Κάννες: ΑποστΡοΦή

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Πάλι άυπνη απόψε. Μα πόσα φεστιβάλια  κινηματόγραφου πια! Πετούσε στις έξι το πρωί και όταν πετάει για τα φεστιβαλικά του, έχω αγρυπνία. Να κλείσω ταξί, να τον κοιτάζω που κοιμάται , να περιμένω να τον ξυπνήσω, να βάλουμε στη βαλίτσα την οδοντόβουρτσα.

Δεν έχω ιδέα τι θα παιχτεί εκεί και ούτε με ενδιαφέρει. Δεν λέω μ αρέσει ο σινεμάς, το χω σπουδάσει κιόλας, μα εμένα με κόφτει η απουσία του. Δέκα μέρες, δέκα νύχτες. Εκεί που είμαστε τρεις στο κρεβάτι, μένουμε δύο. Εγώ και το γατί. Να παίρνεις τα φαρμακάκια σου, η τελευταία πρόταση κλείνοντας την πόρτα στο ταξί που τον παίρνει από μένα. Δεν ξέρω αν την άκουσε, την είχα επαναλάβει δεκάδες φορές στο σπίτι και θα την λέω κάθε τόσο, μέσω οπτικών ινών που θα μας συνδέουν στην αβεβαιότητα του πως περνάει εκεί.

Το 2016, είχε μια περιπέτεια με την υγεία του. Η τελευταία μου ελπίδα να τον κρατήσω στην Αθήνα, ήταν ο γιατρός του. Του κάκου όμως. Τι νοήματα του έκανα, τι του έλεγα πως είναι απ τα πιο βάρβαρα φεστιβάλ, τι που τον πρόδωσα λέγοντας πως τα κάνει τα τσιγαράκια του, μια Κατίνα. Ο αποστειρωμένος καρδιολόγος έκρινε πως μπορεί να ταξιδέψει. Από κοντά κι εγώ τότε.

Δεν θυμάμαι πως φτάσαμε στη Κάννα, θυμάμαι να μη βρίσκουμε ταξί και να κουβαλάω βαλίτσα η χαιβάνω, πιστεύοντας πως θα έχει χρόνο και για νυχτοπερπατήματα. Τζάμπα τα φουστανάκια, τα παπουτσάκια, οι πούδρες και τα κραγιόν. Έτσι πήγαν, έτσι γύρισαν. Και εγώ γύρναγα όλη μέρα ποδαρόδρομο. Τέσσερις δρόμοι όλοι κι όλοι  και μια παλιά πόλη, το χάλι της το μαύρο. Στο χωριό μου, τα Ανάπλι, καλύτερη είναι.

Απ το ένα χέρι το κινητό, μπας και με χρειαστεί, στο άλλο το χαρτάκι με τα νοσοκομεία –αχρείαστα – για παν ενδεχόμενο. 06.30 ξυπνητήρι 07.00 και κάτι αναχώρηση απ το δωμάτιο. Μετά μόνη. Πασαπόρτι για να δω καμιά ταινία δεν είχα. Ένα Γούντι Άλεν αποφάσισα να δω μια μέρα σε μια κανονική αίθουσα και η ουρά, έκανε κύκλο στο τετράγωνο.  Αι σιχτίρ, τα παράτησα και συνέχισα το βάδην.

Πόσα μαγαζιά να κοιτάξω, απ έξω μ είχαν μάθει οι πωλήτριες, σε πόσα παγκάκια να κάτσω να ξαποστάσω τα ποδαράκια μου. Κι ήταν κι αυτές οι Γαλλίδες, μια μπουκιά γυναίκες. Αδύνατες σαν τσίχλες. Βέβαια τις έβλεπες από πίσω και έλεγες τι κορμάρα, τις έβλεπες και από μπροστά και τρόμαζες απ τη ρυτίδα. Καλά αναρωτιόμουν, εδώ δεν είναι νότος; Που πήγαν οι καμπύλες; Νοσταλγούσα μια Σοφία Λόρεν, μια Ανίτα Έκμπεργκ.

Μετά κατάλαβα, όταν πήγα σούπερ μάρκετ. Να πάρω κάτι να φάω, να στυλωθώ η έρμη. Γιατί κακά τα ψέματα, να τρως μόνη με συντροφιά το βιβλιαράκι σου, πόσο θα το κάνεις; Στο σούπερ μάρκετ που λες, τιμές φωτιά και λάβρα, φαρμακείο. Αμ έτσι πες μου ντε. Λίγα κεράσια, που πεθύμησα απ την πατρίδα, 12,68 το κιλό. Έτσι μένω κι εγώ «τσίρος». Δεν ξέρω τα μισθά τους εκεί, αλλά όσο να ναι δεν δίνεις και μια περιουσία για λίγα κεράσια.

Μετά συγχωρήσεως κιόλας, παντρεύτηκα αυτόν τον άντρα απ αυτό που είναι πάντα τυφλό. Και τη φανέλα του έδωσα φέτος και το κασκολάκι και τα σώβρακα, να χει να συναλλάζεται, την ομπρέλα και το αδιάβροχο, δια το υγρόν του κλίματος και τηλεφώνημα περιμένω. Να περάσεις  καλά, να δεις καλές ταινίες, να αποστρέφεις τους οφθαλμούς από πειρασμούς –άντε κοίτα και κανένα. Περιμένω.

Και την γελοιότητα του μου συναισθάνομαι.