Η ιστορία του δίσκου από το 1900 μέχρι σήμερα: Γράφει η Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

markella_ch@windowslive.com

Σας καλωσορίζω και πάλι, ελπίζοντας να είστε όλοι καλά.

Πότε έφτασε τέλη Μαρτίου, ούτε που το κατάλαβα για να είμαι ειλικρινής…

Αξίζει να αναφέρω πως αυτή η εβδομάδα αποτέλεσε γιγαντιαία πρόκληση για μένα καθώς το θέμα με το οποίο θα καταπιαστούμε αυτήν τη φορά μού προτάθηκε από ένα πολύ αγαπημένο πρόσωπο.

Το ερώτημα λοιπόν για σήμερα τέθηκε ευθύβολα, όντας ξεκάθαρο και σαφές. Πότε γνωρίστηκε για πρώτη φορά το ευρύ κοινό με τη μουσική σε δίσκο; Τι παρακίνησε την κατασκευή δίσκων και τι ήταν αυτό που τελικά επετεύχθη με τη δημιουργία τους;

Όπως εύκολα αντιλαμβάνεστε όλα τα παραπάνω ερωτήματα έχουν και τη λύση τους.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή…

Μουσική.

Δισκογραφία.

Δίσκοι, κασέτες, cd, βινύλια, άλμπουμ, εξώφυλλα, 45άρια, πικάπ, cd players, mp3. Όλες οι έννοιες τόσο γνώριμες, τόσο οικείες αλλά και τόσο προσιτές. Πως ξεκίνησε όμως να ενώνεται όλο αυτό το… παζλ εννοιών;

Λίγα λόγια για την ιστορία

Κι όμως έχουν περάσει πάνω από 100 χρόνια, πάνω από ένας αιώνας δηλαδή, μουσικής δισκογραφίας!

Οι πρώτες συσκευές καταγραφής ήχου πρωτοπαρουσιάστηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα, με το Γάλλο Leon Scott (Λεόν Σκοτ) να δημιουργεί μια τέτοια συσκευή.

Ακολούθησαν αρκετές απόπειρες καταγραφής του ήχου με κορυφαία να ξεχωρίζει αυτή είκοσι χρόνων μετά.

Ο Thomas Edison (Τόμας Έντισον) θα παρουσιάσει τον «φωνογράφο», μια συσκευή καταγραφής και αναπαραγωγής ήχου, μέσω σφαιρικών κυλίνδρων.

Δέκα χρόνια αργότερα ο Edison πρόκειται να εξελίξει τον φωνογράφο του, τον οποίο θα διαθέτει πλέον και για εμπορική εκμετάλλευση μέσω της νεοσύστατης εταιρίας του.

Την ίδια εποχή ο ανταγωνιστής του Edison, Graham Bell (Γκράχαμ Μπελ) ήταν ο εμπνευστής του «γραφόφωνου», μιας βελτιωμένης έκδοσης του φωνογράφου η οποία αργότερα θα αποτελούσε και τη βάση της Columbia.

Πάνω στην νέα εφεύρεση του Bell, ο Edison θα προχωρήσει σε περαιτέρω εξέλιξη του φωνογράφου του.

Κάπως έτσι, η ιστορία των μουσικών ηχογραφήσεων είχε μόλις λάβει σάρκα και οστά…

Η βιομηχανία κατασκευής και διάθεσης των δύο «συσκευών» άργησε να «αγγίξει» το φιλόμουσο κοινό.

Ως αποτέλεσμα, η πτώχευσή της δεν άργησε να έρθει, ωστόσο όμως συγκρατήθηκε από την κατασκευή των πρώτων συσκευών αναπαραγωγής με κερματοδέκτη.

Οι εν λόγω συσκευές δεν ήταν παρά οι πρόδρομοι των γνωστών μας juke box!

Το όραμα μιας συσκευής αναπαραγωγής ήχου χαμηλού κόστους και ευρείας κατανάλωσης έγινε πράξη λίγο αργότερα από τον Emil Berliner (Εμίλ Μπερλίνερ), Γερμανό μετανάστη στις ΗΠΑ.

Ο Berliner με τη βοήθεια ενός Αμερικανού μηχανικού κατασκεύασε το πρώτο γραμμόφωνο.

Οι δυο τους ίδρυσαν μαζί της εταιρία Victor, το μεγαλύτερο κατασκευαστή γραμμοφώνων και δίσκων στις αρχές του 20ου αιώνα.

Ο δίσκος σταδιακά αντικαθιστά τον κύλινδρο. Ο Berliner με μια πρωτοποριακή για την εποχή μέθοδο έδωσε στη δημοσιότητα τη δυνατότητα κατασκευής χιλιάδων αντίτυπων δίσκων, από την ίδια πρωτότυπη μήτρα.

Έτσι όλοι, ακόμη και ο Edison στρέφονται ταυτόχρονα και στην κατασκευή των δικών τους, πρωτότυπων δίσκων.

                                              Emil Berliner (Εμίλ Μπερλίνερ)

                                                                            Ο Όλιβερ Μπερλιίνερ

                                                                    o εγγονός του Εμίλ Μπερλίνερ

Δίσκος και Γραμμόφωνο 

Το γραμμόφωνο αγαπήθηκε πολύ, ίσως γιατί δεν ήταν απλά μια συσκευή, αλλά ένα σημείο πολιτισμού, το οποίο κέρδισε μια θέση στο πάνθεον της μουσικής ιστορίας.

Κύριος σκοπός του γραμμοφώνου ήταν να αποτελέσει μια φορητή συσκευή ψυχαγωγίας ικανή να αναπαράγει τον ήχο και τη μουσική.

Ενδεικτικά, οι πρώτοι δίσκοι γραμμοφώνου κατασκευάστηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα από ανθεκτικό, σκληρό λάστιχο με διάμετρο περίπου 25 εκατοστά, ηχογραφημένοι μόνο από τη μια τους πλευρά.

Η χάρτινη θήκη τους συχνά είχε οπή για να διακρίνονται εύκολα οι καλλιτεχνικές πληροφορίες του δίσκου, ενώ στη ράχη αναγραφόταν ο τίτλος του δίσκου, το όνομα του δημιουργού καθώς και ο αριθμός καταλόγου.

Αξίζει να αναφέρουμε πως εκείνη την περίοδο στη Νέα Υόρκη ηχογραφήθηκαν και τα πρώτα ελληνικά τραγούδια.

Το πρώτο γραμμόφωνο του Εμιλ Μπερλίνερ

Από τους πρώτους δίσκους της His Master Voice, ένα χορευτικό FoxTrot,

      με ημερομηνία πρώτης κοπής 22 Σεπτεμβρίου 1903

78άρια, 33άρια και ο “βασιλιάς” των δίσκων, το βινύλιο

Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 γεννιέται το βινύλιο. Το 1948 το βινύλιο θα καθιερωθεί ως το κύριο μέσο κατασκευής των μουσικών δίσκων.

Η εταιρία Decca είναι αυτή που θα φτιάξει δίσκους 78 στροφών από βινύλιο.

Το πρώτο ελληνικό τραγούδι που ηχογραφήθηκε σε δίσκο 78 στροφών ήταν η «Σμυρνέϊκη Σερενάτα» με τον τενόρο Μιχάλη Αραχτίζη, στη Νέα Υόρκη.

Ωστόσο οι ανταγωνιστές της Decca δε θα ακολουθήσουν το δικό της παράδειγμα. Έτσι την ίδια περίοδο, οι πρώτοι δίσκοι 45 στροφών από βινύλιο κάνουν την εμφάνισή τους, γεγονός το οποίο θα σηματοδοτήσει τη σταδιακή κατάργηση των δίσκων γραμμοφώνου αλλά και τη μείωση των 78αριών, με τους τελευταίους δίσκους 78 στροφών να εκδίδονται στις αρχές της δεκαετίας του 60’.

Ο τελευταίος δίσκος γραμμοφώνου συγκεκριμένα φαίνεται να εκδόθηκε το 1960 από τη Melody και περιείχε το τραγούδι «Θα φύγεις» με τη Μαίρη Καζή.

Την ίδια περίοδο ο δίσκος 33 στροφών εμφανίζεται στην αγορά μέσω της CBS. Κατ’ αυτό τον τρόπο πολλά ήταν εκείνα τα μουσικά κομμάτια δίσκων 78 στροφών τα οποία επανακυκλοφόρησαν σε σχετικές, νέες συλλογές 33 στροφών.

Μια νέα εποχή είχε ανατείλει για τους λάτρεις της μουσικής και η μουσική βιομηχανία θα έγραφε ακόμα μια σελίδα στην ιστορία της.

Κασέτες και Κασετόφωνα

Οι δίσκοι βινυλίου 45 και 33 στροφών έφεραν μαζί με την εμφάνισή τους μια πραγματικά εκρηκτική επανάσταση στη μουσική βιομηχανία. Η έκρηξη μάλιστα της εμπορικής εκμετάλλευσης του βινυλίου ώθησε σε εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων βινυλίου για όλα τα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι τη σταδιακή περιθωριοποίησή τους με την έλευση μιας διαφορετικής προσέγγισης του ήχου.

Στην πράξη η παραγωγή δίσκων βινυλίου δεν σταμάτησε ποτέ, θα λέγαμε όμως πως κατά κάποιο τρόπο παραμερίστηκε… Η κασέτα ως μέσο παρουσιάστηκε στην παγκόσμια αγορά σχεδόν ταυτόχρονα με τους δίσκους 33 στροφών.

Ωστόσο, η ευρεία εμπορική της χρήση καθιερώθηκε περίπου 20 χρόνια αργότερα, στα τέλη δηλαδή της δεκαετίας του 60’. Ιδιαίτερα προς τα τέλη της δεκαετίας του 70’ και μετά, με τη διάθεση των φορητών μαγνητόφωνων, οι κασέτες γνώρισαν μεγάλη άνθηση.

Τα μονοφωνικά φορητά κασετόφωνα που μπορούσαν να λειτουργήσουν με μπαταρίες καθώς και τα μικρά στέρεο κασετόφωνα αργότερα (walkman) έγιναν το πιο δημοφιλές μέσο ακρόασης μουσικής για τη νεολαία, υποχρεώνοντας και τις εταιρίες με τη σειρά τους να «υποταχθούν» στο πνεύμα της εποχής.

Ψηφιακή εποχή ήχου και CD

Έτσι, με την έλευση της ψηφιακής εποχής κασέτες και βινύλια θα πάρουν σιγά σιγά το δρόμο προς την ιστορία.

Η λεγόμενη «ψηφιακή εποχή» θα κάνει την εμφάνισή της στις αρχές της δεκαετίας του 80’.

Το πρώτο μικρό δισκάκι διαμέτρου 12 εκατοστών όπου βγάζει ψηφιακό ήχο, καθώς και το πρώτο player θα παρουσιαστούν από τις εταιρίες Sony και Philips το 1982, μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα συνεργασίας, έρευνας και προσπάθειας.

Το CD (Compact Disc) δεν ήταν παρά η εμπορική αποτύπωση της τεχνολογίας laser στη μουσική, με την οποία όμως στάθηκε πια δυνατό να ακούμε το ηχογραφημένο περιεχόμενο χωρίς την άμεση “επαφή” του player με το δίσκο.

Μικρό μέγεθος, μεγάλη χωρητικότητα, ανθεκτικό υλικό, καλή ποιότητα ήχου καθώς και εύκολη πλοήγηση στο μουσικό περιεχόμενο ήταν μόνο κάποια από τα χαρακτηριστικά που καθιέρωσαν πολύ γρήγορα παγκοσμίως το CD ως το κύριο μέσο εγγραφής και αναπαραγωγής ήχου και μουσικής της δεκαετίας του 80’.

Αν και στην αρχή οι δισκογραφικές εταιρίες εμφανίστηκαν διστακτικές απέναντι στη νέα τεχνολογία, γρήγορα υποχρεώθηκαν να την αποδεχθούν και τελικά να εκδώσουν και να επανεκδώσουν στα επόμενα χρόνια ανυπολόγιστο αριθμό τίτλων σε CD. Ήδη στα τέλη της δεκαετίας του 80’ οι πωλήσεις CD παγκοσμίως θα ξεπεράσουν ακόμα και αυτές του βινυλίου.

Οι πρώτες ηχογραφήσεις σε CD αφορούσαν κυρίως κλασική μουσική, μιας και οι θαυμαστές της φαίνονταν περισσότερο διατεθειμένοι να καταβάλουν το αντίστοιχο υψηλό αντίτιμο, προκειμένου να αποκτήσουν CD με την αγαπημένη τους μουσική αλλά και CD-players.

Ωστόσο, στα πρώτα CD ήχου που εκδόθηκαν συγκαταλέγεται και το CD των Abba με τίτλο «The visitors» καθώς και η «Συμφωνία των Άλπεων» του Ρίχαρντ Στράους που ηχογραφήθηκε για λογαριασμό της Deutsche Grammophon, κοντά στα μέρη που ο Berliner, σχεδόν έναν αιώνα νωρίτερα, είχε ηχογραφήσει τους πρώτους δίσκους γραμμοφώνου!

Γενικά, οι πρώτες ηχογραφήσεις σε CD αφορούσαν κυρίως κλασική μουσική, μιας και οι θαυμαστές της φαίνονταν περισσότερο διατεθειμένοι να καταβάλουν το αντίστοιχο υψηλό αντίτιμο, προκειμένου να αποκτήσουν CD με την αγαπημένη τους μουσική αλλά και CD-players.

Στην Ελλάδα τη δεκαετία του 90’ οι δισκογραφικές εταιρίες προχώρησαν σε μαζική επανέκδοση ενός πολύ μεγάλου αριθμού δίσκων βινυλίου σε CD, ξεκινώντας από κλασικά έργα Ελλήνων δημιουργών.

Μέχρι και σήμερα, το CD εξακολουθεί να είναι το κύριο μέσο παραγωγής και διάθεσης μουσικής όχι μόνο στην χώρα μας, αλλά παγκοσμίως.

Σ’ αυτό το σημείο λοιπόν είναι καλό να ξεκαθαρίσουμε πως τα πράγματα δεν σταμάτησαν εκεί.

Υπήρξαν μέσα τα οποία διαδέχτηκαν τα CD όπως για παράδειγμα το mp3, τα DVD ή ακόμα και οι οπτικοί δίσκοι Blu-Ray.

Ωστόσο, παρότι οι νέες τεχνολογίες διαδέχθηκαν η μία την άλλη κάνοντας την δική τους μικρή επανάσταση και εξέγερση στον χωροχρόνο, θεωρούμε υποχρέωση μας να ξεκαθαρίσουμε ότι η ιστορία των δίσκων ίσως και να έχει ολοκληρωθεί μετά την έλευση των CD αλλά και των Blu-Ray Discs.

Το να πεις κάτι τέτοιο σαφώς είναι ρίσκο, καθώς ολοένα και περισσότερες τεχνολογίες θα συνεχίσουν να κάνουν την εμφάνισή τους με την πάροδο του χρόνου.

Μέχρι τη στιγμή που μιλάμε όμως το πράγμα έχει κάπως έτσι.

Κι επειδή εδώ στο InTownPost κλείνουμε πάντα με το δικό μας μουσικό “μήνυμα”, έτσι σκοπεύουμε να κάνουμε και σήμερα, όπως σας έχουμε συνηθίσει.

Απολαύστε λοιπόν μαζί μας κάποια κομμάτια, πλήρως αντιπροσωπευτικά του σημερινού μας θέματος.

Κομμάτια που έγραψαν τη δική τους ιστορία στην σελίδα της μουσικής…

Φιλιά,

Μαρκέλλα