Η Προσβολή

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Η Προσβολή»                 

(L‘ Ιnsulte)

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Σκηνοθεσία: Ζιάντ Ντουεϊρί
  • Με τους: Αντέλ Χαράμ, Καμίλ Ελ Μπάσα, Καμίλ Σαλαμέχ, Ντιαμάντ Μπου Αμπούντ, Ρίτα Χάγιεκ
  • Διάρκεια: 112’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας (Καμέλ Ελ Μπάσα) Φεστιβάλ Βενετίας 2017

Το μπαϊράκι που σηκώνεται στην κορφή της χώρας των κέδρων, τον πάλαι ποτέ πανέμορφο Λίβανο είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όταν αυτή λαβώνεται από αυτό που δεν γουστάρεις, που δεν το θέλεις, αλλά το ανέχεσαι γιατί στο φυτέψανε στο στέρνο και σου επιβάλλανε, ντε και καλά, να ζεις μαζί του άνευ εξηγήσεων και δικαιολογιών. Κατατρεγμένοι μετανάστες, που ζητούν νέες πατρίδες και λαβωμένοι πολίτες μιας χώρας με αγιάτρευτα ιστορικά τραύματα του παρελθόντος, που πρέπει να ανεχτούν την επιβαλλομένη, νέα κατάσταση πραγμάτων. Μια ρήξη, μια παρεξήγηση, δυο κουβέντες παραπάνω, κάμποσοι εγωισμοί και ο καρπός της έριδας ξεφλουδίζεται βίαια για να αποκαλυφθεί το σαθρό κοινωνικό δάπεδο στήριξης και τα δεκανίκια της ημιμάθειας. Ενδιαφέρον το πατρόν, παλαιομοδίτης ο ράφτης. Το αποτέλεσμα; Μια καλή ιδέα φτιαγμένη για εξαιρετικό, βραδινό ταγιέρ, που καταλήγει φούστα μπλούζα.

Στη σημερινή Βηρυτό, 27 χρόνια μετά την Συμφωνία του Ταΐφ, που έδωσε τέλος στην 15ετή εμφύλια σύρραξη της χώρας, ο Λιβανέζος, χριστιανός, τριάντα κάτι βιοπαλαιστής, μηχανικός αυτοκινήτων κύριος Τόνι (Αντέλ Χαράμ – καλός) ζει με την έγκυο γυναίκα του, Σαρίν (Ρίτα Χάγιεκ – καλή) σε μια ημι-υποβαθμισμένη συνοικία της Βηρυτού, που αναπλάθεται, βάσει του νέου, κυβερνητικού, χωροταξικού νομοσχεδίου. Το συνεργείο που έχει αναλάβει τον εκμοντερνισμό και την διαμόρφωση του συγκεκριμένου διαμερίσματος της πόλης έχει ως εργοδηγό τον φιλότιμο, Παλαιστίνιο, εργατικό και έμπειρο μηχανικό έργων, Γιασέρ (Καμίλ Σαλαμέχ, πολύ καλός). Η κακοφτιαγμένη υδρορροή του μπαλκονιού του κυρίου Τόνι δημιουργεί πρόβλημα στον δρόμο και ο μηχανικός Γιασέρ με γρήγορες και συντονισμένες κινήσεις του συνεργείου (παρότι δεν είναι η δουλειά του η αλλαγή της υδροοής) αντικαθιστά την κακοτεχνία με ότι πιο σύγχρονο. Ο κύριος Τόνι αντιδρά βίαια στην πρωτοβουλία του μηχανικού, διαλύει την υδρορροή με ένα σφυρί και ο Γιασέρ, πάνω στην αγανάκτηση του για την αχαριστία τα «χώνει» ελαφρώς στον Λιβανέζο, κάτι για την φάρα του.  Το ένα φέρνει το άλλο, χάνεται το κοντρόλ μεταξύ τους, βγαίνουν απωθημένα, μίση και από την απλή, καλοπροαίρετη πρωτοβουλία αλλαγής της υδρορροής, ο Λιβανέζος και ο Παλαιστίνιος μετανάστης καταλήγουν στα δικαστήρια για να λύσουν τις διαφορές τους. Σε πρώτο βαθμό ο Παλαιστίνιος μηχανικός αθωώνεται και στην εφέσιμη διαδικασία, η δίκη αποκτά διαστάσεις πολιτικού-κοινωνικού θέματος, διχάζοντας την κοινωνία του Λιβάνου. Οι δικηγόροι (ο Λιβανέζος έχει προσλάβει έναν διάσημο, κάτι σε Κούγια και ο Παλαιστίνιος μια νεαρά, φιλόδοξη και δραστήρια δικηγορίνα, κάτι σε Ζωή Κωνσταντοπούλου) εκμεταλλεύονται το γεγονός για δική τους προβολή. Ως γνωστόν τα Μ.Μ.Ε. πυροδοτούν την κατάσταση και κατά την διάρκεια της δίκης γίνεται το σώσε. Το πληγωμένο παρελθόν της χώρας, έρχεται σε σύγκρουση με το δύσκολο παρόν και οι αποκαλύψεις ρέουν ποταμηδόν.

Ο βραβευμένος Λιβανέζος σκηνοθέτης  Ζιάντ Ντουεϊρί («Όλα Για την Λίλα» (2004), «Η Επίθεση» (2012)) έχει την ιδέα, την προσφέρει καλά σκηνοθετικά και το ζουμί του σεναρίου, (είναι συν-σεναριογράφος μαζί με την Ζοέλ Τουμά (Μια Γυναίκα Μόνο Ξέρει – 2012) το μεταθέτει στην δικαστική αίθουσα, αποδυναμώνοντας τις δυναμικές του θέματος, δημιουργώντας μια φωσκολική, δικαστική σαπουνόπερα, απόντος Νίκου Κούρκουλου. Η «bad company» συνεργασία του Ζιάντ Ντουεϊρί με τον Κουέντιν Ταραντίνο σε πολλές ταινίες του Αμερικανού σκηνοθέτη, άφησε καλά στοιχεία στον Λιβανέζο κινηματογραφιστή, τα οποία, όπως και στο ενδιαφέρον, πολιτικό δράμα «Η Επίθεση» τα εκμεταλλεύεται κι εδώ. Στο πλαίσιο να αυξήσει το ενδιαφέρον της ταινίας, τόσο στο κοινωνικό, όσο και στο πολιτικό πεδίο, πέφτει στην πεπατημένη της υπερβολής και της παρατραβηγμένης δραματουργίας για να καταλήξει το δημιούργημα απλοϊκό έως «λαϊκόν» ανάγνωσμα. Δεν φτάνει μόνο η καλή ιδέα, χρειάζεται και ανάλογη στήριξη για μην γίνει ακαδημαϊσμός, αλλά ούτε και του συρμού. Ο Ντουεϊρί δεν πετυχαίνει να βρει την χρυσή τομή και σχεδόν ως μια άνιση κατανομή αξιών στους ήρωες του (ο Παλαιστίνος μετανάστης είναι μορφωμένος μηχανικός, ενώ ο Λιβανέζος μια θρησκόληπτη μηχανικάτζα με έντονες τις εθνικιστικές κορώνες) προσπαθεί να στηρίξει επάνω τους τα τόσο σοβαρά θέματα που θίγει. Κουρδίζει το προσωπικό δράμα του καθενός μέχρι εκεί που δεν πηγαίνει άλλο, κλέβοντας, ύπουλα, πολύτιμο οξυγόνο από την ουσία, που προφανώς, ήθελε να τονίσει. Την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την συγκάλυψη ενός εγκλήματος σε εθνικό επίπεδο, που ταλάνισε ένα ολόκληρο έθνος.