fbpx

Η Στίλβη Ψιλοπούλου σε μια συζήτηση με την Τίνα Πανώρου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«… δεν νομίζω πως η κρίση ή τα προβλήματα μας ευθύνονται αν δεν δημιουργούμε,  αλλά η έλλειψη ενθουσιασμού που μας διακατέχει. Η έλλειψη του θάρρους να δούμε την αλήθεια μας στα μάτια και να αναλάβουμε την ευθύνη μας για όλα τα καλά και τα άσχημα της ζωής μας.»

Η Στίλβη Ψιλοπούλου στην θεατρική παράσταση "Yard Gal" σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Σταύρου

Η Στίλβη Ψιλοπούλου σπούδασε θέατρο στην Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα και είναι πτυχιούχος της σχολής «Μαίρη Βογιατζή Τράγκα» και της Αγγλικής φιλολογίας. Επίσης έχει γνώσεις φωνητικής, μουσικής και χορού. Έχει παίξει στις παραστάσεις: «Ο Ριχάρδος ο τρίτος» του William Shakespeare, «Τα μάγια της πεταλούδας» του F.G.Lorca και άλλες, σε τηλεοπτικά σίριαλ και στις ταινίες μικρού μήκους «Νεκρός Θάφτης» σε σκηνοθεσία Ρένας Χαράμη και «Βlack Boxed» όπου έγραψε και το σενάριο, σε σκηνοθεσία Μάνου Αντωνίου. Εκτός της μετάφρασης του Yard Gal, την είδαμε να ερμηνεύει και τον ρόλο μίας εκ των δύο ηρωίδων του έργου στην θεατρική του παράσταση όταν ανέβηκε σε σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Σταύρου και με συμπρωταγωνίστρια την Μαίρη Καρφάκη. Επίσης πήρε μέρος στην «Ασκητική», του Νίκου Καζαντζάκη, που σκηνοθέτησε ο Πάνος Αγγελόπουλος στο Ηρώδειο, ενώ τη θεατρική περίοδο 2017-2018 έπαιξε στις “Οι Φυλακισμένες” των Ignacio del Moral & Verónica Fernández.

 

Να ξεκινήσουμε με την πρόσφατη κυκλοφορία του ψυχολογικού θρίλερ «Yard Gal» της Ρεβέκκα Πρίσταρντ (εκδόσεις Μωραίτης), το οποίο μεταφράσατε. Πρόκειται για την ιστορία της Μαρί και της Μπού…

Είναι η ιστορία δυο έφηβων κοριτσιών που το σκάνε από το ορφανοτροφείο του Χάκνεϊ του βόρειοανατολικού Λονδίνου. Πίνουν, παίρνουν ναρκωτικά, εκδίδονται και μπλέκονται σε καυγάδες με άλλες παρέες κοριτσιών ίδιου τύπου. Μεταξύ τους υπάρχει ένα άρρηκτο δέσιμο. Είναι εκείνες οι φιλίες, οι εφηβικές, που δεν έχουν συμφέρον, που υπάρχει πραγματική αγάπη και αλήθεια. Αυτά τα δύο κορίτσια, λοιπόν, οι λούμπεν προσωπικότητες, έρχονται για να δώσουν μαθήματα ηθικής, μα πάνω απ’ όλα αγάπης, σε όλους αυτούς τους τακτοποιημένους, κουστουμαρισμένους, καθωσπρέπει ανθρώπους, που το μόνο που τους νοιάζει είναι ο υπέροχος εαυτούλης τους και το υπέρoχο κοινωνικό στάτους τους. Αυτά τα κορίτσια λοιπόν έρχονται για να γκρεμίσουν κάθε ψεύτικο προσωπείο και να «τρίψουν» στη μούρη του κοινού τη δική τους αλήθεια. Εξ΄ ού και «in yer face theatre» το είδος θεάτρου στο οποίο και ανήκει το έργο αυτό.

Το σκληρό αυτό έργο ανέβηκε φέτος και στην Αθήνα με σας σε έναν από τους δυο πρωταγωνιστικούς ρόλους. Η αίσθηση που σας άφησε αυτή η δουλειά;

Το Yard Gal θα είναι μια δουλειά που θα θυμάμαι για πάντα. Είναι δικό μου «παιδί» και αγάπησα κάθε κομμάτι τη διαδικασίας στησίματος τού έργου ξεχωριστά. Η εμπειρία του να σκηνοθετεί ο Αλέξανδρος Σταύρου βέβαια πήγε αυτό το «πνευματικό» ταξίδι σε άλλα επίπεδα και τον ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό, γιατί χωρίς τη στήριξή του τίποτα δεν θα είχε γίνει. Και τέλος τι να πρωτοπώ για τη συμπρωταγωνίστρια μου, την Μαίρη Καρφάκη, στης οποίας το πρόσωπο δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερη Μαρί και της οποία η υπομονή, η δύναμη και η ψυχραιμία κολλούσαν πάντα τα σπασμένα μας κομμάτια όταν τα βρίσκαμε σκούρα. Σε αυτό το έργο έδωσαν πνοή πολλοί άνθρωποι και το αγάπησαν άλλοι τόσοι, γι’ αυτό και έκανε μεγάλη αίσθηση στο αθηναϊκό κοινό.

Το «Yard Gal» ανήκει στο In yer face theater. Το οποίο, νομίζω, όταν πρωτοξεκίνησε ονομάστηκε στα καθ’ ημάς ως «Βαρβαρότητα»; Περί τίνος πρόκειται; Και αντέχει το ελληνικό κοινό τέτοιου είδους «επιθετικό» θέατρο;

To «In yer face theatre» ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 και ονομάστηκε new brutalism(νέα βαρβαρότητα), επίσης. Είναι είδος θεάτρου που έχει ως σκοπό να προκαλέσει και να επιτεθεί στο κοινό  για να χτυπήσει συναγερμό στις συνειδήσεις του. Χρησιμοποιεί σοκαριστικό και ωμό τρόπο για να μιλήσει καταστρέφοντας ταμπού και προκαταλήψεις δημιουργώντας στο κοινό μια αίσθηση ότι χάνει το σταθερό έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του, σε φτάνει στα άκρα με σκοπό την αναθεώρηση των αξιών της κοινωνίας μας. Στην πραγματικότητα αυτό που κάνει είναι να λέει την αλήθεια πέρα από οτιδήποτε στημένο και ψεύτικο, πράγμα το οποίο ενοχλεί το κοινό γιατί είναι σαν να το ξεγυμνώνει. Άλλα στοιχεία του: άκομψο λεξιλόγιο, οι χαρακτήρες των έργων μπορεί να είναι κυνικοί αντικατοπτρίζοντας έτσι τη βαρβαρότητα της κοινωνίας και το πως οι ίδιοι οι μηχανισμοί της κοινωνίας λειτουργούν πάνω μας, βία επί σκηνής, έχει να κάνει με τη νεολαία συνήθως, το έργο σου δίνει την αίσθηση ότι είναι αυτοσχεδιαστικό της στιγμής. Σε αυτό το είδος θεάτρου δεν έχεις το χρόνο να αναλύσεις αυτό που βλέπεις δεν είσαι δηλαδή αποστασιοποιημένος από αυτό όπως με τα έργα του Μπρεχτ π.χ. τα οποία απευθύνονται στο λογικό κομμάτι του εαυτού μας, εδώ έχουμε να κάνουμε με το συναισθηματικό κομμάτι μας και σε προτεραιότητα μπαίνει αυτό που νιώθουμε. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του in yer face theatre είναι  Η Σαρα Κειν που εμφανίστηκε γύρω στη δεκαετία του ‘90. Χρησιμοποιούσε βία πάνω στη σκηνή, υπήρχανε σκηνές όπου ουρούσε μπροστά στο κοινό, έβριζε κλπ Αυτό το είδος θεάτρου απευθύνετε κυριολεκτικά στο κοινό και είναι θυμωμένο επιθετικό και ακατέργαστο.

Το κοινό η αλήθεια είναι πως το λάτρεψε, αν και για να είμαι ειλικρινής λίγο πριν ανέβουμε φοβόμασταν πολύ πως ίσως κάποιες σκηνές βγαίνουν από τα επιτρεπτά όρια ανοχής. Παρόλα αυτά όμως είδαμε το ακριβώς αντίθετο. Είδαμε ένα κοινό να ταυτίζεται με μας, με την αλήθεια μας. Είδαμε ανθρώπους να έρχονται ξανά και ξανά. Είμαστε πολύ ευγνώμονες για την αγάπη που πήραμε μέσα από αυτή τη δουλειά.

Τι είδους προφίλ – αν μπορώ να χρησιμοποιήσω τη φράση – είχαν οι θεατές που ήλθαν στο Vault; Σίγουρα όχι oι κυρίες με το μώβ μαλλάκι που γεμίζουν  τα θέατρα;

Το περίεργο είναι πως ενώ αρχικά πίστευα πως το Yard Gal θα το σαπορτάραν κυρίως λιγότερο κοινωνικά αποδεκτά άτομα, όπως οι ρόλοι μας, με έκπληξη και φυσικά με μεγάλη μου χαρά είδα να έρχονται όλων των ειδών, των παρουσιαστικών, των ηλικιών και των τάξεων άνθρωποι. Και όχι μόνο να έρχονται αλλά να μας δίνουν και το πιο θερμό χειροκρότημα.

Η συγγραφέας Ρεμπέκα Πρίτσαρντ έγραψε το έργο αυτό όταν ήταν 27 χρονών και το ανέβασε με άτομα που είχαν εκτίσει ποινές στην φυλακή;

Το έργο γράφτηκε για το θίασο Clean Break ο οποίος συνεργάζεται με πρώην καταδίκους. Πρωτοπαίχτηκε στο Royal Court Theatre  το 1998 και κέρδισε το βραβείο Critics’ Circle ως το πιο υποσχόμενο θεατρικό έργο.

Oi "Φυλακισμένες" του Ιγκνάσιο ντελ Μοράλ και της Βερόνικας Φεντάντες σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καρατζιά στο Θέατρο Vault
Aπό την ταινία μικρού μήκους, "Black Boxed", που έγραψε και πρωταγωνίστησε η Στίλβη Ψιλοπούλου σε σκηνοθεσία Μάνου Αντωνίου.

Tην περασμένη σεζόν παίξατε και στις «Φυλακισμένες», που καταπιανόταν με ποια ιστορία;

Οι «Φυλακισμένες», ένα έργο του Ιγκνάσιο Ντελ Μοράλ και της Βερόνικα Φερνάντες, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καρατζιά ήταν μια από τις πιο δυνατές επαγγελματικές εμπειρίες που είχα. Βρισκόμαστε σε ένα ισπανικό μοναστήρι που λειτουργεί ως φυλακή, γύρω στα μέσα του 20ου αιώνα, γυναίκες που κατηγορήθηκαν και καταδικάστηκαν για θανάτους, πορνεία, ψυχιατρικά προβλήματα ή ακόμη και για τα κουμουνιστικά τους ιδεώδη, συνυπάρχουν σ’ ένα χώρο αυστηρό, απομονωμένο και ψυχρό. Μέσα από τις κακουχίες, την ταλαιπωρία και τις συνεχείς τιμωρίες, οι φυλακισμένες δημιουργούν μεταξύ τους στενές σχέσεις είτε φιλίας είτε ακόμη και μίσους. Παιχνίδια εξουσίας, βιασμοί και κακοποιήσεις των γυναικών αυτών, καθώς και το κυνήγι της ελευθερίας λόγω ενός εθίμου που λαμβάνει χώρα κάθε δέκα χρόνια, του εορτασμού της Αγίας Περπέτουα οπότε και μία γυναίκα αφήνεται ελεύθερη με χάρη, αποτελούν εφαλτήρια για συχνές διαμάχες μεταξύ των γυναικών, χλευασμούς, βιαιοπραγίες και περιθωριοποιήσεις. Ένα σκληρό έργο αλλά ιδιαίτερα ελκυστικό για έναν ηθοποιό.

Αφήνοντας για λίγο το έργο… Ξεκινήσατε τις σπουδές σας στην Αγγλική λογοτεχνία παράλληλα με τις θεατρικές για να ευχαριστήσετε και λίγο τους δικούς  σας, όπως τακτικά  συμβαίνει;

Ένα από τα όνειρά μου ήταν πάντα η Αγγλική Φιλολογία εξαιτίας της μεγάλης μου αγάπης για τη γλώσσα και την κουλτούρα αυτού του λαού, όμως παράλληλα υπήρχε και η αγάπη για την υποκριτική. Ήταν και οι 2 συνειδητές επιλογές και χαίρομαι πολύ που κατάφερα να τις συνδυάσω.

Έκτοτε εργάζεστε ως ηθοποιός. Βγαίνει όμως το προς το ζην σήμερα μόνο από την ηθοποιία; Μεταφράζετε έργα Άγγλων – αγγλόφωνων  συγγραφέων. Σας ικανοποιεί αυτή η ενασχόληση, η τόσο μοναχική; 

Νομίζω πως όταν αγαπάς αυτό που κάνεις τελικά βρίσκεις και τον τρόπο να το κάνεις παρά τις αντιξοότητες της εποχής μας. Όμως ακόμα και η φράση «αντιξοότητες της εποχής μας» δεν μου αρέσει. Οι παλιότερες εποχές υπήρξαν εξίσου δύσκολες για τους καλλιτέχνες και δεν νομίζω πως η κρίση ή τα προβλήματα μας ευθύνονται αν δεν δημιουργούμε αλλά η έλλειψη ενθουσιασμού που μας διακατέχει. Η έλλειψη του θάρρους να δούμε την αλήθεια μας στα μάτια και να αναλάβουμε την ευθύνη μας για όλα τα καλά και τα άσχημα της ζωής μας. Για μένα πρόκειται για μια κρίση όχι οικονομική αλλά συνειδήσεων που τελικά καλά κάνει που έχει συμβεί για να μας δώσει την ευκαιρία να επαναπροσδιοριστούμε.

Η μετάφραση είναι ένα από τα πιο δημιουργικά ταξίδια που μπορεί κάποιος να βιώσει. Η χαρά του να προσπαθείς να βρεις τον πιο κατάλληλο τρόπο να εκφράσεις τη γλώσσα και την κουλτούρα μιας χώρας μέσα σε μια άλλη είναι σκέτη μαγεία. 

Καλοκαιρινά σχέδια, επαγγελματικά εννοώ, έχετε κάνει; 

Υπάρχουν αρκετά σχέδια που τρέχουν και σε επίπεδο ταινιών αλλά και θεάτρου. Προς  το παρόν προωθώ την ταινία μικρού μήκους της οποίας έχω γράψει το σενάριο και πρωταγωνιστώ η οποία μάλιστα πριν λίγο καιρό έγινε δεκτή από το  Female Filmmakers Festival στο Los Angeles.

Και σε πιο προσωπικό επίπεδο. Σας αρέσει το θέρος ως εποχή, η προτιμάτε τις πιο χειμερινές καταστάσεις; 

Η αγαπημένη μου εποχή είναι σίγουρα το καλοκαίρι, αυτό το ελληνικό καλοκαίρι της χωριάτικης σαλάτας, των καλντεριμιών, του κάμπινγκ, της ξεγνοιασιάς και της ατέλειωτης θάλασσας. Καλό μας καλοκαίρι λοιπόν, να ζούμε το κάθε ΤΩΡΑ μας στο έπακρο.