fbpx

«Ειμαρμένη και Ελευθερία στην Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία» (Μέρος Α’ ), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Ο άνθρωπος εκ καταβολής του κόσμου ασχολείται με διάφορα προσωπικά υπαρξιακά ερωτήματα που σχετίζονται με τη θέση του στον κόσμο και τα περιθώρια ελευθερίας που έχει προκειμένου να δράσει και να διαμορφώσει τη  ζωή του σύμφωνα με τις προσωπικές του επιλογές. Αν ο κόσμος διέπεται από έναν άτεγκτο «ειρμό αιτίων», την ειμαρμένη, τότε  εγείρονται πολλά προβλήματα που έχουν να κάνουν με το σκοπό της ανθρώπινης ύπαρξης  και το κατά πόσο τα ανθρώπινα όντα βρίσκονται πράγματι σε θέση να πάρουν αποφάσεις που έχουν ηθική αξία. Αν ο άνθρωπος είναι απλώς ένα γρανάζι στον κοσμικό μηχανισμό, ποιο νόημα έχει άραγε να προβληματίζεται σύμφωνα με ποιες ηθικές αξίες οφείλει να ενεργεί; Έχει νόημα η απόδοση ηθικής ευθύνης χωρίς ελευθερία;

Σε αναζήτηση απαντήσεων στα παραπάνω ερωτήματα προσπάθησαν πολλοί αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι να δώσουν διάφορες απαντήσεις, κυρίως σε θέματα όπως της ειμαρμένης και της ανθρώπινης ελευθερίας. Η  παρατηθέμενη φιλοσοφική έρευνα συνίσταται κατά ένα μεγάλο μέρος στην ανίχνευση των μονοπατιών που έχουν χαράξει άλλοι πριν από εμάς , καθώς ο καθένας κάνει το δικό του ταξίδι προς  την πνευματική του «Ιθάκη». Μέσα απ’ τη διαδικασία αυτή, είναι πιθανό να αναγνωρίσουμε και ν’ αποδεχθούμε έναν τρόπο σκέψης – φιλοσοφικό σύστημα ως περισσότερο συγγενικό με το δικό μας  – και να αποφασίσουμε ότι έχουμε φθάσει στο τέρμα της διαδρομής, έχουμε βρει την απάντηση που αναζητούσαμε. Ακόμη όμως κι αν  αυτό δεν συμβεί, έχουμε κερδίσει «το ωραίο ταξίδι».

Τα δύο κυρίως θέματα που θα μας απασχολήσουν στη συνέχεια αποτελούν οι   έννοιες της ειμαρμένης (και των διαφόρων όρων που χρησιμοποιήθηκαν για να περιγράψουν ένα αιτιοκρατικά δομημένο σύμπαν) και της ανθρώπινης ελευθερίας , όπως τουλάχιστον  αναδύονται μέσα από τα κείμενα των κυριότερων εκπροσώπων της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης.

Καταρχήν, οι δύο έννοιες φαίνονται ασυμβίβαστες. Είναι όμως πράγματι ασυμβίβαστες ή όχι; Στη συνέχεια θα επιχειρηθεί να ανιχνεύσουμε πώς προσπάθησαν να τις συμβιβάσουν  οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι από τους Προσωκρατικούς μέχρι τον Πλωτίνο.

Η πάλη του ανθρώπου με την αρχικά παράλογη αυτή δύναμη του πεπρωμένου  παρουσιάστηκε γλαφυρά από την αρχαία ελληνική ποίηση και ιδιαίτερα από την τραγωδία. Μέσα από τους στίχους του αρχαίου ελληνικού δράματος αναδύθηκε εναργής η εικόνα του τραγικού προσώπου. Ο άνθρωπος καλείται να αντιμετωπίσει διλήμματα προερχόμενα από εξωτερικές πιέσεις, δυσνόητους χρησμούς και ηθικές επιταγές που τον καλούν να υπερβεί τις δυνάμεις του. Ο Οιδίπους Τύραννος, είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Στιγματισμένος από ένα φοβερό χρησμό, προσπαθεί μάταια να αποφύγει τη μοίρα του και καταλήγει να την εκπληρώνει εν αγνοία του.

Ωστόσο, όπως παρατηρεί η Ζακλίν ντε Ρομιγί (J. de Romilly), «υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο ελληνικό, τραγικό στοιχείο και τη μοιρολατρεία που συναντάται σε άλλους λαούς». Ακόμη και στις περιπτώσεις όπου οι ήρωες έχουν να αντιμετωπίσουν ένα αναπόδραστο πεπρωμένο, οι τραγικοί χαρακτήρες δεν είναι εντελώς άμοιροι ευθυνών. Αντιθέτως, συμβάλλουν  ενεργά στην εκπλήρωση του.

Ο Άλμπιν Λέσκι (A. Lesky) ερμηνεύει το γεγονός αυτό  με τη θεωρία της  διπλής αιτιολογίας στον Όμηρο και την τραγωδία. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, όλα ερμηνεύονται με την ταυτόχρονη συνδρομή θεϊκής παρέμβασης και ανθρώπινης θέλησης. Οι θεοί καθορίζουν και γνωρίζουν μεν τα πάντα, αλλά η Μοίρα δεν επιβάλλεται ποτέ μόνη της.  Η ανθρώπινη κρίση και απόφαση παίζουν καθοριστικό ρόλο στην έκβαση των γεγονότων  και αποτελούν το μέτρο για την απόδοση ευθυνών.

Αυτή η συμμετοχή του ανθρώπου υπογραμμίζεται και από τον Αριστοτέλη στο έργο του Περί Ποιητικής, όταν περιγράφει τον τραγικό ήρωα. Σύμφωνα με το αριστοτελικό κείμενο, πρόκειται για έναν άνθρωπο που δεν υπερέχει ούτε ως προς την αρετή, ούτε ως προς τη δικαιοσύνη, ούτε όμως πέφτει σε συμφορές εξαιτίας της κακίας ή της μοχθηρίας του, αλλά από κάποιο σφάλμα, ενώ είναι άνθρωπος που χαίρει μεγάλης δόξας κι ευτυχίας, όπως λ.χ. ο Οιδίπους και ο Θυέστης. Πρόκειται για ένα σφάλμα που θα έχει βαθύτερες συνέπειες και το οποίο, κατά τον Ιωάννη. Συκουτρή  «είναι βέβαια νοησιακού μάλλον χαρακτήρος (κακός υπολογισμός, πλάνη, παράβλεψις), αλλά δεν στερείται τελείως ηθικής σημασίας».

Οι παραπάνω επισημάνσεις που αφορούν το ρόλο της Μοίρας στην ποιητική παράδοση ίσως να οδηγούσαν κάποιον στη σκέψη ότι στην κλασική περίοδο είχαμε και κάποιον ανάλογο προβληματισμό πάνω στο συγγενές ζήτημα της ηθικής ή μεταφυσικής ελευθερίας του ανθρώπου. Κάτι τέτοιο όμως αργεί να συμβεί. Η ελευθερία στην αρχαϊκή και κλασσική περίοδο έχει κυρίως πολιτική και κοινωνική έννοια, σε αντιδιαστολή ιδιαίτερα με την κατάσταση της δουλείας.

Σύμφωνα με τον Ρίτσαρντ Μούλγκαν (Richard Mulgan), «η ελευθερία ως προσωπικό ιδανικό αναπτύχθηκε αρχικά στους κύκλους φιλοσόφων που αμφισβήτησαν τους κοινά αποδεκτούς κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς και αξίες , συμπεριλαμβανομένης της διάκρισης μεταξύ δούλου και ελεύθερου…». Ανάμεσα τους ήταν οι Κυνικοί Αντισθένης και Διογένης, αλλά και οι Στωικοί.

Εμείς δεν θα ασχοληθούμε  με τις διάφορες μορφές της πολιτικής ελευθερίας, αλλά θα ανιχνεύσουμε την εμφάνιση του προβλήματος της ελεύθερης βούλησης σε σχέση και αντιδιαστολή με τις ντετερμινιστικές – αιτιοκρατικές θεωρίες  που επινόησαν οι αρχαίοι Έλληνες στοχαστές στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν τους νόμους που διέπουν το σύμπαν καθώς και τη θέση του ανθρώπου μέσα σ’ αυτό. Θα δούμε, πώς έννοια της Ειμαρμένης (και οι συναφείς όροι μοίρα, ανάγκη, χρεών) διαφοροποιείται στην  σκέψη των φιλοσόφων και από την παράλογη και απρόβλεπτη δύναμη που φαντάστηκαν οι ποιητές μετατρέπεται σε έλλογη δύναμη, της οποίας οι νόμοι διέπουν το σύμπαν και αποτελούν εγγύηση για τη διατήρηση της κοσμικής τάξης. Αυτό ισχύει κυρίως για τη σκέψη των Προσωκρατικών, του Πλάτωνα, του Επίκουρου και φυσικά των Στωικών, οι οποίοι με την επινόηση του νόμου της παγκόσμιας συμπάθειας  φτάνουν να ταυτίσουν την ειμαρμένη με το Θεό και τη Φύση.

 Όσον αφορά  το ζήτημα της  ελεύθερης βούλησης, θα παρατηρήσουμε, ότι  απασχόλησε την ελληνική φιλοσοφική σκέψη κυρίως σε σχέση με το τι είναι στην εξουσία μας (εφ’ ημίν ) και τι όχι με απώτερο στόχο την ορθή απονομή επαίνων και ψόγων. Δεν αντιμετωπίστηκε ανοιχτά σε αντιδιαστολή με αιτιοκρατικές θεωρίες  ή με το ρόλο της ειμαρμένης  μέχρι το 200 μ.Χ. περίπου, όταν ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς θέτει για πρώτη φορά το ζήτημα με τρόπο που πλησιάζει τη σύγχρονη προβληματική και συλλαμβάνει την έννοια της ηθικής ελευθερίας ως ελευθερία της απόφασης ή ελευθερία να πράξει κανείς διαφορετικά  ερμηνεύοντας την αριστοτελική θεωρία για την προαίρεση και την εκούσια πράξη υπό το φως της στωικής αιτιοκρατικής θεωρίας.

 

Ας γνωρίσουμε όμως εν συντομία το τι πίστευαν οι Αρχαίοι Έλληνες για την Ειμαρμένη και την ελεύθερη βούληση.

Ζακλίν ντε Ρομιγί
Ιωάννης Συκουτρής
Ρίτσαρντ Μούλγκαν

Η Ειμαρμένη είναι η τύχη, η αναπότρεπτη μοίρα, το πεπρωμένο των Θεών, που περιλαμβάνει και προδιαγράφει ολόκληρη τη ζωή τους και φυσικά επηρεάζει τις ζωές όλων των θνητών ανθρώπων. Το όνομα «Ειμαρμένη» σχετίζεται ετυμολογικά με την λέξη «μοίρα». Η λέξη προκύπτει από το αρχαίο ρήμα «μείρομαι», που σημαίνει λαμβάνω σε διαμοιρασμό το μερίδιό μου. Ο τύπος του ρήματος αυτού στον παρακείμενο χρόνο της παθητικής φωνής είναι «είμαρμαι».

Θεωρείται ως μία αδιάσπαστη αλυσίδα αιτιοτήτων, την οποία οι Στωικοί αντιλαμβάνονται ως φυσική και ηθική δύναμη, σχεδόν ταυτιζόμενη με τον Θεό, αλλά και με την Δικαιοσύνη και την Πρόνοια, σύμφωνα και με τις απόψεις του Παρμενίδου και του Δημοκρίτου. Είναι η αμείλικτη εξέλιξη των φυσικών τάσεων του Παντός.

Την επικράτηση της αναγκαιότητος και της Ειμαρμένης σε όλον τον Κόσμο, δέχονται και οι Ατομικοί Λεύκιππος και Δημόκριτος (Διογένης Λαέρτιος, 9, 33 και 45) ενώ κατά τον Ξενοκράτη, οι Μοίρες παραστέκουν στην ανθρώπινη Γνώση, ορίζοντας η κάθε μία από ένα εκ των τριών τμημάτων της τελευταίας (Επιστήμη – Αίσθηση – Δόξα).

O Στωικός Χρύσιππος
Κλωθώ, Λάχεσις και Άτροπος
Έργο του Χένρι Μουρ (The Three Fates - 1948)

Κατά τον Στωικό Χρύσιππο, η Ειμαρμένη είναι «μια ορισμένη φυσική και συγκροτημένη διάταξη των πάντων μέσα στην αιωνιότητα, όπου μια ομάδα πραγμάτων αενάως απορρέει από άλλη και εμπλέκεται με άλλη, σε μία απαραβίαστη αλληλουχία» (Γέλλιος, «Αττικές Νύκτες» η.ι.3). Η Ειμαρμένη δημιουργεί γεγονότα όχι όμως ανθρώπινες ποιότητες, οι οποίες είναι αποτέλεσμα αποκλειστικώς της ανθρώπινης ελεύθερης βούλησης.

Οι Πυθαγόρειοι τοποθετούν τον ανθρώπινο βίο ανάμεσα σε δύο πόλους, την εξαναγκαστική Ανάγκη και την ελευθεροβουλητική Δύναμη (Ιεροκλής, «Χρυσά Έπη», 8), ενώ η Ειμαρμένη, απαντάται και στον Ηράκλειτο, κατά τον οποίο τα πάντα γίνονται «καθ’ ειμαρμένην», υπό την έννοια όμως του «κατ’ αναλογίαν».

Οι Στωικοί ορίζουν από την πλευρά τους την Ειμαρμένη, ως μία ταυτοχρόνως φυσική και θεϊκή οργανωτική δύναμη του Κόσμου, που αποτελεί τον Λόγο και την νομοτέλεια του Παντός, δύναμη, που διατηρεί και διατηρείται κυβερνώντας και περιλαμβάνοντας τα ενάντια, ταυτόσημη με την Μοίρα, την Πρόνοια, την Φύση, το Σύμπαν, και εν τέλει με τον ίδιο τον Θεό Δία. Κατά τον Χρύσιππο, όλα τα παρελθόντα συνέβησαν, τα παρόντα συμβαίνουν και τα μέλλοντα θα συμβούν.

Η Ειμαρμένη ή η Πρόνοια είναι αυτό που δεν εξαρτάται από τον άνθρωπο και η Ελευθερία ή το Αυτεξούσιο είναι το δεδομένο και το ζητούμενο του βίου των θνητών στη μακρά οδό προς την τελείωσή τους, που είναι η γνωριμία τους με τους Θεούς ως Θεοσοφιστές.

Η Ειμαρμένη Θεωρείται κατά τους Αρχαίους Έλληνες ως κυρίαρχος των Μοιρών. [Η πρώτη Μοίρα, η Κλωθώ, «αυτή που κλώθει», γνέθει το νήμα της ζωής, (συμβολίζει το παρόν), η δεύτερη, η Λάχεσις (το παρελθόν), το ξετυλίγει, (μοιράζει τους κλήρους, καθορίζει τι θα «λάχει» στον καθένα, εξ ού και λαχείο), ενώ η τρίτη, η Άτροπος το κόβει, όταν έρθει η ώρα (συμβολίζει το μέλλον).

Η Ειμαρμένη είναι το πεπρωμένο, το αναπόφευκτο, που πολύ συχνά ταυτίζεται με την Ανάγκη σε έναν Κόσμο συνύπαρξης θεών και ανθρώπων, ο οποίος διέπεται από αυστηρή νομοτέλεια. Η Ειμαρμένη αποτελεί το καθορισθέν υπό της Μοίρας, τον «Λόγο του Κόσμου».

Ως όρος η ειμαρμένη δεν υπάρχει στους τραγικούς, είναι όμως συχνός στον Πλάτωνα, στους Αττικούς ρήτορες και προπάντων στη Στωική Φιλοσοφία, της οποίας αποτελεί ως έννοια το σημαντικότερο θέμα και πρόβλημα.

Οι Στωικοί θεωρούν την Ειμαρμένη, ως μία ταυτοχρόνως φυσική και θεϊκή οργανωτική δύναμη του Κόσμου, που αποτελεί τον Λόγο και την νομοτέλεια του Παντός, δύναμη, που διατηρεί και διατηρείται κυβερνώντας και περιλαμβάνοντας τα ενάντια, ταυτόσημη με την Μοίρα, την Πρόνοια, την Φύση, το Σύμπαν, και εν τέλει με τον ίδιο τον θεό Δία.

 

«Ειμαρμένη εστίν ο τον Κόσμον Λόγος» διακηρύσσουν οι Στωικοί, όπως διασώζει ο Στοβαίος. Θεωρείται ως μία αδιάσπαστη αλυσίδα αιτιοτήτων, την οποία οι Στωικοί αντιλαμβάνονται ως φυσική και ηθική δύναμη, σχεδόν ταυτιζόμενη με τον Θεό, αλλά και με την Δικαιοσύνη και την Πρόνοια (σύμφωνα και με τις απόψεις του Παρμενίδου και του Δημοκρίτου), ως αμείλικτη εξέλιξη των φυσικών τάσεων του Παντός (καθώς μόνον οι φυσικές τάσεις των επιμέρους πραγμάτων μπορούν κάποιες φορές να εμποδιστούν).

Την επικράτηση της αναγκαιότητος και της Ειμαρμένης σε όλον τον Κόσμο, δέχονται και οι Ατομικοί Λεύκιππος και Δημόκριτος ενώ κατά τον Ξενοκράτη, οι Μοίρες παραστέκουν στην ανθρώπινη Γνώση, ορίζοντας η κάθε μία από ένα εκ των τριών τμημάτων της τελευταίας (Επιστήμη – Αίσθηση – Δόξα). Αντιθέτως ο Αναξαγόρας αποκαλεί «κενή λέξη» την Ειμαρμένη και διακηρύσσει, ότι τίποτε δεν γίνεται συμφώνως προς αυτήν. Κατά τον Στωικό Χρύσιππο, η Ειμαρμένη είναι «μια ορισμένη φυσική και συγκροτημένη διάταξη των πάντων μέσα στην αιωνιότητα, όπου μια ομάδα πραγμάτων αενάως απορρέει από άλλη και εμπλέκεται με άλλη. σε μία απαραβίαστη αλληλουχία» (Γέλλιος, «Αττικές Νύκτες» η.1.3). Η όλη περί Ειμαρμένης αντίληψη των Στωικών περιγράφεται λακωνικά από μία μετάφραση του Κικέρωνα, την οποία διέσωσε ο Σενέκας: «Εκείνον τον θέλει, οι Μοίρες τον οδηγούν, εκείνον πουν δεν θέλει, τον σύρουν» Η Ειμαρμένη δημιουργεί γεγονότα όχι όμως ανθρώπινες ποιότητες, οι οποίες είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά της ανθρώπινης ελεύθερης βούλησης.

Οι Πυθαγόρειοι τοποθετούν τον ανθρώπινο βίο ανάμεσα σε δύο πόλους, την εξαναγκαστική Ανάγκη και την ελεύθεροβουλητική Δύναμη (Ιεροκλής, «Χρυσά Έπη», 8), ενώ η Ειμαρμένη, απαντάται και στον Ηράκλειτο, κατά τον οποίο τα πάντα γίνονται «καθ’ ειμαρμένην», υπό την έννοια όμως του «κατ’ αναλογίαν».

Κατά τον Χρύσσιπο όλα τα παρελθόντα συνέβησαν, τα παρόντα συμβαίνουν και τα μέλλοντα θα συμβούν συμφώνα κατά την Ειμαρμένη, αλλά πάντοτε συνδιαμορφωτικά με την «προαίρεση» και το «εφ’ ημίν» (δηλαδή αυτό που είναι στο χέρι μας να διαμορφώσουμε), ο δε άνθρωπος συνιστά υπ’ αυτήν την έννοια ένα οργανικό στοιχείο ενός τεταγμένου συνόλου. Η Ειμαρμένη (ή η Πρόνοια, ή το «ουκ εφ’ημιν». δηλαδή αυτό που δεν εξαρτάται από τον άνθρωπο) και η Ελευθερία (ή το Αυτεξούσιο, ή το «εφ’ ημίν»). αποτελούν τους βασικούς πόλους (ως το δεδομένο και το ζητούμενο) του βίου των θνητών στη μακρά οδό προς την τελείωση τους. Κατά παράλειψη αυτών ουσιαστικοποιήθηκε η μετοχή «ειμαρμένη», που σημαίνει μόνη της πλέον, τη μοίρα, την τύχη και έγινε συνώνυμη με το πεπρωμένο. Η έννοια της λέξης είναι δημιούργημα της Ιωνικής φιλοσοφίας.

Στον Ηράκλειτο ήδη υπάρχει η λέξη Ειμαρμένη με την έννοια της μοίρας, της τύχης, η οποία υπό τους όρους μοίρα, ανάγκη, αίσα ήταν ριζωμένη στην ψυχή των Ελλήνων. Ο όρος δεν υπάρχει στους τραγικούς, είναι όμως συχνός στον Πλάτωνα, στους Αττικούς ρήτορες και προπάντων στη Στωική Φιλοσοφία, της οποίας αποτελεί ως έννοια το σημαντικότερο θέμα και πρόβλημα.

Πρώτος ο ιδρυτής της Στοάς Ζήνων ο Κιτιεύς (335-262 π.Χ.) έγραψε βιβλίο «Περί Ειμαρμένης». Από τους Ρωμαίους ασχολήθηκαν με την Ειμαρμένη (ο όρος δεν πολιτογραφήθηκε στη λατινική γλώσσα και χρησιμοποιήθηκε κυρίως το fatum) ο Κικέρων, ο Μινούκιος Φήλιξ και ο Τερτυλλιανός. Το περιεχόμενο της έννοιας παρουσιάζεται ποικίλο, με κεντρική ιδέα όμως την αναγκαιότητα της μοίρας.

Η αναλυτική φιλοσοφία της έννοιας της Ειμαρμένης συνεχίσθηκε χωρίς διακοπή και από διάφορους διανοουμένους. Ο Επίκουρος, απαντώντας στον Ζήνωνα, έγραψε και αυτός «Περί Ειμαρμένης», επίσης ο Χρύσιππος, ο μεγαλύτερος θεωρητικός της Στοάς (3ος αιώνας π.Χ.), ο Ποσειδώνιος, ο Πλούταρχος, ο Αφροδισιεύς Αλέξανδρος, ο Ιεροκλής, ο Γρηγόριος Νύσσης, ο Ιωάννης Χρυσόστομος. Το περιεχόμενο της έννοιας παρουσιάζεται ποικίλο, με κεντρική ιδέα όμως την αναγκαιότητα της μοίρας. Οι Ίωνες φιλόσοφοι και ο Πυθαγόρας την αντιλαμβάνονται ως παγκόσμιο νόμο, που επηρεάζει και τον άνθρωπo από τη γέννηση ως τον θάνατό του.

Ο Πλάτων αρχικά δεν δέχεται την απόλυτη αναγκαιότητα της Ειμαρμένης στον Γοργία και στον Φαίδρο, αργότερα όμως στην Πολιτεία και στους Νόμους, παραδέχεται την απεριόριστα καθοριστική δύναμη της και στον άνθρωπο και στον Κόσμο, αλλά δεν τη θεωρεί ως αυθύπαρκτη ουσία πιστεύει μόνο ότι πρόκειται για νόμο κατά τον οποίο τελείται το γίγνεσθαι, δηλαδή το θέλημα των Θεών.

Τα φιλοσοφικά συστήματα του Στωικισμού και του Επικουρισμού ήταν δύο από τους κυρίαρχους εκφραστές του φιλοσοφικού στοχασμού κατά την διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων. Μολονότι συνέχισαν, ως έναν βαθμό, την προηγούμενη φιλοσοφική παράδοση αναζητώντας απαντήσεις σε ερωτήματα που αφορούν στην δομή και την γνώση της πραγματικότητας, εντούτοις, στράφηκαν σε μια περισσότερο ανθρωποκεντρική προσέγγιση, προτείνοντας έναν τρόπο ζωής που μπορεί να οδηγήσει στην ευτυχία, προσδίδοντας, έτσι, πρακτική κατεύθυνση στην φιλοσοφία τους.

Ο Στωικός Ζήνων ο Κητιεύς
Στωικοί

Στο επόμενο δεύτερο και τελευταίο μέρος του άρθρου μας θα αναφερθούμε στην διαπλοκή της ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου με την έννοια της αναγκαιότητας τόσο στην στωική όσο και στην επικούρεια φιλοσοφία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ιωάννης Σίσκος Φιλοσοφια Μυστικισμού

Γιώργος Μαμώλης, Φ.Π.Ψ. Αθήνα  2005.

David B. Claus, Toward the Soul-An inguiry in the meaning of Ψυχή before Plato-,

Yale University 1981.

  1. G.S. Kirk, J.F. Raven and M. Schofied, The Presocratic Philosophers, Cambridge U.P.

Γρηγ. Φιλ. Κωσταρά, Ψυχολογία του ανθρώπου, Αθήναι 1990.

Γρηγ. Φιλ. Κωσταρά Φιλοσοφική Προπαιδεία, Αθήνα 2000 .

Μιχ. Φ. Δημητρακόπουλου, Στοιχείωση Ευρωπαϊκής Φιλοσοφίας-Από τους Προσωκρατικούς ως τον Wittgenstein και τον Heidegger-, Αθήναι 2003.

Κωνσταντίνου Γ. Νιάρχου, ΦΙΛΟΣΟΦΕΙΝ-εισαγωγική προσέγγιση-, Αθήναι 2003, Εκδόσεις Συμμετρία.

Σειρά Αρχαίοι Έλληνες Κλασσικοί, Πλάτωνα-Απολογία Σωκράτους, Συμπόσιο-, Deagostini 2005.

 Θεοδόσιος Πελεγρίνης, Λεξικό της Φιλοσοφίας-οι έννοιες, οι θεωρίες, οι σχολές, τα ρεύματα και τα πρόσωπα-, Αθήνα 2004, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

Κωνσταντίνος Δημ. Μαρίτσας, Πολιτισμός και Φυσική επιλογή, Εκδόσεις Αρσενίδη 2003 .James H. Jeans, Φυσική και Φιλοσοφία 2005

Κωνσταντίνου Ιωαν. Βουδούρη, Πλατωνική Φιλοσοφία, Αθήνα 1990.

Ζαν Πωλ Σαρτρ, Το είναι και το μηδέν-Δοκίμιο στην Φαινομενολογική οντολογία-, μεταφ. Κωστής Παπαγιώργης, Εκδόσεις Παπαζήση.

Suzanne Said, Monique Trede, Alain Le Boulluec, Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας (Τόμος 2ος), Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2004 σε επιστ. επιμ. Γ. Ξανθάκη-Καραμάνου.

Μ. Ροζενταλ, Π. Γιουντιν, Φιλοσοφικό Λεξικό, Εκδόσεις Νέος Σταθμός.

Ιωάννου Ν. Παρασκευόπουλου, Εξελικτική Ψυχολογία-Η ψυχική ζωή από τη σύλληψη ως την ενηλικίωση (Τόμος 1)-, Αθήνα.

Ιωάννου Ν. Παρασκευόπουλου , Κλινική Ψυχολογία-Διάγνωση, πρόληψη και θεραπεία των ψυχικών διαταραχών, Αθήνα 1988.

Σειρά Υγειά-οδηγός υγιεινής-, Νευρικό σύστημα, Ψυχιατρική, Ψυχανάλυση (Τόμος 4ος). Gustave Le Bon, Ψυχολογία των Όχλων.

Βασίλης Γκέκας, Κοσμική Τάξη και Χάος, 1995.

Johann Georg Hamann (1730 -1788) Γερμανός ειδικός στη Φιλοσοφία της Θρησκείας, πολέμιος του Διαφωτισμού και του Καντ.

  1. Burnet Ιστορία της αρχαίας Ελλάδας 1985

Κεφάλας Ευστάθιος – Φιλοσοφούμεν γνησίως τε και ικανώς

Βασίλειος Χλέτσος – Αρχαία Ελληνική Ιστορία και Φιλοσοφία των Μυστηρίων.

  1. Russell Ιστορία της αρχαίας Ελλάδας 1971

Σατελέ Φρ., Η φιλοσοφία, Τόμος Α΄, από τον Πλάτωνα ως τον Θωμά Ακινάτη

Werner Jäger (¡888 – 1961)

Σοφία Κανάκη – Η επιστημονική σκέψη στη φιλοσοφία της παιδείας των αρχαίων Ελλήνων

  1. Mossé, Επίτομη ιστορία της αρχαίας Ελλάδας (2000-31 π.Χ.), μετάφρ. Λ. Στεφάνου, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2006.
  2. Lesky, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, μετάφρ. Α. Τσοπανάκη, Θεσσαλονίκη 1972, 2η έκδ.
  3. Saïd, M. Trédé, A. le Boulluec, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, μετάφρ. Γ. Ξανθάκη-Καραμάνου, Δ. Τσιλιβέρδης, Β. Πόθου, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2001.

.E. Easterling – B.M.W. Knox, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, μετάφρ. Ν. Κονομής, Χ. Γρίμπα, Μ. Κονομή, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1994.

Θ.Ν. Πελεγρίνης, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1995.

  1. Hägg, Το αρχαίο μυθιστόρημα, μετάφρ. Τζ. Μαστοράκη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1992.

Burkert Walter, Ελληνική Μυθολογία και Τελετουργία Μ.Ι.Ε.Τ., (Αθήνα, 1993).

Kerenyi, Karl, The Heroes of the Greeks 1959.

Κερενυϊ, Κάρολος, Η μυθολογία των Ελλήνων

Ελληνική Μυθολογία P. Decherme

Σπύρος I. Ράγκος — Ο ποιητικός λόγος

Vegetti Μ., (2000), Ιστορία της Αρχαίας Φιλοσοφίας, Αθήνα: Π. Τραυλός.

  1. Gournot Ιστορία της αρχαίας Ελλάδας 1979

Sharples R.W., (2002), Στωικοί, Επικούρειοι και Σκεπτικοί

Ελληνική Μυθολογία L. Bernard

Νεότερον Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό ΗΛΙΟΥ

Αρχαία Ελληνική Λογοτεχνία – Βαρθολομαίος Χ. Λάζαρης

Μ.Ι.Ε.Τ. (Αθήνα 2001 δ΄)

Καλογεράκος Ι. – Θανασάς Π. «Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι», στο Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη από την Αρχαιότητα έως τον 20ο αιώνα, Ε.Α.Π., (Πάτρα, 2000)

 Πλάτωνος Κρατύλος, μτφ Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, Κάκτος, Αθήνα 1994

 J.A. Almeida, Justice as an aspect of the polis idea in Solon’s political poems: a reading of the fragments in light of the researches of new classical archaeology, Mnemosyne Supplementum 243, Brill: Leiden κ.α. 2003.

Πελεγρίνης Θεοδόσιος, Λεξικό της Φιλοσοφίας, Οι Έννοιες, Οι Θεωρίες, τα Ρεύματα και τα Πρόσωπα (εξάγλωσση ορολογία), Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004.