fbpx

«Η Γραμματική της Παρηγοριάς», της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Μόλις είχαν αποφάει. Ήτα 11, 11 και το βράδυ. Η Ελένη τον περίμενε όσο αργά και να ταν. Ήταν η μόνη ώρα, μισάωρο καλύτερα που μπορούσαν να πουν κάτι μαζί. Εκείνη οικιακά και εκείνος συνεργείο  αυτοκινήτων. Την αγάπαγε ακόμα την Ελένη, αλλά να, είχαν πιάσει από μια άκρη της μέσης της ζωής τους.

Εκείνος σηκώθηκε απ το τραπέζι για να της φέρει το τσιγάρο μετά το φαί. Αντί γι αυτό, γεμάτος χαρά της αφήνει δίπλα στο πιάτο ένα βιβλίο: «Ο καιρός της παρηγοριάς», εκδόσεις τάδε. «Μου το έφερε σήμερα, εκείνος ο τζιπάτος,  ο γυαλάκιας ντε, ο κουλτουριάρης που σε βλέπει καμιά φορά στο μαγαζί στο συνεργείο να διαβάζεις, όταν λείπω. Για τη γυναίκα σου μου είπε, καινούργια έκδοση». Ο Φώτης είχε χαρεί πολύ που ο τζιπάτος θυμήθηκε τη γυναίκα του, τη διαβαστερή κι ας την είχε δει κανα δυο φορές. Αυτός μόνο αθλητικές και φρέντο.

«Παρηγοριά» της λέει. «Θυμόταν για τη μάνα σου που πέθανε εδώ και δέκα μήνες» Εννέα μήνες και δώδεκα μέρες σκέφτηκε αυτή και σηκώθηκε να ανάψει τσιγάρο.. Ξανάκατσε και φυλλομέτρησε το βαρύ πόνημα των 182 σελίδων. Γυρνάει στο οπισθόφυλλο και το μάτι της παίρνει, πως σε πρώτη φάση προτείνεται στους αναγνώστες η γραμματική της παρηγοριάς.

Γελάει από μέσα της και σκέφτεται, ρε μπας και έχει και κανα καλό λυσάρι συντακτικού η παρηγοριά;

«Ε, Ελένη, καλό δεν είναι για τη φάση που περνάς; Να το διαβάσεις. Να τιμήσουμε και τον άνθρωπο, σε σκέφτηκε» Ήπιε την τελευταία γουλιά απ το κρασί του και προχώρησε στην κρεβατοκάμαρα. «Ελενίτσα πάω για ύπνο. Σε περιμένω, πολύ δουλειά σήμερα….»

Όταν η κόρη τους πήρε το πτυχίο, η Ελένη ξανάρχισε το κάπνισμα. Τώρα πια δεν την είχε ανάγκη κανείς. Η μικρή μένει και με το γκομενάκι, όλα μέλι γάλα.

Μα, να..τόσες ώρες μόνη στο σπίτι, να μιλάει μόνο με τα κορίτσια του σούπερ μάρκετ.. και τι να πει δηλαδή. Δύο γάτες μέσα στο σπίτι. Να τις ταίζει και να τις ξεσκατίζει. Σε λίγο θα νιαούριζε κι η ίδια.

Ο Φώτης όλη μέρα στο συνεργείο. Καλή ζωή περάσανε, μέχρι να βρει ο ένας το χνώτο του άλλου. Αλλά με τούτο το βιβλίο της έστριψε η βίδα.

Η παρηγοριά δεν θέλει ρετσέτες, θέλει ανθρώπους και φωνές. Θέλει το λόγο του λυτρωμού. Θέλει λίγο περίσσεμα ψυχής από φίλους, πιοτί και κουβέντα.

Πάνω στο μεταμεσονύχτιο ζάπινγκ της, έπεσε πάνω στο αιώνιο κορίτσι. Επανάληψη έλεγε πάνω στην οθόνη. Το Αλικάκι, όταν ντύθηκε Σίρλεϊ Βαλεντάιν, έχοντας ένα γάμο σαν το κυπριακό, έκανε την επανάσταση της και βγήκε κυβέρνηση.

Στα πενήντα και κάτι –κρύβοντας και 2, 3 χρονάκια – όλες οι φίλες της, μικροπαντρεμένες, με παιδιά για γάμο, είχαν βαρεθεί τη ζωή τους και κάθε μια ήθελε να τραβήξει για το βουνό και άλλη για τη θάλασσα.

Η Σίρλεϊ που είδε μέχρι το τέλος, τα κατάφερε. Έπαψε να μιλάει με το ντουβάρι της, άφησε άντρα και παιδιά, όχι με φοβερές σοφίες και αναλύσεις, όχι όχι, απλά ερωτεύθηκε την ιδέα του να ζεις.

Στις 5.23 π.μ. η Ελένη επιβιβαζόταν στο πλοίο της γραμμής.