«Η Τελευταία Σημαία»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Η Τελευταία Σημαία»                        

(Last Flag Flying)      

  • Είδος: Κοινωνικό road movie
  • Σκηνοθεσία: Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ
  • Με τους: Μπράιαν Κράνστον, Στιβ Καρέλ, Λόρενς Φίσμπερν, Γιούλ Βάσκεζ, Τζέι Κουίντον Τζόνσον
  • Διάρκεια: 124’
  • Διανομή: Seven Films

Η Αμερική των πολέμων. Με την λήξη του Β’ ΠΠ, κι όταν η αυτοκρατορία της Αγγλίας παρέδωσε το σκήπτρο του παγκόσμιου «μπάτσου» στην μεγάλη και επικερδή αποικία της, την Αμερική, τότε ο «δημοκρατικός», καθ΄ όλα φιλοπόλεμος, σφυγμός των ΗΠΑ μεταδόθηκε ολούθε στον πλανήτη, λαμβάνοντας σοβαρά τον ρόλο του, απλώνοντας ταυτόχρονα σταθερά την γραμμή του «σωτήρα», κραυγάζοντας ως γνωστοί καμπόυδες, που είνα: «μην «κουνιέστε» πολύ γιατί θα στείλουμε τις πεζοναυτάρες μας και θα σας κάνουμε το «σπίτι» ερείπιο». Με αυτά και με τα άλλα το γεωπολιτικό παιχνίδι που στήθηκε άρχισε να αποκτά ενδιαφέρον και νέους διεκδικητές – πατρόνους. Οι Αμερικανοί σαν να μην τελείωσε ποτέ ο τελευταίος μεγάλος πόλεμος του 20ου αιώνα συνέχισαν να «νοικοκυρεύουν» διεθνώς τα κακά κράτη, που σήκωναν λιλί, με πρόσχημα, πάντα, την αποκατάσταση της δύσμοιρης και κακοποιημένης «δημοκρατίας». Την συνέχεια της ιστορικής καταγραφής, τού όχι και τόσο μακρινού παρελθόντος, λίγο ή πολύ την γνωρίζετε. Ο πόλεμος της Ινδοκίνας  ήταν το πρώτο, μηδέ το τελευταίο, ψυχροπολεμικό ραντεβού των Αμερικανών, όπου ξεφόρτωσαν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες, εκπαιδευμένους Jarheads στα ασιατικά, τροπικά δάση, παραλαμβάνοντας περί τα 75.000 φέρετρα στα διάφορα στρατιωτικά αεροδρόμια. Το Βιετνάμ σημάδεψε βαθιά όλη την αμερικανική ιδιοσυγκρασία, δημιούργησε αθεράπευτα ψυχικά τραύματα, μη αναστρέψιμα ψυχολογικά προβλήματα στους άμεσα εμπλεκόμενους και μια μπερδεμένη πολιτισμική ταυτότητα σε αυτούς, που τέλος πάντων, ήταν κάπως ψαγμένοι και διαφοροποιημένοι από τους υπόλοιπους, πωρωμένους «σκύλους του πολέμου». Κινηματογραφικά το θέμα, τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, πιάστηκε από όλες τις μπάντες, τραβήχτηκε, εκ των ώτων του πέραν του ορίου, ξεχείλωσε και επαναπροσδιορίστηκε στις συνειδήσεις του αμερικανικού λαού ως ένα αγριωπό ποτάμι με δυο όχθες. Οι διάφοροι ιδεαλιστές και οι αντίστοιχοι εθνικοπατέρες σκηνοθέτες επέλεξε ο καθείς την όχθη του κι από εκεί εξέφρασε την άποψη του. Σ΄ αυτή την μεταπολεμική πορεία της Αμερικής την βαθιά στιγματισμένη από τον πόλεμο της τότε Ινδοκίνας μέχρι σήμερα, δηλαδή τον πόλεμο του Ιράκ και του Αφγανιστάν, οι ηθικές απαντήσεις παρέμειναν χωλές, ασαφείς, ενώ οι πολιτικές δικαιολογίες αφομοιώθηκαν στην φαιά ομίχλη της συγκάλυψης. Όσο για την κοινωνική αναβάθμιση του κράτους σε επίπεδο ατομικότητας, αυτή εντάχθηκε βολικά στην λερωμένη φωλεά της ύβρεως. Οι πόλεμοι στα διάφορα σημεία του πλανήτη συνεχίζονται, οι κατατάξεις των Αμερικανών πεζοναυτών συνεχίζονται αμείωτα, ένεκα φτώχειας και ανεργίας και, φυσικά, τα «μεταλλικά ανθρωπο-κιβώτια» συνεχίζουν να εκφορτώνονται από τα πολεμικά αεροσκάφη στα διάφορα στρατιωτικά αεροδρόμια. Το δε, στρατιωτικό κοιμητήριο ηρώων του Άρλινγκτον σύντομα θα προβάλει έντονο θέμα χώρου. Το Βιετνάμ αρχών σέβεντις συναντάει το Ιράκ του 2003 και οι μεσήλικοι, κατασταλαγμένοι, βετεράνοι πεζοναύτες της Ντανάνγκ ξιφουλκούν με τους στρατόκαυλους της Βαγδάτης. Το κενό αγεφύρωτο και στην μέση μια ανδροπαρέα τριών παλαιών συμπολεμιστών, που αντάμωσαν έπειτα από τριάντα χρόνια, μια φιλία που αναζωπυρώθηκε επεισοδιακά έχοντας σκοπό να «θαφτεί» το αμερικανικό παρών με τιμές, αλλά και πίκρα, χιούμορ, χαρά και παράπονο. Φαντάζει δελεαστική η κινηματογραφική πρόταση. Είναι όμως;

Αμερική του 2003. Δυο χρόνια μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους και η εισβολή των Αμερικανών στο Ιράκ βρίσκεται σε εξέλιξη. Ο μεσήλικας, χαμηλότονος, οικογενειάρχης, αστούλης Λάρι Σέφερντ (Στιβ Καρέλ, πάλι απίθανος), με το «πολεμικό» παρατσούκλι «Ντοκ» συναντά τον προ τριάντα χρόνων συμπολεμιστή του από τον Βιετνάμ, τον ψιλοαλκοολικό, αθυρόστομο, αυθόρμητο (χύμα άνθρωπος με άποψη για την ζωή) και ιδιοκτήτη παρακμιακού μπαρ, πεζοναύτη, Σαλ Νίλον (Μπράιαν Κράνστον, χάρμα οφθαλμών). Η επίσκεψη του Ντοκ στον Σαλ κάθε άλλο τυχαία είναι, καθώς τον οδηγεί προγραμματισμένα σε αιφνίδια συνάντηση με το τρίτο «κολλητάρι» της στρατιωτικής τους θητείας στο Βιετνάμ, τον τότε ξέφρενο, ασύδοτο, ακόλαστο και αδιόρθωτο γκομενιάρη  Ρίτσαρντ Μούλερ (Λόρεν Φίσμπερν, πολύ καλός), ο οποίος ανακάλυψε τον δρόμο του Θεού και  είναι ένας σεβαστός, ιεροκήρυκας της εκκλησίας των Βαπτιστών με «ποίμνιο», που κρέμεται από τα χείλη του, θεούσα σύζυγο, ανθηρή οικογένεια και εγγόνια. Η έκπληξη της συνάντησης των τριών φίλων μεγάλη και εν μέσω σπιτικού, ήρεμου γεύματος ο Ντοκ ομολογεί την αιτία αυτής της επανένωσης μετά από τόσα χρόνια. Ο λόγος είναι, ότι το μοναχοπαίδι του Ντοκ κατατάχθηκε στο σώμα των πεζοναυτών και η μονάδα του στάλθηκε με τις πρώτες φουρνιές στρατιωτών στην Βαγδάτη.  Εκεί, ο γεμάτος ρώμη, σφρίγος και ζωή νεναίας σκοτώθηκε κατά την ώρα του καθήκοντος. Θέλει, λοιπόν, ο Ντοκ την βοήθεια των συμπολεμιστών και φίλων του για να παραλάβει την σωρό του μονάκριβου παιδιού και να την μεταφέρει στην γενέτειρα του ώστε να θαφτεί κοντά του κι όχι στο στρατιωτικό κοιμητήριο του Άρλινγκτον, όπως άλλωστε συνηθίζεται σε τέτοιου είδους περιπτώσεις. Ο φόρα παρτίδα Σαλ αποδέχεται αμέσως την «αποστολή» στήριξης του παλιόφιλου, ενώ ο σοβαρός πάστορας προβάλει αντίσταση στο να ακολουθήσει την παρέα, απόφαση που σκορπίζεται στον αέρα σε χρόνο dt έπειτα από την χριστιανική παρέμβαση της παπαδιάς στον άνδρα της. Οι τρεις τους, που ξεκινούν για το θλιβερό καθήκον στο στρατιωτικό αεροδρόμιο συναντούν δυσκολίες ως προς την παραλαβή της σωρού του πεζοναύτη από τον αρμόδιο, σφιχτόκωλο, συνταγματάρχη Γουίλιτς (αποκάλυψη της ταινίας ο Κουβανός ηθοποιός Γιούλ Βάσκεζ). Τελικά, μετά από μια φανταστική λεκτική μονομαχία ανάμεσα στον βετεράνο πεζοναύτη Λάρι και τον καραβανά Γουίλιτς (μοναδική σεκάνς), ο νεκρός ήρωας του πολέμου φορτώνεται στο τρένο για να μεταφερθεί από την Ουάσιγκτον της Ανατολικής Ακτής προς την ιδιαίτερη πατρίδα του, το βορεινό Νιού Χαμσάιρ της Νέας Αγγλίας μαζί με τον καλύτερο φίλο του, τον πεζοναύτη Ουάσινγκτον (Τζέι Κουίντον Τζόνσον, καλός). Σε αυτό το ταξίδι οι τρεις φίλοι που συναντήθηκαν ξανά απελευθερώνονται εντελώς, βρίσκουν τους νεανικούς, καλούς εαυτούς τους (ο μπαρόβιος Σαλ δεν τον είχε χάσει ποτέ), θυμούνται τα παλιά, τοποθετούν στο ζύγι τις ζωές τους, κριτικάρουν το αμερικανικό κράτος, πιάνοντας το νήμα από εκεί που το άφησαν πριν χρόνια στις ασιατικές ζούγκλες, ώσπου ένα θαμμένο μυστικό που βαραίνει τις συνειδήσεις τους αναδύεται, αναζητώντας την λύτρωση.

Ο σεναριακός κορμός της ταινίας του 58χρονου Τεξανού σκηνοθέτη  Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ («»Πριν τα Μεσάνυχτα», «Μεγαλώνοντας») βασίζεται, στο ομότιτλο βιβλίο του  Ντάριλ Πόνικσαν, γραμμένο το 2005. Ο Λίνκλέιτερ πιάνει τις δυο άκρες που σημάδεψαν την πολεμική, αμερικανική σταδιοδρομία των τελευταίων πενήντα χρόνων (Βιετνάμ και Ιράκ), στήνει μια ετερόκλητη αλλά απόλυτα συνδυασμένη ανδροπαρέα και μαζεύει την καλούμπα του στραπατσαρισμένου «αετού» της αστερόεσσας περίτεχνα, κτίζοντας παράλληλα μια χαμένη σχέση με τρεις φίλους. Ενώ οι τηλεοπτικές εικόνες των αμερικανικών δικτύων προβάλλουν τον τρισάθλιο Σαντάμ Χουσέιν να βγαίνει από την κρυψώνα –τάφο που είχε χωθεί κάπου στην Βαγδάτη για να διασωθεί από την αμερικανική λεηλασία της πόλης, ενώ οι τηλεοράσεις προβάλλουν ασταμάτητα τους δυο νεκρούς γιούς τού ιρακινού δικτάτορα και τον Τζορτζ Μπους τζούνιορ να ευλογεί τα τολμηρά στρατά και την σπουδαιότητα της αμερικανικής επέμβασης στο Ιράκ, ο ήρεμος, χήρος και άτεκνος πια Ντοκ – Καρέλ μεταφέρει τον νεκρό, νεότατο, πολεμιστή παίδα του στο κοιμητήριο της πόλης του. Μια ελεγειακή διαδρομή που πλαισιώνει τον δυστυχισμένο Ντοκ (ο οποίος στον πόλεμο του Βιετνάμ είχε τσαγανό) από έναν «άγγελο»  Φίσμπερν να δείχνει ευθύς τον δρόμο της ηθικής, κι έναν «διόνυσο» Κράνστον να αντιμετωπίζει τα θέματα ρεαλιστικά, γήινα με την αριστοφανική γλώττα της αληθείας. Το ανδρικό τρίο ταξιδεύει, αναπολεί, κρίνει, αφορίζει και τέλος αναλαμβάνει τις ευθύνες του, καθαρίζοντας το παρελθόν του. Road movie, που ανασαίνει στις ανάλαφρες, παρυφές του ανατιναγμένου αμερικανού ονείρου, μια ολίγον ράθυμη υμνωδία στην φιλία, με αργό βηματισμό, κάτι σαν επικήδεια πομπή.