«Η Έννοια της Θρησκείας στην Αρχαία Ελλάδα», γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Η θρησκεία αποτελούσε ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των αρχαίων Ελλήνων. Ως εκ τούτου, η μελέτη της παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον αλλά και τεράστια πολυπλοκότητα στην κατανόηση και στην εν συνόλω παρακολούθηση του φαινομένου. Ναοί και αρχιτεκτονικά στοιχεία, θυσίες και τελετές, αγώνες, αγάλματα θεών και ηρώων και ένα πραγματικά τεράστιο μυθολογικό πλέγμα συνθέτουν την αρχαία ελληνική θρησκεία. Κάθε ένα από τα παραπάνω αποτελεί ένα ξεχωριστό τομέα αναζήτησης για το σύγχρονο μελετητή. Όμως, το βασικότερο που πρέπει να κατανοήσει κανείς για να προσεγγίσει όσο πιο σωστά γίνεται την αρχαία ελληνική θρησκεία είναι η έννοια που έδιναν οι ίδιοι οι πρόγονοί μας στην πίστη τους.

Αυτό αρχικά μπορεί να επιτευχθεί αν προσπαθήσουμε έστω για λίγο να απαλλαγούμε από τη σύγχρονη θρησκευτική σκέψη. Η θρησκεία είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο και η σημερινή κοινωνία δεν έχει καμία σχέση με την κοινωνία της αρχαιότητας σε συνάρτηση με τη θρησκεία. Οι θεοί των Ελλήνων δεν ήταν δημιουργοί αλλά κομμάτι του κόσμου, ήσαν αθάνατοι αλλά όχι αιώνιοι, είχαν υπεράνθρωπες ικανότητες και ιδιότητες αλλά όχι παντογνώστες ή παντοδύναμοι. Στο Ελληνικό Θεϊκό Πάνθεο υπήρχε ισότιμη παρουσία ανδρικών και θηλυκών οντοτήτων, δεν υπήρχε πουθενά ο λόγος του θεού ή συγκεκριμένος κανόνας θρησκευτικής πίστης, ηθικής ή ζωής, που να επιβλήθηκε από θεούς. Και γενικά οι θεοί ήταν αδιάφοροι προς τα ανθρώπινα. Υπήρχε μία σχέση ανθρώπων θεών, σχέση ανταπόδοσης των ίσων. Αν οι άνθρωποι τους σεβόντουσαν έμπρακτα, τότε και αυτοί ανταπέδιδαν και βοηθούσαν, άρα εξ ορισμού η θρησκεία αυτή ήταν μόνο λατρευτικές-τελετουργικές πράξεις. Υπήρχε επίσης μια εξαιρετική κωδικοποίηση και συμβολισμός στο ποιες ενέργειες ή δυνάμεις αναφέρονταν στη κάθε θεότητα, άρα δεν υπήρχε θέμα πίστης αφού ο συμβολισμός και ο θεός ήταν ένα και το αυτό. Μια άλλη διαφορά του χθες και του σήμερα είναι και η ιδιότητα των θρησκευτικών λειτουργών. Οι ιερείς/ιέρειες συνήθως ήσαν κληρωτοί για έναν χρόνο και δεν υπήρχε ιεραρχία. σε αντίθεση με τους σημερινούς λειτουργούς οι οποίοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Έπειτα οφείλουμε να κατανοήσουμε τη διαφορά ανάμειξης της θρησκείας στη καθημερινή ζωή.

 

Η θρησκεία και η λατρευτική πίστη σήμερα είναι πλέον αποκομμένη από τη μάζα του πλήθους, είναι μια πράξη που ο κάθε ένας επιλέγει αυτοβούλως να συνευρεθεί πνευματικά με το Θείο. Ακριβώς αντίθετα από την αρχαία ελληνική πίστη, όπου η συμμετοχή στα δημόσια λατρευτικά δρώμενα δεν ήταν μόνο δικαίωμα, αλλά και καθήκον. Οι δε παραβάτες ή μη συμμετέχοντες στις τελετές τιμωρούνταν πολύ αυστηρά από την πολιτεία. Υπολογίζεται ότι περίπου 100 μέρες το χρόνο υπήρχε μια δημόσια τελετή ή θυσία που έπρεπε ο πολίτης να συμμετέχει έστω δια της παρουσίας του. Αν υπολογισθούν και οι τοπικές ή δημοτικές ή οικογενειακές λατρείες Θεών και ηρώων, γίνεται κατανοητό ότι οι ελληνικές πόλεις-κράτη αποτελούσαν θρησκευτικά κράτη. Αυτός άλλωστε υπήρξε και μια πρακτική που εφήρμοσε η πολιτεία για να κρατάει σφιχτούς τους δεσμούς της κοινωνίας εν γένει και των τάξεων. Οι πολίτες αναλάμβαναν μαζί θυσίες, συμμετείχαν σε τελετές, αγώνες και εορτές και συναντούσαν ο ένας τον άλλο κατά τις δημόσιες εκδηλώσεις. Έτσι έρχονταν πιο κοντά. Συνεπώς Ορθότερή  θα ήταν η χρήση του όρου ελληνική λατρεία, αντί για ελληνική θρησκεία.

Οι αρχαίοι δεν είχαν κάποιο ιερό βιβλίο που να επιτάσσει τι έπρεπε να πράττει ο κάθε πιστός, όπως οι σύγχρονες μονοθεϊστικές θρησκείες. Δεν υπήρχε ιερατείο που να έχει την δικαιοδοσία να συνομιλεί με το Θεό ή να μιλά εξ ονόματος του. Οι ιερείς και οι ιέρειες, στις πλείστες των περιπτώσεων ήταν απλοί πολίτες που ασκούσαν τα ιερατικά τους καθήκοντα συνήθως με ενιαύσια θητεία. Η λατρεία αυτή μπορούσε να πάρει μορφή μια θυσίας, μιας σπονδής, ενός ναού, ενός αναθήματος (άγαλμα > αγάλλομαι > χαίρομαι- χαίρονταν οι θεοί με την προσφορά) ή γυμναστικών και μουσικής Η θυσία, δημόσια ή ιδιωτική ήταν η κύρια μορφή τελετουργίας και σχέσης ανάμεσα στους Θεούς και στους ανθρώπους.

 Οι ναοί, τα ιερά, τα τεμένη, αποτελούσαν τους ιερούς χώρους συνάντησης του θείου με τον άνθρωπο. Μπορούσαν να είναι οτιδήποτε. Στα πρωιμότερα χρόνια μιλάμε για σπηλιές, ποτάμια, κορυφές βουνών, άλση. Συνεχίζοντας χρονολογικά έχουμε την ύπαρξη βωμών και μικρών αρχιτεκτονικών κατασκευών και κατά την αρχαϊκή και κλασική περίοδο καταλήγουμε στους  σπουδαίους ναούς, πραγματικά μνημεία της αρχιτεκτονικής, της ομορφιάς, των χρωμάτων και της γεωμετρίας, που όλοι γνωρίζουμε και θαυμάζουμε. Στο σημείο αυτό δε πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι ο ναός σ’ αντίθεση με το σήμερα που αποτελεί χώρο συγκέντρωσης, ήταν ο χώρος που στέγαζε το άγαλμα της θεότητας και οι πιστοί εισέρχονταν σ’ αυτόν σπάνια

 Ένα ακόμη «σύγχρονο» λάθος είναι η αναφορά στην αρχαία ελληνική θρησκεία με τον εντελώς παραπλανητικό και λανθασμένο όρο «δωδεκαθεισμός». Στην πραγματικότητα υπάρχει ένας ατελείωτος κατάλογος παλαιότερων και νεότερων Θεών (με βάση τη γενεαλογία τους), κατώτερων θεοτήτων, δαιμόνων, νυμφών, ημίθεων, ηρώων και όλοι αυτοί μαζί είχαν τη δική τους ξεχωριστή λατρευτική θέση, τόσο πρακτικά από την πολιτεία, όσο και προσωπικά κατ’ άτομο. Ξεχωριστό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι οι Θεοί ήταν αναγνωρισμένοι και σεβαστοί από το Πανελλήνιο. Εννοείται πως κάθε περιοχή έδινε βαρύτητα σε κάποια διαφορετική θεότητα ανάλογα με τις ανάγκες της, όμως οι Θεοί έχαιραν ουσιαστικά παντού ίδιας εκτίμησης. Χαρακτηριστικό γεγονός είναι τα επίθετα που έδιναν στις θεότητες ανάλογα με την ιδιότητα με την οποία την επικαλούντο. (παράδειγμα η Αθηνά συναντάτε με πάνω από 40 προσωνύμια: Παλλάδα , Παρθένος, Αφαία, Χαλκίοικος, Νικηφόρα…).

Τέλος αξίζει να σημειωθεί ότι η μελέτη της ελληνικής λατρείας δε μπορεί να  προχωρήσει χωρίς την αποσαφήνιση κάποιων θεμελιωδών εννοιών όπως: δίκαιο, ιερό, αγνό, μιαρό, ευσέβεια και ύβρις. Έννοιες στις οποίες οι αρχαίοι έδιναν μεγάλη βαρύτητα, έστω και αν σήμερα είναι δύσκολη η κατανόηση της σημασίας τους σε πρακτική αξία. Εφόσον η ελληνική πίστη δε βασιζόταν σε κάποιου είδους ιερό βιβλίο ή ιερατείο- αυθεντία, έδινε μεγάλη βαρύτητα σ’ αυτές τις έννοιες που δε μπορούμε με βεβαιότητα να εξηγήσουμε τι αντιπροσώπευαν. Το δίκαιο αφορούσε το να πράττει κανείς με σεβασμό και με βάση τους ηθικούς κανόνες. Ιερά ονομάζονταν οι χώροι λατρείας αλλά και τα λατρευτικά σκεύη ή τα σκεύη που χρησιμοποιούντο κατά τις τελετές. Μιαρό ήταν το μολυσμένο, το αντίθετο του αγνού και του καθαρού. Δεν έχουν μονοσήμαντη ερμηνεία. Το αίμα του θυσιαζόμενου ζώου είναι καθαρό. Το αίμα ενός δολοφονημένου είναι μιαρό και πρέπει να εξαγνιστεί. Το ίδιο και η ευσέβεια και η ύβρις. Αφορούν την τήρηση των ηθικών και θρησκευτικών κανόνων και συμπεριφορών και αποτελούσαν ιδιότητες μεγάλης σημασίας. Οι ευσεβείς άνδρες έχαιραν μεγάλης εκτίμησης, ενώ οι υβριστές τιμωρούνταν παραδειγματικά

 

Πέρα από το δέος και το θάμβος που προκαλεί το θείον, η Ελληνική θρησκευτικότητα εμφανίζεται ως μία ευρύτατη συμβολική κατασκευή, σύνθετη αλλά με συνοχή, που επιτρέπει στη σκέψη, όπως και στο συναίσθημα, να εκδηλώνεται σε όλα τα επίπεδά της, περιλαμβανομένης της λατρείας. Ο μύθος παίζει κι αυτός τον ρόλο του σ’ αυτό το σύνολο, όπως και οι τελετουργικές πρακτικές και οι μορφές με τις οποίες εικονίζεται το θείον. Μύθος, τελετουργία, εικαστική αναπαράσταση, αυτοί είναι οι τρεις τρόποι – λόγος, δράση, εικόνα – μέσω των οποίων δηλώνεται η θρησκευτική εμπειρία των Ελλήνων.

Κάθε Πάνθεον, όπως το Ελληνικό Πάνθεον, προϋποθέτει ένα πλήθος θεοτήτων, κάθε θεότητα έχει το δικό της ρόλο, το δικό της πεδίο, τους ιδιαίτερους τρόπους δράσης της, τη δική της μορφή εξουσίας. Οι θεότητες αυτές, οι οποίες στις μεταξύ τους σχέσεις συγκροτούν μια ιεραρχημένη κοινωνία Θεών, όπου οι ιδιότητες και τα προνόμια αποτελούν αντικείμενο μιας αρκετά αυστηρής κατανομής, αναγκαστικά περιορίζουν η μία την άλλη, ενώ ταυτόχρονα αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν της επιμέρους εκδηλώσεις του ΟΝ.

Το θείον στον Πολυθεϊσμό δεν συνεπάγεται τη μοναδικότητα, αλλά ούτε την και την παντοδυναμία, την παντογνωσία, την αιωνιότητα ή το απόλυτο αλλά στο ΟΝ. Το πλήθος αυτό των Θεών βρίσκεται εντός του κόσμου, αποτελεί μέρος του. Οι Θεοί δεν δημιούργησαν τον κόσμο με μια πράξη η οποία, στη περίπτωση του ενός και μοναδικού θεού, δηλώνει την απόλυτη υπερβατικότητά του ως προς ένα έργο του οποίου η ύπαρξη εκπορεύεται ολοκληρωτικά από αυτόν. Οι Θεοί γεννιούνται από το ΟΝ που αποτελεί τον  κόσμο. Το γένος εκείνων στους οποίους οι Έλληνες αφιερώνουν μια λατρεία, τη λατρεία των Ολύμπιων Θεών, εμφανίζεται ταυτόχρονα με το σύμπαν. Καθώς διαφοροποιείται και ταξινομείται, παίρνει την τελειωμένη μορφή του οργανωμένου κόσμου.

Υπάρχει, επομένως, μέρος του θείου στον κόσμο, όπως υπάρχει μέρος του κοσμικού στις θεότητες. Με τον τρόπο αυτό η λατρεία δεν θα μπορούσε να αναφέρεται σε ένα ον ριζικά υπερκόσμιο, του οποίου ο τρόπος ύπαρξης δεν θα είχε τίποτα κοινό με οτιδήποτε ανήκει στη φυσική τάξη, στο φυσικό σύμπαν, στην ανθρώπινη ζωή, στην κοινωνική ύπαρξη. Αντίθετα, η (πολυθεϊστική) λατρεία μπορεί να απευθύνεται σε κάποια άστρα, όπως η Σελήνη, ή στην Αυγή, στο φως του Ήλιου, στη Νύχτα, σε μια πηγή, σε ένα ποτάμι, σε ένα δένδρο, στην κορφή ενός βουνού, όπως και σε ένα συναίσθημα, ένα πάθος (Αιδώς, Έρως), σε μια ηθική ή νομική έννοια (Δίκη, Ευνομία). Όχι ότι πρόκειται κάθε φορά για θεότητες στην κυριολεξία, αλλά όλες, στον χώρο που τους ανήκει, δηλώνουν το θείον με τον ίδιο τρόπο που παριστάνει την θεότητα το λατρευτικό είδωλο.

Με την παρουσία του σε έναν κόσμο πλήρη Θεών, ο Έλληνας άνθρωπος δεν διακρίνει ως δύο αντίθετους χώρους το φυσικό και το υπερφυσικό. Και τα δύο παραμένουν άρρηκτα συνδεδεμένα. Μπροστά σε κάποια φαινόμενα του κόσμου βιώνει το ίδιο αίσθημα ιερότητας που δοκιμάζει στη συναλλαγή του με τους Θεούς, κατά τις τελετές που τον φέρνουν σε επαφή μαζί τους.

Δεν πρόκειται για μια θρησκεία της φύσης, οι Θεοί των Ελλήνων δεν αποτελούσαν προσωποποιήσεις φυσικών δυνάμεων ή φαινομένων. Είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Ο κεραυνός, η καταιγίδα, οι υψηλές κορυφές δεν είναι ο Δίας, αλλά του Διός. Του Διός που είναι πέραν αυτών, εφόσον τα περικλείει όλα στους κόλπους μιας Δύναμης που αγγίζει πραγματικότητες, όχι πλέον φυσικές, αλλά ψυχολογικές, ηθικές ή θεσμικές. Αυτό που κάνει μια Δύναμη θεότητα είναι το γεγονός ότι συγκεντρώνει υπό την εξουσία της μια πληθώρα «εκδηλώσεων», εντελώς διακριτών για μας, τις οποίες όμως ο Έλληνας οικειοποιείται διότι βλέπει σε αυτές την έκφραση μιας και μόνης εξουσίας που ασκείται στα πιο διαφορετικά πεδία. Αν ο κεραυνός ή υψηλές κορυφές είναι του Διός, αυτό συμβαίνει διότι το ΟΝ το ΕΙΝΑΙ  εκδηλώνεται στο σύνολο του σύμπαντος κόσμου με όλα εκείνα τα στοιχεία που φέρουν την σφραγίδα μιας εμφανούς ανωτερότητας, μιας υπεροχής. Ο Δίας δεν είναι φυσική δύναμη. Είναι άρχων κυρίαρχος, κάτοχος εξουσίας με όλες τις μορφές που αυτή μπορεί να λάβει.

 Ο πολυθεϊσμός των Ελλήνων δεν στηρίζεται σε κάποια «θεϊκή αποκάλυψη».

Η προσκόλληση στη θρησκευτική παράδοση στηρίζεται στη χρήση (στα προγονικά ανθρώπινα έθιμα, τους νόμους). Όπως η γλώσσα, ο τρόπος ζωής, τα έθιμα του φαγητού και της ένδυσης, η στάση και η συμπεριφορά των ανθρώπων στις ιδιωτικές και δημόσιες συναναστροφές τους, έτσι κι η λατρεία δεν έχει ανάγκη άλλη αιτιολόγηση από την ύπαρξή της. Από την στιγμή που οι άνθρωποι την ασκούν, είναι ήδη αιτιολογημένη. Εκφράζει τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες κατάφεραν εξαρχής να οργανώσουν τη σχέση τους με το θείον. Το να αποκλίνουν από αυτό θα σήμαινε αυτομάτως ότι παύουν ξαφνικά να είναι ο εαυτός τους.

Ανάμεσα στο θρησκευτικό από τη μία και το κοινωνικο-ιδιωτικό και πολιτικό από την άλλη, δεν υπάρχει, επομένως, αντίθεση ή ξεκάθαρη τομή, όπως επίσης δεν υπάρχει ανάμεσα σε υπερφυσικό και φυσικό, θεϊκό και κοσμικό. Η Ελληνική θρησκεία δεν συνιστά ένα τμήμα ξεχωριστό, κλεισμένο στα όριά του, το οποίο θα ερχόταν να επιβληθεί πάνω στην οικογενειακή, επαγγελματική, πολιτική ζωή ή πάνω στον ελεύθερο χρόνο των ανθρώπων, δίχως να συγχέεται με αυτά. Αν έχουμε το δικαίωμα να μιλάμε, όσον αφορά την αρχαϊκή και κλασσική Ελλάδα, για «θρησκεία της πόλεως», είναι διότι σε αυτήν το θρησκευτικό περιλαμβάνεται μέσα στο κοινωνικό και, αντίστοιχα, το κοινωνικό, σε όλα τα επίπεδα και στην ποικιλία των εκφάνσεών του, διαποτίζεται από το θρησκευτικό.

Από τα παραπάνω προκύπτουν δύο συνέπειες. Σε αυτόν τον τύπο θρησκείας το άτομο ως άτομο δεν κατέχει κεντρική θέση. Δεν μετέχει στη λατρεία ως πρόσωπο, ως ένα ιδιαίτερο ον υπεύθυνο για τη σωτηρία της ψυχής του. Αναλαμβάνει τον ρόλο που του αναθέτει η κοινωνική του υπόσταση, άρχων, πολίτης, μέλος της φατρίας, γυναίκα ηλικιωμένη, νεαρό άτομο (αγόρι ή κορίτσι) στα διάφορα στάδια της ένταξής του στην ωριμότητα. Θρησκεία που καθιερώνει μια συλλογική τάξη και η οποία ενσωματώνει σε αυτήν, στη θέση που τους αρμόζει, τα διάφορα συστατικά της στοιχεία. Θρησκεία όμως που αφήνει εκτός πεδίου της την μέριμνα για τον καθένα ξεχωριστά ως πρόσωπο, την πιθανή αθανασία του, την μοίρα του πέραν του θανάτου.

Ακόμα και στα μυστήρια, όπως για παράδειγμα στα Ελευσίνια μυστήρια, όπου οι μυημένοι λαμβάνουν από κοινού την υπόσχεση για μια καλύτερη τύχη στον Άδη, δεν ασχολούνται με την ψυχή, δεν υπάρχει τίποτα που να φανερώνει έναν προβληματισμό γύρω από τη φύση της ψυχής ή μια σειρά πνευματικών ασκήσεων για τον εξαγνισμό της.

O πιστός δεν συνάπτει, επομένως, μια προσωπική σχέση με την θεότητα. Ένας Θεός υπερβατικός, ακριβώς επειδή βρίσκεται εκτός του κόσμου τούτου, μακριά από την επίγεια ζωή, μπορεί να βρει στα βάθη της ψυχής κάθε πιστού, αν η ψυχή του έχει κατάλληλα προετοιμαστεί από την θρησκεία, έναν χώρο πρόσφορο για επαφή και επικοινωνία. Οι Θεοί των Ελλήνων δεν είναι πρόσωπα αλλά Δυνάμεις. Η λατρεία τούς αποδίδει τιμές επειδή ακριβώς δεν κατέχουν μια θέση απόλυτης υπεροχής. Αν και ανήκουν στον ίδιο κόσμο με τους θνητούς, αν κι έχουν κατά κάποιον τρόπο κοινή την καταγωγή τους, αποτελούν ένα γένος, που απαλλαγμένο από όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά, τα συνοδεύοντα τα θνητά όντα – αδυναμία, μόχθους, πάθη, αρρώστιες, θάνατο -, δεν ενσαρκώνει το απόλυτο ούτε το αιώνιο, αλλά το σύνολο των αξιών που αποτελούν τα αγαθά της ύπαρξής μας πάνω σ’ αυτήν την γη, την ομορφιά, τη δύναμη, την αιώνια νεότητα, μια ζωή γεμάτη δόξα και λαμπρότητα. Γι’ αυτό και στην ελληνική μυθολογία αναφέρεται, ότι πολλές φορές οι έλληνες πολεμούσαν τους θεούς

 Το να λέει κανείς ότι η σφαίρα του πολιτικού είναι διαποτισμένη από το θρησκευτικό στοιχείο, ισοδυναμεί με το να αναγνωρίζει ταυτόχρονα, ότι και η σφαίρα του θρησκευτικού είναι συνδεδεμένη με το πολιτικό στοιχείο. Κάθε αξίωμα έχει έναν χαρακτήρα ιερό, αλλά και κάθε ιερατικό αξίωμα προέρχεται από την κοσμική εξουσία. Αν οι Θεοί είναι Θεοί της πόλεως, εντούτοις είναι η συνέλευση του λαού που έχει τον πρώτο λόγο στη διοίκηση των Ιερών, των υποθέσεων δηλαδή που αφορούν τους Θεούς, όπως και τη διοίκηση των ανθρώπων. Αυτή είναι που καθορίζει το θρησκευτικό ημερολόγιο, που εκδίδει νόμους οι οποίοι ρυθμίζουν τα Ιερά, που αποφασίζει για την διοργάνωση των εορτών, για τη διοίκηση των Ναών, για την προσφορά των Θυσιών, για την ένταξη νέων Θεών, καθώς και για τις τιμές που πρέπει να τους αποδοθούν.

Ακόμα και κατά τον 6ο και 5ο αιώνα π.χ., όταν η επίσημη λατρεία κυριαρχεί στο σύνολο της θρησκευτικής ζωής των πόλεων, δεν απουσιάζουν από κοντά της, στις παρυφές της, τάσεις λίγο ως πολύ περιθωριακές με προσανατολισμό διαφορετικό. Η ίδια η θρησκεία της πόλεως, αν και υπαγορεύει τις θρησκευτικές συμπεριφορές, δεν μπορεί να διασφαλίσει πλήρως την κυριαρχία της παρά παραχωρώντας, μέσα στους κόλπους της, έναν χώρο στις μυστηριακές λατρείες και ενσωματώνοντας, για να συμπεριλάβει και αυτήν, μια θρησκευτική εμπειρία όπως είναι η διονυσιακή λατρεία, της οποίας το πνεύμα είναι τελείως αντίθετο από το δικό της.

Ο Τριπτόλεμος δέχεται σπόρους σιταριού από τη Δήμητρα και ευχές από την Περσεφόνη

Μετά από αυτή την μερική ανάλυση των εννοιών που αφορούν την θρησκεία των Ελλήνων, γίνεται κατανοητή η πολυπλοκότητα και η πολυσημία του αντικειμένου και το εύρος των θεμάτων που μπορεί κανείς να μελετήσει. Και πάλι, με κάθε επιφύλαξη διότι ποτέ δε θα μπορέσουμε να φτάσουμε στην πλήρη κατανόηση των γεγονότων και της σημασίας τους.