fbpx

«Ζωή και Θάνατος της Ψυχής»: γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

 Όπως έχουμε αναφέρει σε προηγούμενες δημοσιεύσεις κειμένων μου υπάρχουν διάφορες θεωρίες περί της δημιουργίας και προελεύσεως της ψυχής. Η πρώτη είναι εκείνη «περί της προϋπάρξεως των ψυχών. Η θεωρία αυτή έχει διατυπωθεί από τον αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο  Πλάτωνα, ο οποίος έλεγε ότι η ψυχή ανήκει στον κόσμο των ιδεών, επομένως προϋπάρχει του σώματος των ανθρώπων. Κάθε σώμα, λοιπόν, το οποίο δημιουργείται, κάθε νέος άνθρωπος ο οποίος γεννιέται, παίρνει μία από τις υπάρχουσες, πριν από τη γέννησή του, ψυχές, ενώνεται με αυτή την ψυχή και, ταυτόχρονα, η ψυχή φυλακίζεται και αιχμαλωτίζεται μέσα στο σώμα Ενώ, λοιπόν, η ψυχή είναι στοιχείο του κόσμου των ιδεών, γίνεται αιχμάλωτο στοιχείο του υλικού κόσμου μέσα στον οποίο είναι καταδικασμένος να ζει ο άνθρωπος. Γι’ αυτό και επιζητεί την αποδέσμευσή της από τα δεσμά της ύλης, πράγμα που γίνεται με τον θάνατο, πηγαίνοντας σε άλλο σώμα. Επομένως, η μετενσάρκωση έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία.

Οι Χριστιανοί, βεβαίως, απορρίπτουν την θεωρία της προϋπάρξεως των ψυχών, που έρχεται σε ευθεία αντίκρουση και σύγκρουση με αυτά που διδάσκει η Αγία Γραφή. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης λέγει χαρακτηριστικά: «Μίαν και την αυτήν ψυχής τε και σώματος αρχήν της συστάσεως οίεσθαι», που σημαίνει ότι εμείς πιστεύουμε ότι σώμα και ψυχή ταυτόχρονα δημιουργούνται και απαρτίζουν την υπόσταση του ανθρώπου, άρα δεν προϋπάρχει η ψυχή πριν από το σώμα ώστε να παίρνει το σώμα μία ψυχή από τις πολλές.

Μία δεύτερη θεωρία περί της προελεύσεως των ψυχών είναι αυτή της μεταφυτεύσεως της ψυχής. Σύμφωνα με αυτή, η ψυχή την οποία λαμβάνει το νήπιο όταν γεννιέται είναι απλή μεταφύτευση της ψυχής των γονέων του. Αυτή τη θεωρία πρέσβευαν και δίδασκαν οι επικούρειοι Έλληνες φιλόσοφοι και ορισμένοι Χριστιανοί αιρετικοί. Όμως, η Ορθόδοξη Χριστιανική διδασκαλία διδάσκει ότι κατά την σύλληψη του ανθρώπου ο Θεός εμφυσά την πνοή της ζωής στον άνθρωπο, δηλαδή την ψυχή. Δεν είναι η ψυχή καρπός του ανδρογύνου αλλά δημιούργημα του Θεού. Ας ξαναγυρίσουμε, όμως, στους προχριστιανικούς λαούς για να δούμε τι πρέσβευαν για το θέμα του θανάτου και της ψυχής.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης
Όμηρος

Ο Όμηρος διαχωρίζει την ψυχή (από το ρήμα ψύχω > πνέω – αναπνέω) σε κυρίως ψυχή (ζωή -ανάσα – πνοή) και σε θυμό που είναι η ψυχή μας ως φορέας ψυχικών και πνευματικών ιδιοτήτων. Κατά τον Όμηρο, το σώμα είναι ο άνθρωπος καθαυτόν, που φθείρεται με τον θάνατο. Η ψυχή μετά θάνατον γίνεται σκιά ωχρή, χωρίς αξία, που πλανάται στον Άδη κι ύστερα εξανεμίζεται, χάνεται. Επίσης καλεί τον θάνατον αδελφό του ύπνου. Ο θάνατος θεωρείται, δηλαδή, ένας αλλού είδους ύπνος. Εξυπονοείται με αυτήν την παρομοίωση η αθανασία της ψυχής ότι, δηλαδή, ο άνθρωπος πεθαίνει κατά το υλικό του στοιχείο και όχι κατά το πνευματικό. Κατά τον Όμηρο, μόνο η παρούσα ζωή έχει αξία. Ο θάνατος δε, γι’ αυτό τον λόγο είναι μέγα κακόν διότι αφαιρεί από τον άνθρωπο την δυνατότητα να απολαύσει αυτή τη ζωή. Μετά δε τον θάνατο, ο άνθρωπος οδηγείται σε πλήρη εξαθλίωση. Με τον θάνατο η ψυχή του ανθρώπου απελευθερώνεται και περιπατεί σαν σκιά στον Άδη. Αυτός είναι, με λίγα λόγια, ο πυρήνας της περί θανάτου και ψυχής διδασκαλίας του Ομήρου.

Οι Βαβυλώνιοι, από την άλλη μεριά, αρχαίος λαός, πίστευαν ότι οι νεκροί παραμένουν μέσα στο βαθύ σκοτάδι του Άδη. Βλέπουμε εδώ κάτι που πρέπει να επισημάνουμε. Πως λαοί προχριστιανικοί, που δεν είχαν ιδέα της Αποκαλύψεως του Θεού, πιστεύουν ότι μετά τον θάνατο ο άνθρωπος, υπό άλλην ιδιότητα και άλλον τρόπο, εξακολουθεί να ζει μία ζωή άλλοτε καλύτερη της επιγείου ζωής και άλλοτε χειρότερη. Αυτή την αντίληψη βρίσκουμε και στα διάφορα νεκρικά έθιμα όπου υπάρχει η έντονη απήχηση της αθανασίας της ψυχής. Ας δούμε μερικά απ’ αυτά.

Στους αρχαίους τάφους, που η αρχαιολογική σκαπάνη ανακαλύπτει, ανευρίσκονται μαζί με τα οστά των νεκρών και ορισμένα αντικείμενα τα οποία είχαν θαφτεί μαζί με τον νεκρό. Αυτό συνέβαινε για όλους τους νεκρούς της ειδωλολατρικής περιόδου. Όταν πέθαινε κάποιος, συνήθιζαν και του έβαζαν μαζί του τα πιο αγαπημένα του αντικείμενα π. χ. το κύπελλο με το οποίο έπινε νερό όσο ζούσε, νομίσματα, λίγο ψωμί η οτιδήποτε άλλο του άρεσε όπως δακτυλίδια, στέφανα κ.λπ. Κι αυτό γιατί πίστευαν οι αρχαίοι λαοί ότι ο άνθρωπος, μετά τον θάνατο, δεν παύει να ζει, αλλά χρειάζεται να έχει αυτά τα όποια είχε και στη γη και με τα οποία είχε συνδεθεί μαζί τους και συναισθηματικά. Έβαζαν δε νομίσματα γιατί οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι όταν πεθαίνει ο άνθρωπος, η ψυχή του πηγαίνει στον Άδη που βρισκόταν στο άκρο της Αχερουσίας λίμνης. Για να φτάσει εκεί, έπρεπε να πληρώσει το «εισιτήριο» στον βαρκάρη που εκτελούσε την διαδρομή.

 Οι Αιγύπτιοι πίστευαν στην αθανασία της ψυχής και μάλιστα έλεγαν ότι η ψυχή ακολουθεί το σώμα γι’ αυτό και ταρίχευαν τους νεκρούς ώστε το σώμα να μη διαφθαρεί, να μη λιώσει δηλαδή, διότι πίστευαν ότι θα έλιωνε μαζί του και η ψυχή. Τα αντικείμενα δε τα οποία έβαζαν μέσα στους τάφους ονομάζονται κτερίσματα.

Οι Έλληνες ειδικότερα δίδασκαν ότι ο θάνατος είναι αναπόφευκτος. Μάλιστα ο Αισχύλος μας λέει ότι ο θάνατος δεν εξαγοράζεται. Οι νεκροί λέγει ο Ευριπίδης ζουν στον Άδη. Οι Έλληνες θλίβονταν με τον θάνατο διότι αυτός στερεί τους ανθρώπους από την ζωή η οποία είναι χαρά, φως, κάλλος και συμμετρία. Ο Άδης για τους αρχαίους Έλληνες είναι χώρος σκοτεινός. Οι νεκροί για τον λόγο αυτόν είναι δυστυχείς. Ωστόσο, έχουν την δυνατότητα να σκέπτονται. Αφού λοιπόν ο θάνατος είναι κακός, είναι προτιμότερο —πίστευαν— να μην είχε γεννηθεί κάποιος.

Σωκράτης

Ο Πλάτωνας δέχεται ειδικότερα: 1) η ψυχή είναι αθάνατη 2) προϋπάρχει του σώματος 3) η ψυχή ανήκει στην θεία φύση, ενώ το σώμα στην γήινη και θνητή 4) παρέχει ζωή και κίνηση στο ανθρώπινο σώμα 5) υπάρχει μετενσάρκωση, επομένως ο θάνατος είναι επιθυμητός, το σώμα είναι δεσμωτήριον της ψυχής και η απαλλαγή της από το σώμα διευκολύνει την γνώση των αιωνίων. Ο σωματικός θάνατος είναι, κατά τον Πλάτωνα, μεγάλη ευεργεσία για τον άνθρωπο. Γι’ αυτό και ο Σωκράτης με πολλή ηρεμία και γαλήνη ψυχής οδηγήθηκε στον θάνατο και ήπιε αδιαμαρτύρητα το κώνειο μένοντας πιστός στο δίκαιο της πατρίδας του.  

Ο Σωκράτης, όπως διαπιστώνουμε στην ανάγνωση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, όπως για παράδειγμα τα έργα του τραγικού ποιητή Ευριπίδη, αισθάνθηκε την ανάγκη να σχολιάσει μερικές θέσεις που είχε ο Ευριπίδης για την ζωή και τον θάνατο, λέγοντας τα εξής: «Εγώ δεν θα απορούσα, εάν είναι αληθή εκείνα τα οποία λέγει ο Ευριπίδης: «Ποιος ξέρει εάν η ζωή μεν είναι θάνατος, ο δε θάνατος ζωή;», και εμείς ίσως είμαστε πράγματι πεθαμένοι.  Ή μπορεί να συμβαίνει, όπως εγώ άκουσα από κάποιο σοφό, ότι τώρα εμείς είμαστε νεκροί και το σώμα είναι ο τάφος μας…» (Ου γαρ τοι θαυμάζοιμ’ αν, ει Ευριπίδης αληθή εν τοίσδε λέγει, λέγων – τις δ’ οίδεν, ει το ζην μεν εστι κατθανείν το κατθανείν δε ζην;)

 Τα λόγια αυτά του Σωκράτους συνοψίζουν μία βασική θέση της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας: Η αθάνατη ψυχή, εγκλωβιζόμενη μέσα στο γήινο σώμα κατά την γέννηση, φαίνεται σαν να «θάπτεται» εντός αυτού. Έτσι, στην κατάσταση, που ονομάζεται «ζωή», ο άνθρωπος κινείται και ενεργεί σαν ζωντανός, αλλά από την πλευρά της ψυχής του, η οποία αποτελεί το ουσιώδες στοιχείο της υποστάσεως του είναι «νεκρός». Αντίθετα, στην κατάσταση που ονομάζεται «θάνατος», απελευθερώνεται η ψυχή από τα δεσμά του σώματος, επιστρέφοντας στον φυσικό της χώρο, τον ουρανό, οπότε ο άνθρωπος γίνεται πάλι «ζωντανός». Όλα αυτά περιγράφονται εκτενώς σε πλείστα πλατωνικά χωρία, δύο από τα οποία είναι τα εξής:

—Ο θάνατος, κατά την γνώμη μου, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο διαχωρισμός δύο πραγμάτων, της ψυχής και του σώματος (Γοργίας 524 Β).

—Ο θάνατος είναι κάποια μεταβολή και μετοίκηση της ψυχής από τον εδώ τόπον (της γης) σε άλλον τόπον  (Απολογία 40 C).

 Εκείνο δε που έχει ιδιαίτερη σημασία, κατά την πλατωνική φιλοσοφία, είναι ότι, όπως το σώμα διατηρεί για ένα διάστημα μετά τον θάνατο τα χαρακτηριστικά του, το ίδιο συμβαίνει και με την ψυχή: «Τα πάντα είναι ολοφάνερα στην ψυχή, όταν γυμνωθεί από το σώμα, και οι φυσικές ιδιότητές της και οι χαρακτήρες (τα παθήματα), που διαμόρφωσε στην ψυχή ο άνθρωπος από τις διάφορες ενασχολήσεις του» ένδηλα πάντα εστίν εν τη ψυχή, επειδάν γυμνωθή του σώματος, τα τε της φύσεως και τα παθήματα, α δια την επιτήδευσιν εκάστου πράγματος εσχεν εν τη ψυχή ο άνθρωπος» (Γοργίας 524 D).

 Όταν λοιπόν η ψυχή αποδεσμεύεται από το σώμα κατά τον θάνατο, τα πάντα είναι εμφανή επάνω της, τόσο τα αγαθά όσο και τα κακά. Διευκρινίζεται δε πάλι, ότι όλα αυτά δεν αποτελούν στοιχεία της ουσιαστικής της θείας υποστάσεως, αλλά στοιχεία του εξωτερικού της περιβλήματος, οιονεί του ενδύματός της. Έτσι οδηγείται αρχικώς ενώπιον των ουρανίων δικαστών.

 Ως γνωστόν, οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, όπως απέδειξαν δια της Λογικής την ύπαρξη του Θεού, κατ’ ανάλογο τρόπο απέδειξαν επίσης δια της Λογικής και την αθανασία της ψυχής. Εξυπακούεται ότι ουδέποτε παραδέχονταν κάτι αυθαίρετο και αναπόδεικτο.Στην περίπτωση της ψυχής, τα λογικά επιχειρήματα για την απόδειξη της αθανασίας της αναπτύσσονται από τον Πλάτωνα κατ’ εξοχήν στον διάλογο «Φαίδων», κάτι που ο αναγνώστης μπορεί κάλλιστα να βρει όποια στοιχεία επιθυμεί.

Ποια είναι, όμως, η πορεία της ψυχής μετά θάνατον, σύμφωνα με την πλατωνική αντίληψη; Μέσα στον «Φαίδωνα» διαβάζουμε: «Η ψυχή έρχεται στον Άδη, χωρίς να έχει τίποτε άλλο μαζί της, εκτός από την παιδεία της και την ανατροφή της. Αυτά θεωρούνται ότι ωφελούν ή βλάπτουν τα μέγιστα τον αποθανόντα, αμέσως από την αρχή της πορείας του εκεί» (Ουδέν γαρ άλλο έχουσα εις Άιδου η ψυχή έρχεται πλην της παιδείας τε και τροφής, α δη και μέγιστα λέγεται ωφελείν η βλάπτειν τον τελευτήσαντα ευθύς εν αρχή της εκείσε πορείας) Φαίδων 170 D.

Αντιλαμβάνεται κανείς ποία σημασία δίδουν οι πλατωνικοί διάλογοι στο θέμα της παιδείας της ψυχής, την «ψυχαγωγία» δηλαδή, που εμείς οι νεοέλληνες παρερμηνεύουμε ως ένα είδος διασκεδάσεως (!)

Αλλά, ας συνεχίσουμε με την πλατωνική αντίληψη περί της πορείας της ψυχής μετά θάνατον.

 Όλα τα υλικά αγαθά παραμένουν στην γη, η δε ψυχή εμφανίζεται στο νέο της περιβάλλον έχουσα να επιδείξει μόνον τις καλές η κακές πράξεις της. Βάσει αυτών θα κριθεί και θα ακολουθήσει μία από τις δύο δυνατές κατευθύνσεις: α) προς την περιοχή της ευδαιμονίας, ήτοι των μακάρων, β) προς την περιοχή της τιμωρίας της, ήτοι τα τάρταρα. Μερικές μάλιστα θα επιστρέψουν πάλι στον γήινο κόσμο, μετά την ουράνια τιμωρία τους.

 Χωρίς αμφιβολία, η μετά θάνατον πορεία των ψυχών περιγράφεται με εντυπωσιακές εικόνες στην αφήγηση του Ηρός του Αρμενίου, το γένος Παμφύλου, του οποίου μία μεταθανάτια εμπειρία διαβάζουμε μέσα στην «Πολιτεία» του Πλάτωνος:

«Στην ενδιάμεση περιοχή των χασμάτων ήσαν καθισμένοι δικαστές και κάθε φορά που δίκαζαν, έδιναν διαταγή, οι μεν δίκαιοι να προχωρήσουν στον δρόμο δεξιά και επάνω προς τον ουρανό, οι δε άδικοι στον δρόμο αριστερά και κάτω. Όλοι δε έφεραν επάνω τους σημεία ανάλογα με την ποιότητά τους και τις πράξεις τους. Στα άλλα δύο χάσματα, από το ένα μεν ανέβαιναν ψυχές από την γη, γεμάτες βρωμιά και σκόνη, ενώ από το άλλο κατέβαιναν από τα ουράνια άλλες ψυχές καθαρές, αφού είχαν πληρώσει ισόσταθμη τιμωρία για όλα τα αδικήματα τους»  (Πλάτωνος, Πολιτεία, 614b 1).

Το χάσμα της γης σημαίνουν την κάθοδο των ψυχών με την γέννηση και την άνοδο τους μετά τον θάνατο, ενώ τα ουράνια χάσματα σημαίνουν τον διαχωρισμό των ανερχομένων ψυχών σε δίκαιες και άδικες, με επακόλουθο την αμοιβή η την τιμωρία τους.

 Ωστόσο, εκτός από το βασικό αυτό διάγραμμα της πορείας των ψυχών, που διαβάζουμε στα πλατωνικά έργα, υπάρχουν και πολλές άλλες ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες της όλης περιγραφής. Οι συνετές και φρόνιμες ψυχές ακολουθούν τον οδηγό τους και γνωρίζουν ποια καλή θέση θα λάβουν, συνοδοιπορευόμενες από τους θεούς, ενώ οι γεμάτες πάθη ψυχές δυστροπούν και εναντιώνονται, αλλά και όταν φθάσουν εκεί, όπου καθορίσθηκε η θέση τους, οι άλλες ψυχές τις αποφεύγουν ένεκα των μεγάλων αδικημάτων τους.