fbpx

«Ελληνιστική εποχή και Χριστιανισμός», γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Υποθέτουμε ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που να διαφωνεί (τουλάχιστον στο δυτικό ημισφαίριο), ότι ο Χριστιανισμός και το πρόσωπο του Χριστού είναι το πιο πολυσυζητημένο, επίκαιρο και ταυτόχρονα με τα πιο πολλά ερωτηματικά θέμα, συνεχώς εδώ και 2000 χρόνια! Ανεξάρτητα αν κανείς συμφωνεί με τις χριστιανικές διδαχές, αν πιστεύει ή όχι, ένα είναι βέβαιο: ο Χριστιανισμός υπήρξε με διαφορά ο πλέον καθοριστικός παράγοντας στη διαμόρφωση του δυτικού πολιτισμού.

Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο που κάθε τόσο νέες μελέτες εμφανίζονται σε μια προσπάθεια να ριχτεί ακόμη περισσότερο φως στο «μυστήριο» της μετάβασης από τις αρχαίες θρησκείες στον Χριστιανισμό, και στο πώς κατάφερε εντέλει ο Χριστιανισμός να επικρατήσει, με πιο πρόσφατη το βιβλίο της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ: «Από τον Δία στον Χριστό» (Gutenberg).

Προφανώς θα μπορούσαμε να συζητάμε ώρες, μέρες, μήνες και χρόνια για το τι και το πώς της επί­δρασης του Χριστιανισμού στην πορεία της ανθρωπότητας, όμως σε αυτό το άρθρο ο μελετητής σκέφτηκε να πάει ακόμη πιο πίσω στο χρόνο και να ερευνήσει ένα ακόμη πιο ομιχλώδες και ακανθώδες ζήτημα σε σχέση με τα παραπάνω διατυπώνοντας τα εξής ερωτήματα: Ποιος Χριστιανισμός; Με άλλα λόγια ποιος είναι αυτός ο Χριστιανισμός που σφράγισε (έτσι ή αλλιώς) την πορεία της ανθρωπότητας τους τελευταίους είκοσι αιώνες; Πώς προέκυψε; Ποια είναι η πηγή του; Για ποιο πράγμα εντέλει μιλάμε;

Ασφαλώς πολλοί θα σπεύσουν να αντιτείνουν ότι ο Χριστιανισμός δεν μπορεί να έχει καταγωγή (με τη στενή έννοια του όρου), επειδή είναι μια πίστη εξ αποκαλύψεως. Με αυτό το σκεπτικό, η καταγωγή του αρχίζει και τελειώ­νει στον Χριστό. Πολλοί επίσης θα σπεύσουν να συμπληρώσουν στο σκεπτικό αυτό, για να προλάβουν τυχόν αντιρρήσεις, ότι ασφαλώς δεν είναι δυνατόν ο Θεός να εμφανίστηκε ξαφνικά και για πρώτη φορά πριν 2000 χρόνια. Μέσα στην πρόνοιά Του είναι αδύνατο να είχε αφήσει την προ­χριστιανική ανθρωπότητα στην τύχη της. Όπως επίσης να μην είχε την προνοητικότητα να στείλει κάποιους δι­κούς του να προετοιμάσουν το έδαφος για την έλευση του Χριστού και την αφομοίωση του μηνύματος του ή είχε προνοήσει να στείλει μερικά φωτεινά μυαλά πχ τους αρχαίους Έλληνες σοφούς για να προετοιμάσουν το έδαφος της επερχόμενης εκ βάθρων αλλαγής των πραγμάτωv; 

Πάνω-κάτω αυτά θα μπορούσε να ισχυριστεί η πλευ­ρά εκείνων που πιστεύουν στο χριστιανικό δόγμα όπως έφτασε μέχρι τις μέρες μας. Από την άλλη βέβαια, υπάρχουν και εκείνοι που είτε δεν αναγνωρίζουν στο πρόσωπο του Ιησού τίποτε από τα παραπάνω, είτε έχουν σοβαρές αντιρρήσεις ή ερωτηματικά για την καταγωγή του Χριστιανισμού, όπως μας έχει παρουσιαστεί από την Εκκλησία και την ιστορία που διδασκόμαστε στα σχο­λεία. Ωστόσο – όλοι γνωρίζουμε – την Ιστορία την γρά­φουν (όπως θέλουν) οι νικητές… Στις μέρες μας, έρχονται στο φως πολλά αρχαία κεί­μενα και στοιχεία που αργά αλλά σταθερά συνθέτουν κάπως διαφορετικά το ιστορικό παζλ τόσο της εποχής που εμφανίστηκε ο Χριστός, όσο και των προηγούμενων χρόνων που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της νέας τότε πίστης.

Η γέννηση του χριστιανισμού

Για πολλά χρόνια μετά το θάνατο του Ιησού, οι Χριστιανοί αποτελούσαν μια μικρή θρησκευτική σέχτα που κινείτο στο περιθώριο της ιστορίας. Μέχρι το 313 μ.Χ., που ο Χριστιανισμός αναγνωρίστηκε επίσημα από το Ρωμαϊκό κράτος, η θρησκευτική και πολιτισμική επιρροή του στην τότε κοινωνία ήταν αν όχι μηδενική, ελάχιστη. Ωστόσο, σε ένα χρονικό διάστημα εξακοσίων ετών, δη­λαδή από το 325 π.Χ. μέχρι το 313 μ.Χ., κατά την περίοδο που ονομάζουμε Ελληνιστική, βλέπουμε να συντελούνται ορισμένες σημαντικές αλλαγές στην κοσμολογική θεώρη­ση των σκεπτόμενων ανθρώπων που προετοίμασαν την ανθρωπότητα για την έλευση του Χριστιανισμού ως λα­ϊκής θρησκείας.

Οι απαρχές αυτής της τάσης είναι ήδη ορατές από τον 7ο αιώνα π.Χ., όταν πολίτες των ελληνικών πόλεων-κρατών διέμεναν στη Βαβυλώνα. Από τον 5ο αιώνα π.Χ. οι πληθυ­σμοί των ελληνικών πόλεων στις ακτές της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας ήταν πρότυπα όσον αφορά στις τέχνες και στην πολιτική για τις ντόπιες κουλτούρες. Αλλά η κύρια ώθηση για την εξάπλωση του Ελληνιστικού πο­λιτισμού δόθηκε με τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου στην Ανατολή, τον 4ο αιώνα π.Χ., όταν η Ασία, η Σκυθία, η Περσία, η Παλαιστίνη, η Αίγυπτος, η Ινδία και χώρες που ευρίσκονταν στις υπωρείες της Ινδοκούς, γνώρισαν και μπολιάστηκαν με την ελληνική σκέψη.

Στο σημείο αυτό αξίζει να διευκρινίσουμε ότι «Ελληνιστικός» είναι ένας γενικευμένος και κατά κάποιον τρόπο διφορού­μενος όρος που περιγράφει τη θρησκεία, την επιστήμη, την πολιτική και τις τέχνες της Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής κατά την περίοδο της μετάβασης του κόσμου από την Αρχαιότητα στη Χριστιανική Εποχή.

Είναι ο πο­λιτισμός που απορρέει από τη συνάντηση της αρχαίας Εγγύς Ανατολής με την ελληνική σκέψη. Μια πιο όψιμη και πιο χαρακτηριστική φάση του Ελληνισμού ήταν η περίοδος που διήρκεσε από τα μέσα του 1ου μέχρι τις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ. Αυτή η περίο­δος, όπου κυριαρχεί η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, χαρακτηρί­στηκε από την παρακμή του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού και την αναγέννηση των ανατολικών τάσεων, ιδίως στη θρησκευτική σκέψη και παράδοση.

Η συμβατική θρησκεία στην ύστερη ρωμαϊκή περίοδο ήταν μόλις κάτι παραπάνω από κοινωνική ρουτίνα. Από την άλλη πλευρά, οι ανατολι­κές μυστικές λατρείες από την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο, τη Βαβυλώνα και την Περσία άνθιζαν, δημιουργώντας έναν ευρέως διαδεδομένο θρησκευτικό συγκρητισμό που έθελ­γε τους αναζητητές τής αλήθειας. Περιγράφοντας αυτό το φαινόμενο ο Χανς Γιόνας (Hans Jonas) στο βι­βλίο του «The Gnostic Religion» μιλάει για «την εξάπλωση του Ελληνιστικού Ιουδαϊσμού και ειδικά την άνοδο της Αλεξανδρινής Ιουδαϊκής φιλοσοφίας, την εξάπλωση της Βαβυλωνιακής μαγείας όπως και διάφορων ανατολικών μυ­στηριακών λατρειών στον Ελληνιστικό-Ρωμαϊκό κόσμο και την εξέλιξή τους σε πνευματικές μυστηριακές θρησκείες, την άνοδο του Χριστιανισμού, την άνθιση των Γνωστικών κινημάτων και των υπερβατικών φιλοσοφιών της ύστερης αρχαιότητας που αρχίζει με τους Νεοπυθαγόρειους και κορυφώνεται με τη Νεοπλατωνική Σχολή». Η συνέχεια είναι γνωστή και καλύπτεται από το Βυζάντιο, που θεωρείται ένας «Ελληνικός Χριστιανικός Πολιτισμός».

Χανς Γιόνας

Η αφομοίωση ελληνιστικών στοιχείων

Αυτές ήταν οι βασικές έννοιες και αντιλήψεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκε και εδραιώθηκε ο Ελληνιστικός συ­γκρητισμός, τον οποίο στη συνέχεια κληρονόμησε ο Χριστιανισμός. Ωστόσο, κατά την περίοδο για την οποία μιλάμε (1ος-4ος αι. μ.Χ.), δεν συναντάμε αυτές τις έννοιες με απλούς και απόλυτους όρους.

Οι εβραϊκές, βαβυλωνιακές και ελληνικές ιδέες είχαν αλληλοδιαπεραστεί σε πολλά επίπεδα, δημιουργώντας μια φαινομενικά ατελείωτη ποικιλία από λατρείες, θρησκείες, φιλοσοφίες, πίστεις και όλων των ειδών τα συστήματα για την ερμηνεία και την πρακτική εφαρμογή τους. Ας μην ξεχνάμε ότι έχουν γραφεί τρεις παλαιές διαθήκες η πρώτη το 600 πΧ.(που λίγο πολύ έμοιαζε με την Ησιόδεια), η δεύτερη το 300 πΧ. (που περιείχε στοιχεία  από την εξ αποκαλύψεως του Εμπεδοκλή και του Ερμητισμού) και η τελευταία το 70 μΧ.  Έτσι, η Μεσόγειος έγινε το χωνευτήρι θρησκευτικών και φιλοσο­φικών ιδεών. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε ο Χριστιανισμός.

Την εποχή όμως εκείνη δεν είχε τη μορφή με την οποία τον αναγνωρίζουμε σήμερα. Κι έτσι μια σημαντική ερώτη­ση παρουσιάζεται μπροστά μας: τι ήταν ο Χριστιανισμός την περίοδο πριν από την εμφάνιση της θείας λειτουρ­γίας, πριν τις δογματικές διατυπώσεις των θεολόγων και πριν από την κανονικοποίηση των κειμένων που περιεί­χαν αποσπάσματα από τους λόγους και τις πράξεις του Χριστού και τα οποία αποκαλούμε Ευαγγέλια;

Η διαδικασία αυτή διήρκεσε αρκετούς αιώνες και θα πρέπει να έχουμε κατά νου την εικόνα ενός αρχικού Χριστιανισμού που αναπτύσσεται μέσα σε ένα ελληνιστι­κό περιβάλλον. Αυτό μας δείχνουν ξεκάθαρα τα πρώτα Χριστιανικά κείμενα του Αποστόλου Παύλου, και στη συνέχεια των τεσσάρων Ευαγγελιστών, στα οποία η επίδραση της ελληνικής σκέψης είναι ολοφάνερη και καταλυτική. Το ίδιο συμβαίνει και με όλους σχεδόν τους πατέρες της Εκκλησιάς μέχρι τον 7ο αιώνα.

 Όμως δεν προέρχονταν όλα τα ελληνιστικά στοιχεία που αφομοιώθηκαν στον Χριστιανισμό από ελληνικές πηγές. Η όλη σύλληψη, η έννοια και οι τύποι της Θείας Λειτουργίας, που επιβιώνουν ατόφια στην Ορθόδοξη παράδοση και μόνο αποσπάσματά τους διατηρούνται στις Δυτικές Εκκλησίες.

Από τα Μυστήρια η ιδέα της εσωτερικής μύησης πέρασε μέσω του Νεοπλατωνισμού και τού Ερμητισμού στην Εκκλησία. Ακόμη και το περίγραμμα της ζωής του Χριστού ακολουθεί μια κλασική μυθολογική φόρμα: Η σκοτεινή και μυστηριώδης γέννηση του θεανθρώπου, η ζωή του ανάμεσα στους ανθρώπους που συνοδεύεται από θαυμαστά γεγονότα, ο ασυνήθιστος ή τελετουργικός θάνατός του, η κάθοδος στον κάτω κόσμο, στη συνέχεια η ανάστασή του (έγερσή του) και η άνοδός του στον ουρανό και στην αιωνιότητα, είναι μια τυπική αλληγορική παράδοση που την συναντάμε σε όλους τους θρησκευτικού μύθους της Εγγύς Ανατολής, τόσο κατά την αρχαιότητα όσο και κατά τη διάρκεια της Ελληνιστικής περιόδου.

Ο Μίθρας, ο Όσιρις, ο Διόνυσος και ο Ορφέας, ο Ταμούζ, ο Βίντα, ο Ζεν Τσί ανάμεσα σε άλλους 22 ακόμα, αντιπροσωπεύουν διαφορετικές εκδοχές αυτού τού παγκόσμιου συμβόλου.

Μίθρας
Όσιρις
Διόνυσος
Ορφέας
Ταμούζ, ο Θεός Ποιμένας
Ζεν Τσί

Η απεικόνιση του θείου

Κατ’ αρχήν ο χριστιανισμός έλαβε από την Ελληνική Παράδοση την απεικόνι­ση του θείου, σε διαμετρική αντί­θεση προς τον ιουδαϊσμό ο οποίος επιβάλλει την ανεικονική αντίλη­ψη περί του Θεού. Η ιουδαϊκή αυ­τή αντίληψη εκφράσθηκε στο Βυζάντιο μέσα από την τάση της Ει­κονομαχίας, τάση η οποία τελικά υποχώρησε, προς επικράτηση αυ­τής των Εικονολατρών.

Βεβαίως αν και οι χριστιανοί υιοθέτησαν την γενική σύλληψη περί αισθητής- συμβολικής παραστάσεως των θεί­ων μορφών, παρά ταύτα δεν εν­στερνίσθηκαν την επίσης ελληνική αντίληψη περί κάλλους, με αποτέ­λεσμα οι μορφές να εμφανίζονται λιτές. Επίσης δεν είχαν ναούς, διό­τι και οι ιουδαίοι δεν διέθεταν, πέ­ραν από συναγωγές, με μόνη εξαί­ρεση τον μεγάλο ναό στην Ιερου­σαλήμ. Ο βιβλικός νόμος «Ου ποι­ήσεις είδωλο… παντός ομοίωμα» βρήκε την έκφρασή του στην Σύ­νοδο της Ελβίρας το 305-306 μ.Χ. απαγορεύοντας την απεικόνιση του θείου, για να υποχωρήσει τελι­κά αυτή η τάση στην Οικουμενική Σύνοδο του 692 μ.Χ., οπότε και ε­πετράπη η απεικόνιση του Χρι­στού στο πλαίσιο του ενθρονισμέ­νου Δία.

Ένα άλλο θεολογικό στοιχείο το οποίο έλαβε ο χριστιανισμός από την αρχαία παράδοση και ιδίως από εκείνη των ύστερων χρόνων, είναι η τριαδική αντίληψη του θείου. Η διατύπωση του δόγματος της Αγίας Τριάδας παραπέμπει στην αρχή της Ορφικής Τριαδικότητος, σύμφωνα με την οποία ο νόμος του τριγώνου διέπει τα πάντα, από την Δημιουρ­γία (Νυξ-Ουρανός-Γαία), έως την τριαδική υπόσταση του ανθρώπου (Πνεύμα, Ψυχή, Σώμα), έως την Τρισήλιο Θεότητα του Ιουλιανού και την τριχοτόμηση της ψυχής (λο­γικό, θυμικό, επιθυμητικό). Κατά τον νεοπλατωνικό φιλόσοφο Ιάμβλιχο αρχή των πάντων είναι το Εν, από το οποίο απορρέει ο τριαδικός νους. Αυτός ο τριαδικός νους στην ιεραρχική τάξη του Δωδεκαθέου εκ­φράζεται δια της σχέσεως Δίας-Πατήρ, Αθηνά-Πνεύμα και Απόλλων-Λόγος. Από τις δοξασίες αυτές α­πέρρευσε και η αντίστοιχη τριαδική αντίληψη του θείου στον χριστιανι­σμό, ενώ ο ιουδαϊσμός είναι μονολατρικός, εστιαζόμενος στον Γιαχβέ.

Όταν ο Χριστός ισχυρίζεται ότι τυγχάνει υιός Θεού, κατ’ ουσία υι­οθετεί την Ελληνική αντίληψη ή έστω χρησιμοποιεί την προγενέστε­ρη Ελληνική Παράδοση περί της γενέσεως φωτισμένων και εμπνευ­σμένων φυσιογνωμιών, οι οποίοι υπήρξαν προϊόν σύζευξης του θείου και του θνητού στοιχείου (Ηρακλής, Διόσκουροι, Πυθαγόρας, Διόνυσος, Ορφέας κ.ά.). Κατ’ αυτόν τον τρό­πο ο Χριστός επιχειρεί να ταυτιστεί με τον Ελληνικό Λόγο, την μέγιστη ηρακλείτιο αρχή περί του εκδηλωμέ­νου θείου.

Δεν είναι όμως οι μοναδικές πε­ριπτώσεις όπου ο χριστιανισμός κα­ταφεύγει στην ανεξάντλητη ελληνι­κή παράδοση για να αντλήσει τα στοιχεία εκείνα που χρειάζονται στην διαμόρφωσή του

Η αρχαία μυστηριακή παράδο­ση διασώθηκε, μερικώς παραλλαγ­μένη και σε πολλές από τις εσώτε­ρες χριστιανικές δοξασίες, τις οποίες επικαλείται και σήμερα η εκ­κλησία, αποκρύπτοντας φυσικά τις καταβολές και την προέλευση αυ­τών. Μία από αυτές τις παραδό­σεις, αυτή της θείας κοινωνίας, έλ­κει την προέλευσή της από την αρχαιοελληνική θεοφαγία ή βρώση του επτάζυμου άρτου των αρχαίων προ­γόνων μας. Η θεοφαγία ή ωμοφαγική μετάληψη αποτελεί μία αρχέγο­νη δοξασία του Ελληνικού Κόσμου που μεταλαμπαδεύθηκε σε όλες τις παραδοσιακές κοινωνίες και επέ­δρασε ακόμη και στην χριστιανική αντίληψη, όπου απετέλεσε μέρος του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας, μέσω της θείας κοινωνίας.

Οι αρχαίοι μας πρόγονοι έθυαν (θυσία­ζαν) κάποιον ταύρο ή άλλο ζώο στους Θεούς ως απόδοση προσφο­ράς και ακολούθως έτρωγαν τα μέ­λη του ζώου, θεωρώντας, συμβολι­κά, ότι σε αυτά ενσωματώνεται η θεϊκή δύναμη. Αντίστοιχη είναι η παράδοση της βρώσεως του ταύρου στα μυστήρια του Μίθρα.

Οι Τιτάνες που διαμέλισαν τον Διόνυσο και αφομοίωσαν τα μέλη του, μετείχαν αλληγορικά, συμβολικά στο ίδιο μυστήριο. Όταν ο ιερέας των χριστιανών δηλώνει ότι ο Χριστός, μέσω των Ευαγγελίων ισχυρίσθηκε ότι ο άρτος είναι το σώμα του και ο οίνος το αίμα του, αυτήν ακριβώς την προαιώνια παράδοση που σχετίζεται με τον χυμό του σταφυλιού (κρασί) και του σί­του της γης (ψωμί/σιτάρι) διαιωνί­ζει, όπου ο οίνος εκφράζει την διο­νυσιακή μέθεξη του θείου, ενώ ο σί­τος δηλώνει την πνευματική και υ­λική τροφή που παρέχει η γη δια της Θεάς Δήμητρας.

Είναι ο συμβολισμός του κλήματος (οίνος) και του σταχυού (σίτος-ψωμί) των Ορ­φικών και Ελευσίνιων Μυστηρίων, η κοινωνία και αληθινή μετάληψη των οποίων από τους μυουμένους οδηγεί στην εμπέδωση του Λόγου (του Ορφικού Ρόδου), όπως παρου­σιάζεται από τον Άγγελο Σικελια­νό, αποτελώντας τους αναβαθμούς προς την ανθρώπινη τελείωση: Στάχυ-Κλήμα-Ρόδο, εκφράζοντας πα­ράλληλα τις τρεις δυνάμεις, την υποχθόνια, αυτήν της γαίας/γης (στάχυ), την επίγεια (κλήμα) και την ουράνια (ρόδο).

Στην ιουδαϊκή παράδοση αντί­θετα αυτά τα στοιχεία και ιδίως ο συμβολισμός που περικλείουν είναι έννοιες εντελώς άγνωστες αλλά και διαμετρικά αντίθετες προς τις στε­νά δογματικές και σκοταδιστικές αντιλήψεις τους, ολότελα ξένες προς την δεισιδαιμονική θεώρησή τους η οποία προσδίδει στον θεό τους Ιεχωβά την μορφή ενός τυραν­νικού, φοβερού και τιμωρού των πά­ντων που σκορπίζει τον τρόμο και την εκδίκηση.

Όσο επιζούν οι ελληνικές πα­ραδόσεις, όποιο μανδύα ή περικάλυμμα και εάν αυτές αποκτούν, όσο ο χριστιανισμός ελλείψει δικών του δανείζεται ή υφαρπάζει στοιχεία από την πλατωνική, νεοπλατωνική, στωϊκή φιλοσοφία και κοσμοαντίληψη, τόσο πιο γρήγορα μια ημέρα, όταν οι συγκυρίες το επιτρέψουν, θα αφυπνισθεί η αρχαία ψυχή και θα συντελεσθεί η επανελλήνιση της πατρώας γης.

Ο ταυροκτόνος Μίθρας
Η Θεία Ευχαριστία

Μια παγκόσμια αλήθεια

Στην προσπάθεια να καταλάβουμε τι είναι αυτό που συμβολίζεται παγκόσμια, θα πρέπει να κοιτάξουμε στην ιδέα περί μιας αλήθειας κοινής σε όλες τις θρησκείες, αν  εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους ανάλογα με τις διαφορετικές ιστορικές και γεωγραφικές συνθήκες. Μπορεί στην ιστορία της ανθρωπότητας οι θρησκείες, ως κοσμικοί οργανισμοί, να εμφανίζουν μεταξύ τους διαφορές έως και ισχυρές αντιπαλότητες, όμως στο επίπεδο τη προσωπικής πνευματικής αναζήτησης, οι διαφορές φαίνεται να είναι ελάχιστες έως ανύπαρκτες. Οι απόλυτες αλήθειες που η πνευματικότητα αναζητάει – γνώση του Θεού, του Σύμπαντος και του Ανθρώπου – είναι οι ίδιες ανεξάρτητα από την ιστορική εποχή, τη φυλή, τη κουλτούρα, ακόμη και την επικρατούσα εξωτερική θρησκευτική πίστη.

Η ουσιαστική αναζήτηση της κοινής οικουμενικής αλήθειας, από την οποία πηγάζουν όλες οι θρησκείες και όλες οι φιλοσοφικές διδασκαλίες, βρίσκεται στις ρίζες όλων των πολιτισμών.

 Όλοι οι «δρόμοι» που έχουν καταδειχθεί από σπουδαίους σοφούς και δασκάλους, όπως ο Πυθαγόρας, ο Mωϋσής ο Βούδας, ο Πλάτωνας, ο Χριστός, ο Μωάμεθ, διαφέρουν μόνο στο ότι ξεκινούν από διαφορετικούς τόπους. Ο στόχος τους είναι πάντα ο ίδιος. Αντίστοιχα, ίδια είναι και τα φαινομενικά ανυπέρβλητα εμπόδια, όπως η άγνοια η αυταπάτη και η ματαιοδοξία, που συναντά ο άνθρωπος στην πορεία του, τόσο στον εαυτό του όσο και στους άλλους.

Η επίδραση του Πυθαγόρα και του Πλάτωνα

Φερεκύδης

Μια από τις σπουδαιότερες μορφές σε αυτή την ουσια­στική πνευματική αναζήτηση, που η επίδρασή της ήταν καθοριστική στα θεμελιώδη του Χριστιανισμού, υπήρξε ο Πυθαγόρας (580-496 π.Χ.).

Η διδασκαλία του Πυθαγόρα αντλεί από τις αρχαίες πα­ραδόσεις της Αιγύπτου, της Βαβυλώνας και πιθανόν της Ινδίας. Η πρώτη όμως και σημαντικότατη επίδραση στη διαμόρφωση της φιλοσοφίας του οφείλεται στον δάσκαλό του τον σοφό Φερεκύδη από την Ιωνία. Από αυτόν, ο Πυθαγόρας πήρε την κοσμική εικόνα του Ενός, του χρόνου (στο πρόσωπο του Κρόνου και της γης ως θεά Χθώνια). Ο Φερεκύδης έδινε μεγάλη έμφαση στα σπήλαια και τις κοιλότητες της γης θεωρώντας τα δοχεία του θεϊκού χεριού της δημιουργίας. Η άποψη αυτή μέσα από τους πυθαγόρειους έφτασε στον Πλάτωνα και το σύμβολο του σπηλαίου έγινε ένα ισχυρό μυστικιστικό όχημα μέσω του οποίου μπορούν να μεταβιβαστούν άρρητες αλήθειες.

Έτσι δεν είναι καθόλου παράξενο που τα σπήλαια ήταν κατεξοχήν μέρη που λάμβαναν χώρα μυστηριακές τελετές, καθώς θεωρούνταν εστιακά σημεία των κοσμικών ενεργειών.

Αυτή η παράδοση διατηρήθηκε στην πρώιμη χριστιανική λογοτεχνία και εικονογραφία. Τον 2ο αιώνα εμφανίστηκε ένα απόκρυφο ευαγγέλιο, το επονομαζόμενο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου (που αργότερα άσκησε ισχυρή επίδραση στη βυζαντινή αγιογραφία), το οποίο, αντίθετα με αυτό του Λουκά, αναφέρει ότι ο Χριστός γεννήθηκε σε ένα σπήλαιο:

«Και αυτός (ο Ιωσήφ) βρήκε ένα σπήλαιο και την έφερε (την Μαρία) μέσα σ’ αυτό και την άφησε στη φροντίδα των γιων του και βγήκε να βρει μια Εβραία μαμή στην περιοχή  της Βηθλεέμ…»

Μέχρι σήμερα διασώζονται πολλές εικόνες της Γέννησης που απεικονίζουν αυτή την εκδοχή, όπου το σπήλαιο (;) πράγματι μοιάζει να είναι «το εστιακό σημείο των κοσμικών ενεργειών». Πολλές από τις ιδέες του Πυθαγόρα υιοθέτησε και εξέλιξε στη συνέχεια ο Πλάτωνας. Η άποψή του για το σύμπαν, όπως εκτίθεται στον Τίμαιο, θεωρείται πυθαγόρεια. Οι μυστικιστικές και θρησκευτικές πυθαγόρειες απόψεις του Πλάτωνα επηρέασαν και ενέπνευσαν την πλατωνική αναγέννηση της ύστερης Ελληνιστικής περιόδου και ιδι­αίτερα τους Νεοπλατωνικούς, τους Γνωστικούς, καθώς και τους Χριστιανούς του 3ου αιώνα.

Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ο άνθρωπος μπορεί να γνωρί­σει την αλήθεια μόνο όταν θα έχει ελευθερώσει την ψυχή του από τα δεσμά των αισθήσεων. Η αληθινή «κατοικία» της ψυχής δεν είναι το σώμα, αλλά ένας πολύ υψηλός τόπος στο σύμπαν που λέγεται Βασίλειο των Ιδεών. Έτσι προέκυψε η ιδέα της ανόδου της ψυχής από το σκοτάδι και τον κατώτερο κόσμο, που συμβολίζεται με τον γνωστό πλατωνικό μύθο του σπηλαίου. Ένας μύθος με ισχυρό συμβολισμό, τον οποίο συναντούμε στη γνωστή εικονογράφηση της γέννησης του Χριστού

Βιβλιογραφία – Πηγές

  • Σημαντικοί σταθμοί του ελληνικού πολιτισμού, τόμος Β’, ΕΑΠ 2000.
  • Κλοντ Μοσέ, Επίτομη Ιστορία της αρχαίας Ελλάδας.
  • Σ.Ι. Ράγκος, Πανεπιστήμιο Πατρών, Ψυχανάλυση και αρχαία ελληνική θρησκεία
  • Ελλάς, ΠΛΜ, τόμος Α’.
  • Ζαν-Πιέρ Βερνάντ: «Μύθος και θρησκεία στην αρχαία Ελλάδα», εκδόσεις ΣΜΙΛΗ,
  • 2000]
  • ancilla Religionis
  • Rohde
  • Richter
  • Δανέζης Μάνος και Θεοδοσίου Στράτος, «Το Σύμπαν που αγάπησα-Εισαγωγή στην Αστροφυσική». Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα 2000.
  • Αγκαλιάζοντας το Έρεβος” του Μάριου Δημητριάδη
  • Γιώργος Μεταξάς : Ελληνισμός και Χριστιανισμός Εννοιες σντίθετες ή αλληλένδετες
  • Περί Πρώτων Αρχών, Δαμάσκιου, Εκδόσεις Σφιγγός
  • Σ. Παττακός: Η Μυστική διδασκαλία του Πλάτωνα
  • Μυστική Θεολογία V (Περί Θείων Ονομάτων), του Διονύσιου Αρεοπαγίτη
  • Θεογνωσία, του Π.Γκράβιγγερ, Εκδόσεις Σφιγγός
  • Ο Πυθαγόρας και η Μυστική Διδασκαλία του Πυθαγορισμού, του Π.Γκράβιγγερ. Εκδόσεις Σφιγγός
  • Αριθμοσοφία, του Γουίλιαμ Γουέστκοτ, Πύρινος Κόσμος
  • Ο Αριθμός και η Αρίθμησις ανά τους Αιώνας, Κωνστ. Λουκάς, 1935
  • Μαρκ Χέλλινγκ και ο Χρήστος Οικονομόπουλος – «Οι Ααδρόγυνοι και Σιαμαίοι – Οι αντρειωμένοι και η ουρά τους – Ο Διγενής Ακρίτας και τα σπήλαια»
  • Πλάτων, Κρατύλος, 438 d.
  • Σέξτος Εμπειρικός, Προς Μαθηματικούς, 7, 65-86.
  • Κων/νος Βουδούρης (1992), Λογική. Φιλοσοφική και Συμβολική, Αθήνα,
  • Νικόλαος Χρόνης (1975), Το πρόβλημα των κατηγοριών εν τη φιλοσοφία του
  • Αριστοτέλους, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα.
  • Πλάτων, Φαίδρος, 278 a.
  • Βέϊκος Θεόφιλος (1998), Οι Προσωκρατικοί, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, σσ. 99-105.
  • Πελεγρίνης Θεοδόσης (2004), Λεξικό της Φιλοσοφίας, Αθήνα, σελ. 433.
  • Αριστοτέλης, Τοπικά, Δ 121b 7-10.
  • Κωσταράς Γ. (2003), Φιλοσοφική Προπαιδεία, Αθήνα, σσ. 187-190.
  • Πλάτων, Σοφιστής, 254 Α:
  • Αυγελής Νίκος (2001), Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, Θεσ/νίκη, σσ. 167- 170.
  • Heidegger Martin (1997), Plato’s Sophist, translated by Richard Rojcewicz and André Schuwer, Indiana University Press, σσ. 15-16.
  • Ο Δημ. Γληνός πρί του μη- οντος κατά τον Αριστοτέληπ
  • Πρβ. Νικολούδης Η. Π. (1993), Εισαγωγή στον Σοφιστή του Πλάτωνα, εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα.
  • Πλάτων, Σοφιστής, 254 D: «Μέγιστα μήν τῶν γενῶν, ἅ νῦν δή διῆμεν, τό τε ὄν αὐτό καί στάσις καί κίνησις».
  • Πλάτων, Σοφιστής, 258 B: «δεῖ θαρροῦντα ἤδη λέγειν ὅτι τό μή ὄν βεβαίως ἐστί τήν αὑτοῦ φύσιν ἔχον».
  • Taylor A. E. (2003), Πλάτων: ο Άνθρωπος και το Έργο του, μετάφραση Ιωάννης
  • Αρζόγλου, ΜΙΕΤ, Αθήνα, σελ. 448.
  • Τσέλλερ-Νέστλε (2004), Ιστορία της Ελληνικής φιλοσοφίας, Αθήνα, σσ. 165-171.
  • Κωσταράς Γ. (2003), Φιλοσοφική Προπαιδεία, Αθήνα, σσ. 238-242.
  • Αριστοτέλης (1994), Όργανον 1: Κατηγορίαι- Περί Ερμηνείας, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα, εισαγωγή, σελ. 55.
  • Περί των Πατρών Θεών, Βλάση Ρασσιάς,
  • Ζευς, Βλάση Ρασσιά,
  • Τα Άγνωστα Μεγαλουργήματα των Αρχαίων Ελλήνων, Θ. Μανιά, Πύρινος Κόσμος
  • Γέλλιος, Αττικές Νύχτες 7.2.3=LS 55Κ. στο Sharples, ( 2002),
  • Κρατύλος, του Πλάτωνα, Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος
  • Σταύρος Οικονομίδης : Γνώση θανάτου
  • Φίληβος, του Πλάτωνα, Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος
  • Κ. Τσιλιμαντού Το κάλλος στους αρχαίους έλληνες
  • Παρμενίδης, του Πλάτωνα, Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος
  • Η Δονητική των Γραμμάτων, Ε.Ο.Α.Μ, Δίον
  • Η Γένεση κατά τους Αρχαίους Έλληνες, Α. Γονιδέλλης, Πύρινος Κόσμος
  • Πιέρ Βερνάντ: «Μύθος και θρησκεία στην αρχαία Ελλάδα», εκδόσεις ΣΜΙΛΗ, 2000]
  • Αποκεκαλυμμένη Ίσιδα, Ε.Π. Μπλαβάτσκυ, Εκδόσεις ΙάμβλιχοςΗ Μυστική Διδασκαλία, Ε.Π. Μπλαβάτσκυ, Εκδόσεις Ιάμβλιχος
  • Εγκυκλοπαίδεια Ηλίου.
  • R. Dodds: Οι Έλληνες και το παράλογο
  • P. Nilsson: Η πίστη των Ελλήνων
  • K. Guthrie: Ο Ορφέας και η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία
  • Αλέκος Χαραλαμπόπουλος Η έννοια του τριαδικού θείου, της αρχαιας φιλοσοφιας
  • Lesky: Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας
  • H Παλαιά ∆ιαθήκη, Eλληνική Bιβλική Eταιρεία, Aθήνα 1997 ¬
  • Τσαρτσαράκη Ελευθερία : ΤΑ ΤΡΙΤΤΑ ΓΕΝΗ ΤΟΥ ΟΝΤΟΣ ΣΤΟΝ ΤΙΜΑΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΤΙΜΑΙΟΣ,
  • Jonas, Hans, The Gnostic Religion, Beacon Press, Boston 1963 ¬
  • Snell: Η ανακάλυψη του πνεύματος – Ελληνικές ρίζες της Ευρωπαϊκής σκέψης
  • «Οι μεγάλοι φιλόσοφοι»: Μεταφραστής και επιμελητής:  Ευτύχιος Π. Φικιώρης
  • Θ. Μ. Χρηστίδης: Ηράκλειτος: Ο «Σωκράτης» των Προσωκρατικών: Περιοδικό
  • Ομήρου, Επικός Κύκλος.
  • Ησίοδου, Θεογονία.
  • Αλκμάνα, Θεογονία.
  • Μουσαίος, Άπαντα.
  • Μ. Καλόπουλος, «Αβραάμ ό Μάγος».
  • Sextus Empiricus, «Αdversus Mathematicos «, 5.86.
  • Αριστοξένου, Άπαντα
  • Αριστοτέλους, Περί Ψυχής, Ελάσσονα 2, Περί  Ερμηνείας, Ηθικά .
  • Νόννος, Διονυσιακά : Ραψωδίες Ζ έως ΙΒ.
  • Ορφικά, Άπαντα.
  • Πρωταγόρας, Περί Θεών.
  • Πλούταρχος, Περί ‘Ισιδος και Οσίριδος.
  • Ερμής Τρισμέγιστος – Λόγοι.
  • Πυθαγόρειος Αριθμοσοφία.
  • Ιώσηπος, Άπαντα, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία Α, Β.
  • Παντελής Κοντογιάννης, Η Λεηλασία των Αρχαιοελληνικών Αρχέτυπων από τον Χριστιανισμό.
  • Helma Mark, Τό βιβλίο των Μύθων.
  • Juan-Eduardo Cirlot, Το Λεξικό των Συμβόλων
  • Ρόμπερτ Γκρέιβς, Οι Ελληνικοί Μύθοι Αλχημεία, το Κλειδί των Μυστηρίων.
  • Εγκυκλοπαίδεια Britannica.
  • Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ήλιου.
  • Τhomas Doane, Bible Myths and Their Parallels in Other Religions.
  • Charles Lastings, Encyclopaedia of Religion and Ethics.
  • Barbra Walker, Woman’s Encyclopaedia of Myths and Secrets.
  • George MacDonald, Lillith.
  • Gimbutas, the language of the Goddes
  • Ε. Παππά: Ο Πλάτωνας στην εποχή μας
  • Ιστορία της Φιλοσοφίας Από τον Ηράκλειτο στον Αριστοτέλη Δημήτρη Παπαδή εκδ. ΖΗΤΡΟΣ
  • J. Adler: Ο Αριστοτέλης για όλους
  • De Romilly: Αρχαία Ελληνική Τραγωδία
  • Ε. Δ. Καρακάντζα: Αρχαίοι Ελληνικοί Μύθοι – Ο θεωρητικός λόγος του 20ού αιώνα για τη φύση και την ερμηνεία τους.
  • «Αστρολογία & Εσωτερική Φιλοσοφία στον Όμηρο», Κωνσταντίνος Γραβάνης, έκδόσεις Πύρινος Κόσμος
  • Μουζάλα Γ. Μελινα . Περι του καθ’ ετερότητα του μη- οντος στον «σοφιστή» του Πλατωνος
  • Αβραάμ Μάσλοου, Ψυχολογία της ύπαρξης, έκδ. Δίοδος
  • Γεώργιος Α. Πλάνας Ό ζωδιακός κύκλος στήν παγκόσμια μυθο¬λογία.
  • Γεώργιος Α. Πλάνας Παγκόσμια Μυθολογία, έκδόσεις Νέα Ακρόπολη
  • Πιέρ Βερνάντ: «Μύθος και θρησκεία στην αρχαία Ελλάδα», εκδόσεις ΣΜΙΛΗ, 2000]
  • Αποκεκαλυμμένη Ίσιδα, Ε.Π. Μπλαβάτσκυ, Εκδόσεις ΙάμβλιχοςΗ Μυστική Διδασκαλία, Ε.Π. Μπλαβάτσκυ, Εκδόσεις Ιάμβλιχος
  • Εγκυκλοπαίδεια Ηλίου.
  • R. Dodds: Οι Έλληνες και το παράλογο
  • P. Nilsson: Η πίστη των Ελλήνων
  • K. Guthrie: Ο Ορφέας και η Αρχαία Ελληνική Θρησκεία
  • H Παλαιά ∆ιαθήκη, Eλληνική Bιβλική Eταιρεία, Aθήνα 1997
  • Snell: Η ανακάλυψη του πνεύματος – Ελληνικές ρίζες της Ευρωπαϊκής σκέψης
  • «Οι μεγάλοι φιλόσοφοι»: Μεταφραστής και επιμελητής:  Ευτύχιος Π. Φικιώρης
  • Αλκμάνα, Θεογονία
  • Ορφικά, Άπαντα
  • Πρωταγόρας, Περί Θεών.
  • Πλούταρχος, Περί ‘Ισιδος και Οσίριδος.
  • Ερμής Τρισμέγιστος – Λόγοι.
  • Παντελής Κοντογιάννης, Η Λεηλασία των Αρχαιοελληνικών Αρχέτυπων από τον Χριστιανισμό.
  • Helma Mark, Τό βιβλίο των Μύθων.
  • Juan-Eduardo Cirlot, Το Λεξικό των Συμβόλων
  • Kυρτάτας Δημήτρης, Η Aποκάλυψη του Iωάννη και οι επτά εκκλησίες της Ασίας, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994 B΄
  • The Gods of the Egyptians, by E.A. Wallis Budge, Dover Publications, 1969Δημήτριος Ευαγγελόπουλος
  • Αρχύτα Θεωρείαι – Ι. Λάζαρης Δημήτριος Περετζής : Στην αρχαία Ελλαδα Φιλοσομια και Μυστήρια είναι τα ιδια
  • Πλουτάρχου, Περί Ψυχής VI, 2, και Περί Ίσιδος και Oσίριδος 47
  • Νικόλαος Χαρακάκος : Tα Μυστικά διδαγμάτων των Καβειρίων Μυστηρίων
  • Βασίλειος Χλέτσος : Τα Μυστήρια στη ν Αρχαία Ελλάδα
  • Γεώργιος Σιέττος ¨Αρχαία Ελληνικά Μυστήρια
  • Στέλιος Νικολαίδης : Ο μύθος και η πύλη προς τον εαυτό μας
  • Κ. Χ. Κωνσταντινίδης : Η Αρχαία Ελληνική Κοσμοθέαση
  • Αρχαίοι Έλληνες μύστες», Διαμαντής Κούτουλας, εκδόσεις Εσοπτρον.
  • Αναστάσιος Ντίνος : Ορφικά μυστήρια
  • Κωνσταντίνος Τσοπάνης : Ορφικά μυστήρια οι Ελληνικές ρίζες του Χριστιανισμού
  • Δήμητρα Λιάτσα : Ελευσίνια μυστήρια