fbpx

Η ηθοποιός Τζούλη Σούμα συνομιλεί με τη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…Είναι πολύ όμορφο να βλέπουμε, ότι τα συναισθήματα, η ουσία του να αγαπάς και να διεκδικείς είναι διαχρονικό στοιχείο σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου»

Καλωσορίζουμε τη Τζούλη Σούμα, μια ηθοποιό που εισάγει παιδεία, επαγγελματισμό, συνέπεια, σταθερότητα και ακριβολογία επάνω στη σκηνή.

Ο Γιάννης Βούρος, που την σκηνοθέτησε φέτος στο έργο του Άρθουρ Σνίτσλερ «Ανατόλ ή η μάχη των φύλων» και παίζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο θέατρο «Αλκμήνη», εξέφρασε την άποψη, ότι η Τζούλη  Σούμα είναι αδικημένη. Δεν θα διαφωνήσω μαζί του. Ως θεατράνθρωπος κάτι ξέρει περισσότερο. Αλλά και το κοινό, που την γνώρισε μέσα από τη μικρή οθόνη από τους  «Δυο ξένους» μέχρι το «Κάτω Παρτάλι» κάτι ξέρει που την ακολουθεί πιστά σε όλες τις θεατρικές της παραστάσεις.

Την ευχαριστώ που με τοποθέτησε στο χρόνο της για να κάνουμε αυτή τη συζήτηση, που τη θεωρώ ενδιαφέρουσα με μια ηθοποιό, η οποία εκπέμπει φως επάνω και κάτω από το θεατρικό σανίδι.

Στο «Πράσινό μου το φουστανάκι» της Λένας Κιτσοπούλου, προσωπική σας θεατρική επιτυχία αναζητούσατε την όμορφη θέα του κόσμου πάνω από τις ταράτσες των πολυκατοικιών. Τώρα από την ίδια σκηνή του θεάτρου «Αλκμήνη» κληθήκατε να ερμηνεύσετε επτά διαφορετικές γυναίκες για τις ανάγκες του έργου του Άρθουρ Σνίτσλερ «Ανατόλ ή η μάχη των φύλων», που αποτελούν τα «ερωτικά αντικείμενα» του κεντρικού ήρωα. Αντιμετωπίσατε δυσκολίες σε αυτή την θεατρική ακροβασία με τις πολύ γρήγορες εναλλαγές φαντάζομαι, που δεν είναι παρά ένα παιχνίδι ρόλων;

Καταρχάς, σας ευχαριστώ πολύ κυρία Μιχαλιτσιάνου που μου θυμίζετε, μέσω της ερώτησής σας, τον υπέροχο ρόλο που είχα την τύχη να ερμηνεύσω. Όντως, η ηρωίδα της Λένας Κιτσοπούλου αναζητούσε την ωραία πλευρά του κόσμου πάνω από τις πολυκατοικίες. Οι επτά ηρωίδες μου αναζητούν την ωραία πλευρά του κόσμου μέσα από τον έρωτα, μέσα από το πάθος, μέσα από την διεκδίκηση, μέσα από το άνευ όρων δόσιμο στον ερωτικό τους παρτενέρ. Πρόκειται πραγματικά για μια θεατρική ακροβασία, είναι ένα απίστευτα προκλητικό, θα έλεγα, αγώνισμα, στο οποίο όμως μπήκα με τεράστια πίστη, τόλμη και θάρρος. Μην ξεχνάτε ότι εγώ το επέλεξα. Εγώ είχα δηλαδή την ιδέα να ανέβει το «Ανατόλ» στο θέατρο. Βρήκα τον σκηνοθέτη, τον πολυαγαπημένο Γιάννη Βούρο και τους φανταστικούς  συντελεστές της παράστασης. Αυτές οι υπέροχες εναλλαγές και ακροβασίες που πραγματοποιούνται  είναι ένας συναισθηματικός μαραθώνιος. Πρέπει να μπαίνεις κάθε φορά στις επτά σκηνές του έργου δίνοντας το 100%. Όπως έλεγε και ο λατρεμένος σκηνοθέτης, με τον οποίο έχω δουλέψει, Γιώργος Κιμούλης: «Στο θέατρο όταν μπαίνεις πρέπει να έχεις 40 πυρετό».

Έτσι και εγώ, στις ηρωίδες μου, δίνω το μέγιστο. Δεν υπάρχει χρόνος να χτιστεί η σκηνή και ο ρόλος. Είναι ένας υποκριτικός και σωματικός μαραθώνιος, τον οποίο δεν θα μπορούσα να τρέξω αν δεν είχα στο πλάι μου τον Γιάννη Βούρο, ο οποίος ενορχήστρωσε με μαεστρία όλη την παράσταση, τον υπέροχο συμπρωταγωνιστή μου, ο οποίος τρέχει και αυτός τον δικό του μαραθώνιο, τον Λευτέρη Βασιλάκη ,που ερμηνεύει ιδανικά τον πρωταγωνιστικό ρόλο και μαζί τρέχουμε για τον στόχο. Και φυσικά, τον Πέρη Μιχαηλίδη, που είναι ένας εξαιρετικός ηθοποιός που δεν χρειάζεται συστάσεις, έχοντας πολλά χρόνια μαραθωνίου «στην πλάτη του» . Όλοι μαζί προσπαθούμε για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα και ήδη κρίνοντας από τις παραστάσεις που έχουμε παίξει, τις φανταστικές κριτικές που έχουμε λάβει και την ανταπόκριση του κόσμου νομίζω πως τα έχουμε καταφέρει και είμαστε πολύ ευτυχείς.

Οι αντίπαλοί του Σνίτσλερ τον κατέκριναν ακόμα και ως πορνογράφο. Όταν κάποτε παρατήρησαν ότι ασχολείται διαρκώς με τα ίδια θέματα, ο συγγραφέας απάντησε: «Γράφω για τον έρωτα και τον θάνατο. Υπάρχουν μήπως άλλα θέματα;» Είναι γεγονός ότι τα όλα εξελίσσονται σε μια αδυσώπητη πάλη μεταξύ έρωτα και θανάτου. Γι΄ αυτό λέτε κ. Σούμα, ότι ο Σνίτσλερ κατακτά το θεατρόφιλο κοινό της εποχής μας;

Ο Σνίτσλερ κατακτά το θεατρόφιλο κοινό της εποχής μας, όχι μόνο γιατί γράφει για δυο άκρως κομβικά και θεμελιώδη ζητήματα της ανθρώπινης ζωής, όπως ο έρωτας και ο θάνατος, αλλά και γιατί είναι ακόμα σύγχρονος και παρών σε ό,τι συμβαίνει στην σημερινή εποχή. Η διεκδίκηση, η πίστη, η απιστία, η θέληση να αφοσιωθώ, να διεκδικήσω και να « έχω» τον άλλον είναι ζήτημα υπεράνω των φύλων. Η παράσταση μπορεί να λέγεται «η μάχη των φύλων», αλλά δεν έχει να κάνει μόνο με την ερωτική σχέση αρσενικού- θηλυκού, αλλά και με κάθε είδους σχέση μεταξύ των ανθρώπων.Ας αποδεσμευτούμε από την κλασική εκδοχή του δίπολου άντρας-γυναίκα.

Ακόμα και τα ομόφυλα ζευγάρια ζούνε την δική τους μάχη. Ο έρωτας και ο θάνατος στα οποία αναφέρεται ο Σνίτσλερ εκφράζονται και στην τωρινή εποχή, φυσικά. Βλέποντας από την παράσταση που παίζεται δυο μήνες, διαπιστώνουμε ότι το έργο επικοινωνεί εκπληκτικά με το κοινό και προκύπτουν ατελείωτες συζητήσεις μεταξύ των θεατών μετά το τέλος της παράστασης και πολλοί  θεατές έρχονται να μας μιλήσουν. Είναι πολύ όμορφο να βλέπουμε ότι τα συναισθήματα, η ουσία του να αγαπάς και να διεκδικείς είναι διαχρονικό στοιχείο σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου.

Από την θεατρική παράσταση «Ανατόλ ή η μάχη των φύλων» σε σκηνοθεσία Γιάννη Βούρου, οι πρωταγωνιστές: Τζούλη Σούμα, Λευτέρης Βασιλάκης και Πέρης Μιχαηλίδης. 

«…Βρείτε μου έναν Έλληνα πολίτη που δεν έχει γίνει έξαλλος, που δεν έχει θυμώσει, που δεν έχει στεναχωρηθεί με τα ψέματα Ελλήνων πολιτικών»

Ορμώμενη από το δεύτερο τίτλο και «…η μάχη των φύλων», τι μπορεί να πει στον κόσμο σήμερα αυτό το έργο, όταν ας πούμε η γυναίκεια χειραφέτηση βρίσκεται στο φόρτε της. Εν τέλει υπάρχουν ακόμα φαλλοκρατικές κοινωνίες;

Φυσικά. Δυστυχώς, υπάρχουν ακόμα φαλλοκρατικές κοινωνίες. Το βλέπουμε, εξάλλου, σε πολλές χώρες στην Ασία, με τον εξαναγκασμό των δεκάχρονων και δωδεκάχρονων κοριτσιών να παντρευτούν σε αυτήν την ηλικία. Υπάρχουν πολλές οργανώσεις πλέον κατά της βίας των γυναικών, που εντοπίζουν όλες αυτές τις βιαιότητες σε όλον τον κόσμο. Είναι τεράστιο θέμα αυτό που ανοίγετε. Χρήζει μεγάλης ανάλυσης.

Η γυναικεία χειραφέτηση ξεκίνησε με άλλους όρους και άλλους κανόνες παλιότερα και τώρα έχει καινούρια θέματα να αντιμετωπίσει. Παλαιότερα γίνονταν προσπάθειες για να έχουν οι γυναίκες ίσες ευκαιρίες στην δουλειά, στη ψήφο και αγωνίζονταν για την κοινωνική τους θέση. Πλέον, οι γυναίκες έχουν κατακτήσει πολλά πράγματα, παρ’ όλα αυτά ακόμα αγωνιζόμαστε για να διεκδικήσουμε κάποια πράγματα. Πρέπει να βοηθήσουμε και γυναίκες από άλλες χώρες που δεν έχουν πολυτέλειες που είναι δεδομένες για εμάς. Όπως γνωρίζουμε, σε κάποιες χώρες είναι καθιερωμένοι διάφοροι θεσμοί, όπως η κλειτοριδεκτομή, οι γάμοι υπέργηρων με νεαρά κορίτσια. Ανάλογα με την πολιτισμική και πολιτιστική θέση κάθε χώρας, τα δεδομένα αλλάζουν. Ελπίζω ότι στην Ευρώπη, στην Αμερική και σε κάποιες χώρες της Ασίας τα πράγματα είναι πιο φωτεινά και πιο ευοίωνα.

Γιατί πιστεύετε, ότι τα δύο φύλα έχουν τάσεις αποξένωσης ακόμη και στις μέρες μας; Μήπως η ισότητα υπάρχει μόνο στα χαρτιά;

Ισότητα δεν υπάρχει μόνο στα χαρτιά, οι γυναίκες έχουν καταφέρει πολλά πράγματα σε αυτόν τον τομέα, στις πολιτισμένες χώρες, τουλάχιστον. Έχουν καταφέρει εργασιακές, κοινωνικές, ακόμα και πολιτικές θέσεις ίσες με τους άντρες. Υπάρχουν πλέον υποψήφιες πρόεδροι και πρωθυπουργοί σε πολλές χώρες. Έχουν καταφέρει πράγματα όχι μόνο στον χώρο της πολιτικής, αλλά και τον χώρο των επιχειρήσεων. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει ισότητα μόνο στα χαρτιά. Αυτό είναι και μια πολύ προσωπική επένδυση και κατάθεση. Είναι και πολύ προσωπική άποψη το να θεωρεί κανείς τον άλλον ισότιμο. Ακόμα και σε μια σχέση ατόμων ιδίου φύλου, το να θεωρεί ο ένας τον άλλον ισότιμο, είναι πολύ ιδιαίτερο και σημαντικό. Δεν έχει να κάνει μόνο με την αντιπαράθεση μεταξύ των δυο διαφορετικών φύλων. Επειδή είμαστε όμοιοι, αλλά όχι ίδιοι, υπάρχουν πάρα πολλές ανοιχτές συγκρούσεις.

Εδώ κάπου «κολλάει» η δηλητηριώδης ατάκα της αγαπημένης σας Μπέττυ Ντέηβις: «Όταν  ένας άντρας λέει τη γνώμη του είναι άντρας. Όταν μια γυναίκα λέει τη γνώμη της είναι σκύλα…». Ποιο είναι το σχόλιό σας;

Χαίρομαι πάρα πολύ που αναφερθήκατε στην αγαπημένη μου Μπέτι Ντέιβις. Η Μπέτι Ντέιβις βέβαια το είπε αυτό στη δεκαετία του ’50. Έχουν αλλάξει κάποια πράγματα, θέλω να πιστεύω.  Παρ’ όλα αυτά,  υπάρχουν κοινωνικοί η επαγγελματικοί κύκλοι, στους οποίους αυτό συμβαίνει. Η αλήθεια είναι ότι και στον δικό μας χώρο μπορεί αυτό να συμβεί. Ωστόσο θα ήθελα να πιστεύω ότι έχουμε μια τάση να ξεφύγουμε από αυτό και υπάρχει μια ισοτιμία, ισονομία, ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες. Ό,τι θα έχουμε δηλαδή το θάρρος, το σθένος να εκφράζουμε τη γνώμη μας ανερυθρίαστα και υπεύθυνα, ούτως ώστε, σε ό,τι αφορά την προσωπική και επαγγελματική μας ζωή, να μην υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός άντρες – γυναίκες.

Όταν ρωτήθηκε ο Γιάννης Βούρος, γιατί ανέλαβε να σκηνοθετήσει την παράστασή σας υπογράμμισε, μεταξύ άλλων: «…το δεύτερο  δέλεαρ η φιλική σχέση με την Τζούλη Σούμα, την οποία θεωρώ σαφέστατα αδικημένη,  γιατί δεν έχει αναγνωριστεί στον βαθμό που της αναλογεί. Μπορεί να παίξει από κωμωδία ως δράμα με τρομερή ευελιξία!» Εσείς τι λέτε επ΄αυτού κα. Σούμα; Ήταν τόσες οι δυσκολίες, οι απογοητεύσεις, οι απορρίψεις που γνωρίσατε σε αυτό το χώρο;

Κυρία Μιχαλιτσιάνου, αυτός ο χώρος είναι σαφώς ένας χώρος δύσκολος, ο οποίος δεν ανταποκρίνεται σε αυτό που πολλές φορές κανείς ονειρεύεται όταν βγαίνει από μια σχολή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η πορεία μου μέσα σε αυτό τον χώρο, δεν μου έχει φέρει, εκτός από απογοητεύσεις και απορρίψεις, μεγάλες συγκινήσεις, ανεπανάληπτες και ασύγκριτες στιγμές. Αντίθετα, χαίρομαι για το ότι παραμένω σε αυτόν τον χώρο και μου δίνεται η δυνατότητα φέτος να δραστηριοποιούμαι και ως παραγωγός. Η πορεία μου με ικανοποιεί και με εξελίσσει απόλυτα. Θεωρώ, ότι τα χρόνια που περνάνε σε ωριμάζουν, σε δυναμώνουν, σε ατσαλώνουν και βλέπεις με εντελώς διαφορετικό μάτι την συνθήκη μέσα στην όποια κινείσαι, τον χώρο μέσα στον όποιο πορεύεσαι. Οπότε είμαι απολύτως περήφανη που επέλεξα να κάνω αυτό το άγνωστο αλλά συνάμα πολύ όμορφο έργο. Άγνωστο βεβαία μόνο στην Ελλάδα, αλλά πασίγνωστο στο εξωτερικό. Παίζεται στη Νέα Υόρκη, στο Παρίσι, στο Βανκούβερ αλλά και στο Βερολίνο  με  τεράστια επιτυχία. Είμαι λοιπόν περήφανη που το επέλεξα για να το συστήσω ξανά στο αθηναϊκό κοινό, μετά από 30 χρόνια που είχε να παιχτεί. Είναι απίστευτα μεγάλη και συγκινητική και η προσέλευση  του κόσμου, αλλά και η ανταπόκριση του σε σχέση με το έργο και είναι μια ευτυχής συγκυρία και μια μαγική στιγμή, η συνάντηση μου με τον Γιάννη Βούρο, με τον οποίο έχουμε βρεθεί πάνω στην σκηνή αλλά πρώτη φορά ο Γιάννης με σκηνοθετεί και είναι μια συγκινητική στιγμή.

Υπηρετείτε πάνω από δύο 10ετίες την θεατρική τέχνη με δυνατές ερμηνείες στο ενεργητικό σας τόσο στο αρχαίο δράμα όσο και στο κλασικό και στο σύγχρονο δραματολόγιο . Άραγε δώσατε περισσότερα από όσα πήρατε;

Όντως βρίσκομαι πάνω από δύο δεκαετίες στο χώρο και προσπαθώ να υπηρετώ όλα τα είδη θεάτρου και να μην παγιώνω τη θέση μου σε κάποιο. Έχω παίξει από μιούζικαλ σε αρχαία τραγωδία, κωμωδία, μπουλβάρ, δράμα κλπ. Δεν μου αρέσει να βάζω σε ζυγαριά τα πράγματα και να μετράω πόσα δίνω και πόσα παίρνω, γενικά στη ζωή μου και πόσο μάλλον στο θέατρο, που το λατρεύω και δίνω τα πάντα για αυτό.

Μπορεί να υπήρξαν έντονες θεατρικές στιγμές, που η έντασή τους να ήταν τόσο μεγάλη που με ακολουθεί ως τώρα ή να υπήρξαν κάποιες απογοητεύσεις που η έντασή τους όμως να μην ξεπερνούσε τη μία ή τις δύο μέρες. Άρα, προτιμώ να μην ζυγίζω τα πράγματα με τόση μεγάλη ακρίβεια αλλά να διαλέγω τι «γράφει» περισσότερο μέσα μου, τι με αγγίζει και έτσι να πορεύομαι – και θα ήθελα να συνεχίσω να πορεύομαι  με αυτό τον τρόπο.

Με εντυπωσιάσατε, όταν σε κάποια φάση προκληθήκατε να απευθυνθείτε στους πολιτικούς και είχατε το θάρρος της γνώμης να τους καταγγείλετε για τα ψέματα που έχουν πει στο λαό. Ο Σαρτρ έλεγε, «δεν αρκεί να φτιάξεις ένα ωραίο στίχο, ένα ωραίο ζωγραφικό πίνακα, ένα ωραία βιβλίο, αλλά πρέπει να κατεβείς και στο οδόφραγμα αν χρειαστεί». Συμφωνείτε με αυτή την άποψη;

Βρείτε μου έναν Έλληνα πολίτη που δεν έχει γίνει έξαλλος, που δεν έχει θυμώσει, που δεν έχει στεναχωρηθεί με τα ψέματα Ελλήνων πολιτικών. Υπάρχει ένα μεγάλο γαϊτανάκι Ελλήνων πολιτικών τα τελευταία σαράντα χρόνια, τουλάχιστον, που στηρίχτηκε σε τεράστια ψεύδη και ο ελληνικός λαός τα έχει πιστέψει, το οποίο έχω κάνει και εγώ – δεν βγάζω τον εαυτό μου έξω από αυτό.

Η Τζούλη Σούμα και η Νάντια Κοντογεώργη
Η Τζούλη Σούμα ως Δάφνη στους Δυο Ξένους

«…Πρέπει να βοηθήσει ο ένας τον άλλον. Μόνο έτσι από το μικρό θα φτάσουμε στο μεγάλο»

Ο χώρος σας, όπως και ο δικός μας πλήττονται βαθιά από την κρίση. Πόσο άλλαξε η ζωή σας από τότε που σταματήσατε να παίζετε στην τηλεόραση, που έχετε κάνεις τόσες επιτυχημένες εμφανίσεις και τα ποσοστά σας στο θέατρα έχουν πέσει αισθητά;

Η κρίση μαστίζει όλους τους ανθρώπους, σχεδόν σε όλη την ευρωπαϊκή ένωση, στην Ελλάδα, στην Αθήνα, παντού. Ο χώρος μας πλήττεται φυσικά από την κρίση. Σταμάτησα να παίζω στην τηλεόραση, μάλιστα συζητάω κάτι για το επόμενο εξάμηνο. Απλώς έχει τύχει να διεκδικώ τα χρήματα μου όπως και άλλοι συνάδελφοι μου, στις δικαστικές αίθουσες γιατί παρ’ όλες τις επιτυχημένες εμφανίσεις, όπως έχετε την καλοσύνη να πείτε, οι παραγωγοί και τα κανάλια δεν ήταν καθόλου αντάξια της δικής μας εμπιστοσύνης,  διαθεσιμότητας και εργασίας.

Διεκδικώ τα χρήματά μου από δυο τηλεοπτικές παραγωγές. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορώ να πω ότι τα πράγματα είναι ακατανόητα. Είμαστε στην Ελλάδα του 2018 που έχει χτυπηθεί από την κρίση, χαίρομαι αφάνταστα όμως που υπάρχουν καινούριες τηλεοπτικές παραγωγές, στις οποίες θα πήγαινα με τεράστια χαρά. Είναι εξαιρετικές και υψηλού επαγγελματικού επιπέδου.

Σαφέστατα οι μισθοί έχουν πέσει κάτω από το 50%, αλλά τα πάντα στην Ελλάδα σήμερα έχουν χαμηλή τιμή. Η προσφορά εργασίας είναι τεράστια σε σχέση με την ζήτηση. Αυτό που προσπαθώ πραγματικά είναι να μην ρίχνω το επαγγελματικό  μου στάτους, αυτά δηλαδή που θέλω από την καλλιτεχνική μου παρουσία, είτε στο θέατρο, είτε στην τηλεόραση, είτε στον κινηματογράφο και θα προσπαθήσω με όποιο οικονομικό κόστος να το καταφέρω.

Σας άρεσε από παιδί να ενσαρκώνετε ρόλους όπως έχετε πει. Με την ευκαιρία ποιούς ρόλους ονειρεύεστε να ζωντανέψετε επί σκηνής στο μέλλον κα. Σούμα;

Έκανα παραστάσεις από  παιδί με την κολλητή μου φίλη την Ελένη και άλλους παιδικούς μου φίλους.  Κάναμε κουκλοθέατρο, μιούζικαλ, με τον Γιώργο, με την Μαρία.  Είχαμε πάρει μάλιστα και ένα βραβείο σε διαγωνισμό που έκανε ο τότε  δήμαρχος της Αθήνας, Δημήτρης Μπέης. Δεν  θα σας  πω ποιους ρόλους ονειρεύομαι γιατί ονειρεύομαι πολλούς. Ονειρεύομαι συγγραφείς, στιγμές πάνω στην σκηνή, συναντήσεις με ανθρώπους.

Δεν έχουν νόημα οι ρόλοι αν δεν μπορείς να συναντηθείς πάνω στην σκηνή με ένα σκηνοθέτη, με καταπληκτικούς συναδέλφους. Δεν έχει κανένα νόημα να ονειρευτείς να παίξεις τον τάδε η τον δείνα ρόλο με σκηνοθέτη και συναδέλφους  με τους οποίους δεν επικοινωνείς. Μπορώ να σας πω ενδεικτικά ότι λατρεύω τα έργα του Τσέχωφ και του Τένεσι Ουίλιαμς ή του Σαίξπηρ. Θέλω να δοκιμαστώ σε έναν δύσκολο ρόλο στην Αρχαία τραγωδία. Σαφέστατα υπάρχουν όνειρα και σχέδια. Παρ’ όλα αυτά, ο,τι και να ονειρευτείς, αν δεν έχεις τη στήριξη του σκηνοθέτη και του συναδέλφου με τον ιδανικό τρόπο, με τον οποίο λειτούργησε σε εμάς ( με τον Γιάννη  Βούρο, τον Λευτέρη Βασιλάκη και τον Πέρη Μιχαηλίδη) δεν έχει νόημα και βάθος.

Βλέπετε από κάπου να έρχεται ένα μήνυμα ελπίδας;

Κοιτάξτε, είμαι ένας άνθρωπος που βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο και μισοάδειο ταυτόχρονα. Κάποιες φορές είμαι πάρα πολύ αισιόδοξη και άλλες φριχτά απαισιόδοξη. Θεωρώ όμως ότι μήνυμα ελπίδας πρέπει να έρθει και πιστεύω ότι θα έρθει . Υπάρχει μια νέα γενιά που σπουδάζει, που παλεύει. Υπάρχουμε και εμείς οι μεσήλικες που προσπαθούμε να σταθούμε στα πόδια μας με τις φριχτές επαγγελματικές και οικονομικές δυσκολίες.

Η γενιά μετά τα 40 αυτήν τη στιγμή πλήττεται ανεπανόρθωτα. Αλίμονο αν σε προσωπικό, επαγγελματικό και πολιτικό επίπεδο δεν ψάχνουμε να βρούμε μια ελπίδα. Καθημερινά ακόμα και όταν βλέπω το ποτήρι μισοάδειο προσπαθώ να το ανατρέψω αυτό μέσα μου και να πιαστώ, να αγκιστρωθώ από ελπιδοφόρα πράγματα που βλέπω να γίνονται συνεχώς γύρω μου. Θέλω να πω ναι, ότι πραγματικά υπάρχει ελπίδα σε όλους τους τομείς, είναι όμως μέσα μας κυρίως.

Ο καθένας μας από το μετερίζι του, την δουλειά του, την οικογένεια του, την καθημερινότητα του. Πρέπει να βοηθήσει ο ένας τον άλλον. Μόνο έτσι από το μικρό θα φτάσουμε στο μεγάλο. Από την καλυτέρευση της οικογένειας μας, της γειτονιάς μας, της δουλειάς μας θα φτάσουμε στην καλυτέρευση της χώρας.

Δεν πρέπει να περιμένουμε όλα από τους άλλους, πρέπει εμείς οι ίδιοι πρώτοι από όλους να κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε. Είναι μια αλυσιδωτή αντίδραση που θα βοηθήσει να πάνε καλυτέρα τα πράγματα στη κοινωνία μας, στη ζωή μας και φυσικά στην χώρα μας.

Σας τρομάζει ο θάνατος ή έχετε συμφιλιωθεί με την ιδέα του;

Ο θάνατος είναι μια μεγάλη ιστορία. Φυσικά με τρομάζει με την έννοια του ανοίκειου, του άγνωστου, του απρόσμενου. Και επειδή πάρα πολύ πρόσφατα από την στιγμή που σας δίνω την συνέντευξη, αναίτια και άδικα, χάθηκε η αδελφή ενός πολύ στενού μου φίλου, ναι, το απρόσμενο, το άδικο με τρομάζει. Έχω χάσει πολύ κοντινούς μου ανθρώπους. Όταν είναι μια φυσική συνέχεια, σε ένα προδιαγεγραμμένο κύκλο ζωής, είναι κάτι το φυσικό.

Ωστόσο, όλους τους ανθρώπους μάς τρομάζει σε ένα σημείο η αδικία, π.χ: όταν  νεαρά παιδιά, νεαροί άνθρωποι υποφέρουν και βλέπεις το νήμα της ζωής  τους να χάνεται ξαφνικά και απρόσμενα. Αυτό με σοκάρει και δεν μπορώ να το διαχειριστώ εύκολα. Δεν μπορώ να συμβιβαστώ. Θα ήθελα όλοι να πεθάνουμε στα βαθιά μας γεράματα περιτριγυρισμένοι από την οικογένεια μας και τους φίλους μας. Εύχομαι να συμβεί αυτό.

Ποια ερώτηση περιμένατε από εμένα και δεν σας την υπέβαλα;

Η ερώτηση που ενδεχομένως θα περίμενα, είναι: γιατί το κοινό του 2018 να έρχεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο θέατρο Αλκμήνη στις 9:30 να δει το Ανατόλ.  Γιατί θέλουμε πάντα να ταυτιζόμαστε με κάτι που βλέπουμε, πχ  στο σινεμά, στο θέατρο η στην τηλεόραση. Συγκινούμαστε με ένα τραγούδι, με μια ταινία, με ένα θεατρικό έργο. Στο Ανατόλ, άντρες και γυναίκες, οποιασδήποτε ηλικίας, θα βρουν πάρα πολλές στιγμές για να συγκινηθούν, να γελάσουν, να πουν  «αυτή την ιστορία, την έχω ζήσει, την έχω ακούσει, την έχω βιώσει στο πετσί μου».

Ένας πολύ καλός λόγος που το Ανατόλ ανεβαίνει μετά από 30 χρόνια στην Ελλάδα, είναι για να επικοινωνήσει τον έρωτα, το πάθος, τη λαγνεία, την σεξουαλική και ερωτική επιθυμία του σήμερα. Όπως έλεγε ο δάσκαλος μου, ο Νικήτας Τσακίρογλου, όταν ήμουν στην σχολή: «οι θεατές, έρχονται να δουν στην σκηνή, να ερμηνεύουμε αυτά που δεν ζουν ή που τα έχουν ζήσει και τα έχουν ξεχάσει».  Στο Ανατόλ λοιπόν, υπάρχουν και τα δυο. Σας ευχαριστώ θερμά για την ευκαιρία που μου δώσατε.