fbpx

Η διεθνούς φήμης Ελληνίδα μέτζο σοπράνο Κασσάνδρα Δημοπούλου μιλάει με τη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«Ο Πλάσιντο Ντομίνγκο, εκτός από μεγάλος καλλιτέχνης, είναι κι ένας άνθρωπος που αγαπάει τους ανθρώπους και του αρέσει πολύ να βοηθάει και να τους στηρίζει, με όποιον τρόπο μπορεί.»

Η διεθνούς φήμης Ελληνίδα  μέτζο σοπράνο Κασσάνδρα Δημοπούλου με τα εξαιρετικά υποκριτικά προσόντα με το πιο μεγάλο, ότι το τραγούδι βγαίνει κατευθείαν από την καρδιά της, με τέτοιο τρόπο που αντηχεί και στην καρδιά του θεατή, ετοιμάζεται να έρθει αντιμέτωπη με την Περουζέ στις 16 και 17 Ιουνίου 2018 στο ρωμαϊκό ωδείο στα  πόδια της Ακρόπολης. Είναι ο πρωταγωνιστικός ρόλος στην ομώνυμη όπερα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, που θα παιχθεί 70 χρόνια μετά το ανέβασμά της στην ΕΛΣ.

Η Κασσάνδρα Δημοπούλου θα σταθεί στη σκηνή του Ηρωδείου, θα κοιτάξει τις κατάμεστες κερκίδες και με αφοπλιστική αμεσότητα θα κατακτήσει το κοινό με την γοητευτική, ευπροσάρμοστη, εξαίσια φωνή της η οποία  κινείται μεταξύ της περιοχής της άλτο και της σοπράνο. Χαρακτηρίζεται, δε, από ζεστό χρώμα και ένταση ικανή να διεγείρει την ευαισθησία, ενώ είναι άψογα συνδυασμένη με την θαυμαστή λυρική της εκφραστικότητα και την χάρμα οφθαλμών σκηνική της παρουσία.

Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη, η Κασσάνδρα Δημοπούλου, με πολύ δυνατό βιογραφικό να περιλαμβάνει  μουσικές σπουδές στην Ελλάδα και το εξωτερικό – τόσο σολιστικές (στο βιολοντσέλο) – όσο και στο κλασικό τραγούδι, το θέατρο, το χορό και τη σκηνοθεσία. Με το πολύπλευρο τάλαντό της, αν και νεότατη, κατάφερε με την αφοσίωσή και τη σκληρή δουλειά σε πολύ σύντομο διάστημα να κατακτήσει μια θέση ανάμεσα στα πλέον δημοφιλή ονόματα της παγκόσμιας λυρικής σκηνής.

Ενώ έπαιρνε τις ανάσες της από την εντατική πρόβα δέχθηκε να μας μιλήσει για την Περουζέ, για την Εταιρία Λυρικού Θεάτρου Ελλάδος, που είναι καλλιτεχνική διευθύντρια και αγωνίζεται για την προώθηση της όπερας στη χώρα μας, αλλά και να απαντήσεις σε όλες τις  ερωτήσεις του Intownposts.com. Της εκφράζουμε τις ευχαριστίες μας.

 

Κυρία Δημοπούλου, πώς είναι να μοιράζεστε την ίδια σκηνή με τον σύντροφο της ζωής σας, τον Φίλιππο Μοδινό, όπως τώρα στην όπερα Περουζέ του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, που θα δούμε 16 και 17 Ιουνίου στο Ηρώδειο στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Φεστιβάλ Αθηνών;

Είναι πολύ όμορφο γιατί υπάρχει αλληλεγγύη, σεβασμός και άνεση, πράγμα που βοηθάει κυρίως όταν ερμηνεύουμε ερωτικά ζευγάρια επί σκηνής. Στην συγκεκριμένη όπερα όμως δεν είμαστε ζευγάρι από την αρχή, γινόμαστε κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Η Περουζέ (ο ρόλος που ερμηνεύω) είναι η βασίλισσα των Τσιγγάνων και γυναίκα του βασιλιά τους (ερμηνεύει ο βαθύφωνος Πέτρος Μαγουλάς), ενώ ο Θάνος (ο ρόλος που ερμηνεύει ο Φίλιππος Μοδινός) είναι ένας άνδρας -όχι Τσιγγάνος- που είναι αρραβωνιασμένος με μια άλλη γυναίκα (ερμηνεύει η υψίφωνος Άννα Στυλιανάκη).  Όπως σε όλες τις δραματικές ερωτικές ιστορίες, τα προβλήματα αρχίζουν όταν ο Θάνος και η Περουζέ ερωτεύονται παρά τις αντιθέσεις τους.

Υπάρχουν κοινά στοιχεία με γνωστές ηρωίδες της όπερας με την Περουζέ, ρόλο που θα ερμηνεύσετε ;

Αρχικά πίστευα ότι η Περουζέ είναι μια ελληνική εκδοχή της Κάρμεν, λόγω κάποιων κοινών σημείων στην ιστορία του Σακελλαρίδη με την «Κάρμεν» του Μπιζέ, αλλά τελικά μέσα από τις πρόβες με τον σκηνοθέτης μας, τον Θόδωρο Αμπαζή, εξελίχθηκε σε κάτι πολύ διαφορετικό και μοναδικό που δεν έχει καμία σχέση με την Κάρμεν ως ρόλος. Η Περουζέ, έτσι πώς θα την δείτε στην σκηνή του Ηρωδείου στις 16 και 17 Ιουνίου, ταυτίζεται περισσότερο με την Ρουσάλκα, ή την Μελισσάνθη, με μια πιο απόκοσμη φιγούρα δηλαδή, μιας γοργόνας ή μιας νεράιδας που ζει για λίγο ανάμεσά μας. Κρατά και κάποια «συμβατικά» στοιχεία από την φυλή των Ρομά, όπως η τέχνη του χορού και του τραγουδιού, τα οποία όμως καλείται να επιδεικνύει, παρά τη θέλησή της, σχεδόν με τη βία. Σε αντίθεση με την Κάρμεν που χρησιμοποιεί αυτά της τα χαρίσματα για να χειριστεί τον ανδρικό πληθυσμό, η Περουζέ είναι «θύμα» των χαρισμάτων της.

Ως Καλλιτεχνική Διευθύντρια της Εταιρίας Λυρικού Θεάτρου Ελλάδος και του Φεστιβάλ Όπερας Ελλάδος «χτίζετε τον κόσμο της όπερας, πετραδάκι – πετραδάκι, σε μια χώρα που καταρρέει», όπως εύστοχα έχετε σχολιάσει. Αντιμετωπίζετε πολλές δυσκολίες στην Ελλάδα  που δεν προσφέρει πια ούτε καν ψιχία  για τον πολιτισμό;

Θα το πάω λίγο παραπέρα λέγοντας, ότι χτίζουμε βασικά τον δικό μας κόσμο και η όπερα είναι κάτι το οποίο τυχαίνει να κάνουμε, είναι το μέσο. Υπάρχουν πολλοί νέοι άνθρωποι που, σαν κι εμάς, βρίσκουν τρόπους να ανταπεξέλθουν των δυσκολιών, με νέους τρόπους σκέψης, επιχειρηματικότητα, γνώση, ευελιξία και κυρίως υπομονή κι επιμονή. Οι δυσκολίες στον τομέα μας δεν προέρχονται συγκεκριμένα από την Ελλάδα ως χώρα, αλλά από το γεγονός ότι η κλασική μουσική και η όπερα – μπαλέτο (διεθνώς) κρεμάστηκαν επί δεκαετίες μόνο από τα κράτη και τους φορείς, με αποτέλεσμα, όταν αυτή η σχέση κλονίστηκε λόγω γενικής οικονομικής κρίσης, να μην έχουν άλλες λύσεις επιβίωσης. Το ελληνικό κράτος προσφέρει στον πολιτισμό ό,τι έχει και αντιστοιχεί στον τομέα αυτό, αλλά το κεφάλαιο αυτό πηγαίνει βασικά στους κρατικούς φορείς που εκπροσωπούν τον τομέα του πολιτισμού. Η διαχείριση αυτού του κεφαλαίου από τους φορείς, είναι κάτι άλλο από το ίδιο το κεφάλαιο.

Μιλήστε μου για τη γνωριμία σας και τη συνεργασία σας με τον διάσημο Ισπανό τενόρο Placido Domingo,  πλάι στον οποίο  τραγουδήσατε τον ρόλο της Contessa di Ceprano στην όπερα του G. Verdi Rigoletto με τον ίδιο στον ομώνυμο ρόλο, ο οποίος πιστεύει πολύ σε εσάς και στον σύζυγό σας Φίλιππο Μοδινό  και στήριξε δημόσια το έργο σας στην Ελλάδα;

Ο Πλάσιντο Ντομίνγκο, εκτός από μεγάλος καλλιτέχνης, είναι κι ένας άνθρωπος που αγαπάει τους ανθρώπους και του αρέσει πολύ να βοηθάει και να τους στηρίζει, με όποιον τρόπο μπορεί.  Εγώ τον γνώρισα το 2008 στην Μαδρίτη, στο Teatro Real, όταν έπαιρνα μέρος σε ένα στούντιο όπερας για νέους τραγουδιστές κι έκανε ακρόαση σε κάποιους από εμάς. Εκεί μου πρότεινε να συμμετέχω στην τηλεοπτική υπερπαραγωγή του Ριγκολέτο, το 2010, ανάμεσα σε μεγαθήρια, όπως ο μαέστρος Zubin Mehta, ο κινηματογραφιστής Vittorio Storraro, ο σκηνοθέτης Marco Bellocchio. Ο Φίλιππος κι εγώ τον ξανασυναντήσαμε φέτος στο Λονδίνο.  Μας χάρισε ένα πολύ σημαντικό βίντεο  στο οποίο εκφράζει την θερμή του υποστήριξη για όσα κάνουμε στον χώρο της όπερας ως παραγωγοί και θυμήθηκε την παλιά του φιλία με τον πατέρα του Φίλιππου, Τζον Μοδινό, με τον οποίο είχε κάνει ο ίδιος το ντεμπούτο του ως Δούκας της Μάντοβα στον «Ριγκολέττο» στην όπερα του Ισραήλ, ακόμη άγνωστος, δίπλα στον μεγάλο διεθνή σταρ, Τζον Μοδινό, ο οποίος ερμήνευε τον ομώνυμο ρόλο.

Και μια που μιλάμε για τη δημοφιλέστερη όπερα όλων των εποχών που μας άφησε ο Βέρντι αξίζει να σημειώσουμε ότι εξελίσσεται σε ένα κράτος πριν την αρχή της κατάρρευσης και της καταστροφής, σαν την κατάσταση που βιώνει σήμερα η Ιταλία που βρίσκεται στα όρια της οικονομικής κατάρρευσης. Τί σύμπτωση;

Τα  έργα του λυρικού ρεπερτορίου είναι «κλασικά» και αγαπημένα από το κοινό γιατί οι δημιουργοί τους έχουν εντοπίσει τα σημεία αυτά στα οποία η ιστορία επαναλαμβάνεται και εκφράζουν την άποψή τους για την σύγχρονη σε αυτούς πραγματικότητα, εξιστορώντας αντίστοιχες ιστορίες από το παρελθόν ή πλάθοντας φανταστικούς χαρακτήρες για να μην προσβάλλουν την πραγματική κατάσταση, η οποία χρειάζεται «αποσυμπίεση».  Μην ξεχνάμε ότι ο Βέρντι έζησε σε μια εποχή έντονων κοινωνικοπολιτικών αναταράξεων και μέσα από τα έργα του περνούσε (θελημένα ή άθελά του) μηνύματα στον κόσμο. Το όνομά του τελικά αποτέλεσε και κωδικοποιημένο σύνθημα πίσω από το οποίο εκφράζονταν μια μεγάλη μερίδα του ιταλικού πληθυσμού της Β. Ιταλίας: Γράφαν στους τοίχους “Viva Verdi” (συντομ. “VV”) εννοώντας “Viva Vittorio Emanuelle Re d’Italia” (Ζήτω ο Βιττώριο Εμανουέλλε, Βασιλιάς της Ιταλίας).

Έχετε συνεργαστεί και με άλλα  μεγάλα ονόματα του λυρικού θεάτρου στο εξωτερικό. Κάθε μεγάλη εμφάνισή σας, με ποια συναισθήματα σας γεμίζει;

Κάθε εμφάνιση είναι σημαντική.  Δεν διαχωρίζω τις παραστάσεις, γιατί το κοινό πάντα μας κρίνει με τον ίδιο τρόπο και δεν ενδιαφέρεται πώς νιώθουμε εμείς σε σχέση με την κατάσταση.  Οι πολύ μεγάλοι καλλιτέχνες είναι πολύ μεγάλοι γιατί έχουν κάποιες ποιότητες διαφορετικές από τον μέσο όρο.  Η συνεργασία μαζί τους είναι περισσότερο «μαθητεία» μέσω συνεργασίας, επάνω στην οποία μαθαίνεις ό,τι δεν έχεις μάθει σε μια σχολή ή σε άλλες συνεργασίες, πράγματα που δεν λέγονται με τα λόγια, ούτε στη θεωρία.

«…Είναι τραγικό να διαιωνίζουμε αυτή την λανθασμένη εντύπωση με οποιονδήποτε τρόπο, το ότι δηλαδή πρέπει να «μάθεις» και να «εκπαιδευτείς» προκειμένου να παρακολουθήσεις μια παράσταση όπερας.  Δεν είναι εργαστήριο… κβαντικής υπολογιστικής χημείας, είναι θέατρο με μουσική.»

Διακεκριμένη βιολοντσελίστρια με διακρίσεις από πολύ νωρίς, πως στραφήκατε στο λυρικό τραγούδι όπου και διαπρέψατε;

Έχω αρχίσει να πιστεύω, ότι ειδικά το οπερατικό τραγούδι επιλέγει τους Έλληνες εκπροσώπους του κι όχι το αντίθετο. Για τους περισσότερους από εμάς, η όπερα δεν είναι «επιλογή».  Η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα που γνώρισε την πολιτιστική ανάπτυξη άλλων ευρωπαϊκών χωρών κατά τη διάρκεια ας πούμε της Αναγέννησης, όπου τέχνες σαν την όπερα άνθισαν και εξελιχθήκαν σε παράδοση με το πέρασμα των χρόνων. Κι όμως, παρ’ ό,τι πολλοί από εμάς που μεγαλώσαμε χωρίς την αυτονόητη παρουσία της, την επιλέξαμε, μας τράβηξε προς το μέρος της σχεδόν παράλογα.  Ίσως γιατί η όπερα δημιουργήθηκε από την προσπάθεια των Ιταλών αρχικά να αναβιώσουν το αρχαίο ελληνικό δράμα και αυτό από μόνο του φέρει μια ιδιαίτερη ενέργεια για μας τους Έλληνες. Αν και άρχισε από την Ιταλία, ίσως η όπερα να καταλήξει ξανά στην Ελλάδα, ποιός ξέρει.  Μην ξεχνάτε ότι η «Θεά της όπερας» (La Divina) ήταν Ελληνίδα, η μοναδική Μαρία Κάλλας. Οι ρίζες, όπως γνωρίζετε, είναι το πιο δυνατό πράγμα στον κόσμο.  Κάπως έτσι συνέβη και σε μένα: ξαφνικά, από το πουθενά. Και εν μία νυκτί, αποφάσισα ότι αυτό πρέπει να είναι η ζωή μου, ξεχνώντας τα πάντα ως τότε. Το μετάνιωσα πολλές φορές, αλλά ξέρω ότι δεν είχα επιλογή.

Σκηνοθετείτε όπερες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με επιτυχία. Πώς μοιράζεστε ανάμεσα στην σπουδαία λυρική καλλιτέχνιδα και στη σκηνοθεσία;

Δεν νιώθω να μοιράζομαι. Όσο είμαι λυρική τραγουδίστρια, είμαι και σκηνοθέτης όπερας. Πολλές φορές συμμετέχω και η ίδια στα έργα που σκηνοθετώ. Αυτό με βοηθάει και σαν ερμηνεύτρια, γιατί εμβαθύνω αλλιώς στα έργα. Ασχολήθηκα και με το θέατρο στις σπουδές μου αρκετά, τόσο ώστε να έχω όλες τις βασικές γνώσεις.  Από εκεί και πέρα, η όπερα απαιτεί κυρίως γνώσεις όπερας για να την σκηνοθετήσεις, όχι θεάτρου και το αντίστροφο.  Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας σκηνοθέτης του θεάτρου δεν μπορεί να το κάνει, αλλά πρέπει να έχει οπωσδήποτε μουσικές γνώσεις, να μιλάει τις γλώσσες στις οποίες είναι γραμμένα τα έργα και φυσικά, να γνωρίζει πολύ καλά και να σέβεται τις ανάγκες του είδους και των εκπροσώπων του. Στην όπερα ισχύουν κάποιοι απαράβατοι κανόνες, τόσο τεχνικοί (όπως π.χ. το γεγονός ότι πρέπει να τραγουδάμε πάντα στραμμένοι προς το κοινό, διότι δεν χρησιμοποιούμε ενίσχυση του ήχου και η φωνή μας πρέπει να μπορεί να περνάει επάνω από μια ορχήστρα τουλάχιστον 40-50 ατόμων) όσο και σε επίπεδο διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού. Οι τραγουδιστές της όπερας είναι ένα είδος πρωταθλητή, που χρειάζεται προσεκτική διαχείριση για να μπορέσει να αποδώσει τα μέγιστα. Σε σχέση με τα όσα έχω πει παραπάνω, οι περισσότεροι παραγωγοί όπερας, αντί να συγκεντρωθούν στην προώθηση του είδους, προσπαθούν να το προσομοιάσουν με το θέατρο πρόζας, το μιούζικαλ, το χοροθέατρο, ή οτιδήποτε άλλο που θεωρούν ότι αρέσει καλύτερα στο κοινό, με αποτέλεσμα να ταλαιπωρούν και τους καλλιτέχνες και να μην διηγούνται πολλές φορές την ιστορία που θέλει να πει ο δημιουργός του έργου. Εγώ δεν το κάνω αυτό.  Θεωρώ υποχρέωσή μου να σκηνοθετώ όπερα με τις σωστές προϋποθέσεις και, απ’ ό,τι βλέπω, όλοι, κοινό και καλλιτέχνες, είναι ευχαριστημένοι. Αν δεν ήταν, δεν θα το συνέχιζα. Θέατρο πρόζας όμως δε θα σκηνοθετούσα ποτέ και για κανέναν λόγο, γιατί ο κάθε χώρος χρειάζεται ανθρώπους με ειδικές γνώσεις.  Οι μεταβάσεις θα πρέπει να γίνονται ομαλά και κατ’ εξαίρεση. 

 

Κινείστε στις διεθνείς σκηνές, συγκεκριμένα στη Γερμανία, όπου συχνά σας καλούν. Τι γνώμη έχουνε οι άνθρωποι εκεί για τη χώρα μας; Ξέρουν τι περνάει ο ελληνικός λαός;

Έχει καιρό που έχω πάψει να ασχολούμαι με το τι σκέφτεται ο ένας κι ο άλλος λαός για την χώρα μας σε σχέση με την οικονομική κρίση.  Όταν άλλωστε λέμε «Γερμανός», μιλάμε πλέον για έναν μεγάλο και πολυεθνικό πληθυσμό, με διαφορετικές κουλτούρες, επίπεδο και γνώσεις.  Οι άνθρωποι των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών παλαιότερων γενεών, γνωρίζουν πολύ καλά τι συμβαίνει και στην Ελλάδα και στον υπόλοιπο κόσμο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τους απασχολεί στην καθημερινότητά τους. Ο πρώτος συνειρμός που έρχεται στο μυαλό τους πάντως, είναι «ήλιος και θάλασσα».  Μετά έρχεται ο αρχαίος πολιτισμός και τελευταία η κρίση. Αν τώρα εμείς καταφέρουμε να μετατρέψουμε τους συνειρμούς τους σε χρήμα, η κρίση θα περάσει.

Σας ανησυχεί η κατάσταση  όπως εξελίσσεται; Έχετε σκεφθεί να δραπετεύσετε από αυτή;

Δε θα πω ψέματά, το σκέφτομαι πολλές φορές να φύγω, αλλά όχι σαν δραπέτης.  Δεν είμαι φυλακισμένη στην Ελλάδα, ήταν επιλογή μου να επιστρέψω. Αν ξαναφύγω, θα είναι πάλι επιλογή. Εκτός κι αν οι καταστάσεις εξελιχθούν τόσο άσχημα και… με διώξουν!

Πιστεύετε ότι το ελληνικό κοινό βελτιώνεται με τα  χρόνια όσον αφορά στην γνώση, την εκπαίδευση και την κατανόηση μιας όπερας;

Ας μην υποτιμούμε το κοινό και τον κόσμο γενικότερα.  Η όπερα δεν χρειάζεται εκπαίδευση για να την κατανοήσει κανείς, γιατί είναι κάτι που μιλάει απευθείας στην ψυχή των ακροατών, όπως όλα τα έργα τέχνης. Είναι τραγικό να διαιωνίζουμε αυτή την λανθασμένη εντύπωση με οποιονδήποτε τρόπο, το ότι δηλαδή πρέπει να «μάθεις» και να «εκπαιδευτείς» προκειμένου να παρακολουθήσεις μια παράσταση όπερας.  Δεν είναι εργαστήριο… κβαντικής υπολογιστικής χημείας, είναι θέατρο με μουσική. Πόσο… δύσκολο είναι να το παρακολουθήσει αυτό κανείς; Και ποιός θα πληρώσει για να πάει να παρακολουθήσει κάτι για το οποίο τον έχουν πείσει ότι «δεν είναι του επιπέδου του»; Εγώ δε θα πήγαινα αν με κάναν να νιώσω έτσι. Σκεφτείτε πόσο προσβλητικό είναι αυτό για τον κόσμο! Αν κάποιος πρέπει να βελτιωθεί, είναι όλοι όσοι ασχολούνται με την προβολή και την προώθηση του είδους αυτού. Η συμβουλή μου σ’ αυτούς είναι: αρχίστε να προβάλλετε τους καλλιτέχνες σας, όπως κάνουν όλοι οι χώροι και σταματήστε να κρύβεστε πίσω από την λέξη «όπερα», η οποία στην τελική, δεν σημαίνει και τίποτε σπουδαίο (στα ιταλικά σημαίνει «έργο»). Αυτό, που εν τέλη θα εντυπωσιάσει και θα συγκινήσει το κοινό, είναι ο καλλιτέχνης, με την φωνή του και την παρουσία του.

Εξακολουθείτε να έχετε την άποψη, ότι η μουσική παιδεία είναι θέμα προτεραιότητας των γονέων;

Ναι, το πιστεύω αυτό. Οι γονείς πρέπει να δίνουν στα παιδιά τους όλα τα ερεθίσματα, ώστε να αυτά να μπορέσουν να βρουν τον εαυτό τους. Καλό είναι να υπάρχει ποικιλία στην παιδεία που δίνουν στα παιδιά τους. Θεωρώ ότι οι κλασικές τέχνες και ο αθλητισμός, πρέπει να παρέχονται στα παιδιά παράλληλα με την τεχνολογία, από πολύ μικρή ηλικία.

Ποια είναι η ανταμοιβή σας από την τέχνη που υπηρετείτε; Η φήμη ή η επιτυχία;

Η αγάπη και η προτίμηση του κόσμου. Οι γεμάτες αίθουσες.  Αυτοί μας «ταϊζουν» και μας ωθούν να συνεχίσουμε να παράγουμε έργα τέχνης.  Δε νιώθω ότι υπηρετώ την τέχνη, αλλά το κοινό. Η δουλειά μας είναι να τους προσφέρουμε δυο τρεις ώρες μακριά από την καθημερινότητά τους και να τους παρηγορούμε με το να τους δείχνουμε, ότι αυτά τα μεγάλα και σημαντικά έργα γράφτηκαν γι’ αυτούς.

Τι σκέψεις σας γεννάει ο παρακάτω αφορισμός του φιλέλληνα Αλμπέρ Καμύ: «Μια ένοχη συνείδηση έχει ανάγκη να εξομολογηθεί. Ένα έργο τέχνης είναι μια εξομολόγηση»;

Η λέξη «ενοχή» δεν είναι μια λέξη που χρησιμοποιώ, δεν με εκφράζει ως έννοια. Η τέχνη είναι μια κατάθεση ψυχής, όχι όμως λόγω ενοχών. Πιστεύω ότι οι καλλιτέχνες έχουν απλά την ανάγκη να μοιράζονται τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους και να αλληλοεπιδρούν με πιο μεγάλο αριθμό ατόμων από ό,τι κάποιοι άλλοι.

Έχουμε δικαίωμα να κατεβάζουμε την τέχνη στο ανάστημά μας;

Η τέχνη δεν είναι οντότητα, εμείς είμαστε και από εμάς πηγάζει. Ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί.

Ποια είναι η φράση που στριφογυρίζει  στο μυαλό σας από τα παιδικά σας  χρόνια;

«Ποτέ μην πουλάς την γη σου».

Υπάρχουν ρόλοι στην όπερα που σας έχουν γίνει έμμονη ιδέα;

Όχι, δεν έχω τέτοια σχέση με τους ρόλους που ερμηνεύω, άλλωστε οι ρόλοι συνήθως μας διαλέγουν, δεν τους διαλέγουμε.  Απλώς κάποιοι μου είναι πιο συμπαθητικοί και κατανοητοί από άλλους. Η Κάρμεν ήταν και θα είναι ο προσωπικός μου ρόλος, αυτός με τον οποίο νιώθω πιο άνετα και πιο όμορφα, ο πιο «εύκολος» σε πολλά επίπεδα. Μου αρέσει που καταφέρνω να κάνω τον κόσμο να νιώθει ότι η Κάρμεν δεν είναι απλά μια φανταστική φιγούρα, αλλά είναι αληθινή κι ότι μπορεί και να την συναντήσουν μια μέρα στον δρόμο.

1 thought on “Η διεθνούς φήμης Ελληνίδα μέτζο σοπράνο Κασσάνδρα Δημοπούλου μιλάει με τη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Τα σχόλια είναι κλειστά.