«Εκδικητική, σκοτεινή, ανώνυμη και μούσα. Το βασίλειο της θηλυκής αρχής μεγαλουργεί» Οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Γυναίκα! Είναι ο αιώνας της. Κινηματογραφικά τουλάχιστον, αυτό δείχνει. Αναφέρω το κινηματογραφικά διότι η 7η Τέχνη είναι αυτή η μαγευτική, κρυστάλλινη σφαίρα που δεν λαθεύει, απεικονίζοντας το τι διαδραματίζεται στον παρόντα χρόνο, προφητεύοντας παράλληλα και το τι θα ακολουθήσει. Η βασική πρωταγωνίστρια του 21ου αιώνα είναι η απόλυτη έκφραση της Θηλυκής Αρχής. Νομίζω, πως άπαντες συμμερίζεστε το σκεπτικό μου και, επίσης, θαρρώ ότι συμφωνείτε. Οκτώ στις δέκα κινηματογραφικές ταινίες θεματικά, είτε ρέουν σαν αρσενικό δάκρυ μεταμέλειας, είτε σαν έκθαμβη λάμψη θαυμασμού πάνω στην μορφή του υπέροχου θηλυκού και στις δυναμικές του, αλλά και στους ρόλους που έχει επωμιστεί στην σκληρή, σύγχρονη πραγματικότητα. Και δεν είναι μόνο το ρεαλιστικό, καθημερινό επίπεδο που έχει αλωθεί, κυριολεκτικώς, από την παρουσία της γυναίκας, είναι το παρελθόν, είναι το μέλλον, είναι η φιλοσοφική διάσταση των πραγμάτων, είναι το πολυδιάστατο, μεταφυσικό περιβάλλον, το μη ορατό, που κι αυτό άλλοτε απαλά, άλλοτε δυναμικά διαχειρίζεται με γνώση, με άνεση. Η Θηλυκή Αρχή είναι το παρόν είναι και το μέλλον. Πάντα ήταν δηλαδή, μόνο που ο άνδρας υπέπεσε σε βαρύτατη ανοησία, αγιάτρευτη λήθη και απώλεσε την σημαντικότητα του δικού του ρόλου, καταλήγοντας ξεβράκωτος άναξ του προσωπικού του εγωισμού και του γήινου σύμπαντος με ολέθρια αποτελέσματα. Η γυναίκα όρμησε στον επαγγελματικό στίβο και νίκησε. Γεμίζει πια το τραπέζι του σπιτιού όχι μόνο μαγειρικώς, αλλά είναι και ο ακούραστος κουβαλητής, ο αποκλειστικός χορηγός πλήθους νοικοκυριών. Είναι η μάνα, είναι η σύζυγος, είναι η κόρη, είναι η ερωμένη, είναι η άοκνη εργαζόμενη, διεκδικώντας ανοιχτά και με σθένος τα οντολογικά δικαιώματα τής ταυτότητας της. Αυτά που έχασε σε δυο ζαριές στημένου παιχνιδιού. Αυτά που στερήθηκε αρκετές χιλιάδες χρόνια. Και σήμερα, πιο έντονη, πολεμίστρια-αμαζόνα, γυναίκα-θεά δεν σηκώνει και πολλές κουβέντες. Αυτόνομο, ενεργό ον. Όρθωσε ο άμοιρος ανήρ μια κουβέντα παραπάνω, δεν σεβάστηκε, αγνόησε και υποτίμησε κατάφορα την ύπαρξη της; Αβυσσαλέα και η ανταπόκριση. Με συνοπτικές διαδικασίες και ούριο άνεμο αποπλέει τον «θρύλο» στα κατασκότεινα πελάγη της δυστυχίας. Η μεταμόρφωση της σύγχρονης γυναίκας είναι εντυπωσιακή, μεγαλειώδης και ο συμβολισμός της έρχεται ολοένα πιο κοντά στην σύμμαχο της, στο στιβαρό και αλάνθαστο αρχέτυπό της, την Γαία. Πρωτίστως η ισορροπία αγαπητοί μου. Όσο για την ισότητα του θέματος… Ε, αυτό αφήστε το στην άκρη, καθώς είναι προς σοβαρή επανεξέταση. Η κοινωνική ιστορία και εν γένει η ανθρώπινη ιστορία, από τούδε και στο εξής θα συντάσσεται από τις ισχυρές. Κυρίες, κύριοι, ο άνδρας άνοιξε την κερκόπορτα και ηττήθηκε κατά κράτος…       

«Revenge»

  • Είδος: Θρίλερ περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Κοραλί Φαρζά
  • Με τους: Ματίλντα Ίνγκριντ Άννα Λουτζ, Κέβιν Τζάνσενς, Βινσέντ Κολόμπ, Γκιγιόμ Μπουσέντ
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Odeon

Σ-ο-κ-α-ρ-ι-σ-τ-ι-κ-ό!!! Η πρώτη επαφή της σε ταινία μεγάλου μήκους, το σκηνοθετικό της ντεμπούτο εν ολίγοις,  και η  42χρονη Γαλλίδα Κοραλί Φαρζά ορμάει σαν θηλυκός τυφώνας στον ερμητικά κλειστό κύβο της εκδίκησης, αλλάζοντας άρδην την εσωτερική διακόσμηση του γεωμετρικού σχήματος. Ξεκινάει από το χρώμα και το ανάλαφρο, πουτανίστικο ροζ το αντικαθιστά με αυτό του πηχτού, ανδρικού αίματος, ολούθε. Καίει τελετουργικά σε επίπονη σαμανική φωτιά το στίγμα της bimbo και στην θέση της υποδέχεται, ως αναγεννημένος φοίνιξ, το άγριο πνεύμα της λύκαινας, της λυσσαλέας αμαζόνας, τοποθετώντας γύρω της τα κορμιά αρσενικών κάφρων με πάμπολλες τρύπες στα υπερφίαλα σαρκία τους. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, εκτός των άλλων, πως αναφερόμαστε σε μια μεταμόρφωση, σε μια μετάβαση δυο επιπέδων, του πνευματικού αρχικά, που ξεκινά από τον ψυχικό και τον υλικό πόνο για να ακολουθήσει η μετάλλαξη της μορφής και φυσικά του σκοπού, που δεν είναι άλλος από την εκδίκηση. Πρωταγωνίστρια σε αυτό το μακελειό η νεαρή, όμορφη Τζεν, όνομα κάτι σαν το ήρεμο κι επικίνδυνο Γιν του Ζεν. Το κουκλί, το αφελές γκομενάκι που κάνει όμως καλό κρεβάτι και ονειρεύεται να ζήσει στο Λος Άντζελες για να την προσέξει κάποιος, όπως λέει χαριτωμένα, σχοινοβατώντας καβλιάρικα, γεμάτη πάθος ανάμεσα στον ρόλο της ερωμένης και της καλοπληρωμένης βίζιτας. Η χείριστη εκδοχή της ηθελημένης, βέβαια, γυναικείας εκμετάλλευσης με ένα βροντερό «κλικ» μετασχηματίζεται στον δαίμονα μακελάρη, στην αιμοδιψή νέμεση. Η αφορμή; Απλή! Μα, η απαξίωση, η κατάφορη αδικία, η παραβίαση των ορίων, η έλλειψη της αγάπης και της υποστήριξης από το ανεγκέφαλο αρσενικό και το αδιάφορο μετουσιώνεται στο απόλυτο σύμβολο της εξουσίας και της ισορροπίας. Έτσι, για να τοποθετηθούν τα πράγματα στη σωστή θέση τους.

Η είκοσι something Τζεν (Ματίλντα Ίνγκριντ Άννα Λουτζ – απίθανη και συγκρατήστε το όνομα της απλά Ματίλντα Λουτζ) φθάνει με τον φραγκάτο και ωραίο Ρισάρ (Κέβιν Τζάνσενς -καλός) σε υπερπολυτελή βίλα – καταφύγιο στην καρδιά κάποιας ερήμου για να περάσουν μόνοι τους ένα χαλαρό διήμερο με πολύ σεξ, πριν ο άνδρας υποδεχθεί τους δυο κολλητούς, συνεργάτες του, που έχουν οργανώσει το ετήσιο κυνήγι τους. Σημασία έχει, να αναφέρουμε, πως ο πιλότος του ελικοπτέρου που τους μετέφερε στην έρημο, προσφέρει στον Ρισάρ ως δώρο, μια γερή δόση του βοτάνου πεγιότλ (πανάρχαιο, δυνατό παραισθησιογόνο το οποίο χρησιμοποιούν οι σαμάνοι για τα «ταξίδια» τους στις τελετές), ώστε το ζευγάρι να το χρησιμοποιήσει με προσοχή, απογειώνοντας τις επιδόσεις τους. Ο Ρισάρ μη θέλοντας να διακινδυνεύσει το κυνήγι δίνει το πεγιότλ στην Τζεν να το φυλάξει στο μενταγιόν της. Ο λεγάμενος συνομιλεί με την σύζυγο στην Γαλλία και μετά αφήνεται στο ξέφρενο, ερωτικό πάθος με την Τζεν. Δεν χωρίζει την γυναίκα του ένεκα των παιδιών τους και δεν εγκαταλείπει την Τζεν, ένεκα του υπέροχου πισινού της, όπως της εκμυστηρεύεται. Ξαφνικά οι, επίσης, παντρεμένοι φίλοι του έρχονται στην βίλα μια ημέρα νωρίτερα, αντικρίζοντας το σέξι «μωρό» Τζεν, με περιβολή που κολάζει άγιο, να περιφέρεται αμέριμνη στο σπίτι. Ψιλοτρελαίνονται με το θηλυκό, καταλαβαίνουν πως είναι το γκομενάκι του φίλου τους, και το άδειο κεφάλι του ενός, του Σταν (Βινσέντ Κολόμπ – καλός), πολιορκείται από ανομολόγητες επιθυμίες. Κάτι το χαζοχαρούμενο στυλάκι της Τζεν, κάτι τα αισθησιακά σόλο χορευτικά της στην πισίνα, την επομένη το πρωί και ενώ απουσιάζει ο Ρισάρ από το σπίτι, ο Σταν βιάζει την Τζεν. Η κοπέλα σκέτο ράκος δεν έχει την υποστήριξη του Ρισάρ, ο οποίος παίρνει το μέρος των φίλων του. Η κοπέλα προφανώς θέλει δικαίωση που δεν την έχει. Οι τρεις φίλοι αποφασίσουν να κλείσουν δια παντός το στόμα της Τζεν, σπρώχνοντας την στον γκρεμό για να την δολοφονήσουν. Το σώμα της γυναίκας καρφώνεται σε ένα δένδρο βλέπουν οι άνδρες ότι τελικά σκοτώθηκε και το απόγευμα κατεβαίνουν να πάρουν το πτώμα της και να το εξαφανίσουν. Η Τζεν όμως ζει και βαριά πληγωμένη κρύβεται για να επιστρέψει, αλλιώτικη, μεταμορφωμένη, εκδικητική… Και το γλέντι αρχίζει.

Μετά το πρώτο μισάωρο, ωιμέ, η ταινία γίνεται το απόλυτο splatter, όμως, εκατοντάδες μίλια μακριά τοποθετημένο από τις γνωστές σπλατεριές του είδους. Αίμα, ω ναι, πολύ αίμα με θέση και άποψη από την καταπληκτική Γαλλίδα σκηνοθέτιδα Κοραλί Φαρζά (και το σενάριο δικό της), η οποία είναι τυπάκι πρώτης γραμμής φυσιογνωμικά και στον δημιουργικό, προσωπικό της κύκλο πρέπει να είναι τα μάλα ψαγμένη. Το θηλυκό που επιστρέφει για εκδίκηση, καταλήγοντας να μεταμορφώνει σε άχρηστη κρεατόμαζα τα αρσενικά δεν είναι καινούργιο κινηματογραφικό προϊόν. Η γνωστή «Colobiana» του Ολιβιέ Μεγκατόν, παραδείγματος χάριν, είναι η επί σειρά ετών εκπαιδευμένη δολοφόνος. Η Νύφη – Ούμαν Θέρμαν στο «Kill Bill» του Ταραντίνο είναι μια αδίστακτη δολοφόνος. Ακόμα και η Τζένιφερ Λόπεζ ως runaway μανούλα στο «Αρκετά» του Μάικλ Άπντεντ για να πάρει την εκδίκηση της εκπαιδεύεται, προετοιμάζεται. Στην ταινία της Φαρζά δεν υπάρχουν τέτοιου είδους πολυτέλειες και αμερικανιές. Εδώ, η ημιθανής ηρωίδα, η ιταλικής καταγωγής Ματίλντα Λουτζ (όλη η ταινία επάνω της) σε χρονική διάρκεια ελάχιστων ωρών μετουσιώνεται και σαν ερπετό απαλλάσσεται από το πρότερο δέρμα της. Ξεπετσιάζεται υλικά και πνευματικά μέσα από διαδικασίες μυσταγωγικές, υπέροχες (με την βοήθεια του πεγιότλ), κι από την ταυτότητα της αφέλειας της μεταβαίνει στην καθολική αποδοχή της εξολόθρευσης. Μοναδική η Ματίλντα στον ρόλο της ακατέργαστης, αλλά αποφασιστικής δολοφονικής αμαζόνας. Έρπει ημίγυμνη στην γη για να διασωθεί, γίνεται ξανά χωμάτινη πασαλειμμένη στο αίμα του προσωπικού της θανάτου, αναγεννιέται στην φωτιά, μέσα από τον πόνο για να δικαιώσει την θηλυκή της ύπαρξη, την ζωή και σαν να είναι κατειλημμένη από χθόνια και ουράνια θεά είναι ο μακελάρης με αποστολή να αφανίσει κάθε τι που τις χάλασε το όνειρο και κάθε αρσενικού που την υποτίμησε, την ακύρωσε. Η αλαλία της καθ΄ όλη την διάρκεια του αιματηρού «έργου» της, που κρατάει αρκετά, αλλά με θανατηφόρο, πειστικό βλέμμα στο πρόσωπο που σε παραλύει από τον τρόμο, είναι από τα εντυπωσιακά σημεία του σεναρίου. Όπως, όταν λαμβάνει την καινούργια, αναγεννημένη  εμφάνιση της –  μοιάζει με σκοτεινό δημιούργημα βγαλμένο από τους ερμαφρόδιτους αδένες της γαίας -, το μόνο στοιχείο της πρότερης ζωής της που απομένει επάνω της, είναι το φτηνό, περλέ σκουλαρίκι κρεμασμένο στο ένα αυτί σε σχήμα αστεριού. Καταπληκτικό μοντάζ, φανταστικές χρωματικές που σε βάζουν στην ατμόσφαιρα του ανελέητου ανθρωποκυνηγητού, αφημένος στην πρωτόγονη διάθεση της ηρωίδας. Καλλιτεχνική η αντιμετώπιση του άφθονου αίματος στα κινηματογραφικά καρέ, εξαίσια και η φωτογραφία του Ρόμπρεχτ Χέιβαρτ, που από τις πευκόφυτες, βουνίσιες «Αρδέννες», σκλαβώνει απειλητικά την άγονη απεραντοσύνη της χρυσο-καφέ ερήμου. Οι ατμοσφαιρικοί electro μουσική – ήχοι του Ρομπ (γνωστός και ως Ρομπέν Γκουντέρτ) από ένα σημείο κι έπειτα λαμβάνουν τον κυρίαρχο λόγο στην περιορισμένη διαλεκτική της ταινίας, υποστηρίζοντας την ένταση της πλοκής, τιμώντας, βέβαια, την μεγάλη του «γένους» Κάρπεντερ σχολή. Όλη η αρχιτεκτονική της ταινίας είναι ευφυέστατη. Κοραλί Φαρζά: δίνει τα διαπιστευτήρια της και περνάει το κατώφλι των ιδιαίτερων, γυναικών auteur με ψυχή, που θεωρώ, ότι στο προσεχές μέλλον θα ασχοληθούμε αρκετά μαζί της. Η ταινία «Revenge», ανεπιφύλακτα είναι το φετινό κινηματογραφικό ρόδο της ερήμου.                         

«Το Τέλος της Ανωνυμίας»

(Anon)

 

  • Είδος: Επιστημονικής φαντασίας
  • Σκηνοθεσία: Άντριου Νίκολ
  • Με τους: Κλάιβ Οουεν, Αμάντα Σέιφριντ, Κολμ Φιόρε, Μαρκ Ο’ Μπράιαν, Σόνια Γουάλγκερ και Ίντο Γκόλντμπεργκ
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Tanweer

Σεναριογράφος άριστος, σκηνοθέτης ικανοποιητικός με εξαίρεση το «Gattaca», που στο σινεφίλ κοινό στιγμάτισε θετικά τον minimal χώρο της επιστημονικής φαντασίας με ουσία. Ο Άντριου Νίκολ είναι ένας καλός «εργάτης» του σινεμά, δυνατό μυαλό θα έλεγα, που η ποιότητα και το στυλ των ταινιών του δεν θα σε διαψεύσουν με ψευτομαγκιές και βερμπαλισμούς. Περιεκτικός στην γραφή του, πειθαρχημένος στην σκηνοθεσία ασχολείται με θέματα διόλου ευχάριστα για το μέλλον της ανθρωπότητας. Μερικές φορές εντείνει τις εσωτερικές του αγωνίες και τους προβληματισμούς του παρουσιάζοντας τόσο την εξουσία των επικυρίαρχων στο πλανήτη με την σκλαβοποίηση της ανθρώπινης προσωπικότητας, όπως στο «Σώμα» (2013), όσο και την χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας στην χειραγώγηση της μάζας (Simone – 2002), αλλά και την τεχνολογία σε αμυντικούς ρόλους (Drones: Θάνατος από ψηλά- 2014). Ο σεναριογράφος Νίκολ από την άλλη έχει γράψει ένα από τα καλύτερα σενάρια στην ιστορία του σινεμά: «The Truman Show» (υποψήφιος για  Όσκαρ Σεναρίου), ταινία που την σκηνοθέτησε ο εμπνευσμένος, μέγας Πίτερ Γουίαρ και βρίσκεται ανάμεσα στις 100 καλύτερες δικές μου από την ίδρυση της 7ης Τέχνης. Καλύτερη ταινία του Νίκολ, προσωπικώς, είναι το εξαιρετικής σύλληψης «In Time» (2011), που σε οδηγεί έντιμα και φιλοσοφικά κυριολεκτικώς, στο γνωστό σε όλους μας ανυπόφορο και τρομακτικό μοτο: «ο χρόνος είναι χρήμα» ή η ανθρώπινη ζωή είναι χρήμα. Το σινεμά του Νίκολ, αν και είναι σκληρό, σκοτεινό στην συνολική του εικόνα, φιλώντας σταυρωτά το οργουελικό σύμπαν, διακρίνεται από μια αλαφροΐσκιωτη ευγένεια και καλοσύνη που στην ψίχα του πάλλεται η γνώση. Και κεί βρίσκεις πολλά ενδιαφέροντα για να σε γοητεύσουν.

Χρονολογικά βρισκόμαστε στο προσεχές μέλλον, όταν ο άνθρωπος έχει απολέσει την δυνατότητα της ανωνυμίας του και τα προσωπικά του δεδομένα δεν είναι κτήμα του. Τα πάντα καταγράφονται σε ένα ψηφιακό σύμπαν, που ονομάζεται Αιθέρας (ειρωνεία) και βρίσκονται στην διάθεση των υπηρεσιών εθνικής ασφάλειας, φυσικά, για το καλό του έθνους. Οι αστυνόμοι ή οι διώκτες παντός εγκλήματος, βλέποντας κάποιον μπορούν αυτοστιγμής να διαβάσουν το ψηφιακό του αποτύπωμα για το ποιος είναι, τι επαγγέλλεται, που διαμένει, την οικονομική του κατάσταση, όλες τις πράξεις, τις δραστηριότητες και τις κινήσεις του, φανερά και κρυφά δεδομένα που εμφανίζονται σαν ταινία στον αμφιβληστροειδή του ματιού του εκάστοτε πραιτοριανού. Κάποιοι, λοιπόν, που διαθέτουν άφθονο, μετρητό χρήμα (ως γνωστόν οι συναλλαγές γίνονται δια μέσω τραπεζικών οργανισμών) και είναι ατακτούληδες ή λαδιάρηδες  προσλαμβάνουν χάκερς, έναντι σοβαρού χρηματικού ποσού με μπανκουί την καταβολή, για να διαγράψουν από το ψηφιακό περιβάλλον του Αιθέρα τις ανομίες τους. Όσοι σπουδαίοι προέβησαν σε αυτή την ενέργεια διαγραφής των κολάσιμων δραστηριοτήτων τους αμέσως μετά δολοφονήθηκαν για κάποιο λόγο. Ο αστυνομικός ντεντέκτιβ, Σαλ Φρίλαντ (Κλάιβ Όουεν – πολύ καλός), που έχει αναλάβει την επίλυση των φόνων στρέφει την έρευνα του σε μια χακερού γυναίκα (Αμάντα Σέιφριντ – δεν θα έλεγα ότι τρελάθηκα με την ερμηνεία της), η οποία δεν έχει ψηφιακό αποτύπωμα, είναι ανώνυμη και άγνωστη στις διωκτικές αρχές και άρα είναι αόρατη στο σύστημα. Η μυστηριώδης γυναίκα γνωστή ως «The Girl», δεν έχει ταυτότητα, ιστορία ή οποιοδήποτε προσωπικό αρχείο. Ο Σαλ πρέπει να ξεκαθαρίσει την υπόθεση πριν γίνει ο ίδιος το επόμενο θύμα.

Στον απέριττο διάκοσμο της μουντής, γκρίζας πόλης με τα επιβλητικά θεόρατα, φουτουριστικά κτήρια, τις τρισδιάστατες διαφημίσεις, τους ελάχιστους ανθρώπους που κυκλοφορούν στους δρόμους, δηλαδή σε μια φοβική μεγαλούπολη, ο Άντριου Νίκολ στήνει το δικό του noir film επιστημονικής φαντασίας (όχι και τόσο φαντασίας, αφού σχεδόν τα βιώνουμε) με όλα τα χρήσιμα συστατικά και των δυο κατηγοριών. Fifty fifty μοιρασμένο το σενάριο της ταινίας. Το police story ανταμώνει το sci fi στο ημιφωτισμένο, κινηματογραφικό δωμάτιο του μυστηρίου αναπτύσσοντας βασικά έναν χαρακτήρα αντι-ήρωα, που ερωτεύεται τον υπ΄ αριθμό ένα ένοχο αστυνομικής υπόθεσης. Συνηθισμένη φόρμα που θυμίζει Φίλιπ Μάρλοου του Ρέιμοντ Τσάντλερ διακτινισμένο στο δυστοπικό μέλλον. Μην αρχίσετε τις συγκρίσεις με το Blade Runner, γιατί οποιαδήποτε τοποθέτηση σχέσεων των δυο ταινιών θα είναι άστοχη. Ο Νίκολ δεν παίζει στο πλουμιστό και πολύβουο κόσμο του Ρίντλεϊ Σκοτ. Χωρισμένος με πονεσιάρικο, οικογενειακό παρελθόν ο αντικομφορμιστής, κουρασμένος και κάπως ιδεαλιστής ντεντέκτιβ (δίνει ελάχιστο περιθώριο ελευθερίας σε υποθέσεις με καταπιεσμένους, φτωχοδιάβολους του συστήματος να επιβιώσουν από τους ασυνείδητους πλούσιους), μπλέκεται σε μια πλεκτάνη ψηφιακής τεχνολογίας με επιπτώσεις τον ίδιο τον άνθρωπο. Ο Κλάιβ Όουεν ό,τι και να υποδυθεί είναι άψογος, εδώ, μάλιστα, του πηγαίνει γάντι ο ρόλος. Η Αμάντα Σέιφριντ («Mama Mia», «Οι Άθλιοι», «Αγαπημένε μου Τζον») που είναι το κλειδί της υπόθεσης και επιβάλλεται να συνεπαίρνει τον θεατή ως η femme fatale της ιστορίας (μαύρο, κοντό μαλλί, σκούρα, μεσάτα ensemble, αισθησιακή και συνάμα δολοφονική διάθεση), παρά ταύτα είναι εντελώς άτονη. Τα εκρηκτικά που βρίσκονται σωστά τοποθετημένα στους πυλώνες του σεναρίου για να πυρακτώσουν το στόρι και να απογειωθεί η ταινία, παθαίνουν μερική αφλογιστία και το άνευρο του θέματος καθηλώνει την ανάπτυξη του αστυνομικού μέρους. Το μερίδιο που αφορά το sci fi, ο έμπειρος Νίκολ, βασισμένος στην πολύκροτη υπόθεση του Σνόουντεν περί χρήσης των προσωπικών δεδομένων από τις μυστικές υπηρεσίες, το ταξιδεύει υπέροχα, καλύπτοντας σφαιρικά και επί της ουσίας αυτό που θέλει να προβάλει: Την πλήρη ανελευθερία και την απουσία ιδιωτικότητας στην προσωπική μας ζωή.

«Ο Γιος Μου»

(Mon Garçon)

 

  • Είδος: Θρίλερ
  • Σκηνοθεσία: Κριστιάν Καριόν
  • Με τους: Γκιγιόμ Κανέ, Μελανί Λοράν, Τριστάν Παζέ, Ολιβιέ ντε Μπενουάστ
  • Διάρκεια: 84’
  • Διανομή: Spentzos Films

Ο σκηνοθέτης της αντιπολεμικής ταινίας του 2005 «Καλά Χριστούγεννα», Κριστιάν Καριόν σε δικό του σενάριο τοποθετεί τον Γκιγιόμ Κανέ («Αγάπαμε Αν Τολμάς», «Μεγάλωσε Αν Τολμάς») στον ρόλο του πατέρα που ψάχνει τον απαχθέντα γιό του. Ως έτερος Λίαμ Νίσον, άνευ των ικανοτήτων του πληθωρικού, Ιρλανδού ηθοποιού, αλλά με αγάπη προς το παιδί του, αψηφά την συμμετοχή των αστυνομικών Αρχών στην έρευνα, και μόνος του οργώνει τα βουνά και τα λαγκάδια για να τον βρει.

Ο Ζουλιέν (Γκιγιόμ Κανέ – καλός) ταξιδεύει συνεχώς για τις ανάγκες της δουλείας του. Ως επακόλουθο των συχνών απουσιών του από το σπίτι χωρίζει από την γυναίκα του Μαρί (Μελανί Λοράν – καλή). Κατά την διάρκεια μιας ενδιάμεσης στάσης στην Γαλλία λαμβάνει ένα απεγνωσμένο μήνυμα από την Μαρί, ότι ο εφτάχρονος γιος τους εξαφανίστηκε ενώ βρισκόταν στην σχολική κατασκήνωση στα βουνά. Όταν εξακριβώθηκε, πως δεν είναι μια παιδική αταξία και πρόκειται περί απαγωγής, ο πατέρας Ζουλιέν ξεκινάει την αναζήτηση του γιου του.

Με το απρόσωπο κακό και την γενικευμένη δράση του να καραδοκεί ανά πάσα στιγμή παντού ακόμα και στα έρμα τα βουνά (καλό αυτό περί του απρόσωπου κακού), ο σκηνοθέτης Κριστιάν Καριόν ενεργοποιεί με νοικοκυρεμένη σκηνοθεσία το πατρικό φίλτρο για να αντιμετωπίσει ακόμα ένας πατέρας το εν λόγω απρόσωπο κακό. Απλός, καθημερινός άνθρωπος εναντίον του οργανωμένου δικτύου απαγωγής παιδιών σε έναν αγώνα με τον χρόνο. Ο Γκιγιόμ Κανέ τα καταφέρνει καλά στον ευάλωτο ήρωα που υποδύεται και ο Καριόν μας τα λέει ξάστερα, καθαρά, μόνο που έχουμε δει τόσες ταινίες με την ίδια θεματική, που δεν υπάρχει κάτι το εξαιρετικό κάτι το καινούργιο και εντυπωσιακό να την διαφοροποιήσει από τις υπόλοιπες της κατηγορίας του Taken. Ακόμα και η Χέιλι Μπέρι, αποτυχημένα, ως μάνα, δοκιμάστηκε στο είδος. Ίσως η ταινία να είναι η ανθρώπινη, γαλλική πρόταση απέναντι στην βαρβατίλα της αντίστοιχης αμερικανιάς. Το πρώτο μέρος του Taken, αγαπητοί μου, είναι αξεπέραστο και το ζύγι δεν σηκώνει καμιά άλλη ιμιτασιόν πρόταση. Τα σύκα σύκα και η σκάφη σκάφη, για να μην μπερδευόμαστε. Πως να το κάνουμε τώρα… Vacheron Constantin made in Taiwan, όπως και να ΄χει, δεν το  τολμάς.    

«Ο Κύριος και η Κυρία Αντελμάν»

(Mr & Mme Adelman)

 

  • Είδος: Δραμεντί
  • Σκηνοθεσία: Νικολά Μπεντός
  • Με τους: Ντοριά Τιλιέρ, Νικολά Μπεντός, Ντενί Πονταλιντέ, Πιέρ Αρντιτί
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Danaos Fims

Αναπτύσσοντας την ρήση: «πίσω από έναν μεγάλο άνδρα υπάρχει μια σπουδαία γυναίκα», ο σεναριογράφος και ηθοποιός Νικολά Μπεντός (γιός του κωμικού Γκι Μπεντός) ντεμπουντάρει σκηνοθετικά, προσφέροντας γενναιόδωρα τον κινηματογραφικό λόγο στην αφανή γυναικεία παρουσία που στήριξε έναν διάσημο Γάλλο συγγραφέα. Δράμα και χιούμορ συνθέτουν την σαράντα βάλε θυελλώδη σχέση δυο ανθρώπων που αγαπήθηκαν, μισήθηκαν και ξαναγαπήθhκαν, θυσιάζοντας σχεδόν τα θέλω της η μεν για την δόξα του δε. Για τον «δε» ούτε λόγος να γίνεται, καθώς ως ανώριμος, εγωιστής και φιλόδοξος δεν θυσίασε στον βωμό της αγάπης τίποτα απολύτως, συνεχίζοντας να είναι ένας μποέμ παρτάκιας που κλονίστηκε μόνον όταν η «μεν» αγανακτισμένη και μπαϊλντισμένη από την συμπεριφορά του και το κεράτωμα τον εγκατέλειψε για μια ήρεμη και συμβατική ζωή με έναν φυσιολογικό άνθρωπο.

Ο βραβευμένος, διάσημος Γάλλος συγγραφέας και ακαδημαϊκός Βικτόρ Αντελμάν (Νικολά Μπετός – καλός) πεθαίνει. Ο πνευματικός κόσμος της χώρας βυθίζεται στο πένθος για τον χαμό του ηλικιωμένου συγγραφέα και όλα τα ΜΜΕ είναι στραμμένα στο γεγονός και στην τελετή της κηδείας. Νεαρός συγγραφέας που θέλει ως πρώτο του βιβλίου να γράψει την πραγματική βιογραφία του επιφανή λογοτέχνη, στρέφεται στην χήρα γυναίκα του, την κυρία Σάρα Αντελμάν (Ντοριά Τιλιέρ – καταπληκτική), την εβραϊκής καταγωγής σύντροφο και μούσα του, για να αφηγηθεί την ιστορία του Αντελμάν από την δική της οπτική. Η σύζυγος αποδέχεται την πρόταση του νεαρού, εξιστορώντας με αποκαλυπτικές λεπτομέρειες την σχέση της με τον άνθρωπο συγγραφέα και σύζυγο, ξεκινώντας από το 1971, χρονιά γνωριμίας της με τον ιδεαλιστή, άσημο Βικτόρ Αντελμάν. Πίσω από τον καθρέπτη του φαίνεσθαι, ξεχύνονται οι γλυκόπικρες αλήθειες και η πορεία ζωής ενός ζευγαριού δυο ετερόκλητων χαρακτήρων με απρόοπτα, πάθος, αγάπη, μίσος και ακρότητες.

Συμπαθητική, προσεγμένη η παραγωγή της, βατή και η σκηνοθεσία ως πρώτη δουλειά του Μπεντός, με το στοιχείο της γαλλικής φλυαρίας στις ταινίες του είδους να κυριαρχεί αισθητά. Από τα ενδιαφέροντα στοιχεία της είναι η τρικυμιώδης παρουσία της  Ντοριά Τιλιέρ.

«Ζευγάρι με το Ζόρι»

(Overboard)

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Σκηνοθεσία: Ρομπ Γκρίνμπεργκ
  • Με τους: Εουχένιο Ντερμπέζ, Άνα Φάρις, Εύα Λονγκόρια, Σούζι Κερτζ, Τζον Χάνα, Μελ Ροντρίγκεζ
  • Διάρκεια: 112’
  • Διανομή: Odeon

Ο αγαπητός ηθοποιός του μεξικανικού σινεμά και της τηλεόρασης Εουχένιο Ντερμπέζ (Πώς να Γίνεις Λατίνος Εραστής) και από την άλλη η προσφιλής στο αμερικάνικο κοινό ηθοποιός Άνα Φάρις (Ένας χρόνος είναι αρκετός – 2013) συναντώνται στο ριμέικ του Γκάρι Μάρσαλ, «Γυναίκα στη Θάλασσα», που παίχτηκε το 1987 με πρωταγωνιστές το ζέυγος: Γκόλντι Χόουν και Κερτ Ράσελ,

Ο κακομαθημένος πλεϊμπόι, Λεονάρντο (Εουχένιο Ντερμπέζ) γόνος μιας εκ των πλουσιότερων οικογενειών του Μεξικού, πέφτει στη θάλασσα από το πολυτελές γιοτ του και παθαίνει αμνησία. Η Κέιτ (Άννα Φάρις), μια ανύπαντρη εργαζόμενη μητέρα με τρεις κόρες διαβάζει εντατικά για να δώσει εξετάσεις ως νοσηλεύτρια. Για να τα φέρει βόλτα ασχολείται με δουλειές του ποδαριού. Μια από αυτές είναι και ως καθαρίστρια χαλιών, την οποία καλεί ο Λεονάρντο για να καθαρίσει τα χαλιά του σκάφους του. Ο κακομαθημένος και αλαζόνας πλούσιος τις συμπεριφέρεται αισχρά, καταλήγοντας να μην πληρώσει για την δουλειά της.  Μετά το ατύχημα του και την αμνησία η Κέιτ τον βρίσκει τυχαία, τον περιμαζεύει και για τον εκδικηθεί για την απαίσια συμπεριφορά του τον πείθει ότι είναι ο άνδρας της και ο πατέρας των παιδιών της.

Η απόσταση της πρώτης επιτυχημένης ταινίας με το συγκεκριμένο ριμέικ, εκτός της αντιστροφής των ρόλων (η Γκόλντι Χόουν ήταν η πλούσια με την αμνησία και ο Κερτ Ράσελ ήταν ο φτωχός μαραγκός) είναι αχανής και ομιχλώδης.