Εβδομάδα αστέρων με κορυφαία την Έμα Τόμσον σε ερμηνεία για Όσκαρ», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ξεκίνησα να γράφω για την δυστοπία στον κινηματογράφο και πόσο το ζοφερό μέλλον είναι με το παραπάνω παρών μας και ότι αυτό που βιώνουμε είναι ανεπιθύμητο, τρομακτικό απ΄ όλες τις απόψεις. Απογευματινά, ανακατεμένα ξεφωνητά, κραυγές κεφιού, παιχνιδιού από τις φωνητικές χορδές μικρών ανθρώπων της γειτονιά μετασχημάτισαν ξαφνικά την διάθεση, τον ρυθμό της σκέψης μου, σταμάτησαν την ροή δυσάρεστων εικόνων, γεγονότων και ευθύς αλλάζω πλεύση και βροντοφωνάζω, πως… Όχι! Το Φθινόπωρο αργεί ακόμα, πόσο μάλιστα ο Χειμώνας. Μηδέ καλό Χειμώνα, μηδέ και του χρόνου. Αφήσετε αυτές τις ευχές για αργότερα, πολύ αργότερα. Μπορεί να εισβάλλουμε, εντός ολίγου, στον πρώτο εκ των τριών μηνών της όμορφης εποχής των βροχών, των φυλλοπτώσεων και των ημερών που λιγοστεύουν τα φώτα τους, η θερμοκρασία, όμως, κρατάει δυναμικά τα ηνία του θερμού άρματος και η θάλασσα τώρα είναι στα καλύτερά της. Ηλιόλουστα τα πρωινά και τα πολύχρωμα παρεό συνεχίζουν να ανεμίζουν σαν άρμενα στα μελτέμια. Τα ανθρώπινα, μαυρισμένα σώματα αναδύουν πιότερο τα αρώματα των αντηλιακών λοσιόν και τα βράδια στα ανοιχτά, παραλιακά μπαρ (μπιτσόμπαρα, κατά το ελληνικότερο) παρασκευάζονται δυναμικά φρουτώδη κοκτέιλ με μια ντουζίνα παγοκύβους να κροταλίζουν, ρυθμικά στα μεταλλικά σέικερς. Γι  αυτό δεν λέμε κουβέντα ακόμα περί αλλαγής εποχής. Αυτά που σκέφτομαι μόνο είναι τα πιτσιρίκα, που ήδη έχουν αρχίσει τα αχ και τα βαχ για το επικείμενο άνοιγμα των πυλών στα εκπαιδευτήρια, βασανιστήρια της χώρας μας. Ξεκίνησαν να το κουβεντιάζουν κιόλας μεταξύ τους με μισόλογα. Τα καταλαβαίνω, τα αισθάνομαι, ακούω τις φωνές τους να γίνονται πιο έντονες, τσιριχτές σαν το τραγούδι του ξελογιάσματος των σειρήνων να αντηχεί στις γειτονιές και στα πάρκα που παίζουν. Ο ήχος τους είναι διαφορετικός από εκείνον της ξεγνοιασιάς του Ιουνίου και του Ιουλίου. Έντονος πια, σαν κραυγούλα παράξενης ικεσίας μοιάζει, που προσπαθεί να παγώσει, να φρενάρει τον χρόνο ή να τον κάνει να αλλάξει διαδρομή, αλλά ο φοβερός ο πανδαμάτωρ δεν διακόπτεται, δεν ξεγελιέται και ακάθεκτος, ανέγγιχτος ξεφυλλίζει τις ώρες, τις μέρες με την γνωστή γρηγοράδα και την απάθεια του προς τα γενόμενα και τις ανθρώπινες επιθυμίες. Είμαι Αθηναίος και μάλιστα βέρος, γκάγκαρος όπως μας αποκαλούν και η δυστυχία μου, ως παίδας και προέφηβος, στην κάθε έναρξη του Θέρους ήταν αυτή του αποχαιρετισμού, με μαύρο δάκρυ, των φίλων-συμμαθητών της χολαργιώτικης γειτονιάς, την στιγμή που μετανάστευαν από το προάστιο της πρωτεύουσας με σταθερό προορισμό τα χωριά τους, ένεκα των καλοκαιρινών διακοπών. Φορτωμένοι στα οικογενειακά αυτοκίνητα, σεταρισμένοι άψογα με το πλήθος των αναγκαίων αντικειμένων και των αποσκευών αποχωρούσαν στα μέσα του Ιουνίου, για δυο και μήνες, μαζί με την μητέρα τους – ο πατέρας τούς απίθωνε και μετά επέστρεφε λόγω εργασίας – έως ότου ανοίξουν τα σχολειά, δηλαδή, τέσσερεις ημέρες πριν κάποια ημερομηνία αρχών του Σεπτεμβρίου. Άλλη στεναχώρια στην επιστροφή, λόγω των ιστοριών που περιέγραφαν με ζέση σαν να ξαναζούσαν το πως πέρασαν εκεί, στα βουνά, στα λαγκάδια της ελληνικής υπαίθρου, στα νησιά τους. Άστα να πάνε. Εμείς, εγκαταλείπαμε οικογενειακώς τον αττικό βορρά και κατεβαίναμε στον παραθεριστικό αττικό νότο αυτό το διάστημα του καλοκαιριού. Ανύπαρκτα πράγματα στην παραθαλάσσια αττική γη όσο αφορά την βαρβατίλα της χωριάτικης περιπέτειας, τις κότες, τα πρόβατα, τον τραχύ τσοπάνη, τα μονότονα κλαρίνα, τα δεκαπενταυγουστιάτικα πανηγύρια, τις χωριάτικες, σπιτικές πίτες, το παχύ λάμδα και το μακρόσυρτο νι στην διάλεκτο, το άρμεγμα των αμνοεριφίων, την μυρωδιά από τις καβαλίνες και τις σβουνιές, τα αυτοσχέδια καλάμια ψαρέματος, τις μυστήριες σπηλιές και τα άβατα μονοπάτια, τα ντυμένα στους φεγγαροχτυπημένους μύθους και τα εκδικητικά αερικά, τους αμολυσώνες στους κάμπους, τις βόλτες με τα γαϊδούρια και τα τρακτέρ, τις μαυροφορεμένες, χαμηλοβλεπούσες γιαγιάδες και τους πεισματάρηδες, σοφούς γέροντες με τις μαγκούρες. Πού τέτοια δράση εδώ στην αστική στειρότητα. Κάθε αρχή του Θέρους ζούσα την ταραχή του «αντίο» και κάθε τέλος του την ζήλια ενός «καλωσήρθατε» φίλοι μου, ώσπου – στην Πρώτη ή στην Δευτέρα Γυμνασίου πρέπει να ήμουν –  δεν άντεξα και εξομολογήθηκα στον πατέρα μου με τα μούτρα ριγμένα έως κάτω στο πάτωμα: «Είμαι πολύ στεναχωρημένος, που ούτε εσύ, ούτε η μαμά δεν κατάγεστε από κάποιο χωριό για να πηγαίνω τους μήνες του καλοκαιριού, όπως οι συμμαθητές μου». Κι ο πατέρας, ως δεύτερος γκρίζος Γκάνταλφ, έκανε τα μαγικά του, προφανώς, βλέποντας τα χάλια μου, λέγοντας με ένα πλατύ χαμόγελο: «Δεν χαίρεσαι που δεν είσαι αναγκασμένος κάθε χρόνο να πηγαίνεις στο ίδιο και το ίδιο μέρος; Να βλέπεις τα ίδια και τα ίδια πράγματα; Όταν μεγαλώσεις θα έχεις την άνεση να βρίσκεσαι όπου τραβάει η ψυχή σου. Και ‘κει που θα σου αρέσει περισσότερο και θα αγαπήσεις τον τόπο,  κάντο δικό σου χωριό, αφού είσαι τόσο στεναχωρημένος. Αυτό είναι ένα τεράστιο δώρο που οι φίλοι σου δεν το έχουν». Με έπεισε με την μια ο μπαγάσας. Βάλσαμο ήταν τα λόγια του ή μάλλον ήθελα να πειστώ, να κρατηθώ από κάπου!        

«Νόμος Περί Τέκνων»

(The Children Act)

 

  • Είδος: Κοινωνικό Δράμα
  • Χώρα: Αγγλία – Η.Π.Α. (2017)      
  • Σκηνοθεσία: Ρίτσαρντ Έιρ
  • Με τους: Έμα Τόμσον, Στάνλεϊ Τούτσι, Μπεν Τσάπλιν, Τζέισον Γουάτκινς, Φιον Γουάιτχεντ
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Spentzos Films

Είναι η δεύτερη φορά σε διάστημα μιας εβδομάδας που η μεγάλη οθόνη φιλοξενεί ακόμα ένα μυθιστόρημα του Άγγλου συγγραφέα Ίαν ΜακΓιούαν. Μπεστ σέλερ το ομότιτλο βιβλίο (εκδόσεις Πατάκη) (εδώ), δυνατό ανάγνωσμα, εμπνευσμένο με χαρακτήρες καλολαδωμένων αντανακλαστικών, που μεταφέρεται σε κινηματογραφικό σενάριο γραμμένο και επιμελημένο από τον ίδιο τον συγγραφέα. Ο ΜακΓιούαν γνωρίζει τους κινηματογραφικούς κώδικες και όπως αναφέραμε στην κριτική μας για την ταινία «Ανεκπλήρωτος Γάμος», έχει πείρα, άνεση γραφής, γνώση, αποφεύγοντας τις κακοτοπιές του βερμπαλισμού, των αμήχανων στιγμών και του ναρκισσισμού. Από την άλλη, στο σκηνοθετικό τιμόνι, βρίσκεται ο βραβευμένος, Άγγλος σκηνοθέτης Ρίτσαρντ Έιρ (σερ, παρακαλώ), με λαμπρά διαπιστευτήρια στο σινεμά του κοινωνικού δράματος ανθρώπινων χαρακτήρων («Ημερολόγιο Ενός Σκανδάλου», «Ο Άλλος», «Iris»). Ο Έιρ είναι και θεατρικός σκηνοθέτης σεξπηρικών έργων, οπότε οι ήρωες του ΜακΓιούαν αναδεικνύονται στην κάμερα του στο ύψιστο σημείο του περφεξιονισμού. Ορθά κοφτά, αλάνθαστα, αγγλικά, όπως λέμε. Ο 75χρονος σκηνοθέτης είναι απίστευτα προσεκτικός στα στησίματα του, στα πλάνα, στα πορτρέτα του, εκεί που στο πρόσωπο εκδηλώνεται το ανθρώπινο συναίσθημα, το πετάρισμα στο βλέμμα, το σπάσιμο στα χείλη, στην κινησιολογία του σώματος, στην βωβή διάλεκτο των άκρων ο φακός του είναι διακριτικός και συνάμα διεισδυτικός, αποκαλυπτικός παντού. Βέβαια, έχει στην διάθεση του να διαχειριστεί μια ηθοποιάρα, όπως την Έμα Τόμσον και τον εξαιρετικό Αμερικανό ρολίστα, τον Στάνλεϊ Τούτσι, οπότε το κινηματογραφικό θαύμα είναι εκ προοιμίου δεδομένο. Ο συγγραφέας  Ίαν ΜακΓούιαν στην ιστορία του, που μοιάζει με σύγχρονο, κοινωνικό δοκίμιο διασχίζει τα βαλτόνερα της ηθικής με ταχύπλοο και προορισμό την νησίδα της γνωσιακής ευπρέπειας, εγκαθιστώντας την λογική, την ευγένεια να σαλοπατούν περίτεχνα και να ψυχαναλύονται πρόσωπο με πρόσωπο με όλα τα τέρατα του σκοταδισμού και του γνώριμου στοιχείου της ελευθερίας του έρωτα. Είναι δυνατόν να έχεις τέτοια μαγιά σε θεματική και αδαμάντινο, έμψυχο υλικό στα χέρια σου και να μην βγάλει χρυσάφι; Από όλες τις πλευρές η ταινία είναι εκπληκτική. Σενάριο, σκηνοθεσία, ερμηνείες, φωτογραφία (Άντριου Νταν), οργάνωση παραγωγής (Ντάνκαν Κενγουόρθι), ακόμα και οι περιφερειακοί, οι δεύτεροι ρόλοι, όπως αυτός του απίθανου, πιστού γραμματέα της δικαστίνας, που υποδύεται ο εξαιρετικός, Άγγλος ηθοποιός Τζέισον Γουάτκινς ή ο 21χρονος, επίσης, Άγγλος ηθοποιός Φιόν Γουάιτχεντ (πρωταγωνιστής στην ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν «Δουνκέρκη»), που είναι και το κλειδί της υπόθεσης, όλα, τέλος πάντων, είναι τόσο άψογα κεντραρισμένα στην ουσία τους. Σινεμά, που θυμίζει καλές εποχές Τζέιμς Άιβορι. Η μαστοριά του συγγραφέα και σε επέκταση του σκηνοθέτη είναι, ότι βάζει σε πρώτο, κυρίαρχο πλάνο, όπως και στο βιβλίο (διαβάστε το εάν δεν το έχετε πράξει ήδη) την λογική να συγκρούεται κατά μέτωπον με το θρησκευτικό δόγμα και την τυφλή άκαμπτη πίστη σε κρίσιμες στγιμές. Το δεύτερο πλάνο που ρέει παράλληλα σαν γλυκό άρπισμα είναι η προσωπική ζωή της τυπικής, αυστηρής και δίκαιης δικαστίνας, που συναισθηματικά οδεύει κατά διαόλου. Τώρα, η Έμα Τόμσον, την οποία συμπαθώ και εκτιμώ απεριόριστα ως ηθοποιό, σε καθηλώνει στην καρέκλα με την ερμηνεία της από το πρώτο λεπτό, φτιάχνοντας ολόλευκα, μαρμάρινα σκαλοπάτια για να ανεβαίνεις ψηλότερα από εκεί που είσαι, ατενίζοντας καλύτερα αυτή την κινηματογραφική περσόνα, αυτόν τον καταπέλτη ερμηνείας. Τα ζητήματα που πετάει ο ΜακΓιούαν στο τραπέζι είναι μεν αρκετά αλλά όλα τους ξεκάθαρα με διαυγή, κρυστάλλινη σκηνοθεσία, σινεμαδίστικη, περιποιημένη και, φυσικά, ασφαλή γραμμή αφήγησης, δίχως να χάνεσαι σε σκοτεινές αλέες. Και ως ΜακΓιούαν που είναι, προσφέρει ακόμα ένα ιδιαίτερο κλείσιμο αυλαίας, που αφήνουμε να το απολαύσετε!  

Η Φιόνα (Έμα Τόμσον – Υ-π-έ-ρ-ο-χ-η! και μάλλον θα τσιμπήσει το προσεχές Όσκαρ) ζει στο Λονδίνο και είναι μια διακεκριμένη δικαστής που προεδρεύει με ήθος, επαγγελματισμό και συμπόνια περίπλοκες υποθέσεις οικογενειακού δικαίου. Ο υπέρογκος φόρτος εργασίας, η υπευθυνότητα της εργασίας της λάβωσαν θανάσιμα την προσωπική της ζωή, αφού ο γάμος της με τον καθηγητή κλασσικής λογοτεχνίας, τον Τζακ (Στάνλεϊ Τούτσι – καταπληκτικός!) βρίσκεται σε αδιέξοδο. Είκοσι χρόνια γάμος δίχως τέκνα, ο Τζακ ανακοινώνει στην σύζυγό του, πως θέλει να κάνει σχέση με μια νεότερη γυναίκα, καθώς η Φιόνα έχει παραιτηθεί εντελώς από την σχέση τα τελευταία χρόνια, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Τζακ να την επαναφέρει. Η Φιόνα, όμως έχει καθορίσει τις προτεραιότητες της και αυτές είναι το λειτούργημα που υπηρετεί με παρρησία και ζήλο. Σε αυτή την κρίσιμη στιγμή σε επαγγελματικό επίπεδο η Φιόνα καλείται να αποφασίσει για μία άκρως επείγουσα υπόθεση, αυτή του Aνταμ (Φιόν Γουάιτχεντ – πολύ καλός), ενός νεαρού που πάσχει από λευχαιμία, αρνούμενος την μετάγγιση αίματος που θα του σώσει την ζωή γιατί το απαγορεύει η θρησκευτική του πίστη ως Μάρτυρας του Ιεχωβά που είναι. Ο Άνταμ σε τρεις μήνες θα γιορτάσει τα 18α γενέθλια του, αλλά νομικά για την ώρα, είναι ένας ανήλικος έφηβος. Θα πρέπει, λοιπόν, η Φιόνα να τον αναγκάσει να ζήσει. Η εντυπωσιακή και στιβαρή δικαστής (my Lady, την προσφωνούν στην δικαστική αίθουσα κατά το αγγλικό, νομικό δίκαιο) επισκέπτεται τον Άνταμ στο νοσοκομείο και αυτή η συνάντηση θα επηρεάσει και τους δύο.

«Upgrade»

 

  • Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας, δράση – περιπέτεια
  • Χώρα: Η.Π.Α – Αυστραλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Λι Γουανέλ
  • Με τους: Λόγκαν Μάρσαλ – Γκριν, Μπέτι Γκάμπριελ, Χάρισον Γκίλμπερτσον, Άμπι
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: UIP

Η ταινία του 41χρονου Αυστραλού Λι Γουανέλ είναι η δεύτερη κατά σειρά από την καρέκλα του σκηνοθέτη, καθώς ο εν λόγω καλλιτέχνης είναι και ηθοποιός. Το σκηνοθετικό του ντεμπούτο έγινε με το τρίτο μέρος του «Insidious» (Παγιδευμένη Ψυχή) το 2015. Όχι κάτι το ιδιαίτερο και πρωτότυπο για να μπει o Λι στο ακανόνιστο δώμα των νέων σκηνοθετών, που κλείνουν ματάκι και βγάζουν γλώσσα παιχνιδιάρικα. Δεν κρύβω να ομολογήσω, πως μπήκα στην δημοσιογραφική προβολή κάπως προκατειλημμένος, που θα έβλεπα την καινούργια του ταινία. Στο πρώτο δεκαπεντάλεπτο της προβολής, εντελώς αντανακλαστικά, ανακάλεσα στην μνήμη την προηγούμενη δουλειά του και προσπάθησα να βάλω την αρχιτεκτονική εκείνης με αυτό που έβλεπα. Καμιά σχέση. Εδώ έχουμε φουτουριστικό ντεκόρ με δυνατούς αρμούς γερά πακτωμένους στο έδαφος του ψαγμένου b-movie και ταπετσαρία στους τοίχους το ανθεκτικό άρωμα των σχολών Βερχόφεν, Κάμερον και Ρίντλεϊ Σκοτ στην εαρινή περίοδο τους. «Ουπς!», ψέλλισα, «το λέει η περδικούλα του τυπάκου». Στο ολοκληρωμένο σαραντάλεπτο η ταινία με είχε κάνει καθολικά δικό της. Στο πέρας των 100 λεπτών προβολής και στο φινάλε επιθυμούσα να την ξαναδώ. Με προϋπολογισμό μόλις τα 5 εκατομμύρια δολάρια, ο Λι Γουανέλ κατασκεύασε μια ταινία υψηλών προδιαγραφών, από αυτές με την άριστη τεχνική και τον μαγκιόρικο συνδυασμό κάμερας και φωτισμού για να πετάξει στο πανί την πρόοδο του neo-noir φανταστικού σινεμά με low budget production και πολύ μεράκι. Αυτό που δεν πέτυχε ο στάντμαν και σκηνοθέτης Ντέιβιντ Λιτς με την σούπερ σταρ Σαρλίζ Θερόν και την «Atomic Blonde» των 30 εκατομμυρίων δολαρίων κόστους, το πέτυχε ο Γουανέλ στο 1/6 του κόστους και τον ημί-γνωστό ηθοποιό, κατά άλλα εξαιρετικό, Λόγκαν Μάρσαλ – Γκριν (φέρνει αρκετά στην ήρεμη δύναμη του Τομ Χάρντι, το εκρηκτικό του Τζέραλντ Μπάντλερ και το ειρωνικό του Τζουντ Λο). Ποια είναι η επιτυχία της ταινίας; Μια απλή ιστορία επιστημονικής φαντασίας (την έχετε ξαναδεί σε διάφορες εκδοχές) στο κοντινό δυστοπικό μέλλον, που το στιλ της, η απόλυτη συγκέντρωση στο θέμα, το συμπυκνωμένο σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη, το σπουδαίο μοντάζ (Άντι Κάνι), η μουσική του Τζεντ Πάλμερ, που παίζει στις αρμονικές σφαίρες του ατμοσφαιρικού electro classic, το φινάλε που σκίζει την παλιωμένη φόδρα από το κοστούμι, αλλά και η άριστη σκηνοθεσία καταφέρνουν να σε βουτήξουν και να σε βάλουν μέσα της, δίχως να καταλάβεις για πότε τελείωσε. Ως προσωπική κατάθεση αναφέρω, πως ελάχιστες είναι οι φορές σε ταινίες που ταυτίζομαι με έναν κινηματογραφικό ήρωα, βλέποντας την πλοκή και μια από αυτές είναι και το «Upgrade». Για τέτοιο ρούφηγμα μιλάμε, που στο τέλος αναφωνείς και ένα… «γαμώτο τελείωσε!» Είναι τόσο απλά τα πράγματα εδώ, που η απλότητα της σου φέρνει διαολεμένη αμηχανία. Τσίλικος ο Λι Γουανέλ. Περιμένουμε την επόμενη για την καθιέρωση σου, dude!

Στο κοντινό μέλλον, που όλα παρακολουθούνται και όλα είναι ανυπόφορα ο μηχανικός αυτοκινήτων Γκρέι Τρέις (Λόγκαν Μάρσαλ – Γκριν  – πολύ καλός), λάτρης του παρελθόντος και αρνητικός με την τεχνολογία,  ανακαινίζει παλιά σπορ αυτοκίνητα, ενώ η σύζυγος του Άσα (Μέλανι Βαγιέχο) εργάζεται σε πολυεθνική εταιρία ρομποτικής. Κατά την επιστροφή τους στο σπίτι, έπειτα από μια βραδινή έξοδο-επίσκεψη στον πάμπλουτο, τζίνιους εφευρέτη της νανοτεχνολογίας και της βιοψηφιακής τεχνολογίας, τον απόμακρο και μοναχικό Ίρον (Χάρισον Γκίλμπερτσον – πολύ καλός), μια άγρια συμμορία στα καλά καθούμενα σκοτώνει εν ψυχρώ την Άσα και αφήνει παράλυτο από τον λαιμό και κάτω τον Γκρέι. Ο τετραπληγικός πια χαροκαμένος χήρος, καθισμένος σε αναπηρικό καροτσάκι δέχεται την βοήθεια του Ίρον, που του υπόσχεται, ότι θα τον κάνει να περπατήσει. Με την καινούργια εφεύρεση του, που είναι ένα προηγμένης τεχνολογίας τσιπ, «Στέλεχος» τεχνητής νοημοσύνης, το εμφυτεύει στην σπονδυλική του στήλη κι αυτό αναλαμβάνει τον χαμένο ρόλο των νευρώνων, που δίνουν εντολές λειτουργίας από τον εγκέφαλο στους αδρανείς μύες του και σε όλο το σώμα του. Ο Γκρέι πραγματικά σηκώνεται, περπατάει σε στιλ Ρόμποκοπ και ενώ όλα πηγαίνουν μια χαρά αρχίζει αμέσως να οργανώνει την έρευνα για να συλληφθούν οι δολοφόνοι της αγαπημένης του Άσα. Κατά την διάρκεια της έρευνας, δίχως να γνωρίζουν οι οικείοι του και η αστυνομία την επιτυχημένη επαναφορά του στην φυσιολογική ζωή, μια φωνή από μέσα του, που την ακούει μόνο αυτός, του συστήνεται ως Στεμ (φωνή του Σάιμον Μέιντεν) και ότι είναι κανονικά συνδεδεμένος με το νευρικό του σύστημα. Ο Στεμ, ως δεύτερη φύση στο σώμα τού «αναβαθμισμένου» μηχανικού προσφέρει νοητικές δυνατότητες και σωματικές ικανότητες υπεράνθρωπου, που θα βοηθήσουν τον Γκρέι να βάλει στην άκρη την αστυνομική βοήθεια και να ψάξει μόνος του για τους αδίστακτους φονιάδες, ώστε να μάθει τους πραγματικούς λόγους για τους οποίους δολοφόνησαν την σύντροφο του.

«Επικίνδυνη Αποστολή: Η Πτώση»

(Mission: Impossible - Fallout)

 

  • Είδος: Δράση -περιπέτεια
  • Χώρα: Η.Π.Α (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κρίστοφερ ΜακΚουάρι
  • Με τους: Τομ Κρουζ, Χένρι Κάβιλ, Βινγκ Ρέιμς, Σάιμον Πεγκ, Ρεμπέκα Φέργκιουσον, Σον Χάρις, Άντζελα Μπάσετ, Άλεκ Μπάλντουιν, Βανέσα Κίρμπι, Μισέλ Μόναγκαν, Φρέντερικ Σμιντ, Γουές Μπέντλεϊ
  • Διάρκεια: 147’
  • Διανομή: Odeon

Μακράν το καλύτερο κινηματογραφικό επεισόδιο, το έκτο στην σειρά, από τα υπόλοιπα των «Επικίνδυνων Αποστολών», εξαιρουμένου του πρώτου. Να είναι καλά ο Τόμ Κρουζ στη ηλικία των 56 χρόνων. Ο άνθρωπος είναι ακούραστος, δυναμικός, τα μάλα ενεργητικός. Τρέχει, παλεύει, οδηγάει, σαλτάρει ο ίδιος από ύψος 25.000 ποδιών σε ελεύθερη πτώση HALO (ειδικής κατηγορίας ελεύθερη πτώση με αλεξίπτωτο που επιχειρείται από ελίτ στρατιωτικές μονάδες με σκοπό την απαρατήρητη προσγείωση σε περιοχή του εχθρού),  πηδάει από ταράτσα σε παράθυρο και από βουνοκορφή σε τραχοπλαγιά σαν νεανίας ο αθεόφοβος, ενώ παράλληλα στηρίζει ερμηνευτικά τον αήττητο, πολυμήχανο και γενναίο πράκτορα Ίθαν Χαντ. Μπράβο του, ά-ψ-ο-γ-ο-ς! Το μοντάζ του Έντι Χάμιλτον είναι πραγματικό εργόχειρο, ειδικά οι σκηνές καταδίωξης των αυτοκινήτων και μηχανών στο Παρίσι σκίζουν κυριολεκτικώς, ξεπερνώντας σε πρωτοτυπία το «Fast & The Furious», τον «Jason Bourne» ακόμα και το «Ronin» (1998) του συγχωρεμένου Τζον Φρανκεχάιμερ. Οι δε μάχες σώμα με σώμα είναι εξελιγμένες χορογραφίες ανελέητου γροθοκοπανήματος, που αφήνει τον «John Wick» να φάει σκόνη. Προσέξτε την σκηνή με τον Τομ Κρουζ και τον Χένρι Καβίλ (Σούπερμαν) να κτυπιούνται μέχρι θανάτου με έναν Ασιάτη στις ανδρικές τουαλέτες ενός κλαμπ. Πραγματική ποίηση, προχωρημένο, άπιαστο. Ο βραβευμένος με το Όσκαρ Σεναρίου για τους «Συνήθεις Υπόπτους», Κρίστοφερ ΜακΚουάρι, αλλά και γραφιάς αρκετών κινηματογραφικών επιτυχιών, στρώθηκε για πρώτη φορά πίσω από την κάμερα το 2000 με το συμπαθητικό «Η Ώρα των Όπλων» πάλι σε δικό του σενάριο για να ακολουθήσει το πρώτο κεφάλαιο του αναρχικού, περιπλανώμενου, απόστρατου «Jack Reacher» με τον Τομ Κρουζ, η «Επικίνδυνη Αποστολή: Μυστικό έθνος» και για να καταλήξουμε στην τέταρτη σκηνοθεσία του με την «Επικίνδυνη Αποστολή: Η Πτώση», ξανά με τον Κρουζ στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Προφανώς υπάρχει μια καλή συνεργασία και βαθιά εκτίμηση ανάμεσα στον σκηνοθέτη και τον διάσημο πρωταγωνιστή. Ο Κρίστοφερ ΜακΚουάρι στο είδος της δράσης κάνει τρανή δουλειά και οι κόποι του ανταμείβονται, καθώς όλη η ταινία είναι ασταμάτητη περιπέτεια που, πιστέψτε με, δεν κουράζει διόλου. Μην ξεχνάτε, πως το είδος είναι ενταγμένο στην σφαίρα της υπερβολής, αλλά της ευπρεπώς σερβιρισμένης υπερβολής με τον Κρουζ να εκτελεί όλα τα επικίνδυνα stunts. Και ο Χένρι Καβίλ στον ρόλο του σκληρού instant killer της CIA είναι, επίσης, καταπληκτικός. Τις χιουμοριστικές πενιές τις ρίχνει, ως συνήθως, η άπαιχτη αγγλούρα φάτσα των πολλών καρατίων, ο Σάιμον Πεγκ στον γνωστό ρόλο του γκατζετάκια που βοηθάει τον Χαντ. Το σενάριο είναι του ίδιου του σκηνοθέτη, ενώ στην καλοραμμένη παραγωγή συμμετέχουν ο Κρουζ, ο ΜακΚουάρι, αλλά και ο «υψηλότατος» Τζ. Τζ. Είμπραμς. Γκαζωμένη δράση σε εναλλαγές, καλές ανατροπές στην πλοκή, όπως άλλωστε σε κάθε ταινία της σειράς, αλλά εδώ είναι πιο μεστές, παίζοντας όμορφα το παιχνίδι της έκπληξης και όχι του τόσο προβλέψιμου. Οι φανατικοί του είδους θα το απολαύσουν με την καρδιά τους και θα αναρωτηθούν εύλογα: «μα τι, στον δαίμονα θα κάνει παραπάνω ο Τζέιμς Μποντ;»

Ο Ίθαν Χαντ (Τομ Κρουζ – εξαιρετικός) και τα μέλη της ομάδας των  IMF σε αποστολή για την παραλαβή παράνομου πλουτωνίου από το ισχυρό Συνδικάτο με την ονομασία «Οι Απόστολοι» τα πράγματα στραβώνουν, χάνουν το πλουτώνιο  – ο ηθικότατος Χαντ επέλεξε να σώσει τον Λούθερ (Βινγκ Ρέιμς – καλός), που κινδύνευε παρά να  διασφαλίσει την παραλαβή του πλουτωνίου  – οπότε η ομάδα βρίσκεται εκτιθέμενη στα μάτια των μυστικών υπηρεσιών της Αμερικής. Η αρχηγός της CIA Έρικα Σλόαν (Άντζελα Μπάσετ – καλή) τοποθετεί στην ομάδα του Χαντ, τον ειδικό, ψυχρό πράκτορα και εκτελεστή  Όγκοστ Γουόκερ (Χένρι Κάβιλ – πολύ καλός) για να μην τα θαλασσώσουν ξανά και να καταφέρουν να ανακτήσουν το χαμένο πλουτώνιο, ώστε να μην χρησιμοποιηθεί σε τρομοκρατικές ενέργειες από τα αδίστακτα μέλη του Συνδικάτου. Ο αρχηγός των IMF Άλαν Χάνλεϊ (Άλεκ Μπάλντουιν – καλός) έχει εμπιστοσύνη στο ένστικτο και τα συναισθήματα του Χαντ σε αντίθεση με την σκληρότητα που διακρίνει τον δολοφόνο, πράκτορα Γούοκερ. Ο Μπέντζι (Σάιμον Πεγκ – γλύκας) και ο Λούθερ ξεκινούν να διορθώσουν το λάθος σε μια νέα αποστολή, ταξιδεύοντας από χώρα σε χώρα, ενώ ο Σόλομον Λέιν (Σον Χάρις – καλός) ξαναμπαίνει στο παιχνίδι, αυτή την φορά για να πάρει εκδίκηση.

«Τσε: Ο Αργεντίνος»

(Che: Part One)

 

  • Είδος: Βιογραφικό – ιστορικό
  • Χώρα: Ισπανία – Η.Π.Α. – Γαλλία (2008)
  • Σκηνοθεσία: Στίβεν Σόντερμπεργκ
  • Με τους: Μπενίσιο Ντελ Τόρο, Ντεμιάν Μπισίρ, Σαντιάγο Καμπρέρα, Ελβίρα Μίνγκεζ, Χόρχε Περουγκορία, Έντγκαρ Ραμίρεζ, Βίκτορ Ρασούκ, Αρμάντο Ριέσκο, Καταλίνα Σαντίνο Μορένο
  • Διάρκεια: 134’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Βραβείο Καλύτερης Ανδρικής Ερμηνείας για τον Μπενίσιο Ντελ Τόρο στο Φεστιβάλ Κανών

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα οι δυο βραβευμένες ταινίες του Στίβεν Σόντεμπεργκ με θέμα την δράση του Τσε Γκεβάρα, αυτή είναι πρώτη, και δεν κατάλαβα γιατί αυτές οι δουλειές έμειναν εκτός ελληνικής διανομής δέκα ολόκληρα χρόνια. Είναι ταινίες μυθοπλασίας που η μαστοριά του Σόντεμπεργκ τις μεταμόρφωσε σε ντοκιμαντερίστικη καταγραφή καλών προδιαγραφών. Ο Μπενίσιο Ντελ Τόρο στο ρόλο του Αργεντινού επαναστάτη Τσε Γκεβάρα είναι απόλαυση και του μοιάζει κολασμένα. Η όποια αγιοποίηση στο πρόσωπο σύμβολο του Τσε από την πλευρά του Σόντεμπεργκ είναι αναπόφευκτη, καθώς αυτή η παγκόσμια προσωπικότητα που είναι ταυτισμένη άρρητα με το όποιο ψυχωμένο, επαναστατικό μπαϊράκι, τον νεανικό ιδεαλισμό και την απελευθέρωση από την καταπίεση, ανήκει πια στο εικονοστάσι της νοητικής πεποίθησης και δεν αλλάζει με τίποτα, τουλάχιστον κινηματογραφικά. Άλλωστε, για να αναφέρουμε τα πράγματα με το όνομα τους και να λέμε τα σύκα σύκα και την σκάφη σκάφη, οι Αμερικάνοι τον δολοφόνησαν, βγάζοντας τον εκτός παιχνιδιού και οι ίδιοι οι Αμερικανοί έκαναν στάμπα τον Γκεβάρα σε T-Shirt, δίνοντας του τον θρόνο του ημίθεου στο πάνθεον του ιδεαλισμού περί ανθρώπινης ελευθερίας εκπορευόμενης από την ένοπλη δράση. Κι αυτές ήταν οι διαφορές του με τον Φιντέλ Κάστρο, που πίστευε στο αστικό κίνημα, ενώ ο Τσε ήταν η ενεργή δύναμη του ένοπλου αγώνα. Τα πάντα είναι καλοφτιαγμένα στην ταινία, ακόμα και τα ασπρόμαυρα φιλμάκια που αφορούν την επίσκεψη του Τσε στη Νέα Υόρκη το 1964 και τον πύρινο λόγο του στα Ενωμένα Έθνη περί επεμβατικών πρακτικών των Η.Π.Α στις υποθέσεις των κρατών της Νοτίου Αμερικής. Ο Ντελ Ντόρο, που είναι και συμπαραγωγός στην ταινία, μπαίνει κυριολεκτικώς στο πετσί του νεαρού, Αργεντινού γιατρού και δίνει ρέστα. Σε μια συνέντευξη του, ο σπουδαίος ηθοποιός αναφέρθηκε στην ταινία, λέγοντας: «Για να υποδυθώ τον Τσε ακολούθησα μια εντελώς διαφορετική διαδικασία σε σχέση με άλλες ταινίες που έχω κάνει. Επειδή πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο, ξεκινάς από τον ίδιο και τα γραπτά του. Αυτό μας οδήγησε σε 7 χρόνια έρευνας για να βρούμε ό,τι έχει γραφτεί από άλλους γι’ αυτόν. Όμως, εγώ πάντα επέστρεφα σε αυτά που είχε γράψει ο ίδιος». Βραβεύτηκε ο Γκιγιέρμο στις Κάνες για την ερμηνεία του και η αλήθεια είναι πως ο Τσε πάντα θα βρίσκεται στο επίκεντρο του κινηματογραφικού φακού των σκηνοθετών. Ως μέγιστη προσωπικότητα του σύγχρονου, πολιτικού κόσμου που έγραψε ιστορία, σίγουρα θα διαθέτει τις δικές του, κρυφές, προσωπικές αδυναμίες και τα σκοτεινά μονοπάτια, περιμένοντας τον κινηματογραφικό δημιουργό, κάποια στιγμή, να τα αποκαλύψει αποστασιοποιημένος από το τέμπλο της «αγιότητας» του. Περιμένουμε και το δεύτερο μέρος του Σόντεμπεργκ για να ολοκληρώσουμε τον πίνακα. Ο Μαχάτμα Γκάντι, πάντως, χαιρετίζει τον ήρωα Ερνέστο, εγκαρδίως και χαμογελώντας… από μακριά!

Στις 26 Νοεμβρίου του 1956, ο Φιντέλ Κάστρο (Ντεμιάν Μπισίρ – καλός) φτάνει στην Κούβα με 80 αντάρτες. Ανάμεσά τους είναι κι ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα Μπενίσιο Ντε Τόλο – πολύ καλός), ένας Αργεντίνος γιατρός που έχει τον ίδιο στόχο με τον Φιντέλ Κάστρο: την ανατροπή του διεφθαρμένου δικτάτορα Μπατίστα. Ο Τσε μαθαίνει γρήγορα την «τέχνη» του αντάρτικου και γίνεται απαραίτητο μέλος της ομάδας. Ρίχνεται στον αγώνα και κερδίζει την αναγνώριση των συντρόφων του αλλά και του Κουβανικού λαού. Η ταινία παρακολουθεί την ανοδική πορεία του στην Κουβανική Επανάσταση: από γιατρός γίνεται διοικητής και καταλήγει σε ήρωα της επανάστασης.       

« Ονειρεύομαι σε Άλλη Γλώσσα»

(Sueño en Otro Idioma)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Χώρα: Ολλανδία – Μεξικό (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ερνέστο Κοντρέρας
  • Με τους: Φερνάντο Αλβάρεζ Ρεμπέλ, Χοσέ Μανουέλ Πονσέλις, Ελίγιο Μελέντεζ
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Κοινού (World Cinema – Dramatic) στο φεστιβάλ του Σάντανς 2017 – Πέντε βραβεία Ariel (τα μεξικάνικα Oscar)

Ο Μαρτίν είναι ένας νεαρός, παθιασμένος γλωσσολόγος. Στο πλαίσιο της έρευνάς του πηγαίνει στην μεξικάνικη ενδοχώρα, σε μια συγκεκριμένη περιοχή, όπου παλιότερα μιλιόταν από τους ιθαγενείς η γλώσσα Ζικρίλ. Πλέον, την μιλάνε μόλις τρεις μεγάλης ηλικίας άνθρωποι στον κόσμο: μια γυναίκα και δύο άντρες. Όταν η γυναίκα πεθαίνει, μένουν μόνον ο δον Εβαρίστο και ο δον Ισάουρο, ως οι μοναδικοί που γνωρίζουν τη συγκεκριμένη γλώσσα. Ο Μαρτίν θέλει να τους βάλει να συνομιλήσουν έτσι ώστε να καταγράψει τους διαλόγους τους και να μελετήσει τη γλώσσα προκειμένου να τη διατηρήσει ζωντανή, να μην πεθάνει μαζί τους. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα: οι δύο γέροι χωρικοί είναι μαλωμένοι και δεν έχουν ανταλλάξει κουβέντα εδώ και 50 χρόνια. Για ποιον λόγο μάλωσαν οι δύο τους, ενώ στα νιάτα τους ήταν κολλητοί φίλοι; Μήπως ευθύνεται μια γυναίκα για τον καυγά τους; Ή υπάρχει κάποιο άλλο καλά κρυμμένο μυστικό; Ποια είναι η κατάλληλη στιγμή για να βρει κανείς εξιλέωση; Πού βρίσκεται αυτό το εξωτικό μέρος όπου λέγεται πως κατοικεί η αληθινή αγάπη; Και είναι σήμερα η γλώσσα που μιλούν οι ερωτευμένοι καταδικασμένη να μείνει αμετάφραστη;

Ο σκηνοθέτης Ερνέστο Κοντρέρας στο σημείωμα για την ταινία του γράφει: «Γεννήθηκα στην πόλη Τεχουαντεπέκ και η γιαγιά μου μιλούσε τη γλώσσα Ζαποτέκο. Όταν ήμουν παιδί δεν μου άρεσε να την ακούω να μιλάει τη συγκεκριμένη γλώσσα. Προτιμούσα να μιλάει ισπανικά. Τότε, όμως, δεν μπορούσα να καταλάβω τι σήμαινε για εκείνην το να χάσει την επαφή της με το παρελθόν και τις ρίζες της. Που, τελικά, ήταν και οι δικές μου ρίζες. Σήμερα, μετανιώνω που δεν έμαθα περισσότερα πράγματα από εκείνη τη χαμένη γνώση. «Sicarú Guyee» είναι η μόνη φράση την οποία θυμάμαι. Για μένα, το να αναφέρεσαι στο θάνατο μιας γλώσσας ουσιαστικά αποτελεί το έναυσμα για μια συζήτηση η οποία αντικατοπτρίζει τη σημερινή πραγματικότητα. Μια συζήτηση που θέτει ως θέμα και το πώς η διαρκής εξαφάνιση της ταυτότητάς μας είναι απότοκο της λεγόμενης προόδου ή του γεγονότος ότι απλά δεν μας νοιάζει πια. Στην εποχή μας βιώνουμε μια κρίση όχι μόνο στο Μεξικό αλλά σε πολλά μέρη του κόσμου. Μια κρίση που σχετίζεται με τη διατήρηση των αυθεντικών γλωσσών, οι οποίες τείνουν να εξαφανιστούν εξαιτίας της πολιτισμικής πίεσης, της επιβολής των κυρίαρχων γλωσσών αλλά και της μετανάστευσης ανθρώπων που ψάχνουν την τύχη τους μακριά από τον τόπο καταγωγής τους. Πολύ σπάνια σκεφτόμαστε τι πραγματικά μπορεί να σημαίνει αυτό και ποιες είναι οι συνέπειές του. Όταν πεθαίνει μια γλώσσα, ένα μοναδικό όραμα για τον κόσμο χάνεται για πάντα. Κάθε γλώσσα αποτελεί έναν θησαυρό της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Κάθε γλώσσα σχηματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια αιώνων. Και κάθε γλώσσα υπάρχει εξαιτίας της ανάγκης μας να επικοινωνήσουμε μεταξύ μας ιδέες, συναισθήματα και γνώση. Αυτή η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. «Sicarú Guyee»: Απολαύστε το ταξίδι!»

«Κοίτα Ποιος Γύρισε»

(Sono Tornato)

 

  • Είδος: Κωμωδία – σάτιρα
  • Χώρα: Ιταλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Λούκα Μινιέρο
  • Με τους: Μάσιμο Ποπολίτσιο, Φρανκ Ματάνο, Στεφανία Ρόκα
  • Διάρκεια: 92’
  • Διανομή: Seven Films

Ρώμη, σήμερα. 80 χρόνια μετά το θάνατό του, ο Μπενίτο Μουσολίνι επανεμφανίζεται κάτω από παράξενες συνθήκες στην Πιάτζα Βιτόριο. Ο πόλεμος έχει τελειώσει, η αγαπημένη του Κλαρέτα έχει χαθεί και τα πάντα φαίνεται να έχουν αλλάξει. Ο Αντρέα Καναλέτι, ένας νεαρός ντοκιμαντερίστας με μεγάλες φιλοδοξίες αλλά σχεδόν καμία επιτυχία, τυγχάνει να κινηματογραφήσει κατά λάθος την επιστροφή του δικτάτορα. Πιστεύοντας πως πρόκειται για μια πολύ πετυχημένη μεταμφίεση ενός σύγχρονου, ενδεχομένως σαλεμένου, συμπατριώτη του, ο Αντρέα αποφασίζει να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ γι’ αυτόν τον τέλειο μιμητή του Ντούτσε, ελπίζοντας πως θα αναγνωριστεί επιτέλους το ταλέντο του ως κινηματογραφικού δημιουργού. Οι δύο άντρες ξεκινάνε ένα σουρεαλιστικό ταξίδι στην Ιταλία κατά τη διάρκεια του οποίου συναντούν πολλούς και διάφορους Ιταλούς πολίτες. Η δημοτικότητα του Μουσολίνι πετάει στα ύψη, σε τέτοιο σημείο ώστε γίνεται ένας τηλεοπτικός σταρ. Νιώθοντας ξανά ισχυρός, ο Ντούτσε πιστεύει πως μπορεί να κυβερνήσει εκ νέου την Ιταλία! Τι θα γινόταν λοιπόν αν επέστρεφε για τα καλά;

Ριμέικ της γερμανικής ταινίας «Er ist wieder da», από τους παραγωγούς των ταινιών «Η γυναίκα της ζωής μου» και «Το ανθρώπινο κεφάλαιο». Ο Ιταλός σκηνοθέτης  Λούκα Μινιέρο αναφέρει, ότι: Το «Κοίτα ποιος γύρισε» δεν είναι μια ταινία για τον Μουσολίνι. Είναι μια ταινία για την Ιταλία του σήμερα. Ο Μουσολίνι επιστρέφει για να δείξει τη σύγχυσή μας, να αναδείξει τους φόβους μας, τις επιθυμίες μας. Όταν μαζί με τον Nicola Guaglianone καθίσαμε να γράψουμε το σενάριο της ταινίας, αποφασίσαμε κυρίως αυτό: δεν κρίνουμε τον Μουσολίνι, δεν ασχολούμαστε με τα πεπραγμένα του. Η Ιστορία τον έχει ήδη κρίνει. Αυτό που μας ενδιέφερε ήταν να δούμε πώς θα αντιδρούσαν οι Ιταλοί σήμερα απέναντι στον Μουσολίνι κι ανακαλύψαμε ενδιαφέροντα πράγματα. Οι σύγχρονοι Ιταλοί, σε αντίθεση με τους Γερμανούς, δεν έχουμε αποτιμήσει σωστά τον δικτάτορά μας. Είναι σαν να έχουμε υποτιμήσει τον κίνδυνο, σαν να έχουμε ξεχάσει το μάθημα της ιστορίας. Αυτή είναι η ανησυχητική πτυχή της ταινίας μου. Μια ταινία, που χρησιμοποιεί, ειδικά στο πρώτο μέρος, έναν παιχνιδιάρικο τόνο, διαφορετικό όμως από εκείνον του Τσάπλιν στο «Μεγάλο δικτάτορα». Οι θεατές αρχικά γελάνε, μετά όμως νιώθουν ντροπή από αυτό το γέλιο. Όταν αποκαλύπτεται το αληθινό πρόσωπο του λαϊκισμού δεν υπάρχει καμία πιθανότητα η ιστορία να επαναληφθεί ως φάρσα, με όλες τις φρίκες της. Ο Μουσολίνι δεν είναι ξένος. Αποτελεί μέρος του ηθικού προβληματισμού για την Ιταλία. Η επιστροφή του αποτελεί έναν προγονικό φόβο. Και δείχνει πόσο έτοιμα είναι τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης να συμφιλιωθούν μαζί του. Όπως τότε έτσι και σήμερα. Σε ότι αφορά τη χρήση της κινηματογραφικής γλώσσας, επέλεξα όλες τις δυνατότητες που μου παρέχει το σινεμά. Χρησιμοποίησα τη φόρμα του ντοκιμαντέρ με συνεντεύξεις προκειμένου να τονίσω τα ιταλικά πολιτικά ένστικτα, να τα αναδείξω, ξεκάθαρα και με ειλικρίνεια. Σε ότι αφορά τις κάμερες χρησιμοποίησα κινηματογραφικές κάμερες, τηλεοπτικές κάμερες, ακόμα και κάμερες από κινητό. Η φωτογραφική τεχνική και η τεχνική γυρίσματος του διευθυντή φωτογραφίας μας Guido Michelotti είχε ως στόχο να δείξει την πραγματικότητα του κόσμου στην Ιταλία χωρίς πατίνα. Χρησιμοποίησα αυτό το σύνολο γλωσσών και στυλ για να προσπαθήσω να δείξω την αλήθεια για το πλαίσιο μέσα στο οποίο επιστρέφει το ζόμπι, ένα ζόμπι που αρέσει σε πολλούς, επειδή δεν τους φοβίζει, επειδή θεωρούν ότι δεν είναι και τόσο ζωντανό».