Η συγγραφέας Νόρα Πυλόρωφ συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«Αποκόμισα πολλά καλά από την παραμονή μου στη Γερμανία. Τα κακά τ’ άφησα απ’έξω…»

Η Νόρα Πυλόρωφ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Σπούδασε στο Ινστιτούτο Διερμηνέων-Μεταφραστών του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης γερμανικά, αγγλικά, ιταλικά και οικονομία. Εργάστηκε ως καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Goethe, κυρίως σε τάξεις ανώτατης βαθμίδας. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη διδασκαλία της μετάφρασης. Έχει μεταφράσει από τα γερμανικά δύο μυθιστορήματα, μία ποιητική συλλογή, μία ανθολογία Γερμανών ποιητών και έναν τόμο διηγημάτων. Υπήρξε βασική μεταφράστρια του λογοτεχνικού περιοδικού Αusblicke (1970-1979). Επίσης συνεργάζεται με το λογοτεχνικό περιοδικό Εντευκτήριο. Το 2004 εκδόθηκε μια συλλογή διηγημάτων της με τίτλο «Καθρέπτες Θαμποί Τέσσερις Ιστορίες και Μια Αληθινή». Από τις Εκδόσεις Ψυχογιός κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της «Η Ανάσα στο Σβέρκο» και «Το Διαμαντένιο Άλφα».

 «Ο συγγραφέας», γράψατε κάπου «διαθέτει ένα συρτάρι με κλειδί και κλειδαριά, όπου συσσωρεύει διάφορα από το παρελθόν του… μνήμες, βιώματα από την παιδική ηλικία τραύματα, αδιέξοδα που ενδεχομένως δε θέλει να τα πετάξει..»

Ο συγγραφέας διαθέτει μια τράπεζα μνήμης όπου αποταμιεύει εμπειρίες, βιώματα, λύπες, χαρές, εικόνες, όχι δικές του μόνο αλλά και ιστορίες άλλων, ειδήσεις, πληροφορίες, γεγονότα. Απ’ αυτό το υλικό αντλεί. Απ’ αυτό το υλικό ανασύρει τους ήρωές του, τους δίνει ζωή.  

Εσείς πάλι το δικό σας συρτάρι δεν το πολυπειράζετε; Γιατί όμως; Η μνήμη όλων μας -είναι –λέτε- ανεξέλεγκτη; Επιτίθεται όταν αυτή θελήσει  ερήμην μας;

Υπάρχουν όμως και πράματα σ’ αυτό το «συρτάρι» που καλό είναι να τ’ αφήνουμε στην ησυχία τους, αν μας αφήσουν κι αυτά βέβαια στη δική μας. Είναι  όλα όσα  μας έχουν πονέσει στη ζωή μας, οι απώλειες, η επιθετικότητα των άλλων, αλλά και  η ολιγωρία η δική μας και η ανεπάρκειά μας που τη διαισθανόμαστε αλλά δε θέλουμε να τη παραδεχτούμε, μήπως και δεν την αντέξουμε. Και φυσικά οι ενοχές μας, ο ύπουλος αντίπαλος, που αμετακίνητος και χλευαστικός μας κλείνει το μάτι απ΄ τη γωνία.

Και σκέπτομαι, μήπως μια βαθιά κρυμμένη δική σας ανάμνηση, ίσως οδυνηρή, να σας ώθησε να γράψετε τους «Συνενόχους» αυτό το αισθαντικό μυθιστόρημα ;

Είναι περισσότερες από μία οι οδυνηρές αναμνήσεις που με ώθησαν να γράψω τους «Συνένοχους».  Είναι η μνήμη που λέγαμε, η  ανεξέλεγκτη και επιθετική.

Από τη  αρχή της ιστορίας γνωρίζατε και το τέλος της, ή οι ήρωες πήραν την μοίρα τους στα χέρια τους;

Ποτέ δε γνωρίζω το τέλος μιας ιστορίας. Οι ήρωές μου ξέρουν. Και αυτό δεν είναι λογοπαίγνιο.

Ξεκινήσατε να γράφετε τα δικά σας έργα το 2004. Μέχρι τότε, μεταξύ πολλών άλλων,  καταπιανόσασταν με μεταφράσεις από τα γερμανικά.  Γιατί δε πήρατε νωρίτερα τη απόφαση να γράψετε;

Η συγγραφή ξεκίνησε σε μένα εντελώς τυχαία και συμπτωματικά. Δε με φαντάστηκα ποτέ ως συγγραφέα, φαίνεται όμως ότι αυτό δούλευε μέσα μου. Οι πρωταγωνιστές  υπήρχαν, οι εικόνες,  οι λέξεις, οι ήχοι στριμώχνονταν να βγουν και να ακουστούν. Κι όταν έσπασε το φράγμα ή αν θέλετε ξεπέρασα τις αναστολές μου, τους  άφησα να βγουν,  τους ζωντάνεψα, πρόσθεσα , αφαίρεσα , σμίλεψα την πλοκή και τη μοίρα τους.

Σπουδάστε στην Χαϊδελβέργη, δουλέψατε στο Ινστιτούτο Γκαίτε, όλη σας η ζωή υποθέτω είχε να κάνει με την Γερμανία και τη  κουλτούρα της. Πως αισθάνεστε έναντι του λαού αυτού ; Των ανθρώπων της όχι των ηγεσιών της;

Αποκόμισα πολλά καλά από την παραμονή μου στη Γερμανία. Τα κακά τ’ άφησα απ’ έξω.  

Μετά τους Συνενόχους ετοιμάζετε κάτι νέο;

 Ένα ερωτικό μυθιστόρημα.

Σας Ευχαριστώ πολύ!

«Συνένοχοι»  Εκδόσεις Ψυχογιός