικρή αγγλική πόλη, αρκετά μικρή για τα όνειρα και τις προσδοκίες της. Έχει μια πολυετή σχέση με τον Ντάνκαν (Κρις Ο’ Ντάουντ – καλός), που λατρεύει σε υπερβολικό βαθμό έναν πρώην ροκ σταρ, τον Τάκερ Κρόου (Ίθαν Χοκ – υπέροχος) και προσπαθεί να καταλάβει τι απέγινε ο ροκ σταρ μετά την μυστήρια εξαφάνισή του 25 χρόνια πριν. Ο Κρόου από την άλλη, έχει «εξαφανιστεί» από τον κόσμο, από τις πολλές του σχέσεις και από τα διάφορα παιδιά που έχει αποκτήσει μέσα στα χρόνια με διαφορετικές γυναίκες. Ζει στο γκαράζ της πρώην του, προσπαθώντας να είναι ο πατέρας του τελευταίου γιου του και αναρωτιέται γιατί η ζωή δεν εξελίχθηκε όπως περίμενε. Οι ζωές της Αν κα του Τάκερ θα διασταυρωθούν όταν ο Ντάνκαν, ως ιδρυτής ενός φαν κλαμπ  προς τιμήν του Κρόου, θα θελήσει να δημοσιεύσει μια διθυραμβική κριτική για ένα σπάνιο, ακουστικό ντέμο 25 χρόνων που ονομάζεται «Η Τζούλιετ, Γυμνή». Η Άνι όμως σε μια στιγμή επανάστασης θα δημοσιεύσει τη δική της κριτική, που σίγουρα δεν αναφέρεται με τα καλύτερα λόγια στον μουσικό. Προς έκπληξή της ο Τάκερ Κρόου, παρακολουθώντας το φαν κλαμπ, θα επικοινωνήσει μαζί της και μεταξύ τους θα δημιουργηθεί μια σχέση που μπορεί να αλλάξει τις ζωές όλων.             

«Τσε ο Επαναστάτης»

(Che: Part Two)

 

  • Είδος: Ιστορική βιογραφία
  • Χώρα: Ισπανία, Γερμανία, Γαλλία, Η.Π.Α (2008)
  • Σκηνοθεσία: Στίβεν Σόντερμπεργκ
  • Με τους: Μπενίσιο Ντελ Τόρο, Κάρλος Μπαρδέμ, Ντεμιάν Μπισίρ, Χοακίμ Ντε Αλμέιντα, Εντουάρντ Φερνάντεζ, Μαρκ-Αντρέ Γκροντέν, Όσκαρ Χαενάδα, Καλίλ Μέντεζ, Ελβίρα Μίνγκεζ, Ματ Ντέιμον, Τζόρντι Μογιά, Φράνκα
  • Διάρκεια: 131’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Βραβείο Ερμηνείας Φεστιβάλ Κανών (Μπενίτσιαο Ντελ Τόρο)

Η κινηματογραφική βιογραφία του Αργεντινού, επαναστάτη Τσε Γκεβάρα της περιόδου από την γνωριμία του με τον Κουβανό ηγέτη Φιντέλ Κάστρο έως την δολοφονία του, δια χειρός Στίβεν Σόντεμπεργκ και πρωταγωνιστή τον βραβευμένο για τον ρόλο Μπενίτσιο Ντελ Τόρο, συνεχίζεται. Στο ίδιο σκηνοθετικό μοτίβο και το δεύτερο, ενδιαφέρον μέρος, με λιγότερες αυτή την φορά ντοκιμαντερίστικες παρεμβάσεις, ο Σόντεμπεργκ ολοκληρώνει το πορτρέτο του πολεμιστή επαναστάτη, που συνέβαλε σημαντικά στην απαλλαγή του φασιστικού, κουβανέζικου καθεστώτος. Ενώ το πρώτο μέρος (εδώ) είναι εξ΄ ολοκλήρου αφιερωμένο στην ένοπλη, λαϊκή επανάσταση της Κούβας, στην δεύτερη συνέχεια ο Τσε αρχίζει την δράση στην Βολιβία, καταλήγοντας στην προδοσία και την δολοφονία του από τις μυστικές υπηρεσίες των Η.Π.Α. Το σενάριο βασίζεται στα ιστορικά καταγεγραμμένα γεγονότα από τον ίδιο τον Τσε στο «Βολιβιανό Ημερολόγιο» του, τα οποία μεταφέρει ο σεναριογράφος Πίτερ Μπάκμαν, συμπληρώνοντας, μάλιστα, κι άλλα στοιχεία από τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα του Υπουργείου Εξωτερικών της Αμερικής. Στην προσεγμένη παραγωγή, εκτός του Μπενίσιο Ντελ Τόρο, βρίσκεται και η Λόρα Μπίκφορντ, η οποία αναφέρει, ότι «μιλήσαμε με άτομα όλων των πολιτικών αποχρώσεων. Συναντηθήκαμε με τον Βολιβιανό λοχαγό που έπιασε αιχμάλωτο τον Τσε, καθώς και με τους τρεις Κουβανούς που ακολούθησαν τον Τσε στην Βολιβία, κατάφεραν να δραπετεύσουν και να επιστρέψουν στην Κούβα μετά την εκτέλεσή του. Ένας από αυτούς, ο Ουρμπάνο, ήρθε από την Κούβα στην Ισπανία και συμμετείχε στην παραγωγή ως σύμβουλος».

Αμέσως μετά την Κουβανική Επανάσταση, ο Τσε (Μπενίσο Ντελ Τόρο – πολύ καλός) είναι πιο διάσημος και πιο ισχυρός από ποτέ. Ξαφνικά τα ίχνη του χάνονται μέχρι που εμφανίζεται στην Βολιβία. Εκεί θα οργανώσει μια μικρή ομάδα από Κουβανούς συντρόφους και Βολιβιανούς νεοσύλλεκτους με σκοπό να ξεκινήσουν τη μεγάλη επανάσταση της Λατινικής Αμερικής. Η Βολιβιανή επιχείρηση είναι μια ιστορία θυσίας και  ιδεαλισμού. Ένας ανταρτοπόλεμος που καταλήγει σε αποτυχία και οδηγεί τον Τσε στον θάνατο. Μέσα από αυτή την ιστορία καταλαβαίνουμε γιατί ο Γκεβάρα παραμένει ένα σύμβολο ιδεαλισμού και ηρωισμού που ζει στις καρδιές των ανθρώπων όλου του κόσμου.

«Στις Τρεις Κορυφές»

(Three Peaks)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Χώρα: Ιταλία, Γερμανία (2017)
  • Σκηνοθεσία: Γιαν Ζαμπέιλ
  • Με τους: Αλεξάντερ Φέλινγκ, Μπερενίς Μπεζό, Αριάν Μοντγκόμερι
  • Διάρκεια: 94’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Piazza Grande στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο από τους κριτικούς του Variety

Η δεύτερη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του 37χρονου, βραβευμένου, Γερμανού σκηνοθέτη Γιαν Ζαμπέιλ. Θέμα της ταινίας  «Στις Τρεις Κορυφές» (σενάριο του σκηνοθέτη) είναι τα ανθρώπινα αντανακλαστικά, οι συμπεριφορές των μικρών και των μεγάλων ανθρώπων, που προέρχονται από διαλυμένους γάμους και προσπαθούν να ξαναφτιάξουν τις ζωές τους με νέους συντρόφους, ενώ η γυναίκα έχει και ένα ανήλικο αγόρι από την προηγούμενη σχέση της. Αυτό το αθώο αγοράκι είναι και η πυριτιδαποθήκη του σεναρίου. Η επικοινωνία και η ψυχοσύνθεση της σύγχρονης αναστάτωσης, που εκπορεύεται από το ανήλικο προς τον ενήλικα και αντιστρόφως, όταν ο ανήλικος πρέπει να συνειδητοποιήσει, ότι η ζωή του από τούδε και στο εξής θα τρέχει με την ίδια μεν μητέρα, αλλά με διαφορετικό σύντροφο της μητέρας. Ο καινούργιος σύντροφος, πάντα στην πρίζα, στην αμήχανη θέση της συμπαθητικής προσέγγισης προς τον ανήλικο, όσο κι αν ο πιτσιρικάς του σπάει τα ούμπαλα με την ανάρμοστη και ανάγωγη έως φρικτή και ανατριχιαστική συμπεριφορά του, διότι δεν θέλει νέο μπαμπά, ούτε αδελφάκι, ούτε τίποτα, αλλά την παλιά παραδοσιακή οικογένεια του. Η ταινία εικαστικά παρέχει ένα ενδιαφέρον και αυτό λόγω της φωτογραφίας στις ορεινές εκτάσεις των ιταλικών Άλπεων, που διαδραματίζεται το στόρι, αλλά και στο λιγόλογο σενάριο, που ο διάλογος ή οι ηλεκτρισμένες σκέψεις προσφέρουν αυτοκρατορικά την θέση τους στην ταρκοφσκική διαλεκτική των αργών πλάνων και στις αισθητικά πανέμορφες εικόνες. Μόνο που ο Ζαμπιέλ δεν είναι Ταρκόφσκι, κι αυτό που θα μπορούσε να το πει σε είκοσι λεπτά και να κλείσει το θέμα στο τσακ μπαμ, το απλώνει σε ένα βαρετό, θριλερικού σφυγμού φιλμ 94 λεπτών. Τελικά, παίρνεις το κουράγιο κάπου εκεί προς το φινάλε και πονηρά εικάζεις, ότι ο σκηνοθέτης θα κάνει την υπέρβαση του, αποδεικνύοντας την πραγματική νοσηρότητα, και τις αδάμαστες σκιές στο παιδικό μυαλό. Δυστυχώς, η ταινία καταλήγει διδακτική, μικροαστικού βεληνεκούς με ένα φινάλε που προδίδει την ίδια την κινηματογραφική φαντασία. Το εμβόλιο του politically correct που προστάζει το νέο ευρωπαϊκό ιδεώδες για την θεραπεία της βαρβαρίλας επιδρά άμεσα στον νοσηρό μικρούλη και τον επαναφέρει στην τάξη. Ούτε για κοινωνιολογική ανάλυση δεν φθουράει η ταινία με τον τρόπο που την χειρίστηκε ο σκηνοθέτης, καθώς ούτε ο ίδιος δεν γνωρίζει εάν ορθώνει κριτική αιχμή σε τόνους θρίλερ ή ψυχαναλύει το νέο οικογενειακό μοντέλο.     

Ο Άαρον προσκαλεί τη σύντροφό του, Λέα, και τον οκτάχρονο γιο της, Τρίσταν, σε μια εκδρομή στο βουνό. Αντί για μια αρμονική έναρξη της καινούργιας τους ζωής μαζί, το ταξίδι τούς επιφυλάσσει πολλά και δύσκολα εμπόδια, καθώς οι τρεις τους μάχονται για τη θέση τους στη νέα οικογένεια. Ψηλά στην περιοχή των Τριών Κορφών, ο Άαρον και ο Τρίσταν έρχονται αντιμέτωποι με την αγάπη και τον φόβο που τρέφουν ο ένας για τον άλλο, ενώ η Λέα βρίσκεται ανάμεσά τους, προσπαθώντας να σταθεροποιήσει το ιδιόμορφο αυτό τρίγωνο. Στην προσπάθειά του να κερδίσει την αποδοχή του αγοριού, που δείχνει μια ολοένα και πιο επιθετική συμπεριφορά απέναντί του, ο Άαρον παίρνει τον Τρίσταν ψηλά στο βουνό. Όταν, όμως, έρθει η ομίχλη και o Άαρον χάσει τον μικρό, το υπόγειο παιχνίδι εξουσίας ανάμεσά τους παίρνει μια επικίνδυνη τροπή.

«Κυνηγός»

(Predator)

 

  • Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας
  • Χώρα: Η.Π.Α (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σέιν Μπλακ
  • Με τους: Μπόιντ Χόλµπρουκ, Τρεβάντε Ρόουντς, Τζέικομπ Τρέμπλεϊ, Κίγκαν-Μάικλ Κι, Ολίβια Μαν, Στέρλινγκ Κ. Μπράουν, Aλφι Aλεν, Τόμας Τζέιν, Αουγκούστο Αγκιλέρα, Τζέικ Μπάσεϊ, Ιβόν Στραχόβσκι
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Odeon

Αρκετοί αστροκτυπημένοι φανς του «Κυνηγού» περιμένουν αυτήν την ταινία σαν ουράνιο μάννα, μη τυχόν δημιουργηθεί ένα σωστό reboot, βρε αδελφέ, ισάξιο με εκείνο του πρώτου του 1987 σε σκηνοθεσία Τζον ΜακΤίρναν και τον Άρνολντ Σβατζενέγκερ στις μεγάλες του δόξες. Άντε και του δεύτερου «Κυνηγού» του 1990 σε σκηνοθεσία Στίβεν Χόπκινς και πρωταγωνιστή τον Ντάνι Γκλόβερ. Γιατί από εκεί και έπειτα αρχίζει ο τρελός χαβαλές και η μια ανοησία ακολουθεί την άλλη, ψιλοδιαλύοντας  την καταπληκτική ιδέα και το πρωτότυπο σενάριο των αδελφών Τζιμ και Τζον Τόμας. Εδώ συμβαίνουν δυο τινά. Πρώτον είναι, ότι ο τίτλος της ταινίας βγαίνει νέτος σκέτος «Predator», που σημαίνει, ότι καπελώνει τον αρχικό του 1987 (μια επανεκκίνηση και μάλλον πολλές πολλές συνέχειες, που θα το διαπιστώσουν όσοι δουν την ταινία). Το δεύτερο είναι, και το πιο περίεργο, ότι ο σεναριογράφος, ηθοποιός και σκηνοθέτης Σέιν Μπλακ («Φιλιά και Σφαίρες», «Iron Man 3», «The Nice Guys»), με την ιδιότητα του ηθοποιού πρωταγωνιστεί στον πρώτο «Κυνηγό» του 1987 του ΜακΤίρναν υποδυόμενος τον γυαλάκια, ασυρματιστή κομάντο Χόκινς, που έλεγε τα ανέκδοτα. Ο Σέιν Μπλακ δεν είναι κακός σκηνοθέτης και ο συγκεκριμένος εξωγήινος «Κυνηγός» προσφέρει επαρκώς αίμα ως διαστημική σπλατεριά και χορταστικό θέαμα δράσης και περιπέτειας. Ακόμα και το ματσάκι των ψυχασθενών χαρακτήρων ρέιντζερ, πλήθους μετατραυματικών στρες στο νοητικό τους, που ακολουθούν τον ήρωα για να εξολοθρεύσουν τον πουσαρισμένο εξωγήινο είναι γουστόζικο και δίνει μερικές καλές ατάκες για γελάκι. Ακόμα και οι σκηνοθετικές αναφορές στον πρώτο «Κυνηγό» είναι καλοφτιαγμένες. Το πρόβλημα της ταινίας είναι στο σενάριο. Ο Σέιν, σαφώς ηγείται της σεναριακής γραφίδας και «δασκαλεύει» την υπόλοιπη ομάδα για το πως θα στήσουν τον «Κυνηγό» του 2018, ώστε να μηδενίσει κοντέρ και γίνει η επανεκκίνηση με νέα δεδομένα. Αυτά, λοιπόν, τα δεδομένα είναι φτωχά, αναμασημένα και δίχως έμπνευση για να καταλήξουμε, ότι το concept προσανατολίζεται καρσί σε μια super hero διάσταση μαρβελικής δυναμικής, κάτι που δεν υπήρχε λόγος να συμβεί.

Το διαστημόπλοιο ενός «Κυνηγού» κτυπιέται από το σκάφος ενός άλλου «Κυνηγού» κάπου στο μακρινό διάστημα και πέφτει στο Μεξικό. Ο Κουίν (Μπόιντ Χόλµπρουκ), λοχαγός των Ειδικών Δυνάμεων που πλέον είναι πληρωμένος δολοφόνος (ελεύθερος σκοπευτής), αποξενωμένος από τη γυναίκα και τον γιο του, βρίσκεται στο Μεξικό σε μια μυστική αποστολή όπου ανακαλύπτει τα συντρίμμια του διαστημόπλοιου, βλέποντας τον επιβαίνοντα εξωγήινο να κατακρεουργεί τους άνδρες του. Εκεί αναζητά αντικείμενα από το σκάφος που θα τον βοηθήσουν να αποδείξει ότι λέει αλήθεια, αφού κανείς δεν θα τον πιστέψει όταν μοιραστεί την εμπειρία του. Αυτά τα αντικείμενα τα στέλνει ταχυδρομικώς στο σπίτι του. Για κακή του τύχη ο ευφυής γιος του Ρόρι (Τζέικομπ Τρέμπλεϊ), που βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού, τα ανακαλύπτει πρώτος και ξεκινά να λύνει το παζλ προκαλώντας την επιστροφή του άλλου Κυνηγού στη Γη. Εν τω μεταξύ οι κρατικές, μυστικές, ερευνητικές υπηρεσίες της Αμερικής πιάνουν τον Κυνηγό του καταρριφθέντος σκάφους και τον οδηγούν ναρκωμένο στα υπόγεια εργαστήρια για μελέτες, γνωρίζοντας οι κυβερνητικοί την ύπαρξη αυτών των όντων από τις επισκέψεις τους στην Γη το 1987 και το 1991. Ο δεύτερος Κυνηγός, ο οποίος είναι τεράστιος σε μέγεθος και DNA γενετικά εξελιγμένο καταφθάνει στην Γη με σκοπό να εξολοθρεύσει τον πρώτο και να πάρει μαζί του το τέλειο ανθρώπινο δείγμα για να δημιουργηθεί το τέλειο υβρίδιο Κυνηγών, ώστε να αποικήσουν τον πλανήτη.  Οι τρελοί, όπως αποκαλούνται στην ταινία, είναι οι ρέιντζερ που θα συνεργαστούν με τον Κουίν (Μπόιντ Χόλμπρουκ) και την βιολόγο Κέισι Μπράκετ (Ολίβια Μαν) για να σώσουν το ανθρώπινο είδος από τους πιο θανάσιμους κυνηγούς τους σύμπαντος.

«Ο Κατάσκοπος που με Παράτησε»

(The Spy Who Dumped Me)

 

  • Είδος: Κωμωδία, Δράση, Περιπέτεια
  • Χώρα: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σουζάνα Φόγκελ
  • Με τους: Μίλα Κούνι, Κέιτ ΜακΚίνον, Τζάστιν Θιρού, Τζίλιαν Άντερσον, Σαμ Χιούεν
  • Διάρκεια: 117’
  • Διανομή: Spentzos Films

Καλογυρισμένη κωμωδία από την σκηνοθέτιδα και σεναριογράφο Σουζάνα Φόγκελ γεμάτη δράση, χιούμορ και μπόλικη κατασκοπία με την Μίλαν Κούνι και την Κέιτ ΜακΚίνον στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Είναι αυτό που λέμε, όταν οι Αμερικανοί έχουν κέφια και χρήμα για ξόδεμα σε κάνουν να περνάς καλά, ακόμα κι αν το εύπεπτο έδεσμα διαθέτει στιγμιαία γεύση και εντύπωση πυροτεχνήματος. Οι κυρίες πάντως τα δίνουν όλα, βγάζουν γέλιο και μπαινοβγαίνουν με άνεση στην υπερβολή και την μπαλαφάρα. Για όσες ενδιαφέρονται, μαζί με τις δυο κυρίες πρωταγωνιστεί και ο ωραίος Τζάστιν Θερού (ξέρετε, ο πρώην σύζυξ της Τζένιφερ Άνιστον)  και ο γοητευτικός Σκωτσέζος ηθοποιός Σαμ Χιούεν. Αμιγώς γυναικεία υπόθεση η ταινία, που άνετα βλέπεται και από άνδρες.

Η συντηρητικούλα  Όντρεϊ (Μίλαν Κούνι- καλή) και η τρελοαμερικάνα Μόργκαν (Κέιτ ΜακΚίνον  – σαφώς καλύτερη) είναι δύο 30άρες επιστήθιες φίλες που ζουν στο Λος Άντζελες και τελείως απρόσμενα βρίσκονται μπλεγμένες σε μία διεθνή συνομωσία όταν ο πρώην φίλος της Όντρεϊ, ο Ντρου (Τζάστιν Θερού  – καλούλης) ανακαλύπτουν ότι είναι πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών και εμφανίζεται στο διαμέρισμα τους με μία ομάδα αδίστακτων εκτελεστών να τον ακολουθεί για να τον δολοφονήσουν. Εκπλήσσοντας ακόμα και τους εαυτούς τους οι δύο κοπέλες ορμούν στην δράση καταστρώνοντας ένα σχέδιο για να σώσουν τον κόσμο ενώ τις αναζητούν στην Ευρώπη διάφοροί εκτελεστές αλλά και ένας γοητευτικός αλλά ύποπτος  Άγγλος πράκτορας, ο Σεμπάστιαν (Σαμ Χιούεν – καλός).  

Προβάλλονται επίσης:

  • Η γαλλική κωμωδία «Ωραίο μου Διαζύγιο», της Μισέλ Λαρόκ (StraDa FIlms)
  • Το παιδικό animation «Ο Λούης και οι Εξωγήινοι» (και μεταγλωττισμένο) των: Βόλφγκανγκ Λαουενστάιν, Κρίστοφ Λαουενστάιν, Σον ΜακΚόρμακ (Rosebud 21 – Seven Films )
  • Σε επανέκδοση με αποκαταστημένες κόπιες το κλασικό φιλμ νουάρ του 1970 σε σκηνοθεσία Ζαν-Πιερ Μελβίλ «Ο Κόκκινος Κύκλος» (Seven Films)