«Η Καλόγρια»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The Nun)

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Χώρα: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κόριν Χάρντι
  • Με τους: Ντέμιαν Μπισίρ, Τάισα Φαρμίγκα, Ζονάς Μπλοκέ
  • Διάρκεια: 96’ 
  • Διανομή: Tanweer

Όταν είχα παρακολουθήσει «Το Κάλεσμα» (The Conjuring -2013) με πρωταγωνιστές την Βέρα Φάρμιγκα και τον Πάτρικ Γουίλσον σε σκηνοθεσία του Μαλαισιανού, σύγχρονου τεχνίτη του τρόμου Τζέιμς Γουάν και σενάριο των αδελφών Τσαντ και Κάρεϊ Χέιζ, ξεκάθαρα, είπα, πως το συγκεκριμένο είδος του κινηματογραφικού τρόμου έχει ακόμα κάτι να δώσει. Ξέρετε, αυτό το old fashion σινεμά, φτιαγμένο με σύγχρονο βλέμμα, που τα διαβολικά πνεύματα παρενοχλούν θανατηφόρα τους ανθρώπους και υπάρχουν οι κυνηγοί τους με όπλα τις μεταφυσικές δυνάμεις, την γνώση και την βαθιά θρησκευτική πίστη, ικανά να τα στέλνουν πίσω στο πυρ το εξώτερο όπου ανήκουν. Ο Τζέιμς Γουάν έκανε μερακλίδικη δουλειά, κι αν τα «Insidious» κινηματογραφικά συντρέχουν παράλληλα, «Το Κάλεσμα», έχει άλλη ατμόσφαιρα, πιο απόκοσμη και ερεβώδη, καθώς εισβάλλει στο απόλυτα δαιμονικό κακό ως μια αρχέγονη κατάσταση με επιθυμία την κατάληψη και την εξόντωση των ανθρώπινων ψυχών. Η ταινία έγινε μεγάλη επιτυχία και ως blockbuster φυσικό ήταν τρία χρόνια μετά να φέρει το sequel «Κάλεσμα 2» με το ίδιο επιτυχημένο δίδυμο πρωταγωνιστών και πάλι τον μαστοράκο Γουάν πίσω από την κάμερα. Το ίδιο δυνατό, το ίδιο σκοτεινό και κολασμένο όπως το πρώτο. Η Φάρμιγκα και ο Γουίλσον σε ερμηνείες «τζάμι», κατάφεραν όχι μόνο να αναβιώσουν το είδος του τρόμου με τα δαιμονικά πνεύματα και αντίπαλό τους την ιερατική δύναμη, που τα τελευταία χρόνια θεματικά έφθινε επικίνδυνα από τις εφηβικές παπαριές των jump scares και του άφθονου αίματος σε μορφή σιντριβανιού, αλλά και να το κρατήσουν ζωντανό. Και εκεί που περιμένεις να σκάσει το τρίτο μέρος και να θέσει τα όρια του κακού στο τρισκατάρατο υπερπέραν, τοποθετώντας την μυθιστορία του με την βελόνα στο στροφόμετρο του τρόμου πέρα από τα δυο προηγούμενα, ξαφνικά εμφανίζεται η «Καλόγρια», που είναι prequel των «Καλεσμάτων» (την μοχθηρή καλόγρια την συναντάμε στο «Κάλεσμα 2» ως τον δαίμονα Βάλακ), που δεν υπάρχει μηδέ η  Φάρμιγκα, μηδέ ο Γουίλσον (παρά ένα μικρό πέρασμα δευτερολέπτων στην έναρξη και το φινάλε) και, δυστυχώς, δεν υφίσταται σκηνοθετικά ο ευέλικτος «πολεοδόμος» Τζέιμς Γουάν στην κάμερα. Υπάρχει όμως στο σενάριο  η πένα του Αμερικανού, θριλερά, Γκάρι Ντάουμπερμαν, σεναριογράφου της «Άναμπελ 1 &2», της μεταφοράς του «Αυτού» (It), των «Φωνών Μέσα στους Τοίχους», επίσης, η κατά 21 χρόνια μικρότερη αδελφή της Βέρα Φάρμιγκα, η πολύ καλή, 24χρόνη Τάισα Φάρμιγκα (καλή εμφάνιση στο τηλεοπτικό American Horror Story) στον πρωταγωνιστικό ρόλο και ο Μεξικανο-Αμερικανός ηθοποιός Ντέμιαν Μπισίρ (Οι Μισητοί Οκτώ). Την σκηνοθετική μπαγκέτα αυτή την φορά βαστά ο 43χρονος, πολυσχιδής Άγγλος καλλιτέχνης Κόριν Χάρντι (συγγραφέας, γλύπτης, ζωγράφος, μικρομηκάς), βραβευμένος, μάλιστα με το αγγλικό βραβείο ανεξάρτητου κινηματογράφου Ντάγκλας Χίκοξ για την πρώτη του ταινία τρόμου «The Hollow» (2015), μια συμπαθητικούλα ταινία για ντεμπούτο στην μεγάλη οθόνη, που δεν έτυχε διανομής στην χώρα μας, αλλά προβλήθηκε στο φεστιβάλ Αθηνών «Νύχτες Πρεμιέρας». Η «Καλόγρια» είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, επικεντρωμένη κι αυτή στο είδος του κατασκότεινου, διαμονικού τρόμου. Η ταινία του Χάρντι παρότι δεν έχει το σεναριακό εκτόπισμα των «Καλεσμάτων 1 &2», διαθέτει καλή ατμόσφαιρα και δυστυχώς πέφτει γρήγορα στην γοητευτική παγίδα των πολλών jump scares, αλλάζοντας με αυτό τον τρόπο το ενήλικο target group σε πιο εφηβικό, νεανικό. Την ίδια επιβεβαίωση δίνει και η φτωχή σεναριακή πένα του Γκάρι Ντάουμπερμαν, που αραδιάζει μισή ντουζίνα κλισέ στην πλοκή. Αν και πηγαίνει αρκετά πίσω χρονολογικά το στόρι, φθάνοντας στην Ρουμανία και στην αλχημική μαγεία των μαύρων μάγων (το μόνο γοητευτικό στοιχείο της ταινίας, που το περνάνε αέρα) σκηνοθέτης και σεναριογράφος παγιδεύονται στην απόκοσμη φιγούρα της τρομακτικής καλόγριας, μπερδεύοντας συχνά κατά την διάρκεια της ταινίας ποια καλόγρια τελικά είναι η ζωντανή και ποια είναι η στοιχειωμένη. Η ξύλινη πινακίδα που διαβάζουν οι δυο μοναχές στην πρώτη σεκάνς της ταινίας, κατεβαίνοντας τα σκοτεινά μπουντρούμια του ρουμάνικου πύργου-καθολικού μοναστηριού, γράφει το καταπληκτικό έξω από μια πόρτα: «Ο Θεός τελειώνει εδώ». Και λες, ρε γαμώτο, η ταινία δεν θα με κρατήσει στο κάθισμα, αλλά θα την βγάλω στο όρθιο από την αγωνία. Δυστυχώς, στρογγυλοκάθεσαι και τρως σιγανά φιστίκι αράπικο, αλατισμένο.   

 Νεαρή καλόγρια για να μην πέσει στα χέρια του δαίμονα αυτοκτονεί σ΄ ένα απομονωμένο μοναστήρι της Ρουμανίας το 1952. Ένας ιερέας με θολό παρελθόν, ο πατέρας Μπεργκ (Ντέμιαν Μπισίρ – τραγικά κακός, κάτι σαν τον καθολικό παπά Κάρας στον «Εξορκιστή» από την ανάποδη) και μία ασκούμενη μοναχή με μεταφυσικές δυνάμεις, η αδελφή Αϊρήν (Τάισα Φαρμίγκα – καλή στο περιθώριο του ρόλου που της ανήκει), στέλνονται από το Βατικανό για να διερευνήσουν τον θάνατό της. Διακινδυνεύοντας τη ζωή τους, την πίστη και τις ίδιες τις ψυχές τους, έρχονται αντιμέτωποι με μία δαιμόνια δύναμη στο πρόσωπο μιας καλόγριας, που έχει καταλάβει όλο το μοναστήρι, το οποίο πριν γίνει μοναστήρι ήταν το κάστρο Ρουμάνου ευγενούς που ασκούσε μεθόδους μαγείας, επικαλούμενος τον αρχηγό δαίμονα  για να λάβει εξουσία. Η μονή μετατρέπεται σε τρομακτικό πεδίο μάχης ανάμεσα στους ζωντανούς και τους καταραμένους, ενώ ένας αγρότης με γαλλο-καναδική καταγωγή, που βρήκε την κρεμασμένη καλόγρια, ο Φρέντσι (Ζονάς Μπλοκέ – καλός), προσπαθεί να βοηθήσει τους δυο πιστούς ερευνητές στο τρομακτικό έργο τους.