fbpx

«Η «ραψωδία» του Φρέντι Μέρκιουρι και η σφαγή του Peterloo», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Προσωπογραφία -βιογραφία και ιστορική καταγραφή γεγονότος. Δυο κινηματογραφικά είδη που δεν χορατεύουν διόλου. Ίσως από τα δυσκολότερα της 7ης Τέχνης, καθώς στο πρώτο, αυτό της προσωπογραφίας –βιογραφίας, ο σκηνοθέτης επιβάλλεται να είναι άκρως αποστασιοποιημένος από το γνωστό πρόσωπο που επιλέγει να τοποθετήσει μπροστά στον φακό του, ενώ το δεύτερο είδος, αυτό του ιστορικού γεγονότος, πρέπει να συμμετέχει ο σκηνοθέτης, όπως ακριβώς το έχει καταγράψει η αληθινή ιστορία και από τις δυο πλευρές. Και στα δυο είδη οι πυλώνες του «καλού διαβάσματος» και της ολοκληρωμένης γνώσης είναι αναγκαία, απαραίτητα. Και στα δυο είδη ο παράγοντας ουδετεροποίηση από το υποκείμενο που πραγματεύεται η κάμερα, αλλά και στα γεγονότα που εκτυλίσσονται θα έλεγα να μην υπάρχει θέση και άποψη, ώστε οι θεατές να έχουν την δυνατότητα της προσωπικής και ατομικής κρίσης και εκτίμησης. Σε κανένα όμως από τα δύο κινηματογραφικά είδη δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Με τον τρόπο τους οι σκηνοθέτες προβάλλουν την άποψη τους ως προς τις μορφές που ασχολούνται, εκθέτοντας τις ζωές τους, αλλά και στα γεγονότα έχουν άποψη και θέση σαν να ξαναγράφουν την ιστορία, ανάλογα από την γωνιά θέασης που εξετάζουν το κάθε θέμα.

Ο Κουεντίν Ταραντίνο, επί παραδείγματι, στην ταινία του 2009 «Άδωξοι Μπάσταρδη» έντιμα και ξεκάθαρα έγραψε το δικό του φινάλε για τον 2ο  μεγάλο πόλεμο. Μια μαγκιά που δεν μπορεί κανείς να του καταλογίσει το παραμικρό γιατί δεν «πάτησε» σε ιστορικά γεγονότα σοβαροφανώς, αλλά πρότεινε μια άλλη εκδοχή των γεγονότων. Στην «Δουνκέρκη», όμως, του Κρίστοφερ Νόλαν «ξεχάστηκαν» σοβαρότατες, ιστορικές αναφορές που είχαν να κάνουν με τις σχέσεις της Αγγλίας και του Γ’ Ράιχ, γεγονός που επαναλήφθηκε και στην οσκαρική μονογραφία του Γουίνστον Τσόρτσιλ της πιο «Σκοτεινής Ώρας» του 2017. Το σκοτεινό παρασκήνιο των διμερών σχέσεων της αυτοκρατορικής Αγγλίας και της ναζιστικής Γερμανίας βρήκε στασίδι και δικαίωση στην ταινία του Τζέιμς Άιβορι «Τ΄ Απομεινάρια μιας Μέρας» το 1993.    

Άπαντες οι σκηνοθέτες αγιοποιούν ή ρίχνουν στο πυρ το εξώτερον τα ιστορικά πρόσωπα ή τις διασημότητες με τις οποίες ασχολούνται. Μια διαδικασία που αρχιτεκτονικά στήνεται ανάλογα με το συναισθηματικό υπόβαθρο του δημιουργού – σκηνοθέτη. Μια από τις πιο δίκαιες καταγραφές, πάντως, και από τις πιο αντικειμενικές σε αποτύπωση προσώπου και γεγονότων των τελευταίων ετών, που πέρασε στην μεγάλη οθόνη, ήταν αυτή του Μελ Γκίμπσον στην ταινία «Braveheart», που ασχολήθηκε με τον εθνικό ήρωα της Σκωτίας Γουίλιαμ Γουάλας. Άγγλοι και Σκωτσέζοι τοποθετήθηκαν αδέκαστα στην κριτική άποψη του Γκίμπσον.

Στην αντιπέρα όχθη, αυτής της μεροληψίας, ως απόλυτος άρχων των αγιοποιημένων προσωπικοτήτων που βιογραφήθηκαν στην μεγάλη οθόνη στέκει ο ικανότατος Άγγλος αρχαιολόγος, διπλωμάτης, ιστοριοδίφης και συγγραφέας Τόμας Έντουαρντ Λόρενς στην μεγαλειώδη ταινία του Ντέιβιντ Λιν «Λόρενς της Αραβίας» του 1962 με πρωταγωνιστή τον Πίτερ Ο΄ Τουλ. Ο εξαιρετικός Ντέιβιντ Λιν έσπρωξε σημαντικότατα γεγονότα κάτω από το χαλί, όπως την ύποπτη σχέση του λοχαγού Λόρενς με το Φόρεϊν Όφις (πάντα ένα φίδι χαλάει την δουλειά), φτιάχνοντας ο σκηνοθέτης το φωτεινό πορτρέτο ενός μορφωμένου, ιδεαλιστή, φιλέλληνα (τον καιρό, μάλιστα, που ήταν στο Κάιρο ο Λόρενς είχε στενές συναναστροφές με τον μεγάλο Αλεξανδρινό ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη), που δήθεν παρασύρθηκε από το ελεύθερο πνεύμα των νομαδικών φυλών της αραβικής ερήμου.

Μέσα σε όλα τα υπέροχα των χολιγουτιανών και μη κινηματογραφικών προσωπογραφιών -βιογραφιών και ιστορικών καταγραφών, φυσικά, δεν απουσιάζει και ο διασυρμός, το όνειδος, όπως η ταινία «Αλέξανδρος» του 2004 σε σκηνοθεσία του Όλιβερ Στόουν με πρωταγωνιστή τον ξανθούλη, αλλοπαρμένο Κόλιν Φάρελ. Μια ακριβή παραγωγή στο σύνολο της με εντελώς λανθασμένο προσανατολισμό όσο αφορά την προσωπικότητα του μεγάλου Μακεδόνα βασιλιά και στρατηλάτη. Ενώ υπάρχουν, παγκοσμίως, πάνω από οκτακόσιες, εμπεριστατωμένες βιβλιογραφίες και πραγματείες του σπουδαίου Έλληνα πολιτικού και στρατιωτικού, ο Στόουν περιορίστηκε σεναριακά στο τρίτομο, εμπαθές μυθιστόρημα φαντασίας της ημιμαθούς, ομοφιλόφυλης νοσοκόμας Μέρι Ρένο (Άιλιν Μέρι Τσάλανς είναι το πραγματικό της όνομα) με τον τίτλο «Φωτιά από τον Ουρανό».      

Ουκ ολίγες διασημότητες του καλλιτεχνικού και του λογοτεχνικού στερεώματος, πάμπολλες πολιτικές και στρατιωτικές προσωπικότητες, που οι παρουσίες τους επηρέασαν και συνάμα διαμόρφωσαν τον πολιτιστικό και τον πολιτικό χάρτη της ανθρωπότητας πέρασαν από τις κάμερες γνωστών και καταξιωμένων σκηνοθετών, αγνοώντας, βέβαια, τους δυο βασικούς κανόνες της ιστορικής καταγραφής: Την συναισθηματική αποστασιοποίηση και την αντικειμενικότητα. Γίνεται; Η βαθιά προσωπική μου άποψη είναι, ότι… Όχι δεν γίνεται. Ασχολείσαι με κάποιον σπουδαίο, είτε γιατί τον αγαπάς, είτε γιατί τον μισείς. Και όπως έγραψε ο Σαίξπηρ: «και στις δυο περιπτώσεις είναι κερδισμένος. Όταν αγαπάς κάποιον είναι στην καρδιά σου, όταν μισείς κάποιον είναι στο μυαλό σου».   

«Bohemian Rhapsody»

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Η.Π.Α., Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μπράιαν Σίνγκερ 
  • Με τους: Ράμι Μάλεκ, Λούσι Μπόιντον, Γκουίλουμ Λι, Μπεν Χάρντι, Τζόζεφ Μαζέλο
  • Διάρκεια: 134’
  • Διανομή: Odeon

Έπειτα από μια οδύσσεια ακυρώσεων, παραιτήσεις σκηνοθετών, αντικαταστάσεις ηθοποιών και μύριες σεναριακές αλλαγές, το biopic του επικού και πολυσχιδούς καλλιτέχνη Φρέντι Μέρκιουρι των Queen, επιτέλους, πήρε σάρκα και οστά στην μεγάλη οθόνη δια χειρός του έμπειρου, Αμερικανού σκηνοθέτη των «Συνηθισμένων Υπόπτων», των «X-Men 1 &2 & Αποκάλυψη», της «Επιχείρησης Βαλκυρία» και του «Superman: Η Επιστροφή», Μπράιαν Σίνγκερ. Η ταινία δεν είναι οι Queen, αλλά ο Φρέντι Μέρκιουρι (κατά κόσμο Φαρούκ Μπουλσάρα γεννημένος στην Ζανζιβάρη, από Ινδούς, Ζωροάστρες γονείς). Η σεναριακή αφετηρία της μονογραφίας του καλλιτέχνη ξεκινάει από την χρονική περίοδο του 1970 στο Λονδίνο, όταν ο Φρέντι είναι 24 χρόνων, καταλυτική στιγμή ως προς την γνωριμία του με τον κιθαρίστα Μπράιαν Μέι και τον ντράμερ Ρότζερ Τέιλορ, καταλήγοντας στην μεγαλειώδη εμφάνιση του συγκροτήματος στην θρυλική συναυλία «Live Aid» στις 13 Ιουλίου 1985 στο κατάμεστο αγγλικό, στάδιο Γουέμπλεϊ.

Τελειόφοιτος του Κολεγίου Τεχνών Ίλινγκ Άρτ του Δυτικού Λονδίνου και πρόσφυγας από την Ζανζιβάρη μαζί με τους γονείς και την νεώτερη αδελφή του, ο 24χρονος Φαρούκ (Ράμι Μάλεκ  – κ-α-τ-α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ό-ς!), που έγινε Φρέντι και το Μπουλσάρα το άλλαξε σε Μέρκιουρι, εργάζεται ως χειριστής αποσκευών στο αγγλικό αεροδρόμιο Χίθροου. Το ανήσυχο, καλλιτεχνικό του πνεύμα τον φέρνει να γνωριστεί με δυο ακόμα, ταλαντούχους, νεαρούς μουσικούς των αγγλικών live clubs, τον καθαρίστα Μπράιαν Μέι (Γκουίλουμ Λι –πολύ καλός) και τον ντράμερ Ρότζερ Τέιλορ (Μπεν Χάρντι – επίσης πολύ καλός) για να φτιάξουν μαζί την βάση του γκρουπ που ονομάστηκε «Queen», σχεδιάζοντας ό ίδιος το λογότυπο του συγκροτήματος, έχοντας στο σχήμα και τον μπασίστα Τζον Ντίκον (Τζόζεφ Μαζέλο – καλός). Η εκρηκτική, αισθησιακή, σκηνική παρουσία του Φρέντι, το ταλέντο του, η βαρύτονη, πρωτότυπη φωνή του, ο δυναμισμός του, η παράξενη υπερδοντία του (γεννήθηκε διαθέτοντας τέσσερις επιπλέον κοπτήρες στην οδοντοστοιχία του, που του χάριζαν το τονικό εύρος της μουσικής οκτάβας), οι Queen δεν άργησαν να δημιουργήσουν αίσθηση. Πριν την δημιουργία του λυρικού ροκ τραγουδιού «Bohemian Rhapsody», που έγραψε ιστορία στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα, ο Φρέντι παντρεύεται την Μέρι Όστιν (Λούσι Μπόιντον – πολύ καλή), την γυναίκα που στάθηκε πλάι του με απέραντη αγάπη μέχρι το τέλος της ζωής του, παρότι είχαν χωρίσει και οι σεξουαλικές προτιμήσεις του Μέρκιουρι άλλαξαν, (άλλωστε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του ο Φρέντι μετά την αποχώρηση του από τον κόσμο των ανθρώπων το άφησε στην αγαπημένη του Μέρι). Οι εξαιρετικού θεατρικού ύφους συναυλίες του γκρουπ σε όλο τον κόσμο, η επικοινωνία του με το κοινό, η φήμη και η δόξα με τα πρώτα τρία πετυχημένα άλμπουμ, για να φτάσει η στιγμή της ηχογράφησης του δίσκου που έγραψε εποχή: «A Night at the Opera» (1975) και το οπερατικό «Bohemian Rhapsody». Το συγκρότημα απομονώνεται σε ένα αγρόκτημα για να ηχογραφήσει τον δίσκο, που γίνεται μεγάλη επιτυχία. Οι αντιρρήσεις και οι διαμάχες με τους μάναντζερ και τους παραγωγούς, η σχέση του με την Μέρι και οι ερωτικές επιλογές, μαζί με τα οργιώδη πάρτι, τους αυλοκόλακες και την εμπλοκή με τα ναρκωτικά είναι ο διάκοσμος της ταινίας. Οι πρωταγωνιστές είναι τα συναισθήματα του καλλιτέχνη, η μοναξιά, το οικογενειακό του περιβάλλον, οι ερωτικοί του σύντροφοι, η ανασφάλεια, οι ευαισθησίες, το χιούμορ, το ταλέντο, το βάρος της δόξας, η διάλυση του γκρουπ, η μεγάλη του εσωτερική δύναμη, η επανένωση του συγκροτήματος, και τέλος το έιτζ. Σε όλα παρών ο Φρέντι Μέρκιουρι.

Ο σκηνοθέτης Μπράιαν Σίνγκερ κινείται έξυπνα στην ταινία. Η κινηματογραφική αφήγηση στην αρχή είναι ήρεμη, βατή, πλαισιωμένη με βιογραφικά στοιχεία (κάποια μικρά λαθάκια), για να φτάσει στο κρεσέντο οργανωμένο σε ένα εικοσάλεπτο φινάλε, εκεί στην μεγάλη συναυλία του 1985 στο Γουέμπλεϊ, με γύρισμα και σκηνές που σε ανατριχιάζουν σύγκορμο, γεμίζοντας τους δακρυγόνους πόρους σου με νερό εξιλέωσης. Έπειτα, το σενάριο (Άντονι ΜακΚάρτεν, Πίτερ Μόργκαν), λειτουργεί άκρως νοσταλγικά από την αρχή έως το τέλος- για αυτούς που έζησαν την εποχή της δόξας των Queen, αποδίδοντας εξαιρετικά την περίοδο και τις μουσικές τους – παράλληλα, όμως, ανοίγει ένα καλό, κινηματογραφικό λεύκωμα του Φρέντι Μέρκιουρι για να γνωρίσουν οι νεώτεροι τον καλλιτέχνη, αποφεύγοντας τις ακρότητες και δίχως υπερβάσεις. Δεν αποποιείται τον εσωτερικό κόσμο, τα πάθη και τις αδυναμίες του μεγάλου τραγουδιστή και όλα όσα τον δαιμόνιζαν, απλά δεν τα εκθέτει σε υπερβολικό βαθμό, που άλλωστε δεν υπάρχει λόγος, καθότι το ψυχογράφημα Μέρκιουρι βγαίνει αβίαστα από το φάσμα των συμπεριφορών του στην ταινία. Το να εστιάσει κάποιος επί τούτου στα ρωμαϊκά όργια που έστηνε, προσωπικά εκτιμώ, πως θα ήταν άκρατος λαϊκισμός και ο Μπράιαν Σίνγκερ είναι σοβαρός σκηνοθέτης. Το μοντάζ του Τζον Ότμαν είναι στακάτο και ο φωτογράφος Νιούτον Τόμας Σίγκελ μαζί με την διεύθυνση παραγωγής (Άαρον Χάι) κάνουν θαύματα, ειδικά στο τέλος με την εμφάνιση του Φρέντι στην συναυλία του live Aid το 1985.

Το φαινόμενο είναι ο πρωταγωνιστής Ράμι Μάλεκ, που σηκώνει αγόγγυστα το ερμηνευτικό βάρος και το εκτόπισμα της περσόνας Μέρκιουρι και σίγουρα θα βρίσκεται στην οσκαρική πεντάδα με μεγάλες πιθανότητες να κρατήσει το αγαλματίδιο στα χέρια του. Ο 37χρονος Αμερικανο-Αιγύπτιος ηθοποιός εισέρχεται καθολικά στην προσωπικότητα του Μέρκιουρι υφολογικά και κινησιολογικά. Πραγματικά πολύ δουλεμένος ο ρόλος, τόσο στην απόδοση των τραγουδιών που δεν τα ερμηνεύει ο ηθοποιός (φωνητικό μιξάζ του Μάλεκ, ενός Καναδού που μοιάζει η φωνή του στον Μέρκιουρι και ονομάζεται Μαρκ Ματέλ και του ίδιου του Φρέντι) όσο και στην αποτύπωση των συναισθημάτων του καλλιτέχνη. Ρόλος που θα στιγματίσει τον ηθοποιό από τούδε και στο εξής. Υπέροχος, αισθαντικός, υπερήφανος, αληθινός, εκθαμβωτικός… ο Ράμι Μέρκιουρι.  

«Peterloo»

 

  • Είδος: Ιστορικό, εποχής
  • Παραγωγή: Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μάικ Λι
  • Με τους: Μαξίν Πικ, Πιρς Κουίγκλι, Ρόρι Κινίαρ
  • Διάρκεια: 154’
  • Διανομή: Odeon

Η αιματοβαμμένη ημέρα της 16ης Αυγούστου 1819 στο Σεντ Πίτερς Φιλντς (St Peter’s Fields) του Μάντσεστερ, ακριβώς μετά το τέλος των ναπολεόντειων πολέμων με τους 15 νεκρούς και τους 500 τραυματίες, όταν το ιππικό και οι πεζικάριοι της αγγλικής φρουράς κατ΄ εντολή των δικαστών και της άρχουσας, εύπορης τάξης όρμησαν στο πλήθος των 80.000 εργατών, που συγκεντρώθηκαν άοπλοι με τις οικογένειες τους για να ζητήσουν τη μεταρρύθμιση της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης. Η σφαγή έλαβε το όνομα «Peterloo» σε μια ειρωνική σύγκριση με τη μάχη του Βατερλώ, η οποία είχε λάβει χώρα τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Ο Μάικ Λι κινηματογραφεί έξοχα, λεπτομερειακά το χρονικό του γεγονότος αποτυπώνοντας ρεαλιστικά μια Αγγλία πεινασμένη, άνεργη, φτωχιά, που την κυβερνά ένας έκφυλος πρίγκιπας και μια δράκα ανάλγητων κοτζαμπάσηδων, σκληρών βιομηχάνων και ψυχρόαιμων δικαστών. Η τότε κατάσταση με τα σημερινά κοινωνικο-πολιτικά γεγονότα, ειδικά της Ευρώπης, είναι τόσο κολασμένα όμοια, που σε πιάνει σύγκρυο.

Ο πόλεμος με τον Ναπολέοντα τελείωσε το 1815 και η Αγγλία διανύει μια περίοδο πείνας, φτώχειας και ανεργίας, καταστάσεις που επιδεινώθηκαν όταν οι τιμές της εγχώριας παραγωγής των σιτηρών έφτασαν στα ύψη από τον αποκλεισμό εισαγωγής του καλαμποκιού. Το κόστος των τροφίμων αυξήθηκε και η τάξη των γαιοκτημόνων γνώρισε λαμπρές ημέρες, καθώς οι άνθρωποι αναγκαστικά αγόραζαν το κακής ποιότητας, πανάκριβο, αγγλικό σιτάρι. Οι βιομήχανοι της κλωστοϋφαντουργίας της βόρειας Αγγλίας εκμεταλλευόμενοι το γεγονός της ύφεσης πετσόκοψαν τους μισθούς των εργατών, ενώ εκείνοι συνέχισαν να πλουτίζουν. Ο απλός λαός βουτάει ολοένα στην εξαθλίωση. Όποιος πολίτης ανεξαρτήτους φύλου και ηλικίας αντιδρούσε με κάποια μορφή μικροκλοπής ή άλλων παραβατικών ενεργειών, οι τοπικοί δικαστές αποφάσιζαν απαγχονισμό ή  άμεση, 15χρονη μετοίκιση στην επικίνδυνη, νεοαποκτηθείσα αποικία της Αυστραλίας.

Για πρώτη φορά στα ιστορικά χρονικά της Αγγλίας το 1819 οι πεινασμένοι άνθρωποι με κίνητρο τις άθλιες οικονομικές συνθήκες, την ανέχεια και την αδιαφορία του κράτους για τις ζωές τους οργανώθηκαν, απαιτώντας από τον πρίγκιπα Άνγκεν κοινοβουλευτική μεταρρύθμιση. Οι ομάδες αυτής της κίνησης των παραγωγικών πόλεων του Λάνκσαϊρ και του Μάντσεστερ, μαζί και οι περιφερειακές κομητείες της βόρειας Αγγλίας προσκάλεσαν τον ριζοσπαστικό ρήτορα Χένρι Χάντ (Ρόρι Κινίαρ – πολύ καλός) για να μιλήσει στο  Σεντ Πίτερς Φιλντς του Μάντσεστερ, εμψυχώνοντας τους απεγνωσμένους ανθρώπους. Ρουφιάνοι, τσιράκια της εξουσίας, χωροφύλακες και παρατρεχάμενοι της άρχουσας τάξης αρχίζουν τις προδοσίες, παραφράζοντας το ύφος της συγκέντρωσης, μπολιάζοντας με φόβο τον δικαστικό και τον επιχειρηματικό κόσμο της περιοχής. Πολιτικοί και κεφάλαιο τρομοκρατούνται, φοβούμενοι για επανάσταση, όπως στην Γαλλία και για να διασώσουν τα κεκτημένα τους, αδιαφορώντας για τις ζωές των ανθρώπων διατάζουν το ιππικό και τους στρατιώτες να διαλύσουν την συγκέντρωση των 80.000 ανθρώπων που πήγαν οικογενειακώς να παρακολουθήσουν την ομιλία του Χαντ.

 

Θεατρικός αρχικά και στη συνέχεια στο BBC, ο 75χρόνος Αγγλο-Εβραίος σκηνοθέτης και υποψήφιος για 7 Όσκαρ Μάικ Λι, των εξαιρετικών ταινιών «Κορίτσια Καριέρας», «Η Παράσταση μιας Ζωής», «Το Μυστικό της Βέρα Ντρέικ» και «Μια Χρονιά Ακόμα» για δεύτερη φορά, μετά την «Παράσταση μιας Ζωής», στήνει ταινία ιστορικής περιόδου κόστους 18 εκατ. δολαρίων και σενάριο δικό του με ένα καστ περισσότερους από 100 ηθοποιούς. Κάθε του πλάνο και ένα ζωγραφικό έργο (μαγευτική η φωτογραφία του Ντικ Πόουπ), λες και είναι βγαλμένα από τα καβαλέτα του  Τόμας Λόρενς ή του  Γουίλιαμ Χόγκαρθ. Η απόδοση της εποχής εκπληκτική και ξαφνικά βλέπεις γεγονότα και καταστάσεις προ 200 χρόνων και εκπλήσσεσαι με την ζωντάνια και την ομοιότητα του σήμερα. Μόνο τα ρούχα αλλάζουν, ενώ όλα τα υπόλοιπα παραμένουν ίδια, ξεκινώντας από το σκεπτικό της άρχουσας τάξης έως τις αντιδράσεις του καταπιεσμένου λαού, που μπροστά στην μικρή δύναμη των έφιππων και πεζικάριων πραιτοριανών τράπηκαν σε φυγή 80.000 πανικόβλητοι άνθρωποι.

Η ταινία του Μάικ Λι, που είναι βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα του 1819, είναι ένας πεντακάθαρος καθρέπτης που κραυγάζει την εικόνα της Ευρώπης του 2018.               

«Ο Καρυοθραύστης και τα Τέσσερα Βασίλεια»

(The Nutcracker and the Four Realms)

 

  • Είδος: Παιδικό
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Λάσε Χάλστρον και Τζο Τζόνστον
  • Με τους: Κίρα Νάιτλι, Μακένζι Φόι, Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ, Ελεν Μίρεν, Μόργκαν Φρίμαν, Μάθιου Μακφάντιεν
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Βασισμένο στο γνωστό παραμύθι, που αγαπήθηκε από μικρούς και μεγάλους, γραμμένο το 1816 από τον Γερμανό συγγραφέα Έρνστ Θίοντορ Αμαντέους Χόφμαν, «Ο Καρυοθραύστης». Το παραμύθι διασκευάστηκε το 1892 από τον Αλέξανδρο Δουμά για να συνθέσει σε δυο πράξεις και τρεις σκηνές ο  Πιότρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι το γνωστό μπαλέτο. Η Ντίσνεϊ διασκευάζει ξανά τον μύθο σε μια πλούσια, καθ΄ όλα μαγευτική παραγωγή σε σκηνοθεσία των: Λάσε Χάλστρον και Τζο Τζόνστον με δυνατό καστ, ότι πρέπει δηλαδή για τους μικρούς θεατές ένεκα των γιορτινών ημερών που πλησιάζουν, μη αμελώντας να προσθέσει και μια καλή δόση μπαλετικού αρώματος.

 

Η Κλάρα (Μακένζι Φόι – καλή), είναι μία έξυπνη 14χρονη με πάθος για την επιστήμη. Η πρόσφατη απώλεια της μητέρα της την έχει αποσυντονίσει και μαζί με τα δυο αδέλφιά της και με τον πατέρα της (Μάθιου Μακφάντιεν – καλός) θα περάσουν οικογενειακώς τα Χριστούγεννα στον σοφό και αινιγματικό νονό της Κλάρας, τον Ντροσελμάγιερ (Μόργκαν Φρίμαν).

Πριν φύγουν για το σπίτι του νονού η Κλάρα λαμβάνει ένα δώρο από την μητέρα της και είναι  ένα μουσικό κουτί σε σχήμα αυγού με ένα σημείωμα που λέει: «Ό,τι χρειάζεσαι είναι μέσα εδώ». Αλλά το κουτί είναι κλειδωμένο και, παραδόξως, δεν υπάρχει κλειδί. Απογοητεύεται γιατί θέλει να ξεκλειδώσει το κουτί και να μάθει τα μυστικά του. Το Χριστουγεννιάτικο δώρο θα την οδηγήσει, χωρίς να το υποψιάζεται, στην αναζήτηση του κλειδιού σε έναν παράξενο και μυστηριώδη παράλληλο κόσμο. Εκεί η Κλάρα συναντά έναν στρατιώτη με το όνομα Φίλιπ, μία συμμορία ποντικιών και τους αντιβασιλείς τριών βασιλείων: των νιφάδων, των λουλουδιών και των ζαχαρωτών. Την υποδέχονται με ανοιχτές αγκάλες, ειδικά η Ζαχαρένια Νεράιδα (Κίρα Νάιτλι – πολύ καλή σε ένα ρόλο που δεν την έχουμε συνηθίσει), που της εκμυστηρεύεται ότι κάποτε ήταν κοντινή φίλη της μητέρας της. Αλλά αυτός ο παράξενος καινούριος κόσμος δεν είναι ολοκληρωμένος. Έχει διασπαστεί εξαιτίας παλιότερης διαμάχης, μία βασίλισσα είναι εξόριστη και το βασίλειο της είναι ξεχασμένο, γεμάτο ποντίκια, που είναι στρατιώτες. Η Κλάρα και ο Φίλιπ πρέπει να πάνε κόντρα σε αυτό το απειλητικό Τέταρτο Βασίλειο, την πατρίδα της τυραννικής Κόκκινης Μητέρας Έλεν Μίρεν  – καλή), για να βρουν το κλειδί και να γαληνέψουν αυτόν τον ασταθή κόσμο.   

«Οι Στάχτες Μιας Αγάπης»

(Ash is Purest White)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Κίνα, Ιαπωνία, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ζία Ζάνγκε
  • Με τους: Ζάο Τάο, Λιάο Φαν, Ξου Ζενγκ
  • Διάρκεια: 141’
  • Διανομή: Ama Films

Στον φακό του καλλιτέχνη Ζία Ζάνγκε ξανά η Κίνα που σαν νεράιδα της λίμνης μεταμορφώθηκε σε 15 χρόνια από προλεταριακή δύναμη σε καπιταλιστική υπερδύναμη. Και αυτή τη φορά, ο Ζάνγκε ποιητικός (Πέρα από τα Βουνά), τον απασχολεί και τον ταλανίζει η οργιώδης πολιτισμική μετάλλαξη της χώρας του. Ακουμπάει περίτεχνα στο πρόσωπο και την ψυχοσύνθεση μιας γυναίκας του υποκόσμου για να μας αφηγηθεί, ότι όλα θυσιάστηκαν αβλεπί στον βωμό του εκσυγχρονισμού και της μονέδας. Χωρίς να συμπεριφέρεται σαν επαίτης, ο σκηνοθέτης επαφίεται στην παιδεία του θεατή για να καταλάβει το αυτονόητο.

 

Ο Μπιν (Λιάο Φαν – καλός), o μικρομαφιόζος, αλλά δίκαιος δερβέναγας  μιας παρηκμασμένης επαρχιακής πόλης της βόρειας Κίνας, που ζει από την εξόρυξης άνθρακα, αλλά και το ορυχείο έκλεισε το 2001,  πέφτει θύμα μιας απόπειρας δολοφονίας, ενορχηστρωμένης από μια συμμορία λούμπεν νεαρών που θέλουν να αμφισβητήσουν την πρωτοκαθεδρία του. Η σύντροφος του Κιάο (Ζάο Τάο – εξαιρετική), αποτρέπει την επικείμενη τραγωδία αλλά ένα παράνομο όπλο που βρίσκεται στην κατοχή της, την οδηγεί στην φυλακή για τα επόμενα πέντε χρόνια. Όταν αποφυλακίζεται η Κίνα έχει αρχίσει να μπαίνει σε δυναμικούς ρυθμούς ανάπτυξης, για να αντιμετωπίσει το μεγάλο γεγονός των Ολυμπιακών Αγώνων. Δεν είναι η μοναδική αλλαγή που θα αντιμετωπίσει η Κιάο. Ο λεγάμενος Μπιν, που για χάρη του πέρασε 5 χρόνια στη φυλακή έχει βρει άλλη κανάρα, οπότε η γυναίκα φεύγει και με την τέχνη του κομπιναδόρισας και του λαμόγιου ταξιδεύει στην Κίνα, προσπαθώντας να επιβιώσει σε μια χώρα, που καμιά ημέρα δεν είναι η ίδια με την προηγούμενη.

 

Υπέροχα πλάνα και ένα μελαγχολικό σούρσιμο της κάμερας του Ζία Ζάνγκε, να μοιάζει με ανεκπλήρωτο ανάθεμα, το σινεμά του Κινέζου σκηνοθέτη είναι διαφορετικό από κάθε γνωστό του είδους. Στοχασμός και δράση σε μια ταινία που ναι μεν κρατάει το ενδιαφέρον ως προς τον προβληματισμό του δυτικότροπου σκεπτικού της άκρατης εξέλιξης, παράλληλα και μέσα από την αρρωστημένη σχέση της Κιάο και του Μπιν μοντάρεται ξανά το παρελθόν της χώρας. Μιας χώρας που άνθρωποι σαν αυτές τις δυο φιγούρες δεν χώρανε. Και το φινάλε είναι υπέροχο με το ζευγάρι να ανταμώνει ξανά κάτω από άλλες συνθήκες όχι όπως ήταν εκείνα τα χρόνια, αλλά «κτυπημένο», λαβωμένο καίρια σαν την ίδια την χώρα τους.       

«Η Κατηγορούμενη»

(Acusada)

 

  • Είδος: Δικαστικό δράμα
  • Παραγωγή: Αργεντινή, Μεξικό (2018)
  • Σκηνοθεσία: Γκονζάλο Τομπάλ
  • Με τους: Λαλί Εσποζίτο, Λεονάρντο Σμπαράλια, Ντανίελ Φανέγκο
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Tanweer

Η πολλά υποσχόμενη ζωή της όμορφης φοιτήτριας Ντολόρες (Λάλι Εσπόζιτο) ανατρέπεται, όταν η καλύτερη της φίλη δολοφονείται άγρια και οι υποψίες στρέφονται σε βάρος της.

Η νεαρή κοπέλα βρίσκεται το μάτι του κυκλώνα και όλοι έχουν άποψη για το αν είναι ένοχη ή αθώα. Δύο χρόνια μετά τη δολοφονία, η Ντολόρες περνάει τις μέρες της προετοιμαζόμενη για τη δίκη, απομονωμένη στο σπίτι της, ενώ οι γονείς της κάνουν τα πάντα για να την υπερασπιστούν. Ο καλύτερος δικηγόρος δεν τους είναι αρκετός και οι γονείς της την ελέγχουν καταπιεστικά. Όσο η δίκη βρίσκεται σε εξέλιξη, υποψίες και ένοχα οικογενειακά μυστικά έρχονται στην επιφάνεια. Στο χείλος του γκρεμού, εκεί που κάθε λάθος μπορεί να αποβεί μοιραίο, η  όλο και πιο απομονωμένη Ντολόρες θέτει τη στρατηγική υπεράσπισης σε κίνδυνο.

 

Δεν το έχει το δικαστικό δράμα μιξαρισμένο με την θριλερ υπόσταση και το κραυγαλέο κοινωνικό σχόλιο για τα αδηφάγα Μ.Μ.Ε., ο 37χρονος Αργεντινός σκηνοθέτης  Γκονζάλο Τομπάλ. Αχταρμάς η υπόθεση, άνευ ειρμού και συγκεκριμένης κατεύθυνσης το σενάριο πάσχει από δέκατα, με εξαίρεση μια δυο καλές σεκάνς, η υπόλοιπη ταινία μοιάζει με μπανταρισμένο σκάφος γεμάτο νερά. Το δε φινάλε είναι ανεκδιήγητο έως απαράδεκτο, αφήνοντας ξεκρέμαστο το στόρι και τους θεατές σίγουρα με αναπάντητα ερωτηματικά. Άνευρο, αδιάφορο και αναποφάσιστο.

«Suspiria»

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: ΗΠΑ, Ιταλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Λούκα Γκουαντανίνο
  • Με τους: Ντακότα Τζόνσον, Τίλντα Σουίντον, Μία Γκοθ, Κλόε Γκρέιζ Μόρετζ, Τζέσικα Χάρπερ
  • Διάρκεια: 152’
  • Διανομή: Seven Films

Το έχουμε γράψει πάμπολλες φορές, ότι ορισμένες ταινίες δεν είναι για να αγγίζονται. Δημιουργήθηκαν κάποια συγκεκριμένη εποχή, από κάποιους συγκεκριμένους σκηνοθέτες, έγραψαν ιστορία και πακτώθηκαν σαν γέρικες βελανιδιές στο μαγικό δάσος της 7ης Τέχνης για να προσφέρουν την σοφή σκιά τους στους περαστικούς. Μια από αυτές είναι και το «Suspiria» του 1977 σε σκηνοθεσία του αξεπέραστου Ντάριο Αρτζέντο.

Η νεαρή Αμερικανίδα χορεύτρια, Σούζι Μπάνον, πηγαίνει στο Βερολίνο της δεκαετίας του ’70 με την ελπίδα ότι μπορεί να γίνει μέλος της διεθνούς φήμης σχολής χορού «Helena Markos». Ήδη από την πρώτη της πρόβα η Σούζι εντυπωσιάζει με το ταλέντο της τη διάσημη χορογράφο της σχολής, τη Μαντάμ Μπλανκ, κάτι που πολύ γρήγορα την οδηγεί στο να κερδίσει το ρόλο της κορυφαίας χορεύτριας. Η προκάτοχος της Σούζι, η Όλγα, καταρρέει και κατηγορεί τις «Μητέρες», οι οποίες διευθύνουν τη σχολή, πως είναι μάγισσες. Πριν όμως καταφέρει να το σκάσει, συλλαμβάνεται και βασανίζεται από μια μυστηριώδη δύναμη, η οποία με κάποιον τρόπο συνδέεται με το χορό της Σούζι.

Παρά το γεγονός ότι η Σούζι λαμβάνει από την αρχή προειδοποιητικά σήματα κινδύνου, συνεχίζει την άνοδό της στην κορυφή της σχολής, με κάθε κόστος. Καθώς οι εξαντλητικές πρόβες συνεχίζονται προκειμένου να δοθεί μια τελευταία παράσταση με τη χορογραφία «Volk», που αποτελεί το σήμα κατατεθέν της σχολής, η Σούζι και η Μαντάμ Μπλανκ έρχονται ιδιαζόντως πολύ κοντά η μία με την άλλη, κάτι που δηλώνει πως αυτό που επιδιώκει η Σούζι ευρισκόμενη στη συγκεκριμένη σχολή, δεν εξαντλείται στο χορό. Εν τω μεταξύ, ο ψυχοθεραπευτής Δόκτορ Κλέμπερερ ανακαλύπτει το ανατριχιαστικό ημερολόγιο που κρατούσε μια ασθενής του, η Πατρίσια, πρώην χορεύτρια στη σχολή «Helena Markos», στο οποίο ημερολόγιο περιγράφεται μια αρχαία δαιμονική θρησκεία, την οποία εξασκούν οι Μητέρες. Όταν η Πατρίσια εξαφανίζεται μυστηριωδώς, ο γιατρός προσπαθεί να ενημερώσει σχετικά την αστυνομία, που όμως δεν του δίνει σημασία. Παίρνοντας την υπόθεση στα χέρια του, προσεγγίζει μια ενεργή χορεύτρια της συγκεκριμένης σχολής, τη Σάρα, προκειμένου να τον βοηθήσει. Μετά τη συνάντησή τους η Σάρα τολμά και χώνεται στα βάθη των κρυμμένων θαλάμων της σχολής, όπου την περιμένουν παράξενες και φρικτές ανακαλύψεις.

Μπαίνεις στην διαδικασία του remake και είσαι γυμνός σαν σαλιγκάρι δίχως κέφυλος. Δεν έχεις τα φόντα, ω σκηνοθέτα Λούκα Γκουαντανίνο,  να προσδώσεις μια διαφορετική οπτική σε ένα αριστούργημα, δεν διαθέτεις την δύναμη και την γνώση να προσφέρεις αναζωογονητική ανάσα στην κορυφή των Ιμαλάϊων. Είσαι φλύαρος, φιγουρατζής, ελάχιστος και κακός σκηνοθέτης. Μείνε με πείσμα, λοιπόν, εσύ και οι όμοιοι σου, στις δηθενιές που κατασκευάζεις με ζήλο του στυλ «Να με Φωνάζεις με τ’  Όνομά σου» και άφησε στην ησυχία της την γραμματική του παράδοξου σε κάποιους που έχουν ξεπεράσει την τσίμπλα της εφηβείας και ωρίμασαν όχι με ζαχαρωτά και τσιτάτα, αλλά μετρώντας σκιές και ήλιους σε χώρες που ούτε στην φαντασία σου δεν υπάρχουν. Έπιασες την «Suspiria» στα χέρια σου και μοιάζει με χοντροκοπιά, ένα άθλιο κατασκεύασμα σαν να ήθελες να εκδικηθείς και όχι να τιμήσεις το αρχικό δημιούργημα. Η θλίψη και η απόγνωση δική σου. Αυτά με στενάχωρη σκέψη!       

   Προβάλλονται επίσης:

Η ταινία «Motherland», του Γιώργου Ευθυμίου, από τις 2 Νοεμβρίου 2018 στον κινηματογράφο «Μικρόκοσμο»