«Η σημασιολογία των: Έρωτα – Αντέρωτα και ‘Ιμερου για τους Αρχαίους Έλληνες», (Μέρος Γ’ «Ο μύθος του Απόλλωνα και της Δάφνης»), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Ο Απόλλων, ένας από τους πιο σημαντικούς άλλα και ομορφότερους Ολύμπιους θεούς, αρκετές φορές δεν βρήκε ανταπόκριση στον ερωτά του. Αυτές όμως πού κυρίως έκαναν την καρδιά τού θεού να χτυπήσει ήσαν οι Νύμφες. Ο πρώτος αποτυχημένος ερωτάς του ήτανε η Νύμφη Δάφνη, η όποια μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο δέντρο. Η δάφνη σαν φυτό διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην λατρεία τού Απόλλωνα. Η παράδοση θέλει να καθάρθηκε ο θεός μετά το αμάρτημά του με δάφνη, όταν σκότωσε το φοβερό φίδι των Δελφών. Φύλλα δάφνης μασούσε η Πυθία πριν ανεβεί στον δαφνοστολισμένο τρίποδα για να δώσει τούς χρησμούς της. Δάφνινα στεφάνια κέρδιζαν οι νικητές των Πυθικών αγώνων.

Ο Μύθος

Η Δάφνη, κόρη τού Πηνειού ποταμού και της Γαίας, πολύ γρήγορα απέκτησε παντού μεγάλη φήμη για την ομορφιά της. Η Νύμφη τούτη ολημερίς κυνηγούσε στα δάση, σαν την θεά Άρτεμη, και κουβέντα δεν ήθελε να ακούσει για τα τόσα παλικαριά πού την πολιορκούσαν. Τού κάκου αυτά την ζητούσαν για γυναίκα. Άδικα πάσχιζε ο πατέρας της, ο ποταμός, να την πείσει να παντρευτεί και να τού χαρίσει ευγονία. Εκείνη μόνο προτιμούσε να τρέχει ελεύθερη και αγνή στα βουνά, σαν την θεά Άρτεμη και να ασχολείται με το κυνήγι.

Ο αδερφός της Άρτεμης, ο Απόλλων, ο θεός τού φωτός, της ηθικής καθαρότητας, του μέτρου των τεχνών, της μουσικής, της ποίησης και τού τραγουδιού, μόλις πού είχε σκοτώσει τον τρομερό Πύθωνα, στα μέρη των Δελφών. Περήφανος για το κατόρθωμά του, περιέπαιζε τον γιό της Θεάς Αφροδίτης, τον θεό Έρωτα, ότι σπαταλά τα βέλη δίχως να κάνει ανδρείας έργα. Χολώθηκε ο φτερωτός θεός και αποφάσισε να τού δώσει ένα πικρό μάθημα. Κάρφωσε, λοιπόν, στον Απόλλωνα ένα χρυσό βέλος, που προκαλεί έρωτα και στην νύμφη Δάφνη ένα μολυβένιο βέλος που του έδωσε ο αδελφός του, που απωθεί τον έρωτα. Κατά μία άλλη  εκδοχή ο Αντέρως, δίδυμος αδελφός του Έρωτα, επειδή ο Απόλλων πρόσβαλε τον αδελφό του, εκδικήθηκε τον Απόλλωνα τοξεύοντας την Δάφνη με το μολυβένιο βέλος.

Κάποια μέρα, όμως, έτυχε να ανταμώσει ο Απόλλωνας την Δάφνη μόνη στην έξοχή και ξετρελάθηκε από την ομορφιά της. Πόθος πλημμύρισε την καρδιά του Φοίβου, οπότε θέλησε να την κάνει δική του. Την πλησίασε και της μίλησε για την φωτιά που τον τύλιξε μόλις την αντίκρισε. Εκείνη, για να γλιτώσει από τον πόθο τού θεού και να παραμείνει αγνή έτρεξε να τού ξεφύγει. Και ο Απόλλωνας, γιος τού πανίσχυρου Δία, έτρεξε στο κατόπι της, προσπαθώντας να την μεταπείσει:                 

«Γιατί αποφεύγεις την αγάπη μου, σαν να θέλω το κακό σου; Είμαι ο Απόλλωνας, τού Δία γιος, που όλοι με τιμούν, θεοί και άνθρωποι. Στα συμπόσια των θεών, στον ‘Όλυμπο, εγώ τούς παίζω την κιθάρα και στους θνητούς δίνω τούς χρησμούς μου και τούς γιατρεύω από τις κακές αρρώστιες.»

 Αμετάπειστη, όμως, η Δάφνη. Πιο γρήγορος στα πόδια ο θεός καταφέρνει να την φτάσει. Και την στιγμή πού εκείνος απλώνει τα χέρια του να την πιάσει, απελπισμένη η Δάφνη επικαλείται την βοήθεια τού πατέρα της, του Πηνειού, ώστε να την γλιτώσει:

«Πατέρα μου, βόηθα με κι άλλαξε την μορφή μου, γιατί είναι αίτια της  συμφοράς μου».

 Ο ποταμός τότε, για να κάνει την χάρη στην κόρη του, την μεταμόρφωσε σε δέντρο. Τα πόδια της έγιναν ρίζες, το σώμα της κορμός, τα χέρια της έγιναν κλαριά και τα μαλλιά της φύλλα. Κι έτσι ο  θεός αγκάλιασε ένα δέντρο. Ήταν, όμως, τέτοιο το πάθος του Απόλλωνα για εκείνην, που της είπε με παράπονο: 

«Αφού δε θέλησες να γίνεις γυναίκα μου, από δω και πέρα θα είσαι το δέντρο  μου το αγαπημένο. Θα στεφανώνω με τούς κλώνους σου τα μαλλιά μου, την λύρα και την φαρέτρα μου!»

      Έτσι η δάφνη έγινε του Απόλλωνα το Ιερό φυτό…

Στην περίπτωση της Δάφνης, αποδίδονται διαφορετικοί γονείς. Άλλοτε είναι κόρη του ποταμού Λάδωνα της Πελοποννήσου και της Γαίας, κι άλλοτε τού βασιλιά Αμυκλά της Λακωνίας. Στην τελευταία εκδοχή και πάλι η κόρη δεν αγαπούσε ότι άρεσε στις άλλες κοπέλες. Προτιμούσε να κυνηγάει στα ψηλά βουνά και τα σκιερά δάση της Πελοποννήσου, όπου καθημερινά τριγυρνούσε. Γι’ αυτό είχε και την συμπάθεια της θεάς του κυνηγιού, της Άρτεμης. Μια μέρα που περνούσε από την  Ήλιδα την είδε ο Λεύκιππος, ο γιος του Οινόμαου, και την ερωτεύτηκε. Είχε πληροφορηθεί πώς η κόρη αποστρεφόταν την συντροφιά των άντρων και για να βρεθεί κοντά της σκαρφίστηκε ένα τέχνασμα. Καθώς είχε μακριά μαλλιά, τα έπλεξε καταπώς έκαναν οι παρθένες, φόρεσε γυναικεία ρούχα και καμώθηκε πώς ήταν η κόρη του Οινόμαου βασιλέα της Πίσας στην Ήλιδα, ζητώντας από την Δάφνη να της επιτρέψει να κυνηγάει μαζί της. Όχι μόνο ξεγέλασε την Δάφνη, άλλα γρήγορα κέρδισε την συμπάθεια της, γιατί πέρα πού ήταν βασιλοπούλα και της έκανε όλα τα χατίρια, σαν άντρας ο Λεύκιππος με τα γυναικεία ρούχα ήταν δεινός κυνηγός.

Ο Απόλλωνας, πού και αυτός αγαπούσε την κόρη, ζήλεψε και συνάμα θύμωσε με το τέχνασμα του Λεύκιππου. Γι’ αυτό θέλησε να φανερώσει τη απάτη. Μια μέρα έκανε να επιθυμήσουν, η Δάφνη και οι συντρόφισσές της, να κολυμπήσουν στου Λάδωνα τα νερά. Ο Λεύκιππος, για να μη φανερωθεί το φύλο του, αρνήθηκε να γδυθεί και να λουστεί στα νερά τού ποταμού. Εκείνες παίζοντας, τον έγδυσαν με την βία, Οπότε αποκαλύφθηκε ο δόλος τού Λεύκιππου. Θύμωσαν οι κόρες και όρμισαν στον φανερωμένο άντρα με μαχαίρια και κοντάρια και τον σκότωσαν. Ο Απόλλωνας, πάνω στην αναταραχή, βρήκε την ευκαιρία και όρμισε στην κόρη. Η Δάφνη το έβαλε στα πόδια και ο γιος της Λητούς άρχισε το κυνηγητό. Μόλις την έφτασε ζήτησε την λύτρωση από τους θεούς και η Γαία την μεταμόρφωσε σε δέντρο.

Η σημασιολογία του μύθου

Α)  Εκ πρώτης όψεως διαβάζοντας τον μύθο διακρίνουμε τα εξής :

1)   Για το αμάρτημα του φόνο του Πύθωνα -αν και τον διέπραξε για να απαλλάξει τούς κατοίκους από το κακό- ο Απόλλωνας χρειάστηκε να εξαγνιστεί εννέα φορές στους Κύδωνες από τον Καρμάνορα τον Αρχικάβειρο (ο οποίος έφερε διάδημα με δύο πολύτιμες πέτρες, μία από Σάπφειρο και μία από Αιματίτη δια να επικοινωνεί με τον πατέρα Δία-Νου). Ο τελευταίος υπέδειξε δια μέσου των λίθων τις εννέα εξαγνίσεις του Απόλλωνα. Και αυτό γιατί ο «λόγος» του Θεού δεν δύναται να είναι «ακάθαρτος» ή να μην έχει «ήθος». (Παυσανίας, Φωκικά).

 

2) Η Δάφνη είναι το αντιπαράδειγμα της κόρης που δεν δέχεται τούς κοινωνικούς κανόνες του γάμου. Σαν θηλυκός Ιππόλυτος και αγαπημένη νύμφη της Άρτεμης, περνούσε τον χρόνο της στα βουνά, αποφεύγοντας την συναναστροφή των ανδρών ασχολούμενη αποκλειστικά και μόνο με το κυνήγι. Απορρίπτει τον έρωτα κι αυτό αποτελεί ένα μεγάλο πρόβλημα γιατί έρχεται σε αντίθεση με τούς νόμους της φύσεως. Είναι ολημερίς στην φύση κι όμως καταπατά τούς νόμους της. Και η έμμονη της για την διατήρηση αγνότητά της, δεν παραπέμπει σε έναν συμβολισμό, όπως λ.χ. η παρθενία της θεάς Αθηνάς στην αγνότητα της γνώσης, ή της Άρτεμης στην αγνότητα της φύσης και της Εστίας στην αγνότητα τού θεσμού της οικογένειας. Ό μύθος δεν συνδέει την Δάφνη με κάτι ιδιαίτερο, ώστε η επιμονή της στην αγνότητα να συμβολίζει κάτι.

 

3)  Ο «Έρως» είναι πρωταρχικό στοιχείο και νόμος του φυσικού κόσμου. Ο «Φυσικός Νόμος» στην Ελληνική Κοσμοθέαση είναι υπεράνω ακόμα και των Θεών. (Ησίοδος)

 

4) Οι αρχαίοι Έλληνες απέδιδαν στον Αντέρωτα, όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενο άρθρο, ιδιότητες εντελώς αντίθετες μ΄ εκείνες του Έρωτα με τον οποίον ετυμολογικά φέρεται αντίπαλος. Αντιπροσώπευε δηλαδή την απέχθεια, την αποστροφή και την απομάκρυνση που χαρακτηρίζει τα διάφορα έμβια όντα μεταξύ τους Και επειδή πίστευαν οι αρχαίοι, πως τόσο ο Έρως όσο και ο Αντέρως επεξέτειναν την επιρροή τους επί πάντων των όντων πέρα από τα έμψυχα και άψυχα, ως αναγκαία αρμονία και ισορροπία της φύσεως, ο Αντέρως τελικά ήταν ευεργετική δευτερεύουσα θεότητα που εμπόδιζε τις διάφορες έλξεις στη φύση που θα μπορούσαν να επαναφέρουν το αρχικό Χάος. (Παυσανίας Α 43, 6)

 

5) Κατά τον Διογένη τον Απολλωνιάτη, φιλοσοφικά ο μόλυβδος χαρακτηρίζεται ως το πιο ευτελές μέταλλο, αντιπροσωπεύοντας την ευτέλεια της ύλης και του υλικού σώματος.  Φιλοσοφικά για τους αρχαίους μας προγόνους όλα τα μέταλλα εκτός του καθαρού χρυσού ήσαν ευτελή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μύηση του Πρωταγόρα, ο οποίος  διηγείται στον φύλο του Ραμσή, ότι κατά την διάρκεια της μυήσεώς του, του ζητήθηκε να αποβάλει όλα τα μέταλλα τα οποία μπορεί να έφερε μαζί του διότι κατά τον θρονισμό του θα εισερχότανε στον πνευματικό κόσμο των ιδεών και συνεπώς έπρεπε να καθαρθεί.

 

6) Διαχρονικά η δάφνη δηλώνει την διάκριση στην μάχη, στις τέχνες και στα γράμματα. Είναι γνωστές οι φράσεις «έδρεψε δάφνες» ή «αναπαύεται στις δάφνες του». Οι πρόγονοι μας τοποθετούσαν ένα κλαδί δάφνης πάνω από το κεφαλόσκαλο αν κάποιος στο σπίτι ήταν άρρωστος, ενώ ο Θεόφραστος αναφέρει, πώς όλοι σχεδόν μασούσαν ένα φύλλο δάφνης, για να αποφεύγουν την κακοτυχία. Ο λαός θεωρούσε, ότι η δάφνη προστάτευε από τούς κεραυνούς και τις βροντές. Η δάφνη συνδέεται με την επιτυχία και την τιμή. Γι’ αυτό τα μηνύματα πού ανήγγελλαν νίκη στην μάχη τυλίγονταν με φύλλα δάφνης, ενώ οι αγγελιαφόροι πού τα μετέφεραν κρατούσαν κλαδί δάφνης. Σε όλη την διάρκεια της ιστορίας απεικονίζεται σε προτομές, νομίσματα και έργα Τέχνης. Ο Ιούλιος Καίσαρ εκτίμησε ιδιαίτερα το ότι η Σύγκλητος τον τίμησε με το δικαίωμα να φέρει δάφνινο στεφάνι. Στα Σατουρνάλια οι Ρωμαίοι κοσμούσαν τα σπίτια τους με δάφνες. Η λέξη Bachelor (πτυχίο πρώτης βαθμίδας πού έχουν οι ‘Άγγλοι) προέρχεται από τις λέξεις Bacca-laureus πού σημαίνει καρπός δάφνης, γιατί και αυτοί έχουν το φυτό ως σύμβολο σοφίας. Ο Τζον Κιτς αναρωτιέται: «Τι υπάρχει σε ολόκληρο τον κόσμο, ωραιότερο από ένα δάφνινο στεφάνι;»

Πύθων, Απόλλων και Έρωτας

Μικρή Σημείωση: Κάθε εννέα χρόνια πολλές Ελληνικές πόλεις γιόρταζαν τα Δαφνηφόρια. Στην Θήβα, η πόλη τιμούσε τον θεό με μεγαλόπρεπη πομπή, όπου χορός παρθένων με κλαδιά δάφνης στα χέρια τραγουδούσε στον Απόλλωνα τα Δαφνηφορικά. Στην Θήβα τα Δαφνηφόρια γίνονταν την Άνοιξη προς τιμή του Ισμήνιου Απόλλωνα. Κατά την διάρκεια της γιορτής σχηματιζόταν πομπή. Επί κεφαλής ήταν ένα δαφνηφόρο, αμφιθαλές (πού ζούσαν και οι δύο γονείς του) παιδί, ιερέας τού θεού για ένα χρόνο και πίσω του ακολουθούσε ο πιο στενός του συγγενής κρατώντας την κωπώ. Η κωπώ ήταν ένα ξύλο ελιάς τυλιγμένο με κροκωτό ύφασμα και στολισμένο με κλαδιά δάφνης και άνθη. Στην κορυφή της υπήρχε χάλκινη σφαίρα, από την οποία κρέμονταν άλλες μικρότερες σφαίρες. Στην μέση του ξύλου υπήρχε άλλη μικρή σφαίρα, από την οποία κρέμονταν κόκκινες ταινίες. Ακολουθούσε χορός παρθένων με κλαδιά ικεσίας, τραγουδώντας το δαφνηφορικό τραγούδι κι αμέσως μετά η υπόλοιπη πομπή. Η πομπή κατέληγε στο ιερό του Ισμήνιου Απόλλωνα. Εκεί άφηναν την κωπώ και συχνά κάποια παιδιά αφιέρωναν στον θεό χάλκινο τρίποδα.

Β) Εμβαθύνοντας την ανάλυση του ανωτέρω μύθου παρατηρούμε τα εξής:

Πλούταρχος ο Εν Δελφοίς
Απόλλων και Πυρ

 

Εξετάζοντας την ετυμολογία τού ονόματος τού θεού. Ο Ιωάννης Σταματάκος στο λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσης γράφει, ότι το όνομα Απόλλων συνδέεται με το θέμα απλ- (= είμαι δυνατός), οπότε η λέξη Απλών (= είμαι δυνατός, ό βοηθών) σχετίζεται με το Απέλλων (αυτός που αποκλείει). Ο τύπος Απόλλων προήλθε από την κλητική του Άπολλον < Άπελλον. Όλες αυτές οι λέξεις ανάγονται στην ριζική βάση απελ (= διεγείρειν, κινεΐν, προκαλείν), οπότε Απόλλων (= ό δημιουργός, ό προκαλών, ό διεγείρων). Το αυτό αναφέρεται και στο λεξικό των LIDDELL KAI SKOTT. Από το Μέγα Ετυμολογικό λεξικό  έχουμε και την ακόλουθη ερμηνεία: Απόλλων: «Παρά τό άπολύειν τούς ανθρώπους των κακών ό άπελαύνων και άπολύων άφ’ημών τάς νόσους·ιατρός γαρ και μάντις. Ή παρά τό άπολύειν τάς ακτίνας ό αυτός γάρ τω ήλίω πάλλων φώος χρυσίων (Η της Ιλιάδος στιχ. 209). Ή παρά τό άπλοϋν και λύσειν απήορος(αιωρούμενος) τό συνεστώς της ουσίας, και τό σκότος, πέρηνε (κάνοντας να λάμψει) αληθούσης.» (Ησίοδος)

Αναφέρθηκε παραπάνω, ότι στους Δελφούς ο Απόλλωνας σκότωσε τον φοβερό δράκοντα, πού ονομαζόταν Πύθωνας με τα ολόχρυσα βέλη που του χάρισε ο Ήφαιστος. Έτσι απάλλαξε τούς κατοίκους της περιοχής από τα δεινά πού προκαλούσε το θηρίο. Οι κάτοικοι για να θυμούνται το κατόρθωμα του καθιέρωσαν προς τιμή του αγώνες, οι όποιοι ονομάστηκαν Πυθικοί Αγώνες. Στο μαντείο των Δελφών ή Πυθία καθισμένη πάνω στον ιερό τρίποδα, μασώντας φύλλα δάφνης σε κατάσταση ένθεης μανίας αποκάλυπτε τούς διφορούμενους χρησμούς τού θεού.

Σχετικά με την μαντική ο Πλούταρχος αναφέρει: «Ό αγαπητός μας Απόλλωνας τις απορίες που αφορούν την ζωή μας μοιάζει να τις γιατρεύει και να τις διαλύει, δίνοντας χρησμό σ’ εκείνους πού ζητούν την συμβουλή του. Τις απορίες, όμως, που αφορούν την λογική ο ίδιος τις διεγείρει και τις προβάλλει στο κομμάτι της ψυχής που από την φύση του κλίνει προς την φιλοσοφία, εμπνέοντάς του μια όρεξη που οδηγεί προς την αλήθεια…» (Πλούταρχος, «Περί τού ΕΙ του έν Δελφοϊς», 384Ε- F).

Επίσης, όπως αναφέρει ο συγγραφέας, ο θεός αγαπάει την αλήθεια: «Επειδή, λοιπόν, η φιλοσοφία σχετίζεται με την αλήθεια και το φως της αλήθειας είναι η απόδειξη και αρχή της αποδείξεως είναι ο υποθετικός λόγος, είναι εύλογο γιατί η δύναμη, η όποια συνέχει και παράγει τον υποθετικό λόγω, αφιερώθηκε από τους αρχαίους φιλοσόφους στον θεό-Νου, που προ πάντων αγαπά την αλήθεια. Ο θεός είναι και μάντης και η μαντική τέχνη εξάγει συμπεράσματα για το μέλλον με βάση τα παρόν ή τα παρελθόντα. Γιατί κανενός πράγματος η γέννηση δεν είναι δίχως αιτία ούτε δίχως λογική η πρόγνωση του.» (Πλούταρχος, «Περί τού ΕΙ τού έν Δελφοϊς», 387Α- Β)

Αναγνωρίζοντας την σύνδεση τού θεού με το φως, ο μύστης Πλούταρχος λέει:

«Ακούμε από τούς θεολόγους, άλλοτε σε ποιητικό και άλλοτε σε πεζό λόγο, να υμνούν και να λένε ότι ο θεός είναι εκ φύσεως άφθαρτος και αιώνιος, υφίσταται όμως μεταβολές του εαυτού του εξ αιτίας ενός σχεδίου και μίας εντολής από την μοίρα (ΆΙΣΑ) (Κατ ΑΪΣΑ ΑΪΡΕΙΝ ΝΑΥΣΙΝ ΕΞΕΛΥΣΑ ΧΑΟΣ – ΘΕΟΓΟΝΙΑ -Έκδοση Λειψίας κεφ 3 στίχος 340) –  (Αρίσταρχος = ΜΕΙΣΤΟΝ ΠΛΕΙΩΝ ΕΝ-ΕΡΕΙΔΗΝ ΕΡΩΣ ΕΝΙΝΟΘΕ ΚΝΙΣΗ) . Άλλοτε, λοιπόν, καίει την φύση του στην φωτιά, εξομοιώνοντας τα πάντα με τα πάντα, άλλοτε όμως, υφιστάμενος κάθε είδους διαφοροποιήσεις στην μορφή, τα πάθη και τις δυνάμεις του, όπως γίνεται και τώρα, αποκαλείται κόσμος, σύμφωνα με το γνωστό του όνομα. Οι πιο σοφοί, όμως, θέλοντας να κρύψουν την αλήθεια απ’ το πλήθος, ονομάζουν την μεταβολή τού θεού σε φωτιά «Απόλλωνα» εξ αίτιας της μοναδικότητάς του, και «Φοίβο» εξ αίτιας της καθαρότητας και της αγνότητάς του.» (Πλούταρχος, «Περί του ΕΙ του έν Δελφοΐς», 388F- 389Α)

Θεολογικά για τους αρχαίους Έλληνες η μαντική ιδιότητα του Απόλλωνα έχει ως σκοπό την ανάδυση στο φως της αληθείας των θεών και την αποκάλυψη των άρρητων στους έτοιμους ψυχικά από τούς ανθρώπους να λάβουν μία δόση απ’ αυτά: «Μέσα, λοιπόν, στην ηλιακή τριάδα, η πρώτη μονάδα αποκαλύπτει το νοητικό φως και το αναγγέλλει σε όλα τα κατώτερα και γεμίζει τα πάντα με την καθολική αλήθεια και τα ανεβάζει στον νου των θεών, πράγμα το όποιο αναφέρθηκε και ως έργο της μαντικής ιδιότητας του Απόλλωνα. Δηλαδή: να φέρει στο φως την αλήθεια που βρίσκεται στους ίδιους τους θεούς και να κάνει το άγνωστο γνωστό στα κατώτερα.» (Πρόκλος Περί τής κατά Πλάτωνα Θεολογίας, ς’, 61)

 

Η δάφνη ως δέντρο είναι αειθαλές = (άεί+ θάλος, το πάντοτε θάλλον, το πάντοτε ζωηρό, ακμαίο). Με αναγραμματισμό της λέξεως «αλήθεια» καταλήγουμε στην λέξη αειθαλή(ς). Με αναγραμματισμό τού ονόματος τού θεού, ΑΠΟΛΛΩΝ> Ο ΠΑΛΛΩΝ καταλήγουμε στο φως που πάλλετε και σκορπίζει το σκοτάδι της ψυχής. Το φως που καθαιρεί τούς θνητούς από την σκουριά και τους φωτίζει τον δρόμο να επανενωθούν με τον Πατέρα τους και Πατέρα του Σύμπαντος. Το φως του Απόλλωνα – Ήλιου φωτίζει τον αισθητό κόσμο και από παχυλό και αδιαφανή τον κάνει διαφανή, ώστε να αναφαίνεται η θεία του καταγωγή και ο τελικός προορισμός διαμέσου της εξέλιξης. Με το απολλώνιο φως από τον αισθητό κόσμο οδηγούμαστε στον νοητό κόσμο. Ο Απόλλωνας μετασχηματίζει το νοητικό φως τού πατέρα του Δία- Νου και διαμέσου των Δελφικών μυστηρίων το μεταφέρει στους μύστες, οι όποιοι ανυψώνουν την συνειδητότητά τους και έρχονται, διαμέσου τού φωτοδότη Απόλλωνα, σε επαφή με τον Δία- Νου καθιστάμενοι κοινωνοί τού θείου σχεδίου.

Το Απολλώνιο φως κατευθύνει τις διασπασμένες από την ολότητα -την ψυχή τού σύμπαντος- μερικές ψυχές, πού εγκλωβιστήκαν στα σώματα, να επανενωθούν με την αρχική τους πηγή. Ό Πλωτίνος μας λέει: «Η ψυχή τού σύμπαντος δεν έγινε ούτε ήρθε για να είναι οπουδήποτε, διότι δεν υπάρχει τόπος, αλλά το σώμα, με τη γειτονία του μαζί της, μετέσχε σ’ αυτήν. Για τον λόγο αυτόν, επίσης, ο Πλατών δεν λέει πουθενά, ότι αυτή είναι στο σώμα, αλλά ότι το σώμα είναι σ’ αυτήν. Οι άλλες ψυχές βέβαια έχουν έναν τόπο από τον όποιο ήρθαν -από την ψυχή- και έναν τόπο στον όποιο κατευθύνονται, την κάθοδο και την συμμετοχή, συνεπώς και την άνοδο. Η ψυχή τού σύμπαντος όμως είναι πάντοτε επάνω, εκεί που είναι η φύση της να βρίσκεται. Το συνεχόμενο αυτού είναι το συμπάν και το κοντινό του αυτό που βρίσκεται κάτω από τον ήλιο. Η μερική ψυχή λοιπόν φωτίζεται όταν οδηγείται προς το πρότερο του – διότι συναντά το ΟΝ – ενώ, όταν πηγαίνει προς το ύστερο της, πηγαίνει προς το μη ΟΝ.» (Πλωτίνος, Έννεάδες, έννεάς τρίτη, 9 επισκέψεις διάφο¬ροι, 3)

Ο Εδουάρδος Σιρέ γράφει στο βιβλίο «Η Γένεσις της Τραγωδίας και η Επίδραση των Ελευσίνιων Μυστηρίων» για τον Απόλλωνα. «Ο Απόλλων είναι ο ήλιος του θείου κόσμου, ο Θεός του Ονείρου και της Εμπνεύσεως, ο Λόγος της ουράνιας διάνοιας και όλων των Αρχετύπων, η ακτινοβολούσα εκδήλωση του αμεταβλήτου Κάλλους. Ο Απόλλων είναι το Φως, ο Θείος Λόγος, προτού το Θείον κατέλθει εντός της Ύλης και εκδηλωθεί διαμέσου αυτής. Περιφέρεται μέσα στην γήινη ζωή σαν τον κορυφαίο του χορού του πνευματικού κόσμου. Πρωτοστατεί στους χρησμούς των Δελφών και εμπνέει την Πυθία.» Ο θεός συνδέεται με την αλήθεια και αυτήν ήθελε να μεταλαμπαδεύσει στην Δάφνη για να την καταστήσει αειθαλή!

Ο γιος τού Δία και τής Λητούς είναι επίσης και ο θεός της νεότητας αλλά και της αιωνιότητας. Η αιωνιότητα συνδέεται με τον νοητό κόσμο. Έτσι, διαμέσου του Απόλλωνα και της αληθείας που εκφράζει, ο άνθρωπος έρχεται σε επαφή με τις ανώτερες σφαίρες του θείου κόσμου, πού για τούς προγόνους μας ήταν ο νοητός κόσμος.

 Το όνομα Δάφνη, προελληνικό, ετυμολογείται ως «Δά» (Δή- Γή στα δωρικά) και «φνής» (ξαφνική – αίφνης). Αυτή πού προέκυψε ξαφνικά εκ της Γης, από την ύλη.

Κόρη της Γαίας (= ύλης) και τού Πηνειού (= νερού, τού ρευστού, που συμβολίζει τον συναισθηματικό κόσμο). Επομένως η Δάφνη εκφράζει τον καθαρά γήινο άνθρωπο. Αυτόν που είναι προσηλωμένος στο σώμα του και στα συναισθήματά του. Τριγυρνούσε στην παρθένα φύση, επιθυμώντας η ίδια να μείνει αιώνια, αγνή, αυτούσια, θέλοντας να μοιάσει της Άρτεμης. Αυτήν ερωτεύθηκε κεραυνοβόλα ο Απόλλωνας. Το φως, το πνεύμα, μέσα από την θεία επέμβαση τού Έρωτα  – την τοξεύσει με τα χρυσά βέλη – ερωτεύτηκε την  Ύλη. Θέλει να ενωθεί μ’ αυτήν και να της δώσει τον σπόρο της αλήθειας: Μα η ύλη τοξεύτικε με βέλη μολύβδου και εκφράζει μία αποστροφή στον έρωτα τού πνεύματος προς αυτήν.

Πλωτίνος
Εδουάρδος Σιρέ

Ο Έρωτας και η Αλήθεια

 Όλα ξεκίνησαν όταν ο Απόλλωνας περιφρόνησε -χλεύασε- τα όπλα του Έρωτα. Ο Έρωτας, όμως, ήταν μία δύναμη του σύμπαντος. Όλα γίνονται και εξελίσσονται διαμέσου της ελκτικής του επίδρασης. Ο Απόλλωνας διέπραξε μία αμαρτία, κι έπρεπε να πληρώσει το τίμημα της. Για τούς αρχαίους ό Έρωτας ήταν υπεράνω ακόμα και των θεών. Αυτό δηλώνει ότι οι νόμοι και οι δυνάμεις, που έχει θεσπίσει ο Δημιουργός για την εκδήλωση του συμβάντος, είναι δεσμευτικοί ακόμη και για τα πνευματικά όντα, σε όποια βαθμίδα κι αν ανήκουν. Η ύβρης τού Απόλλωνα προκάλεσε έναν διπολισμό: ερωτικό πόθο στον Απόλλωνα και αποστροφή στην Δάφνη.

Ας δούμε τώρα την ετυμολογία της λέξεως αλήθεια. Αλήθεια (= α + λήθη), το στερητικό α και λήθη (από τα λανθάνω), επομένως αυτό πού δεν ξεχνιέται. Ο Πλωτίνος, δίνοντας την ερμηνεία διαφόρων λέξεων, για την αλήθεια αναφέρει: «Ή δ’ «αλήθεια» και τούτο τοις άλλοις έοικε προσειρήσθαι τούτω τω ρήματι, τη «άληθεία”, ώς θεία ούσα άλη. Έτσι ως θεία άλη η αλήθεια βρίσκεται σε συνεχή κίνηση, γιατί άλη = κίνη¬ση, περιπλάνηση, περιφορά. Άρα δεν υπάρχει στατικότατα στην αλήθεια άλλα κινητικότητα, ροή. Η αλήθεια μετατοπίζεται προς ανώτερες ιδέες, την ανώτερη αντίληψη περί του θείου. Και αυτή την ορμή, να εκπορθήσει η αλήθεια την άγνοια, την ψευδή αίσθηση των πραγμάτων, την προκαλεί το θείο (θεία άλη). Συνεπώς η αλήθεια συνδέεται με το φως (Απόλλωνα). Η λήθη-Ληθώ-Λητώ είναι η θνητή μητέρα τού θεού, πού γονιμοποιήθηκε από τον Δία-Διάνοια και έφερε στον κόσμο τον Απόλλωνα- Φως. Η ά-λήθεια στερεί την λήθη, χαρακτηριστικό τού παροδικού, τού πεπερασμένου, τού θνητού, και προκ-αλεί συνεχή (άει) μνήμη, πού είναι παντοτινή, αθάνατη. Συνεπώς η αλήθεια (α-λήθη ) αναφέρεται σε κάθε τι πού δεν πέφτουν πάνω του τα πέπλα της λήθης, της λησμονιάς. Δηλαδή σε κάθε τι που παραμένει στο φως της πραγματικότητας ή της γνώσης. Με έναν αναγραμματισμό έχουμε: αλήθεια= ά + ληθ + άει, και μας δίνει την δυνατότητα για την ερμηνεία: «η αλήθεια αναιρεί την απόκρυφη, την μη αποκάλυψη, στο διηνεκές». Τούτο σημαίνει, πώς η αλήθεια όλα τα κάνει φανερά και για πάντα.

Σε μία δεύτερη ερμηνεία έχουμε το ρήμα «αλ» (άλάομαι= αδιάκοπος περιπλάνη-ση, αναζήτηση) και «ήθος» όπου το νόημα παραπέμπει στην αδιάκοπη αναζήτηση του ήθους ή τού ηθικού. Με σύζευξη των δύο προσεγγίσεων μπορούμε να συμπεράνουμε, πώς η αλήθεια είναι έννοια δυναμική και καθόλου στατική. Η δυναμική εξαρτάται από τον δικό μας τρόπο προσέγγισης, γεγονός πού οφείλεται στον υποκειμενισμό μας.

Η αλήθεια όμως είναι μία και μοναδική. Είναι αγνή, καθαρή και για να μπορέσεις να την αγγίξεις πρέπει κι εσύ να είσαι αγνός στις προθέσεις και τις πράξεις. Το άσπιλο ήθος και το αγαθό είναι τα βασικά χαρακτηριστικά. Για αυτό και μετά τον φόνο του Πύθωνα – αν και τον διέπραξε για να απαλλάξει τούς κατοίκους από το κακό- ο Απόλλωνας χρειάστηκε να εξαγνιστεί στους Κύδωνες ώστε να γίνει «Λοξίας» δηλαδή, «Διός προφήτης δ’ έστί Λοξίας πατρός» (Ευμενίδες, στ. 19) και να προφητεύει στους Δελφούς. Ο Λόγος τού Θεού δεν δύναται να είναι μιαρός ή να μην έχει ήθος. Στα Ερμητικά κείμενα (λόγος I -1) λέει «Το αγαθό υπάρχει αποκλειστικά και μόνο στο Θεό ή καλύτερα αγαθό είναι ο ίδι¬ος ο αιώνιος Θεός».

Η Φιλότης και το Νείκος

Στο «Περί Φύσεως» έργο του ο Εμπεδοκλής αναφέρεται στην εναλλαγή κυριαρχίας δυνάμεων μεταξύ Φιλότητας (= φι¬λίας) και Νείκους (= διαμάχης), που εκπροσωπούνται αντίστοιχα από τον Απόλλωνα και την Δάφνη. Η Φιλότητα ενοποιεί τον κόσμο, ενώ το Νείκος μετατρέπει την ενότητα σε πολλαπλότητα. Ο έρωτας τού θεού για την Νύμφη είναι η προσπάθεια να επικρατήσει η Φιλότητα του Νεικους, ενώ το κυνήγι της εκφράζει την δυναμικότητα της αληθείας για να αλλάξει προς το καλύτερο τις υλιστικές συνήθειες, ώστε να γίνει η πνευματοποίηση. Όμως η Δάφνη απορρίπτει την αλήθεια και γι’ αυτό μεταμορφώνεται σε δέντρο, Όταν πια η Νύμφη εξαντλημένη από το κυνηγητό καταλαβαίνει πως θα αιχμαλωτιστεί προσεύχεται στον πατέρα της να της αλλάξει «θωριά». Επικαλείται λοιπόν την ίδια τη «ροή» κι από την κατάσταση της τήξης που ήταν της προκαλείται η πήξη. Ξεπέφτει δηλαδή σε κατώτερο βασίλειο τής φύσης. Πραγματικά, κάθε άνθρωπος που ξεκόβει από τον πνευματικό κόσμο, ξεπέφτει και δεν αξίζει να λέγεται άνθρωπος. Ζητάει, λοιπόν, η Δάφνη με την βοήθεια του πατέρα της Πηνειού (μένει δέσμια του συναισθηματικού κόσμου) ή της μητέρας της Γαίας (μένει δέσμια των υλιστικών προσκολλήσεων) και χάνει την κινητικότητά της- συνακόλουθα και την τάση για αναζήτηση της αληθείας. Πακτώνεται και μένει δέσμια στην γη, στα εγκόσμια. Ρίχνει ρίζες και ριζώνει στα γήινα.

Το παρήγορο είναι ότι τα κλαδιά κατευθύνονται προς τα πάνω, προς τον ουρανό και τον ήλιο. Επομένως, ακόμη και στους ριζωμένους γήινα ανθρώπους υπάρχει ενδόμυχα η τάση να κατευθυνθούν τελικά στο φως τού Απόλλωνα!

 

Μα πως η αλήθεια γίνεται χειροπιαστή και ποια δόξα φτάνει στο ζενίθ αν δεν ακούσει το «κάτθανε»; «Θάνατος» δεν υπάρχει (Οβίδιος)