fbpx

«Ευχάριστη γαλλική ταινία, πασχαλινή Μαρία Μαγδαληνή και ο Χοακίν Φίνιξ «θεός» και «δαίμονας» σε διαφορετικό τόπο και χρόνο». Οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Η διάσημη ροκ όπερα του Μπροντγουέι, «Jesus Christ Superstar» (Ιησούς Χριστός Υπέρλαμπρο Άστρο) στην κινηματογραφική σκηνοθεσία του Νόρμαν Τζούισον, την μουσική του Άντριου Λόιντ Γουέμπερ στους στίχους του Τιμ Ράις προβλήθηκε για πρώτη φορά στις μεγάλες οθόνες της Νέας Υόρκης στις 7 Αυγούστου του 1973 και στις 19 Αυγούστου σε παναμερικανική προβολή, φέρνοντας τα πάνω κάτω στο είδος του θρησκευτικού δράματος με θέμα τα πάθη του Ιησού Χριστού. Βέβαια, είχε προηγηθεί το 1964 η ταινία του Πιερ Πάολο Παζολίνι (Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο). Δεν θα αναφερθώ στην διαφορετική οπτική της παραγωγής του «Jesus Christ Superstar», ούτε στην σεναριακή άποψη για το πως οι συντελεστές πρότειναν την μορφή και τις διδαχές του Χριστού σε ένα καλά «τακτοποιημένο» και μασίφ διαμορφωμένο, προ δυο δεκαετιών φιλμικό πεδίο ταινιών-υπερπαραγωγών του είδους. Λίγο έως πολύ τα γνωρίζετε τα συγκεκριμένα παρατράγουδα, άλλωστε από τότε έχουν περάσει 44 χρόνια και αρκετό δημοσιογραφικό μελάνι έχει χυθεί σε άρθρα, έρευνες και σχολιασμούς για το πόσο αιρετική ή όχι ήταν η ταινία. Στην Ελλάδα του 1973, ακόμα ήταν οι αναταραχές και οι προσπάθειες να απαλλαγεί το έθνος μας από το γυψοειδές περίβλημα του, η ταινία δεν είχε την τύχη να προβληθεί. Κάτι το συντηρητικό καθεστώς, κάτι ο Νοέμβριος του Πολυτεχνείου και οι πολιτικές ανατροπές, κάτι το άκαμπτο, ορθόδοξο, χριστιανικό ιερατείο η εισαγωγή της κινηματογραφικής παραγωγής στην χώρα μας απαγορεύτηκε δια ροπάλου από την χούντα, γιατί ήταν αιρετική, προσβάλλοντας αισθητά και ξεδιάντροπα το «συμπαγές» τρίπτυχο εκείνης της πολιτικής περιόδου: «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια». Οι πληροφορίες και οι ενημερώσεις περί των αντιδράσεων ή των ποικίλων εντυπώσεων που ερχόντουσαν με το σταγονόμετρο από δικούς μας ανθρώπους με έδρα χρήσης, όπως λένε, την «ελεύθερη» αλλοδαπή ή την Αμερική, σχεδόν, «πληρωνόντουσαν» για να ειπωθούν με πάσα λεπτομέρεια και σαφήνεια. Με τα πολλά η ταινία έσκασε μύτη στην «καθυστερημένη» όμορφη πατρίδα μας τέλη του 1975 ή αρχές του ‘76, εάν δεν κάνω λάθος, μόνο στον πανέμορφο κινηματογράφο, πρώην θέατρο «Αττικόν» της οδού Σταδίου (σκόνη και μπούρμπερι σήμερα η αίθουσα). Ήμουν εκεί! Οι εικόνες έξω από τον κινηματογράφο που αντιμετώπισα μαζί με την παρέα μου, ως έφηβοι μαθητές γυμνασίου τότε, ήταν απερίγραπτες. Παραθρησκευτικές οργανώσεις, καλόγριες και καλόγεροι, χριστιανοί ταλιμπάν πολιορκούσαν τον χώρο έτοιμοι να κάψουν το Αττικόν, σε περίπτωση που θα πρόβαλλαν την ταινία. Άγριο πράγμα να βλέπεις το μαύρο ράσο σε φιλοπολεμική έκσταση. Σοκ μεγάλο! Εικόνες απερίγραπτες. Φωνές, συνθήματα, απειλές, εικονοστάσια, Άγιες Γραφές και σταυροί σβουρλιζόντουσαν με μένος, σαν όπλα, σχίζοντας τον αθηναϊκό αέρα. Δεν μπορούσαμε να περάσουμε στην είσοδο του κινηματογράφου, ούτε καν την οδό Χρήστου Λαδά, ούτε την Ιωάννου Παπαρηγοπούλου. Τέτοιος χαμός. Με τα πολλά ήρθε η Άμεση Δράση, το «100» και καμιά τριανταριά αστυνομικοί συμμάζεψαν, όπως όπως την τρελή κατάσταση. Τελικά από την πολυκοσμία και την μεγάλη καθυσέρηση την ταινία την είδαμε καθισμένοι οκλαδόν στον διάδρομο, κι όχι σε κάθισμα μαζί με άλλους 150 «διαδρομιστές». Το αδιαχώρητο γινόταν, το σώσε μέσα στην αίθουσα. Αξέχαστες εποχές! Το αγαπημένο μου τραγούδι της ροκ όπερας; Πρώτο, είναι αυτό που λέει η Μαρία Μαγδαληνή (Ιβόν Έλιμαν) στον Ιησού (Τεντ Νίλι) και αντιδρά ο Ιούδας (Καρλ Άντερσον): «Everything’s Alright» και ακολουθεί η εσωτερική κραυγή του Ιούδα στο «Heaven on Their Minds».

«Ραντεβού Εκεί Ψηλά»

(Au Revoir Là-haut / See You Up There)

  • Είδος: Δράμα εποχής
  • Σκηνοθεσία: Αλμπέρ Ντιποντέλ
  • Με τους: Nαουέλ Περέζ Μπισκαγιάρ, Αλμπέρ Ντιποντέλ, Λορέν Λαφίτ, Νιλς Αρεστρουπ, Μελανί Τιερί
  • Διάρκεια: 115’
  • Διανομή: Odeon
  • Διακρίσεις: 5 βραβεία Ζεζάρ: «Καλύτερης Σκηνοθεσίας» (Αλμπέρ Ντιποντέλ), «Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου» (Αλμπέρ Ντιποντέλ και Πιερ Λεμέτρ), «Καλύτερης Φωτογραφίας», «Καλύτερης Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης» και «Καλύτερης Ενδυματολογίας»

Αναφέρω, ότι η ταινία με ευχαρίστησε. Πέρασα καλά. Συγκινήθηκα, ω ναι, ενθουσιάστηκα συνάμα με την παραγωγή και το σενάριο της  (βασισμένο στο βραβευμένο με το βαρύ, γαλλικό βραβείο Γκονκούρ μυθιστόρημα του Πιέρ Λεμέτρ) δεν βουτάει σε άπατα νερά άνευ οξυγόνου και διαφυγής. Απλά είναι τα πράγματα. Βατή ως ιστορία τραμπαλίζεται αξιοπρεπώς στην συνορογραμμή του υποφερτού μελοδράματος, δίχως να γίνεται σαχλό μελό, με ενδιαφέρουσες εικαστικές προσεγγίσεις και προσεγμένο μοντάζ. Καλές οι ερμηνείες, που παντρεύει τις τεχνικές του βωβού σινεμά, στυλ Μπάστερ Κίτον και Ζακ Τατί μέσα σε ένα ζοφερό περιτύλιγμα ακραίου Phantom of the Opera και ήπιου Darkman για mainstream κοινό.

Ο ένοχος, μικροαστός, λογιστάκος Αλμπέρ Μαγιάρ (Αλμπέρ Ντιποντέλ, άριστος) έχει συλληφθεί από τις γαλλικές αστυνομικές αρχές του αποικιοκρατικού Μαρόκο. Στην ανάκριση του, για να αποδείξει ο άνθρωπος την αθωότητα του για το έγκλημα που τον κατηγορούν, αφηγείται στον διοικητή του αστυνομικού τμήματος, αλλά και σε εμάς, την ενδιαφέρουσα ιστορία του. Το πως, δηλαδή, η ζωή του διασταυρώθηκε και δέθηκε με την ζωή ενός νεαρού, αριστοκράτη και ζωγράφου, του Εντουάρ Περικού (Nαουέλ Περέζ Μπισκαγιάρ, τον θυμάστε από τους «120 Χτύπους το Λεπτό», πολύ καλός και εδώ). Και η ιστορία αρχίζει: Νοέμβριος του 1918. Λίγες μέρες πριν από την Εκεχειρία του Α΄Π.Π., ο Αλμπέρ γίνεται αυτόπτης μάρτυρας στην εν ψυχρώ δολοφονία δυο Γάλλων στρατιωτών, που έφεραν αντίρρηση στην μάταιη επίθεση που διέταξε ο ψυχοπαθής Γάλλος υπολοχαγός Μπραντέλ (Λορέν Λαφίτ – «Εκείνη», «Μην το Πεις σε Κανέναν», «Πορφυρά Ποτάμια»). Στον πανικό της εφόρμησης και εν μέσω καταιγισμού βομβών ο αξιωματικός βάζει πλώρη να τελειώσει και τον λογιστάκο που τον είδε, για να κλείσει όλα τα στόματα και να βγει λάδι. Μια οβίδα σκάει δίπλα στον τρομοκρατημένο, άμοιρο λογιστή και τον σώζει από τον υπολοχαγό μεν, αλλά θάβεται κάτω από την γη ζωντανός, δε. Λίγο πριν ξεψυχήσει από την έλλειψη αέρα, τον ανασύρει από το χώμα ένας συμπολεμιστής του, επαναφέροντας τον στην ζωή. Δεν προλαβαίνει όμως να του μιλήσει, να τον ευχαριστήσει και μια δεύτερη οβίδα τραυματίζει σοβαρά τον νεαρό στρατιώτη, κομματιάζοντας του το πρόσωπο από την μύτη και κάτω. Ο νεαρός αριστοκράτης και σωτήρας του λογιστή Αλμπέρ, απαρνείται την οικογένεια του, δηλαδή τον βαθύπλουτο, αισχρό, τραπεζίτη πατέρα του (η μητέρα έχει πεθάνει), αναγκαστικά και την αδελφή του, αλλάζοντας ταυτότητα με έναν νεκρό, άπορο, δίχως συγγενείς φαντάρο. Με το πρόσωπο στραπατσαρισμένο και την απογοήτευση στην καρδιά του καταφεύγει με τον λογιστή Αλμπέρ και μια ορφανή πιτσιρίκα, που ερμηνεύει την ακαταλαβίστικη ομιλία του (λόγω του τραυματισμού) σε φτωχική, εξαθλιωμένη συνοικία του Παρισιού. Εθίζεται στην μορφίνη, καθώς του καταπραΰνει τον πόνο (σωματικό και ψυχικό), καταλήγοντας ένα ράκος. Η έλλειψη οικονομικών πόρων, η φτώχεια, το εσωτερικό μίσος, τόσο για τον δυνάστη πατέρα του, όσο και για το διαλυμένο του πρόσωπο (κυκλοφορεί με ευφάνταστες, μάσκες που κατασκευάζει ο ίδιος), αλλά και η ανάγκη της καλλιτεχνικής δημιουργίας φέρνει τον νεαρό ζωγράφο να πείσει τον καλοκάγαθο λογιστή, ώστε να οργανώσουν μια μεγάλη απάτη, δημιουργώντας τεράστια κέρδη πάνω στα πτώματα των θυμάτων του πολέμου και τις οικογένειες των πενθούντων. Η ζωή θες, η μοίρα ακόμα καλύτερα, κάμπτουν λειτουργικά τα γεγονότα της ιστορίας και το παρελθόν ανταμώνει το παρόν, το μίσος την εξιλέωση και η μοναξιά την αγάπη.

Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Αλμπέρ Ντιποντέλ (ο λογιστάκος της ταινίας) βουτάει για τα καλά στο βραβευμένο μπεστ σέλερ βιβλίο του  Πιέρ Λεμέτρ «Καλή Αντάμωση Εκεί Ψηλά» (εκδόσεις Μίνωας) και το ταξιδεύει μια χαρά. Το φιλμ έσπασε ταμία στην Γαλλία. Η φωτογραφία που μοιάζει με ζωγραφικές αφίσες του μεσοπολέμου (Βενσάν Ματιάς), τα κοστούμια της Μιμί Λεμπικά, αλλά και το ντεκόρ του Πιέρ Κεφελάν, όλοι τους βραβευμένοι με Σεζάρ,  ανεβάζουν τον πήχη, αποκαλύπτοντας μια όμορφη ταινία στο σύνολο της. Το ευχάριστο είναι, πως για πρώτη φορά, (εξαιρείται το αριστούργημα «Σιρανό Ντε Μπερζεράκ» του Ζαν Πολ Ραπενό (1990)), που οι Γάλλοι δεν χάνουν τα αυγά και τα πασχάλια σε υπερπαραγωγή, όπως συνηθίζουν (εδώ εξαιρείται ο Λικ Μπενσόν). Και τα σωστά εφέ έχει και γοητευτική εικαστική μορφολογία διαθέτει. Το σενάριο, βεβαίως, είναι καλοδουλεμένο και παίζει έντιμα στο συγκρουσιακό πεδίο των συναισθημάτων και της εσωτερικότητας των ηρώων (Αλμπέρ Ντιποντέλ και Πιερ Λεμέτρ). Η μουσική του Κριστόφ Ζιλιέν καταπληκτική, αλλά και η πλοκή σε κρατάει σε αγωνία, που είναι το ζητούμενο. Το χρήμα της παραγωγής φαίνεται και είναι πολύ έξυπνα τοποθετημένο. Έπειτα από πολλά χρόνια, εντυπωσιάζομαι με γαλλική ταινία σε αυτό το είδος σινεμά. Οργάνωση παραγωγής άριστα δέκα με τόνο.     

«Δεν Ήσουν Ποτέ Εδώ»

(You Were Never Really Here)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Σκηνοθεσία: Λιν Ράμσεϊ
  • Με τους: Χοακίν Φίνιξ, Τζούντιθ Ρόμπερτς, Εκατερίνα Σαμσόνοφ, Αλεξ Μανέτ
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Φεστιβάλ Κανών: Βραβείο Καλύτερου Σεναρίου (εξ ημισείας με το «Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού») – Βραβείο Καλύτερου Αντρικού Ρόλου (Χοακίν Φίνιξ)

Είναι κατασταλαγμένη απόφαση, ότι ο sui generis Χοακίν Φίνιξ σημειώνει solid υποκριτική καριέρα και κάθε του συμμετοχή σε ταινία είναι αξιοπρόσεκτη. Έχει την δυνατότητα, τούτο το ξωτικό, να μεταμορφώνεται φυσιογνωμικά, δίχως τεχνικές επεμβάσεις. Κάτι το άνευ ορίζοντα βλέμμα του, κάτι το ράθυμο ύφος του που κρύβει, όμως, έναν ουλαμό δαίμονες στις εκρήξεις του, κάτι οι χαμένοι σε άπατους βυθούς μορφασμοί του, που δεν ξέρεις εάν το άτομο χρειάζεται τρυφερότητα και χάδια ή στρατόπεδο αναμόρφωσης, είναι από  τα μαγικά συστατικά του, που σε μπλοκάρουν και σφίγγουν το στομάχι σου. Βέβαια, η προτίμηση του σε ρόλους που δημιουργούν την άφωνη κραυγή του σκότους είναι εξόφθαλμα αποδεδειγμένη. Ο άνθρωπος, παρά την «γεια σου» προσωπική ζωή, καλουπώνει στο ικρίωμα της τελειότητας τον κάθε ήρωα που υποδύεται και τον κάνει κατάδικο του. Μια spooky διαδικασία, που σε τρελαίνει ολότελα, αλλά βασανιστικά σε γλυκαίνει. Το σημαντικό είναι, ότι δεν κουράζεσαι όταν έχεις απέναντι σου τον Χοακίν, ακόμα κι αν ο χαρακτήρας που ενσαρκώνει είναι κάτι που το έχεις ξαναδεί.

Ο Τζο (Χοακίν Φίνιξ, απίθανος) είναι βετεράνος του πολέμου του Ιράκ με τραυματικές εμπειρίες που επιβαρύνουν την ήδη κολασμένη, παιδική του ηλικία. Ζει απομονωμένος στο σπίτι να φροντίζει την ηλικιωμένη μητέρα του (Τζούντιθ Ρόμπερτς  – «Eraserhead», «Νεκρική Σιγή», «Θανάσιμη Εκδίκηση», περσόνα η Ρόμπερτς). Ο Τζο βιοπορίζεται ως πληρωμένος δολοφόνος με συμβόλαια θανάτου που αφορούν τον υπόκοσμο, σκοτώνοντας με σφυρί απατεώνες και εγκληματίες που έχουν πράξει χοντρολαδιές και ατασθαλίες. Οι σκέψεις στο μυαλό του Τζο λειτουργούν εφιαλτικά σαν δαιμονισμένος ανεμόμυλος από τον αέρα του θανάτου, που έχει την οσμή των κακοποιήσεων του πατέρα του προς την μάνα του, αλλά και τα τρομακτικά σκηνικά του πολέμου. Κάθε εφιάλτης του τελειώνει με την αυτοχειρία ως μέσο φυγής από τα βάσανα που τον μαστιγώνουν ψυχικά. Οι εκτονώσεις του είναι να σκοτώνει βίαια τα κωθώνια που του υποδεικνύουν. Τα συμβόλαια τα κλείνει ένας παντοπώλης και με τα χρήματα που εξοικονομεί συντηρεί την άρρωστη και σχεδόν ανήμπορη μητέρα του, τον εαυτό του και το σπίτι τους. Ένα συμβόλαιο που αφορά την απαγωγή της ανήλικης κόρης ενός γερουσιαστή από σπείρα προαγωγών παιδικής πορνείας τον φέρνει αντιμέτωπο με το κύκλωμα παιδοφιλίας και ανωμαλίας κορυφαίων αξιωματούχων –  και βάλε – του αμερικανικού έθνους (τι θυμίζει, τι θυμίζει, ω ρε μπίρομ!), με αποτέλεσμα αυτή η «δουλεία» να είναι και η λύτρωσή του.

Όλη η ταινία είναι μια κατάβαση στην άβυσσο της ανθρώπινης σήψης χωρίς ανάσα και ο όποιος συνδυασμός ονειρικής αντίδρασης από την πλευρά του ήρωα, που συμβαίνει συχνά, επιδεινώνει την ψυχοσύνθεση του αντί να την καλμάρει. Οι εφιάλτες του να βιώνει την αυτοκτονία, είναι χρήσιμοι και τα λογής οικογενειακο-στρατιωτικά τραύματα ακόμα χρησιμότερα γιατί όλη η ζωή του ήρωα είναι δομημένη στην άρνηση με μοναδική όαση την φροντίδα της μητέρα του, εν πρώτοις, και μετέπειτα του κοριτσιού. Είναι τα δυο σημεία που τεντώνουν υπαρξιακά την δράση του εκτελεστή και παράλληλα ηθικού ανθρώπου με ευθύνες και υποχρεώσεις. Θυμίζει κάπως τον «Ταξιτζή» του Σκορσέζι, μόνο που η βραβευμένη, Σκωτσέζα σκηνοθέτις, Λιν Ράμσεϊ μετά την ταινία «Πρέπει να Μιλήσουμε για τον Κέβιν» ρίχνει στο θέμα, με εξαιρετική κινηματογράφηση, την γυναικεία οπτική (σκηνές βίας δεν υπάρχουν πουθενά), που είναι η συνείδηση δομημένη σε αξιακό σύστημα να  μάχεται τους εφιάλτες του παρελθόντος, ταυτόχρονα και το τέρας της σύγχρονης, ερεβώδους κοινωνίας. Μια ιαματική διαδικασία που φαινομενικά κρατάει στην ζωή τον Τζο, που θέλει όμως να πεθάνει. Η Ράμσεϊ, δείχνει τις διεξόδους, αλλά και τα απαραίτητα δεκανίκια που χρειάζονται οι βασανισμένες ψυχές, όπως είναι αυτή του ήρωα της ταινίας, για να ανταπεξέλθει από τον μηδενιστικό κλοιό που στοιχειώνει την ύπαρξη του. Και το «exit» του ήρωα είναι η ολοκλήρωση ενός σκοπού που ο «στοιχειωμένος» θεωρεί ως απαράβατο καθήκον, κάτι σαν πολεμική διαταγή ανωτέρου, πως πρέπει να την φτάσει, πάση θυσία στο τέρμα της. Εντάξει, ο Χοακίν δεν παίζεται ο άνθρωπος. Έχει βάλει αρκετά κιλά, είναι βαρύς, δείχνει ολίγον αργόστροφος, αλλά γρήγορος στις αντιδράσεις του, εξαιρετικά βίαιος και συνειδητά γλυκός, δίχως να φλερτάρει με την σχιζοφρένεια και την παράνοια, παρότι χρησιμοποιεί κάθε φορά ένα σφυρί ως φονικό όπλο, αλλά με την απογοήτευση και την έλλειψη αγάπης ανάγλυφα στο πρόσωπο της ψυχής του. Παρατηρήστε τις κινήσεις του, το βάδισμα, την ομιλία και την συμπεριφορά του και θα διαπιστώσετε απίθανες κινηματογραφικές φόρμες υποκριτικής άλλων εποχών. Ο Χοακίν Φίνιξ, σε αιχμαλωτίζει και σε οδηγεί άνευ αντιστάσεων στο δικό του σκοτεινό βασίλειο.      

«Μαρία Μαγδαληνή»

(Mary Magdalene)

 

  • Είδος: Θρησκευτικό δράμα εποχής
  • Σκηνοθεσία: Γκαρθ Ντέιβις
  • Με τους: Ρούνι Μάρα, Χοακίν Φίνιξ, Τσιουετέλ Ετζιόφορ, Ταχάρ Ραχίμ, Αριάν Λαμπέν
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: UIP

Είναι η πρώτη θρησκευτική ταινία με θέμα τις τελευταίες ημέρες και τα πάθη του Ιησού Χριστού, που πρωταγωνιστικό ρόλο έχει η Μαρία από τα Μάγδαλα, η γνωστή σε όλους τους πιστούς της χριστιανικής θρησκείας ως η Μαρία Μαγδαληνή, η πόρνη κατά τις ιερές γραφές, που μάθαμε στο σχολείο. Ένεκα, λοιπόν, της προσεχούς πασχαλινής γιορτής, αυτή η ταινία είναι η διαφορετική πρόταση, από τις συνηθισμένες επικο-θρησκευτικές του είδους, εξαιρετικά αφιερωμένη στο αμφιλεγόμενο πρόσωπο της γυναίκας που στάθηκε με αγάπη και πόνο στον Ναζωραίο μέχρι με την τελευταία του πνοή στον μαρτυρικό σταυρό, κρατώντας, μάλιστα, το χέρι της μητέρας του δίνοντας της κουράγιο.

Η ταινία στο τέλος αναφέρει, πως σύμφωνα με τα χριστιανικά Ευαγγέλια η Μαίρη από τα Μάγδαλα ήταν παρούσα τόσο στο θάνατο όσο και στην ταφή του Ιησού και είναι η πρώτη μάρτυρας της ανάστασής του. Το 591 μ.Χ. ο Πάπας Γρηγόριος ισχυρίστηκε πως η Μαρία από τα Μάγδαλα ήταν πόρνη, μια παρανόηση που παραμένει μέχρι τις ημέρες μας. Το 2016 το Βατικανό αναγόρευσε την Μαρία από τα Μάγδαλα ως Απόστολο των Αποστόλων, ως ισότιμή τους και ως την πρώτη αγγελιαφόρο του αναστημένου Ιησού. Τις ηθικές αναγνωρίσεις και τις άνω τιμητικές διακρίσεις περί Αποστόλου προέρχονται μόνο από το χριστιανικό καθολικό ιερατείο, καθότι οι ορθόδοξοι χριστιανοί την Μαρία Μαγδαληνή την έχουν σταθερά και ακλόνητα, μέχρι σήμερα, στην θέση της πόρνης που μετανόησε, για να εξηγούμαστε.

Μην περιμένετε να δείτε παραγωγή στυλ Τζεφιρέλι και Ιησούς από την Ναζαρέτ. Λιτή και απέριττη είναι, πτωχή και ιουδαϊκά ταπεινή ταινία με φουλ την ξερολιθιά, την κροκάλα, το σκονισμένο ένδυμα σε πρώτο πλάνο και τις άδειες από χλιδή πόλεις της Ιουδαίας και δη των Ιεροσολύμων. Περισσότερο σε Παζολίνι (Το κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο) και Νόρμαν Τζούισον (Jesus Christ Superstar) φέρνει το εγχείρημα ως παραγωγή, παρά σε Σεσίλ Ντε Μιλ (Ο Βασιλεύς των Βασιλέων) και Χένρι Κόστερ (Ο Χιτών). Ακόμα και ο καζαντζακικός «Τελευταίος Πειρασμός» του Μάρτιν Σκορσέζι απέναντι στην «Μαρία Μαγδαληνή» φαντάζει με σουίτα σε grand resort. Τα «Πάθη» του Μελ Γκίμπσον είναι εκτός αναφοράς στο συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος, λόγω της πολυεπίπεδης ερμηνείας του. Το κέντρο βάρους της ταινίας μετατίθεται, όχι στο θεαθήναι, αλλά στην ουσία της παρουσίας της Μαγδαληνής δίπλα στον Ιησού. Δεν απουσιάζει το ουράνιο και θαυματουργό με τις ιάσεις, την ανάσταση του Λαζάρου και την στωική αντιμετώπιση της χλεύης και των προπηλακισμών στο πρόσωπο του Δασκάλου, όπως κατά τας γραφάς είναι. Η Μαγδαληνής, όμως, δίπλα του είναι η γειωμένη  μορφή του ουράνιου βασιλείου, όπως προσπαθούσε ο Ιησούς να εξηγήσει στους ανθρώπους την ιδέα, που δεν στερείται κατανόησης, αγάπης, φώτισης και πορεύεται στο βασανιστικό κοσμικό χώρο . 

Μια ατίθαση, με αναρχοαυτόνομες απόψεις και ιδέες κόρη Ιουδαίου ψαρά ή γιδοβοσκού, δεν θυμάμαι ακριβώς το επάγγελμα του πατέρα, είναι η Μαρία (Μάρα Ρούνεϊ), που το βλέμμα και ο καλός της λόγος δίνει κουράγιο στις παθούσες, στις άρρωστες και τις ετοιμόγεννες της περιοχής των Μαγδάλων. Ο πατέρας την ετοιμάζει για παντρολόγημα με έναν νέο και τακτοποιημένο γιδοβοσκό, αυτό το θυμάμαι, από όμορο χωριό. Η Μαρία αρνείται το προξενιό, την χαρακτηρίζουν δαιμονισμένη που κλωτσάει τέτοια τύχη, κι έπειτα από ένα αποτυχημένο, οικογενειακό εξορκισμό για να έρθει στα συγκαλά της, φέρνουν στο χωριό τον θαυματουργό προφήτη Ναζωραίο για να την ξεδαιμονίσει. Ο Ιησούς (Χοακίν Φίνιξ, δις αυτή την εβδομάδα ο ηθοποιός) αποφαίνεται, πως η κοπέλα δεν έχει απολύτως τίποτα. Ο λόγος και οι επαναστατικές για την εποχή ιδέες του Ναζωραίου την μαγεύουν, την ξελογιάζουν καθώς οι ανθρωπιστικές του απόψεις ταυτίζονται απόλυτα με τις δικές της. Αδελφή ψυχή, όπως λέμε. Έτσι, αποφασίζει να τον ακολουθήσει στην on the road διδασκαλία του έως τα Ιεροσόλυμα. Η οικογένεια της παθαίνει μια ψυχολογία, που η θυγατέρα θα πάρει τους δρόμους, η Μαγδαληνή, όμως, επιμένει και τελικά με την ευχή του πατέρα της ακολουθεί τον Ναζωραίο και τους μαθητές του μέχρι το τέλος της διαδρομής του στον σταυρό.

Τα καινούργια θέματα που παρουσιάζει η ταινία του σκηνοθέτη Γκαρθ Ντέιβις (Lion), είναι, ότι, πρώτον η Μαγδαληνή διδάσκει τις γυναίκες σε κάθε χωριό – πόλη που βρίσκεται ο Ιησούς με τους μαθητές του και δεύτερον, ότι στον Μυστικό Δείπνο είναι ομοτράπεζη, τιμητικά, μάλιστα, δίπλα στον δάσκαλο. Δεν πλένει τα πόδια του και μετά κόβει λάσπη, όπως αναφέρουν οι γραφές και διδαχθήκαμε στο μάθημα των θρησκευτικών. Κάθεται, επισήμως, μαζί με τους υπόλοιπους μαθητές, δεξιόθεν του Ιησού (έχει σημασία η πλευρά, καθότι το δεξί είναι το χέρι του Θεού), ισότιμη με τους άλλους, ως η 13η απόστολος και γεύεται το ίδιο ευχάριστα τον άρτον και τον οίνον, που προσφέρει ο Ναζωραίος. Ο «Κώδικας Ντα Βίντσι», τώρα δικαιώνεται. Δηλαδή, η Μαρία η Μαγδαληνή, όπως μας τα «ρίχνει» ο Γκαρθ Ντέιβις με τις μικρο-φεμινιστικές κορώνες στην ταινία, είναι η θηλυκή υπόσταση του Θεανθρώπου. Καλό, αυτό μου άρεσε! Μάλιστα, ο μαύρος Πέτρος (Τσιουετέλ Ετζιόφορ) ξινίζει τα μάλα και κατεβάζει την μούρη του δέκα πήχες κάτω ως προς την ισότιμη συμπεριφορά του Δασκάλου του απέναντι στην γυναίκα, την Μαρία από τα Μάγδαλα, θεωρώντας πως χάνει την πρωτοκαθεδρία ως ο αγαπητός μαθητής του. Ξέρετε, τώρα, η γυναίκα εκείνη την εποχή στους ιουδαϊκούς, κοινωνικούς κόλπους ήταν χειρότερη και από αίγα. Ο Φίνιξ ως Χριστός, πάλι, είναι μια άλλη πρόταση του σκηνοθέτη, καθώς είναι κάπως στην κοσμάρα του και συμπεριφέρεται σαν φευγάτο παιδί των λουλουδιών. Η σεκάνς δε, με την ανάσταση του Λαζάρου εύκολα συμπεραίνεις, ότι μόλις επέστρεψε ο δάσκαλος από περίπατο διαρκείας στα παπαρουνοχώραφα.  Οι άπιστοι εάν επιλέξουν την ταινία για το εικαστικό μέρος ή το διαφορετικό του θέματος να ξέρουν, ότι θα συστηθούν, είπαμε, με ότι πιο λιγόφαγο σε παραγωγή υπάρχει. Οι δε ακραιφνείς πιστοί θα συνιστούσα να έχουν λάβει καλό σαρακοστιανό γεύμα, διότι ψυχανεμίζομαι ολονυκτία έξω από τις κινηματογραφικές αίθουσες. Μπα, έφυγαν ανεπιστρεπτί εκείνες οι ωραίες εποχές με την Λουκά μπροστάρισσα και τα πλακάτ υψωμένα, τα πύρινα, αφοριστικά συνθήματα και τον «επαναστατικό» παλμό έξω από τα σινεμά που πρόβαλλαν «αιρετικές», θρησκευτικού περιεχομένου ταινίες. Ευλόγησον!       

«Το Όραμα»

(L' Apparition)

 

  • Είδος: Θρησκευτικό δράμα
  • Σκηνοθεσία: Ξαβιέ Τζιανολι
  • Με τους: Βενσάν Λιντόν, Γκαλατέα Μπελούτσι, Πατρίκ Ντ’ Ασουμκάο
  • Διάρκεια: 140΄
  • Διανομή: Spentzos Films

Έγκριτος Γάλλος δημοσιογράφος, σεβαστός στο αναγνωστικό κοινό για την αντικειμενικότητά του στα θέματα χάνει αγαπημένο συνάδελφο σε κάποια εμπόλεμη, ασιατική περιοχή κατά την διάρκεια του ρεπορτάζ, ενώ ταυτόχρονα έχει πρόβλημα με την ακοή του. Το Βατικανό τον προσκαλεί για να ερευνήσει αντικειμενικά και δημοσιογραφικά ένα ευαίσθητο θέμα που έχει να κάνει με μια ορφανή, χωρική κοπέλα κάπου στην επαρχία της Νότιας Γαλλίας, η οποία βλέπει σε οράματα την Παναγία. Το Βατικανό συστήνει μια επιτροπή στην οποία συμμετέχει και ο φημισμένος ερευνητής δημοσιογράφος, ώστε να αποδείξουν του λόγου το αληθές, κι αν όντως τα οράματα της νεαράς είναι πραγματικά ή μια καλοστημένη απάτη από τον παπά του χωριού, που αποβλέπει στον αποπροσανατολισμό των πιστών καθολικών και βέβαια στον πλουτισμό. Στο χωριό που ζει η κοπέλα και είδε την μητέρα του Ιησού φάτσα κάρτα να της μιλάει, δημιουργείται ένας  πανζουρλισμός από την αθρόα προσέλευση πιστών που επιθυμούν να δουν, να αγγίξουν, να προσευχηθούν μαζί με την Άννα. Ο παπάς της ενορίας και προστάτης της Άννας, έχει απομακρυνθεί από τον Κανόνα του Βατικανό, ψυχανεμιζόμενος, ότι το σώμα της καθολικής εκκλησίας θέλει την μερίδα του λέοντος σε αυτό το πανηγύρι, ειδάλλως θα βγάλει την κοπέλα σκάρτη και ψεύτρα. Ο σκεπτικιστής δημοσιογράφος, που δεν έχει ίχνος μέσα του θρησκευτικής πνευματικότητας, εμπλέκεται σε μια, εντελώς μπερδεμένη και ανούσια υπόθεση θρησκευτικού περιεχομένου, που δεν βγάζει άκρη και νόημα με τίποτα.

Στα εκατόν σαράντα λεπτά της ώρας που διαρκεί η ταινία (αν είναι δυνατόν!), το σενάριο είναι σκόρπιο στους πέντε ανέμους με χαμένο τον προσανατολισμό του και άδειο το ρεζερβουάρ από ιδέες (αλλού είναι θρησκευτικού ενδιαφέροντος, αλλού αστυνομικού, αλλού κοινωνικού) κουράζει, ταλαιπωρεί και εξοντώνει τον θεατή. Ταινία που εμφανίστηκε στην διανομή λόγω των ημερών, δυστυχώς όμως, είναι τόσο αργή στον ρυθμό, τόσο πρόχειρα, παιδικά και αβάσιμα τα επιχειρήματα της στην πλοκή, που τελειώνει και αναφωνείς νευρικά και με απελπισία… «επιτέλους!»       

«Pacific Rim: Εξέγερση»

(Pacific Rim Uprising)

 

  • Είδος: Επιστημονικής φαντασίας και σε 3D
  • Σκηνοθεσία: Στίβεν Σ. ΝτεΝάιτ
  • Με τους: Τζον Μπογιέγκα, Σκοτ Ιστγουντ, Κέιλι Σπένι, Τσάρλι Ντέι
  • Διάρκεια: 98’
  • Διανομή: UIP

Ταινία συνέχεια του πρώτου εξαιρετικού «Pacific Rim σε σκηνοθεσία του, επίσης εκπληκτικού Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο (« Ο Λαβύρινθος του Πάνα», «Η Μορφή του Νερού»), τώρα, σε σκηνοθεσία του σεναριογράφου Στίβεν Σ. ΝτεΝάιτ, που ευθύνεται για τον τηλεοπτικό αιματοβαμμένο πορνό-Σπάρτακο. Ντεμπούτο σε ταινία μεγάλους μήκους είναι για τον ΝτεΝάιτ τούτο το franchise sequel και η διαφορά με τον μάστορα Ντελ Τόρο είναι ακριβώς η λέξη που ερμηνεύεται άνετα και ελεύθερα από το επίθετο του εν λόγω νεόκοπου σκηνοθέτη… Η «Νύχτα» με την μέρα. Πιο απλά, οι Rower Rangers συγκρούστηκαν μετωπικά με τους Transformers και από την σφοδρότητα της σύγκρουσης αποκαλύφθηκε αυτό το μόρφωμα. Και εις άλλα με υγεία.

Αυτήν τη φορά, ο Τζέικ, ο άλλοτε πολλά υποσχόμενος πιλότος των Γιάγκερ, του οποίου ο θρυλικός πατέρας έδωσε τη ζωή του για να εξασφαλίσει τη νίκη της ανθρωπότητας ενάντια στα τερατώδη Καϊτζού, καλείται, προκειμένου να γλιτώσει τη φυλακή, να εγκαταλείψει τον υπόκοσμο, όπου έχει μπλεχτεί, και να φανεί αντάξιος της κληρονομιάς του πατέρα του, αντιμετωπίζοντας τα εξωγήινα τέρατα. Στο πλευρό του Τζέικ βρίσκουμε τον Λάμπερτ και τη δεκαπεντάχρονη Αμάρα, οι οποίοι μαζί με τους υπόλοιπους επίλεκτους πιλότους ξεκινούν μια παγκόσμια εξέγερση ενάντια στις δυνάμεις που απειλούν με αφανισμό την ανθρωπότητα.