««Ηρωικός», Γάλλος Δον Ζουάν για γέλια, το Sicario Νο 2 και μια Αγκάθα Κρίστι για σασπένς»: οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Απόψε, σκέφτηκα να γράψω για σινεμά, έχοντας παρεάκι αυτό το πραγματικά θαυμάσιο μουσικό άκουσμα, που ονομάζεται Michael Kiwanuka (προφέρεται: Μάικλ Κιγουανιούκα). Ο 31χρονος Αφρο-άγγλος τα τελευταία χρόνια σαρώνει με τις μελωδίες του. Βραβευμένος μουσικός, στιχουργός, είναι από τις προτάσεις του μουσικού στερεώματος που λες αβίαστα, ότι το κύρος του παλιού ανταμώνει τον σεβασμό και την έμπνευση του σύγχρονου. Ο Μάικλ είναι ξεχωριστός καλλιτέχνης, βαθιά ονειροπόλος, αισθαντικός, άψογος μουσικός, καθαρή, βαθιά φωνή, ενώ τα στιχάκια και οι μελωδίες του ανασύρουν γόνιμα μια εποχή, που ιστορικά έχει καταγραφεί ως η απόλυτη ολοκλήρωση στο πεντάγραμμο της rock & soul. Τον ακούς και θαρρείς, πως παίζει μαύρη φολκ με τον Ρίτσι Χέιβενς ή μεταμορφώνεται σε frontman του Μάρβιν Γκέι, του Ότις Ρέντινγκ, των Temptations, των War και του Κέρτις Μέιφιλντ, παίρνοντας μέτρο στις μπαλάντες του Βαν Μόρισον. Ο υπέροχος chieftain Μάικλ Κιγουανιούκα, γεννημένος στην υποβαθμισμένη περιοχή Μάσγουελ Χιλ του βορινού Λονδίνου, κατάφερε να πλέξει το δικό του μαγικό χαλί και να απογειωθεί από την ανέχεια με κατεύθυνση τον γαλαξία της αναγνώρισης, συν-ταξιδεύοντας με τον ομόσταυλo, τον επίσης, εκπληκτικό, Αμερικανό jazz rock performer Κέρτις Χάρντιγκ (Curtis Harding). Καύσιμο του Μάικλ είναι η soul music των πολλών οκτανίων και η πορεία του γλιστρά, προσανατολισμένη με ακρίβεια, στην καθρεπτίζουσα επιφάνεια των υγρών, μαύρων δρόμων της Motown και της Atlantic records, πάντα, με αυθεντικά όργανα, μίλια μακριά από τον απροσάρμοστο, παραμορφωμένο, ψηφιακό ήχο των νέων μουσικών συνόλων της στιγμιαίας επιτυχίας. Ο Μάικλ ήρθε για να μείνει και να γράψει το προσωπικό του οκτάστηλο στην εφημερίδα των εξαιρετικών μουσικών. Άλλωστε η Αγγλία παραμένει η μεγάλη «μουσικομάνα», όπως και η Ιρλανδία, με τα αμέτρητα κρυφά, μουσικά χαρτιά. Καθώς αναφέρουμε την Ιρλανδία, ο  Μάικλ Κιγουανιούκα, που μοσχοβολά μαύρο ρόδο, θα σας θυμίσει έντονα εκείνον τον φανταστικό και πληθωρικό Ιρλανδό, τραγουδισταρά, τον Άντριου Στρονγκ, από την ταινία του Άλαν Πάρκερ «The Commitments» (1991). Με την μόνη διαφορά, ότι εδώ ο Μάικλ κέρδισε το όνειρο του. Συντροφιά, λοιπόν, με την μουσική του Μάικλ Κιγουανιούκα ας μιλήσουμε για σινεμά…. Ταιριάζει!           

«Καρδιοκατακτητής»

(Le Retour du Heros)

 

  • Είδος: Ερωτική κομεντί εποχής
  • Σκηνοθεσία: Λοράν Τιράρ
  • Με τους: Ζαν Ντιζαρντάν, Μελανί Λοράν, Νοεμί Μερλάντ
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Καλή γαλλική κωμωδία έχω να απολαύσω από το 2008 και την ταινία «Είναι Τρελοί Αυτοί Οι Βόρειοι». Παραδοσιακά η χώρα, δημιούργησε την δική της, ξεχωριστή σχολή στο δροσερό λιβάδι του κινηματογραφικού γέλιου, αγγίζοντας προσεκτικά τις ακμές της μπαλαφάρας, αλλά και της σάτιρας με αξέχαστους πρωταγωνιστές, ξεκινώντας από τον εκπληκτικό Φερνάν Ζοζέφ Ντεζιρέ Κονσταντέν, κατά κόσμο Φερναντέλ, τον πολυσχιδή, άηχο Ζακ Τατί, την ήρεμη δύναμη Αντρέ Ραιμπούρ, γνωστό και ως Μπουρβίλ, τον εκφραστικό Λουί ντε Φινές, έως τον τελευταίο της μεγάλης φουρνιάς κωμικών, τον ξανθό Πιέρ Ρισάρ, ο οποίος ακόμα παίζει. Έπειτα από αυτό το τσουνάμι κωμικών ηθοποιών και ταινιών γέλιου η γαλλική κωμωδία είτε χάθηκε από το πρώτο κινηματογραφικό πλάνο, είτε άρχισαν οι χαζομάρες με αποτέλεσμα το είδος να ξεπέσει. Ελάχιστες είναι πια οι γαλλικές κωμωδίες καταστάσεων, που κινούνται ευπρεπώς στην ηθογραφία, παντρεύοντας το αστείο με τις γελοίες και παρατραβηγμένες συνήθειες των μπουρζουά. Εδώ υπάρχει ένα απλό σκαρίφημα με ένα ευχάριστο κινηματογραφικό ντουέτο ανδρός γυναικός, που ρέει σαν επιτραπέζιος οίνος. Δηλαδή πίνεται αλλά δεν είναι «τετραετούς ωρίμανσης».

Στην Γαλλία του 19ου αιώνα και συγκεκριμένα το 1809 ο γοητευτικός, νάρκισσος, επιπόλαιος και καπάτσος λοχαγός Νεβίλ (Ζαν Ντιζαρντάν – καλός) ζητάει από τους οικονομικά εύρωστους γονείς να νυμφευθεί την μια από τις δυο θυγατέρες τους, την χαζοχαρούμενη κόρη τους, την νεαρή Πολίν (Νοεμί Μερλάντ – καλή). Οι γονείς ευχαριστημένοι από την επιθυμία του σπουδαίου λοχαγού αποδέχονται την πρόταση και πριν ακόμα γίνουν οι αρραβώνες το στρατιωτικό καθήκον καλεί τον Νεβίλ στο μέτωπο των ναπολεόντειων πολέμων εναντίων των Αυστριακών. Δίνει υπόσχεση καρδιάς στην αφελή Πολίν, πως κάθε ημέρα θα της γράφει, υπόσχεση που, φυσικά, ο λοχαγός δεν την τηρεί με συνέπεια η ερωτευμένη νεαρά να πέσει σε βαθιά μελαγχολία. Ένα βαρύ κρυολόγημα σε συνδυασμό με την κατάθλιψη η Πολίν κινδυνεύει να πεθάνει και γράμμα δεν λαμβάνει. Η μεγαλύτερη σε ηλικία αδελφή της, η σκεπτόμενη και απελευθερωμένη, η ολίγον φεμινίστρια και κατά των αστικών συνηθειών Ελιζαμπέθ (Μελανί Λοράν – πολύ καλή), γνωρίζοντας τι κουμάσι είναι λοχαγός, για να σώσει την αδελφή της από τον θάνατο, γράφει γράμμα ως Νεβίλ και το διαβάζει στην ερωτοχτυπημένη Πολίν, η οποία, ω του θαύματος, συνέρχεται αμέσως. Αρχίζει μια αλληλογραφία, που τις απαντήσεις τις συντάσσει η Ελιζαμπέθ, φτιάχνοντας στα μάτια της Πολίν έναν ηρωικό λοχαγό, που τελικά πέφτει νεκρός στην μάχη, γνωρίζοντας, ότι ο Νεβίλ δεν πρόκειται ποτέ να εμφανιστεί. Η Πολίν το παίρνει απόφαση, πως ο αγαπημένος της λοχαγός σκοτώθηκε ηρωικά σε μια μάχη κάπου στην Ασία και παντρεύεται έναν γλυκανάλατο τύπο για να φτιάξουν οικογένεια. Ο λοχαγός είναι όμως ζωντανός, λιποτάκτης και ως άξεστος ρακένδυτος γυρολόγος εμφανίζεται στην πόλη. Η Ελιζαμπέθ προσπαθεί να τον κρατήσει μακριά από την αδελφή της, αλλά ο Νεβίλ παίρνει τα πάνω του και επιστρέφει στο σατό λαμπερός, φορώντας την στολή του όχι για να διεκδικήσει την Πολίν, αλλά για να παίξει τον ρόλο του ήρωα και του επιχειρηματία, όπως τον παρουσίαζε στα γράμματα της η Ελιζαμπέθ. Χαίρει εκτιμήσεως από την κοινότητα των μεγαλοαστών, κερδίζει χρήματα από ανύπαρκτα ορυχεία που αραδιάζει στους αδαείς και η Ελιζαμπέθ είναι έτοιμη να μαρτυρήσει σε όλους το ψέμα όταν ο λοχαγός ζητάει από τον πατέρα της να την κάνει γυναίκα του.

Απλή, λιτή ως παραγωγή ακόμα και αν είναι ταινία ιστορικής περιόδου, ένα σατό (οι Γάλλοι έχουν άπειρα από αυτά) καμιά εξηνταριά κοστούμια, μερικά αλογάκια και δυο άμαξες και να μια κωμωδία με φόντο τον 19ο αιώνα. Ο Γάλλος σκηνοθέτης Λοράν Τιράρ των ταινιών του «Μικρού Νικόλα», της κομεντί «Στάσου στο Ύψος σου» και του αποτυχημένου «Αστερίξ και Οβελίξ στην Βρετανία» σκοράρει στην καλή κινηματογραφική χημεία ανάμεσα στον ωραίο και οσκαροβραβευμένο Ζαν Ντιζαρντάν («The Artist», «Στάσου στο Ύψος σου») και στην επίσης γοητευτική  Μελανί Λοράν («Άδωξοι Μπάσταρδη», «Η Συμμορία των Μάγων», «Ο Άνθρωπος Αντίγραφο», «Οι Πρωτάρηδες»). Με μισή ντουζίνα από έξυπνες σεκάνς που τραβούν το γέλιο από το υπογάστριο και το υπερβολικό έως το, σύνηθες αλά γαλλικά, παρατραβηγμένο στο στόρι η ταινία δημιουργεί μια ευχάριστη, τελος πάντων, ατμόσφαιρα που στέκεται ασάλευτη στην πρώτη στοιβάδα της επιδερμίδας, δίχως διάθεση να πάει παρακάτω…. avec ta sante!                 

«Sicario 2: Η Μάχη των Εκτελεστών»

(Sicario: Day of the Soldado)

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Στέφανο Σόλιμα
  • Με τους: Τζος Μπρόλιν, Μπενίσιο Ντελ Τόρο, Τζέφρι Ντόνοβαν, Κάθριν Κίνερ, Ιζαμπέλα Μόνερ, Ελάιτζα Ροντρίγκεζ
  • Διάρκεια: 122’
  • Διανομή: Spentzos Films

Η πένα του ηθοποιού Τέιλορ Σέρινταν ντεμπουτάρισε στην μεγάλη οθόνη με το εξαιρετικό σενάριο του «Sicario Ο Εκτελεστής» του 2015, που ο αριστουργηματικός σκηνοθέτης Ντενί Βιλνέβ το απογείωσε στους επτά ουρανούς. Μια ταινία που δένει τα σωθικά σου κόμπο όσες φορές κι αν την δεις. Ιστορία πνιγμένη στην βία καταφέρνει να λειτουργεί εσωτερικά και η υποβλητική ατμόσφαιρα του Βιλνέβ σε οδηγεί στα άκρα, κινηματογραφώντας τον Μπενίσιο Ντελ Τόρο ως πραγματικό, κατάμαυρο άγγελο του θανάτου, υπνωτισμένο από το μίσος, απονευρωμένο από τον θυμό, άλαλο από την οργή, ώριμο και κατασταλαγμένο μόνο για την εκδίκηση και τον θάνατο. Η δε φιγούρα της Έμιλι Μπλάντ στον φακό του Βιλνέβ στραπατσάρει με ορμή κάθε τι το ηθικό, το νόμιμον και το ανιδιοτελές. Η ταινία έγραψε εποχή, καταξιώνοντας ως σεναριογράφο με ουσία και ζουμί τον Σέρινταν, κάτι που το απέδειξε αμέσως μετά, γράφοντας το σενάριο στις υπέροχες ταινίες: «Πάση Θυσία» (φανταστική, τοποθετήθηκε στις 12 καλύτερες δικές μου της περσινής χρονιάς) και «Στα Ίχνη του Ανέμου». Η εμπορική επιτυχία του πρώτου «Sicario», εύλογο ήταν να φέρει το δεύτερο μέρος πάλι με τον Ντελ Τόρο στον ρόλο του εκτελεστή Αλεχάντρο, τον Τζος Μπρόλιν στον ρόλο του πράκτορα, δίχως όμως τον Βιλνέβ στο σκηνοθετικό τιμόνι, αλλά τον Ρωμαίο σκηνοθέτη Στέφανο Σόλιμα του καλού μαφιόζικου φιλμ «Suburra» (2015) και της πετυχημένης τηλεοπτικής σειράς «Gomorra» με τις ιστορίες του συνδικάτου του εγκλήματος. Όμως ο Σόλιμα είχε δύσκολο έργο να φέρει σε πέρας και ως η τρίτη επιλογή (πρότειναν ξανά στον Βιλνέβ να αναλάβει το sequel αλλά αρνήθηκε λόγω σκηνοθεσίας της «Άφιξης» και του «Blade Runner 2049», έπειτα στον Τζέρεμι Σόνιρ, που είχε εμπλοκή λόγω γυρισμάτων άλλης ταινίας) τουλάχιστον θα έπερεπε να φτάσει κάπως τον πήχη που είχε σηκώσει στον Θεό ο προκάτοχος του. Ο Βιλνέβ ό,τι είχε να δώσει το έδωσε στο πρώτο μέρος και ορθώς έπραξε που δεν ανέλαβε την συνέχεια. Η ταινία ήταν ήδη ψηλά στο ράφι, «πουσαρισμένη» στην θρίλερ – αστυνομική ατμόσφαιρα όσο δεν γίνεται και τίποτα παραπάνω δεν χωρούσε ως καινούργια ματιά. Έτσι, οι παραγωγοί αφοσιώθηκαν στο καλό σενάριο του Τέιλορ Σέρινταν και ο  Στέφανο Σόλιμα το εμπλούτισε με την απαραίτητη ακρότητα στην σφαίρα της βίας και το άφθονο αίμα, πετώντας μπροστά πάλι τον Ντελ Τόρο, λιγότερο σιωπηλός, περισσότερο βίαιος, καθόλου φοβικός. Η ταινία έχει τις ενδιαφέρουσες στιγμές της, η σκηνοθεσία είναι καλή στο σύνολο της, όμως, ως δεύτερο μέρος μπαίνει στην ντάνα της μια από τα ίδια του είδους.

Τζιχαντιστές εισβάλλουν στην Αμερική, μέσω του Μεξικού και της παράνομης λαθρομετανάστευσης (ουπς… ο Ντόναλντ χαμογελάει εδώ), όπου προκαλούν βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας σε δημόσιους χώρους με δεκάδες νεκρούς, Αμερικανούς πολίτες. Το υπουργείο άμυνας θέλοντας να σταματήσει το κακό ανακαλύπτει, ότι τους «πολεμιστές» της Τζιχάντ τους βοηθάει το καρτέλ της κόκας και συγκεκριμένα ένας δυνατός ναρκοβαρώνος εν ονόματι Ρέγιες, που κρύβεται καλά από τα περίεργα «μάτια» της δίωξης. Οι μυστικές υπηρεσίες ενεργοποιούν τον σκληρό πράκτορα με τις ανορθόδοξες μεθόδους Ματ Γκράβερ (Τζός Μπρόλιν – καλός) για να συλλάβει τον «βαρώνο» και να τον εκτελέσει επιτόπου με συνοπτικές διαδικασίες. Ο Ματ έχει άφθονα κονδύλια και το ελεύθερο από τον Γ. Γραμματέα εθνικής άμυνας για να φτιάξει την δική του σούπερ ομάδα, όπου προσλαμβάνει και τον sicario, Αλεχάντρο (Μπενίσιο Ντελ Τόρο – καλός) για να τον βοηθήσει στις επιχειρήσεις του Μεξικού. Το σχέδιο είναι να απάγουν την έφηβη θυγατέρα του ναρκοβαρώνου, την τσαμπουκαλού Ιζαμπέλ Ρέγιες (Ιζαμπέλα Μόνερ – καλή) και να βάλουν τα δυο μεγάλα καρτέλ να φαγωθούν μεταξύ τους, ώστε ο βαρώνος να ξετρυπώσει από το καβούκι του και να τον σκοτώσουν. Το καρτέλ, ανάμεσα στις διάφορες παράνομες δραστηριότητες τους, ασχολείται οργανωμένα και με την μεταφορά λαθρομεταναστών από το Μεξικό στο Τέξας, έχοντας την βοήθεια ενός Αμερικανομεξικανού έφηβου που γνωρίζει σαν την παλάμη του τα υγρά και ακίνδυνα περάσματα του Ρίο Γκράντε. Εν τω μεταξύ το σχέδιο του Ματ προδίδεται, κι έπειτα από μια αιματηρή εμπλοκή, πουλημένων στο εχθρικό καρτέλ, Μεξικανών αστυνομικών και Αμερικανών πρακτόρων σε μεξικανικό έδαφος, ο sicario διαφεύγει με την νεαρή Ιζαμπέλ και ο Αμερικανός Γ. Γραμματέας για να μην εκτεθεί διεθνώς ακυρώνει την αποστολή, δίνοντας ρητή εντολή στον Ματ και την ομάδα του να εξολοθρεύουν τον sicario Αλεχάντρο και το κορίτσι, ώστε να μην υπάρχουν μάρτυρες. Ο εκτελεστής και η κόρη Ρέγιες είναι πια φυγάδες, που πρέπει να γλυτώσουν από τους Αμερικανούς και από τους εκτελεστές των καρτελ. Υπάρχει πλοκή, υπάρχει δράση και αγωνία, αξιοπρεπείς και οι ερμηνείες, απουσιάζει η άσβεστη σπίθα της διαφορετικότητας. Ετοιμαστείτε, πάντως, πληροφορίες λένε, ότι ετοιμάζεται και το Sicario νούμερο 3.             

«Δέκα Υποπτοι για Φόνο»

(Crooked House)

 

  • Είδος: Μυστηρίου
  • Σκηνοθεσία: Ζιλ Πακέ- Μπρενέρ
  • Με τους: Γκλεν Κλόουζ, Τέρενς Σταμπ, Μαξ Άιρονς, Στέφανι Μαρτίνι, Τζούλιαν Σαντ, Τζίλιαν Άντερσον, Κρίστινα Χέντρικς
  • Διάρκεια: 117’
  • Διανομή: Seven Films

Βασισμένο σε ένα ακόμα μυθιστόρημα της «βασίλισσας» του αστυνομικού μυστηρίου, Αγκάθα Κρίστι με τον πρωτότυπο τίτλο: «Crooked House» («Αράχνες στη Σοφίτα» είναι ο ελληνικός από τις εκδόσεις Λυχνάρι), όχι τόσο διαδεδομένο, όσο τα υπόλοιπα, λόγω του διαφορετικού στυλ της συγγραφέως, που μάλιστα, οι εκδότες της την παρακαλούσαν να αλλάξει το φινάλε, αλλά η Αγκάθα ήταν ανένδοτη. Είδε το φως της έκδοσης το 1949. Και για μην χαλάσει η συνταγή, που θέλει τα βιβλία της Κρίστι να μεταφέρονται στην μεγάλη οθόνη από καλούς ηθοποιούς, εδώ έχουμε από Γκλεν Κλόουζ, Τζίλιαν Άντερσον έως Τέρενς Σταμπ και Τζούλιαν Σαντς. Δυστυχώς, παρά τα καλά υλικά και την «κριστι-φοβική» ατμόσφαιρα, το φιλμ κάθεται στο φούρνισμα σαν αποτυχημένο σουφλέ, λόγω υπερβολικού ψησίματος.

 Μεταπολεμική Αγγλία και ο κροίσος Ελληνο-Άγγλος Αριστείδης Λεωνίδης  βρίσκεται νεκρός κάτω από ύποπτες συνθήκες. Μετανάστης από την Ελλάδα, κατόρθωσε να δημιουργήσει μια τεράστια περιουσία και μια οικογένεια στην οποία συμπεριφερόταν ως ο απόλυτος πατριάρχης. Η εγγονή του Σοφία (Στέφανι Μαρτίνι – καλή), προσλαμβάνει τον πρώην διπλωμάτη και νυν ιδιωτικό ντετέκτιβ Τσαρλς Χέιγουορντ (Μαξ Άιρονς – αδιάφορος), πρώην εραστή της, με πατέρα σημαίνον πρόσωπο των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, να πάει στην οικογενειακή έπαυλη και να ερευνήσει την υπόθεση. Όταν καταφτάνει στην έπαυλη, ο Τσαρλς ανακαλύπτει τρεις γενιές της δυναστείας Λεωνίδη και μια δηλητηριώδη ατμόσφαιρα πικρίας, δυσαρέσκειας και ζήλιας. Σε ένα σπίτι γεμάτο με κίνητρα, ενδείξεις και ύποπτους, ο ντεντέκτιβ θα πρέπει να ανακαλύψει τον δολοφόνο πριν εκείνος «κτυπήσει» ξανά.

Βλέποντας την ταινία του Γάλλου Ζιλ Πακέ- Μπρενέρ («Σκοτεινός Τόπος», 2015) το πρώτο που νοιώθεις είναι αμηχανία όχι γιατί δεν γνωρίζεις τον δολοφόνο, αλλά διότι ο ήρωας ντεντέκτιβ δεν κάνει τίποτα απολύτως. Δεν διαθέτει την γριφώδη ευφυΐα του Πουαρό, ούτε την νοικοκυρίστικη επιμονή της Μαρλπ. Περιφέρεται από δωμάτιο σε όροφο και από σπίτι σε γραφείο, αφήνοντας το έγκλημα ορφανό να ανακαλύψει τον εαυτό του. Δεν έχω διαβάσει το συγκεκριμένο βιβλίο της Κρίστι, αλλά «θεία» Άγκαθα, σίγουρα δεν φέρνει τούτο το δημιούργημα του Γάλλου. Εν τω μεταξύ οι πολύ καλοί ηθοποιοί μπαίνουν σε ένα βρετανικό over acting με στόμφο και περισπούδαστο, σεξπιρικό ύφος που δεν ξέρεις τι να κάνεις, να γελάσεις ή να κλάψεις, διάολε; Ακόμα και ο υπέροχος Τέρενς Σταμπ, που προσφέρει κάποιες δροσερές ανάσες χιούμορ δεν σώζει την κατάσταση. Ούτε η Κλόουζ, που ενώ υποδύεται μια σημαντική φιγούρα της υποθεσης, υπήρχαν στιγμές που νόμιζα ότι έβλεπα την Κρουέλα Ντεβίλ από τα 101 Σκυλιά της Δαλματίας. Εν τω μεταξύ το μοντάζ και η δομή του σεναρίου είναι απελπιστικά ασυντόνιστα, σφύζουν από απειρία και η όποια ατμόσφαιρα μυστηρίου τείνει να δημιουργηθεί καταρρέει αμέσως σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.    

«Ο Γίγαντας»

(Handia)

 

  • Είδος: Κοινωνικό εποχής
  • Σκηνοθεσία: των Αϊτόρ Αρέγκι και Τζον Γκαράνιο
  • Με τους: Ραμόν Αγκίρε, Ινίγκο Αρανμπούρου, Ινίγκο Αζπιτάρντε
  • Διάρκεια: 114’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: 10 βραβεία Goya Awards 2018, μεταξύ των οποίων αυτά του Σεναρίου και της Ανδρικής Ερμηνείας – Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν

Βόρεια Ισπανία, 1843. Ο νεαρός Μαρτίν, επιστρέφοντας στο σπίτι του μετά τον πόλεμο, πληγωμένος και ηττημένος, βρίσκει τον αγαπημένο του αδελφό, Χοακίν, να έχει μεγαλώσει τόσο που μοιάζει με αληθινό γίγαντα. Για να βοηθήσουν την οικογένειά τους, οι δυο τους, ξεκινούν μια ριψοκίνδυνη περιπέτεια, στην οποία ο γιγαντιαίος Χοακίν γίνεται νούμερο σε τσίρκο και δίνει παραστάσεις σε πλατείες, θέατρα και αυλές πλουσίων σε όλη την Ευρώπη. Όμως, σύντομα αντιλαμβάνονται πως ο χώρος του θεάματος είναι γεμάτος προκλήσεις, ψέματα και προδοσία. Βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, «ο Γίγαντας» είναι ένα συγκινητικό δράμα για την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων σε μια εντυπωσιακή αναπαράσταση της Ευρώπης του 19ου αιώνα.

Οι σκηνοθέτες της ταινίας, Αϊτόρ Αρέγκι και Τζον Γκαράνιο αναφέρουν: Τι θα έκανες αν ανακάλυπτες στα 20 σου πως δεν έχει σταματήσει η ανάπτυξή σου και πως πιθανόν να μην σταματήσει ποτέ; Πώς θα αντιμετώπιζες εσύ την κατάσταση και πώς θα την αντιμετώπιζαν οι δικοί σου άνθρωποι; Τι γίνεται στην περίπτωση που αυτό που σε κάνει φρικιό είναι ταυτόχρονα και το μόνο πράγμα που μπορεί να βοηθήσει την οικογένειά σου οικονομικά; Σε τι βαθμό θα ήσουν διατεθειμένος να θυσιάσεις τον εαυτό σου; Αυτό ακριβώς αποτελεί τον κεντρικό άξονα της ταινίας: πώς δύο αδέλφια κατάφεραν να μετατρέψουν μια ασθένεια σε επαγγελματική ευκαιρία ώστε να στηρίξουν την οικογένειά τους, και τι χρειάστηκε να θυσιάσουν σε προσωπικό επίπεδο για να πετύχουν τον στόχο τους. Η ταινία δείχνει την περίπλοκη σχέση ανάμεσα σε δύο αδελφούς, οι οποίοι θα πρέπει να ανταπεξέλθουν όχι μόνο στις σωματικές ή συναισθηματικές αλλαγές που βιώνουν αλλά και στις αλλαγές του κοινωνικού περιβάλλοντος.