fbpx

Η Μανίνα Ζουμπουλάκη σε μια συζήτηση με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«Η μόνη διαφορά που έχω προσέξει ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Αμερική, πχ, είναι ότι εμείς πενθούμε για μεγαλύτερο διάστημα, ενώ η Αμερικάνα χήρα ψάχνει νέο σύζυγο στις εννιά του μακαρίτη. Η Ελληνίδα ούτε που το σκέφτεται πριν κλείσει τουλάχιστον χρόνος από τον θάνατο του άντρα της.»

Η Μανίνα Ζουμπουλάκη γεννήθηκε το 1960, μεγάλωσε στην Καβάλα και γράφει από την ηλικία των 10 ετών. Σπούδασε στην Αμερική Ιστορία της Τέχνης και Σωματική Αγωγή. Στα περιοδικά αρθρογραφεί από την αρχή της δεκαετίας του ’80 μέχρι και σήμερα. Έχει μεταφράσει περί τα 30 βιβλία για τις εκδόσεις «Κάκτος» και άλλα τόσα «Άρλεκιν». Δούλεψε στο ραδιόφωνο ως παραγωγός.
Βιβλία της: «Κενά μνήμης», «Μυροβόλος άνοιξις», «Φεύγα!», «Η ζωή (δεν) είναι ταινία», «Η σκόνη της ημέρας»,. «Ριζότο» (σενάριο),  «Αληθινή σταρ», «Το μεγάλο καλοκαίρι» «Πώς να γράψεις», «Ευτυχία». Είναι παντρεμένη και έχει τρία παιδιά.

 

Μια αστυνομική ιστορία που τρέχει (με ρυθμούς αγχωτικούς) μαζί με την Αθήνα, μαζί με την ομορφιά της και την ασκήμια της, το απολύτως αληθινό, τελευταίο βιβλίο σας κ. Ζουμπουλάκη. Ίσως μια σκληρή  καθημερινότητα, που συνθλίβει πολλούς εξ ημών, σας ώθησε να γράψετε το «Άκουσε με;»

Η καθημερινότητα είναι το μπακ-γκράουντ, αυτό που υποβόσκει ή που υπάρχει απλώς, πίσω από την ιστορία. Η ιστορία στήθηκε σιγά σιγά, μέσα στην καθημερινότητα αλλά όχι από αυτήν, παρόλο που παίρνω πάντοτε αφορμές από την ειδησιογραφία. Ένας θεός ξέρει τι είναι αυτό που με κάνει να γράφω ετούτο και όχι ένα άλλο βιβλίο κάθε φορά.

Η ηρωίδα σας η Δώρα – μια σύγχρονη Λώρα Μαρς  – έχει το χάρισμα να βλέπει μέσα στα κεφάλια των γύρω της ανομολόγητες πράξεις, αγριάδες, φονικά. Στη πραγματικότητα όμως, όχι στην τέχνη, πόσο δυστυχισμένα θα πρέπει να είναι  τα πλάσματα αυτά που «βλέπουν» πίσω από την βιτρίνα;

Μα και την Δώρα, την έχω βάλει να μην το θέλει καθόλου το «χάρισμά της». Της είναι πολύ βαρύ, παιδεύεται με αυτό το πράγμα, όπως φαντάζομαι η κάθε μία στη θέση της. Σίγουρα είναι φοβερό να «βλέπεις» τα σκοτεινά μυστικά των άλλων ή το βαρύ παρελθόν. Εδώ ακόμα και η απλή διαίσθηση, που όλοι την εξορκίζουμε κατά καιρούς, ακόμα και αυτή είναι κουραστική.

«Ο θάνατος κανονικά σε σπρώχνει να φέρεσαι ακατάλληλα ,ακόμα και ο άσχετος θάνατος, σε κάνει να τα χάνεις. Να μην έχεις το σωστό ύφος», λέτε κάπου. Αλήθεια αναρωτιέμαι, απλοϊκά με την ευκαιρία,  τελικά, αλλιώτικα  τον βιώνουμε  τον θάνατο εμείς οι Βαλκάνιοι, κι αλλιώς, π.χ., οι παχουλές, μυστήριες Σουηδέζες της ιστορίας σας;

Μάλλον όλοι τον βιώνουμε τον θάνατο με τον ίδιο τρόπο,  απλώς οι αντιδράσεις μας είναι διαφορετικές ανάλογα με την κουλτούρα και τον χαρακτήρα μας. Η  μία Σουηδέζα, επειδή τελικά δεν είναι Σουηδέζα αλλά Αρμένισσα, δηλαδή πολύ κοντά στην Ελληνική ιδιοσυγκρασία, μοιάζει  με την Δώρα σε αυτόν τον τομέα.  Η μόνη διαφορά που έχω προσέξει ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Αμερική, πχ, είναι ότι εμείς πενθούμε για μεγαλύτερο διάστημα, ενώ η Αμερικάνα χήρα ψάχνει νέο σύζυγο στις εννιά του μακαρίτη. Η Ελληνίδα ούτε που το σκέφτεται πριν κλείσει τουλάχιστον χρόνος από τον θάνατο του άντρα της. Οι Αμερικάνοι ξεπερνούν ακόμα και τον θάνατο των παιδιών τους, κάτι που είναι αδιανόητο για εμάς τους Έλληνες, όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Τους μύθους που χρησιμοποιείτε στο «Άκουσε με», πως τους ανακαλέσατε άραγε; Ίσως, θυμηθήκατε αφηγήσεις από τα παιδικά σας χρόνια, κουβέντες αγαπημένου σας προσώπου

Ναι, ο μπαμπάς μας είναι κινητή εγκυκλοπαίδεια Ελληνικής μυθολογίας και Ιστορίας, δεν ξεμένει ποτέ από θέματα συζήτησης! Όταν ήμασταν παιδιά μας έλεγε συχνά «παραμύθια», δηλαδή μύθους, με δικές του εκδοχές όσον αφορά τα φινάλε. Αλλά διάβαζα κι εγώ πάρα πολύ, και διαβάζω ακόμα, οτιδήποτε έχει σχέση με μυθολογία.

«Νομίζω, κανείς δεν μπορεί να πει για το καλοκαίρι του 2018, «ναι, όμως έκανα τα μπάνια μου!», κανείς δεν μπορεί να το προσπεράσει ως ένα κοινό καλοκαίρι.»

Έχετε δουλέψει και στο σινεμά. Γράφοντας αυτή την ιστορία στο μυαλό σας είχατε και  εικόνες; Πως θα γυριζόταν ενδεχομένως  σε καιρούς χαρωπούς και χορτάτους το βιβλίο σας αυτό σε κινηματογραφικό σενάριο;

Όταν είχα πρωτο-σκεφτεί την Δώρα, είχα γράψει ένα σενάριο επεισοδίου. Την «έβλεπα» σαν ηρωίδα τηλεοπτικής σειράς, μάλιστα είχα σκεφτεί την Ναταλία Δραγούμη ως ιδανική Δώρα, αλλά ενώ άρεσε το σενάριο από δω κι από κει, δεν προχώρησε σε παραγωγή. Έτσι άρχισα να σκέφτομαι την  Δώρα όλο και πιο πολύ, μέχρι που μια μέρα άρχισα να την γράφω ως μυθιστορηματική πλέον ηρωίδα και όχι σεναριακή. Γενικά γράφω με τρόπο που χαρακτηρίζεται «κινηματογραφικός», με εικόνες, με σκηνές, με κάμποσο διάλογο. Αυτός ο τρόπος μου φαίνεται πιο κοντά στην ζωή, πιο ρεαλιστικός. Και μου αρέσει περισσότερο.

Εκτός από τα γραπτά σας ,έχετε και τους μαθητές  σας ,τους διδάσκετε πώς να γράφουν ωραία. Μα, υπάρχουν σήμερα  τόσο αισιόδοξα άτομα, που ελπίζουν να ζήσουν από τη συγγραφή;

Το θέμα δεν είναι να ζήσεις από την συγγραφή, αλλά να ζήσεις καλύτερα, γράφοντας. Όταν γράφεις ιστορίες, γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος. Κάνεις κάτι για τους άλλους, για να περάσουν καλά οι αναγνώστες. Η διαδικασία και μόνον, πέρα από την αίσθηση της προσφοράς, είναι ανακουφιστική για σένα που γράφεις. Άσε που μπαίνουν και οι πιθανότητες μέσα: αν γράφεις βιβλία, έχεις 50% πιθανότητες να κερδίσεις χρήματα από τα γραπτά σου. Αν δεν γράφεις βιβλία, έχεις 0% πιθανότητες. Και από το σύνολο των συγγραφέων που έχουν περάσει από τα εργαστήριά μας, είναι καμιά δεκαπενταριά  αυτοί που εκδίδονται ήδη, άρα, όλο και κάτι βγάζουν από τα γραπτά τους!

Μένετε, λέτε, ακόμα στη Αθήνα με τον άνδρα σας και τα τρία παιδιά σας. Έχετε δηλαδή σχέδια να φύγετε εκτός Ελλάδας ή η επαρχία σας κλείνει το μάτι ως λύση εναλλακτική;

Μου αρέσει η Αθήνα. Θα ήθελα να περνούσα τρεις μήνες το χρόνο στη Θάσο, δύο στην Καβάλα και τους υπόλοιπους στην Αθήνα, αλλά προς το παρόν ζω στην Αθήνα. Δεν υπαινίσσομαι κάτι άλλο πέρα από αυτό, το «προς το παρόν» είναι πολύ μεγάλη κουβέντα.

Αυτό το καλοκαίρι που «παίζει» ακόμα τι γεύση σας άφησε; Πέρα από την δυστυχία του Ιουλίου σε πιο προσωπικό επίπεδο;

Η τραγωδία στο Μάτι είναι ασήκωτη, τα δύο μικρότερα παιδιά μου ήτανε στο Μάτι ως λίγο πριν την καταστροφή, ακόμα δεν έχω συνέλθει από το σοκ. Ήταν η δεύτερη πιο δολοφονική φωτιά του 21ου αιώνα, με ενενήντα επτά μέχρι στιγμής νεκρούς. Νομίζω κανείς δεν μπορεί να πει για το καλοκαίρι του 2018, «ναι, όμως έκανα τα μπάνια μου!», κανείς δεν μπορεί να το προσπεράσει ως ένα κοινό καλοκαίρι. Έχασα αγαπημένους μου ανθρώπους φέτος, τον Μάνο Αντώναρο, τον Μάνο Ελευθερίου, την Ρίκα Βαγιάννη, δεν φταίει το καλοκαίρι, φυσικά. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του ΄18 όμως, τον έχω συνδυάσει με στενάχωρα, με πολύ τραγικά γεγονότα».