«Δυνατές, σινεφίλ επανεκδόσεις για θερινό και υπέροχος, καινούργιος Εντ Χάρις» Οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Έτοιμοι να γυρίσουμε τον χρόνο λίγο πίσω και να σταματήσουμε στην εποχή, που η φρατζόλα του ψωμιού (κιλό τότε) και το γάλα ήταν οι θεμέλιοι, διατροφικοί λίθοι κάθε τέκνου, εφήβου και νέου ανθρώπου. Η δε «θορυβώδης» φασολάδα συντηρούσε σε ζωντάνια κάθε σπιτικό, ενώ το κρεατικό, ως είδος πολυτελείας, επισκεπτόταν τις αστικές, ελληνικές κουζίνες άπαξ μηνιαίως ή σε μεγάλες, θρησκευτικές γιορτές ή σε σπουδαίες κατ΄ οίκον βεγγέρες εν είδει κρεατοσφαιρίδιου ή σε παίδι αμνού ακόμα και σε νοστιμότατο ραγού. Τα πουλερικά κι αυτά είχαν την τιμητική τους, ενίοτε, όταν ακόμα κάποιες μονοκατοικίες των προαστίων διέθεταν κοτέτσια, τροφοδοτώντας τα πέριξ με κοτόπουλα, κοκόρια και φρέσκα ωά σε προσιτές τιμές για το βαλάντιο του εργαζόμενου Έλληνα. Το γιαουρτάκι με την παχιά, λαχταριστή πέτσα, το ρυζόγαλο και την κρέμα τα έφερνε στο σπίτι μας ο χαμογελαστός και ευγενέστατος κυρ Αρίστος, λίγο πριν το δείπνο, περίπου στις οκτώ το βράδυ κατά του χειμωνιάτικου ωραρίου και στις εννιά τους θερινούς μήνες. «Γιαουρτάκιιιιι», έριχνε το σήμα της άφιξης του παρατεταμένα, γλυκά καθώς άνοιγε την πίσω πόρτα από το γκρι, στέισον βάγκον Όπελ για να μοιράσει καλά ζυγισμένα στον πλατύ, αριστερό του βραχίονα και την φαρδιά παλάμη περί τους δεκαπέντε κεσέδες γιαούρτι, φέρνοντας την πρώτη γύρα στους πελάτες του. Οι νοικοκυρές στο άκουσμα της αναγγελίας ετοίμαζαν τα χρήματα και τον περίμεναν στο κατώφλι να παραλάβουν και να πληρώσουν. Η δεύτερη βόλτα του ήταν με τα ρυζογαλάκια και τις κρεμούλες από τις παραγγελίες που είχε δεχτεί την προηγούμενη. Ο κυρ Αρίστος, εργατικός, φιλότιμος, νέος σε ηλικία, περί τα 36 χρόνια, οικογενειάρχης με τρία τέκνα και σύζυγο δασκάλα του δημοτικού, την κυρία Δώρα (δασκάλα μου στην Τρίτη) ήταν ο πρώτος που άνοιξε και άνθισε την «ΕΒΓΑ» της γειτονιάς και ο πρώτος που ανέπτυξε το delivery, δίχως να γνωρίζει γρι από μάρκετιγνκ και προώθηση πελατειακού δικτύου. Όλα τα προϊόντα της ΕΒΓΑ (γάλα και γιαούρτι) εκτός των παγωτών το καλοκαίρι, τα μοίρασε το βράδυ στους πελάτες του με το Όπελ, ενώ τις κρέμες και τα ρυζόγαλα τα προμηθευόταν από έναν σπεσιαλίστα κτηνοτρόφο στις Κουκουβάουνες, που είχε βουστάσιο. Τότε, ως πιτσιρίκια, μετρούσαμε τα παγωτά που καταναλώναμε τους καλοκαιρινούς μήνες, εφόσον δεν ήταν μια καθημερινή ευχαρίστηση όπως σήμερα, αλλά με μέτρο ένα, το πολύ δυο εβδομαδιαίως. Μερικοί φίλοι κρατούσαν και τα ξυλάκια για του λόγου το αληθές στην αρίθμηση τους. Μόνο παγωτό ξυλάκι απαράβατα. Ο πύραυλος και το κυπελάκι ήταν για τους μεγάλους και το κασάτο για το σπίτι. Ο κυρ Αρίστος είχε τελειώσει το γυμνάσιο και μια τεχνική σχολή, αν θυμάμαι καλά κάτι με την ηλεκτρολογία, αλλά ηράσθη σφοδρώς την άνεση και τις προοπτικές του ελεύθερου εμπορίου των γαλακτομικών, μακράν από τα δημοσιοϋπαλληλίκια και την δέσμευση του αφεντικού στον ιδιωτικό τομέα. Ο κυρ Αρίστος, φυσικά και η γυναίκα του, ήταν αθεράπευτοι μουσικόφιλοι και βαριά άρρωστοι σινεφίλ. Λάτρευε τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ, τον Λόρενς Ολίβιε, την Σοφία Λόρενς και τον Τζέρι Λούις. Ναι, ο γαλατάς, ο «γιαουρτάκιιιι» μαζί με την σύζυγο δεν άφηναν ταινία για ταινία και επιλεγμένες μουσικές παραστάσεις από την κλασσική, τα ορίτζιναλ λαϊκά έως ροκ σκηνή με τα γκρουπάκια της εποχής. Όταν οι δουλειές του εκτινάχτηκαν στους έβδομους ουρανούς, προσλαμβάνοντας στην δούλεψή του δυο υπαλλήλους και η μονέδα έρεε αφειδώς από την ΕΒΓΑ, που είχε μεταμορφωθεί σε μικρό σούπερ μάρκετ, το ζευγάρι καλούσε κάθε Σαββατοκύριακο απόγευμα την νταβραντισμένη Αρβανίτισσα χήρα, την υπέροχη κυρία Μαίρη, να φροντίζει τα παιδιά τους και τσουπ έτρεχαν σε δυο προβολές 6-8 και 8-10 σε διαφορετικά κοντινά σινεμά, για δυο ταινίες σερί και μετά ταβερνάκι με καλή μουσική. Το όνειρο τους ήταν να επισκεφθούν το Χόλιγουντ και να δει από κοντά τα κινηματογραφικά studios. Το ‘φτιαξαν το ταξίδι, μερικά χρόνια αργότερα, όταν η μικρή θυγατέρα τους έφτασε 17 χρόνων, επιστρέφοντας με μια ντουζίνα καρούλια γεμάτα φωτογραφίες από τα χολιγουτιανά πλατό, να τα μοστράρει μόνο σε αντίστοιχους, πορωμένους κινηματογραφόφιλους. Το όνειρο τους, επίσης, ήταν να επισκεφθούν την Τσινετσιτά και τις Κάνες. Το έκαναν κι αυτό όχι σε περίοδο ταινιακού φεστιβάλ των Κανών που το ήθελαν πολύ, αλλά κάποιο Φθινόπωρο, σε ηλικία 53 χρόνων. Κι από εκεί άλλα τόσα καρούλια με φωτογραφίες. Ο Αρίστος ήταν αυτός, που μια φορά, μπαίνοντας στο σπίτι μας για να αφήσει τα βραδινά γιαουρτάκια και το γάλα πρότεινε ανεπιφύλακτα στον πατέρα και την μητέρα μου, επίσης κινηματογραφόφιλοι: «Κύριε Παπαϊωσήφ μην χάσετε την ταινία με τον Ντελόν, «Ο Δολοφόνος με το Αγγελικό Πρόσωπο. Είναι το κάτι άλλο…». Και ΄γω, ο μπόμπιρας ως ανήλικος εραστής της κινούμενης εικόνας πετάχτηκα σαν φίτσος στην συζήτηση προτού προλάβει ο άνθρωπος να ολοκληρώσει τις εντυπώσεις του από την ταινία για να δείξω το ενδιαφέρον μου στην τέχνη του σινεμά, λέγοντας: «κύριε Αρίστο, είδατε χθες το επεισόδιο του Star Trek;» Χαμογέλασε και κάπως στενάχωρα απάντησε: «Το χάνω, γιατί μοιράζω τις παραγγελίες εκείνη την ώρα. Το βράδυ, όμως, αργά απολαμβάνω τον «Μάνιξ» και την «Ζώνη του Λυκόφωτος», που εσύ κοιμάσαι». Ο κυρ Αρίστος έφυγε από τον κόσμο των ανθρώπων πλήρης ημερών, διαυγής στο μυαλό, επιτυχημένος, χορτάτος, άψογος σύζυγος και πατέρας, παππούς με δυο δισέγγονα. Ένας ανεψιός του, που συνάντησα τυχαία στην Αθήνα και έμαθα το νέο με την αποχώρηση του, με πληροφόρησε, πως ο κυρ Αρίστος αφού δείπνησε έβαλε στο dvd να δει μια ταινία και όπως καθόταν στην πολυθρόνα του, η κυρία Δώρα μιλούσε στο τηλέφωνο με τον μεγάλο της γιό, κάπου στην μέση του έργου έκλεισε αθόρυβα τα ματιά του και τέλος. Από περιέργεια ρώτησα απαλά ποια ταινία έβλεπε, αλλά δεν γνώριζε ο άνθρωπος να μου απαντήσει. Όποια και να ήταν δεν έχει σημασία. Τέλος, Happy End, όπως λένε… Καλό ταξίδι νάχεις κυρ Αρίστο!                              

«Ο Δολοφόνος με το Αγγελικό Πρόσωπο»

(Le Samurai)

 

  • Είδος: Περιπέτεια – Noir
  • Χώρα: Γαλλία, (1968)
  • Σκηνοθεσία: Ζαν-Πιερ Μελβίλ
  • Με τους: Αλέν Ντελόν, Φρανσουά Περιέρ, Ναταλί Ντελόν
  • Διάρκεια: 105’
  • Διανομή: Seven Films
  • Σε επανέκδοση με νέες ψηφιακές κόπιες

Ταινία φτιαγμένη από τον πατριάρχη του γαλλικού, film noir, Ζαν-Πιερ Μελβίλ (20 Οκτωβρίου 1917 – 2 Αυγούστου 1973). Ταινία καταπέλτης στο κινηματογραφικό είδος, από αυτές που ακόμα δεν έχει ανακαλυφθεί το ανταγωνιστικό ταίρι τους για να πέσουμε στις ανάλογες συγκρίσεις. Πενήντα χρόνια από την δημιουργία της, η ταινία ταξιδεύει μοναχικά στο κολουάρ της μοναδικότητας του κινηματογραφικού αριστουργήματος απ΄ όλες τις απόψεις και θέσεις. Ατμόσφαιρα, πλοκή, ερμηνείες, δράση, με έναν Αλέν Ντελόν στον πιο εμβληματικό ρόλο της καριέρας του. Ο πρωτότυπος τίτλος είναι «Le Samurai» και αναφέρεται στον κώδικα τιμής των Ιαπώνων, αφοσιωμένων εκτελεστών, το γνωστό Μπουσίντο, με μια απίστευτη σε αίσθηση γραφή από τον Μελβίλ, που έχει και την σεναριακή ευθύνη. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ζαν Πιερ Γκρουμπά και το Μελβίλ το υιοθέτησε λόγω της αγάπης του στον Αμερικανό συγγραφέα Χέρμαν Μελβίλ («Μόμπι Ντικ» , «Μπάρτλεμπυ ο Γραφιάς»). Το σινεμά του Γάλλου σκηνοθέτη είναι όμορφο, στιλάτο, σκοτεινό, δραματοποιημένο στο όριο της συναισθηματικής θραύσης και της ταύτισης με τους ήρωες του, ατίθασο και συνάμα δομημένο τόσο ακέραια σε αυτό που θέλει να εκφράσει, που συντροφιά με το παγωμένο, ανέκφραστο βλέμμα του Ντελόν μεταμορφώνει την πέτρα σε ασβέστη. Κώδικας τιμής, αποφασισμένος, μοναχικός ήρωας – αντιήρωας απέναντι στον θάνατο, όπως ακριβώς προστάζει το ιδεολογικό film noir, ο Μελβίλ αποτυπώνει το προσωπικό του μεντάλιτι στον ήρωα Ζεφ Κοστελό και του δίνει ζωή… αιώνια!. «Η φιλία είναι πράγμα ιερό σ’ αυτούς που την πιστεύουν, όπως η ύπαρξη του Θεού. Μόλις όμως πάρεις χαμπάρι ότι «τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά» ανοίγει ο δρόμος για κάθε είδους προδοσία.», είχε πει σε μια συνέντευξη του ο σκηνοθέτης, σημαδεύοντας την ανθρώπινη προδοσία στην διάσταση των όποιων σχέσεων, κάτι που το επικυρώνει στην ταινία με τον καλύτερο τρόπο, συμπληρώνοντας: «τραγωδία είναι η συνάφεια με το θάνατο, αν ζεις στον υπόκοσμο ή σε κάποια ειδική στιγμή σαν το πόλεμο.» Ντεγκολιστής μέχρι το μεδούλι των οστών του, κρίθηκε επιπόλαια από τους αριστερούς νεολαίους της εποχής του, ως απείθαρχος και αντιδραστικός γιατί δεν φορμάρισε τίποτα, αλλά τα έγραφε και τα κινηματογραφούσε το κάθε τι με το όνομα τους. Λάτρευε το αμερικανικό σινεμά και κυκλοφορούσε στο Παρίσι του ΄60 με σπορ αμερικάνικο αυτοκίνητο της εποχής. Όπως στην προηγούμενη χρονικά ταινία του, «Η Δεύτερη Πνοή» (Le Deuxième Souffle – 1966), ο εκρηκτικός Λίνο Βεντούρα καθιερώθηκε ως Μιντά (Βεντούρα και Μελβίλ δεν μιλιόντουσαν καθ΄ όλη την διάρκεια των γυρισμάτων λόγω του σκληρού και τραχύ χαρακτήρα του σκηνοθέτη), έτσι και στον «Δολοφόνο με το Αγγελικό Πρόσωπο» ο Αλέν Ντελόν καθιερώνεται κινηματογραφικά ως ο κέρινος, άγγελος του θανάτου, Ζεφ Κοστελό. 

Ο επαγγελματίας δολοφόνος Ζεφ Κοστελό (Αλέν Ντελόν – μ-ο-ν-α-δ-ι-κ-ό-ς) διεκπεραιώνει τα θανατικά «συμβόλαια» του με απόλυτη ψυχρότητα, σχεδιάζοντας την κάθε λεπτομέρεια στις εκτελέσεις του, ενώ δεν έχει ίχνος προσωπικής ζωής, αλλά είναι πλήρως αφοσιωμένος στην «δουλειά» και στους ανθρώπους που υπηρετεί. Με την δολοφονία του ιδιοκτήτη ενός νυχτερινού κλαμπ και ένα μικρό λάθος, ο Ζεφ συλλαμβάνεται μαζί με άλλους υπόπτους από την αστυνομία, περνάει από αναγνώριση αλλά θα αφεθεί ελεύθερος έπειτα από αντιφατικές μαρτυρίες. Οι εντολείς του, όμως, επιλέγουν την εξόντωση του Ζεφ για μην ρισκάρουν, βάζοντας ανθρώπους να τον σκοτώσουν. Ο Ζεφ αισθάνεται προδομένος και αποφασίζει να εκδικηθεί, ενώ οι Αρχές είναι στο κατόπι του.

«Οι Τρεις Μέρες του Κόνδορα»

(Three Days of the Condor )

 

  • Είδος: Περιπέτεια – πολιτικό θρίλερ
  • Χώρα: Η.Π.Α (1975)
  • Σκηνοθεσία: Σίντνεϊ Πόλακ
  • Με τους: Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Φέι Ντάναγουεϊ, Μαξ φον Σίντοφ
  • Διάρκεια: 118’
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Σε επανέκδοση με νέες ψηφιακές κόπιες

Όταν γυρίστηκε η ταινία του 41χρονου, τότε, οσκαροβραβευμένου Σίντεϊ Πόλακ (1 Ιουλίου 1934 – 26 Μαΐου 2008), η Αμερική ήδη ήταν «ζαλισμένη» από τα αέρια που προκάλεσε το πολιτικό σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ (1972) και ο Άλαν Πάκουλα επτά μήνες μετά τον Κόνδορα παρουσιάζει την ταινία «Όλοι Οι Άνθρωποι του Προέδρου», καταγράφοντας την σχέση των δυο δημοσιογράφων με τον πληροφοριοδότη «Βαθύ Λαρύγγι», που έδωσε τις πληροφορίες στους δημοσιογράφους. Δίπλα στον Ντάστιν Χόφμαν και πάλι ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ. «Οι Τρεις Μέρες του Κόνδορα» είναι, ας πούμε, μια πρώτη σαφής, κινηματογραφική καταγραφή για τον βίο και την πολιτεία των άβατων περιοχών της CIA και τους ρόλους που παίζει στις πάσης φύσεως άντλησης πληροφοριών με κίνητρο, ως γνωστόν, την εθνική προστασία και ασφάλεια. Όπως, επίσης, και τα σενάρια που εκπονεί για λογής παγκόσμιες κρίσεις, ώστε να βάλει στο χέρι ολόκληρα κράτη με στόχευση το ενεργειακό. Σωματεία και σύλλογοι, ακόμα και εταιρείες βιτρίνες, πίσω τους κρύβουν όχι μάχιμους πράκτορες, αλλά γραφιάδες και αναλυτές, που ψαχουλεύουν ενδελεχώς κάθε ύποπτη αναφορά σε βιβλία, έντυπα, συγγράμματα, δοκίμια Αμερικανών, πιθανώς και εκτός χώρας, συγγραφέων και αρθρογράφων της παγκόσμιας, ακαδημαϊκής κοινότητας. Με το σενάριο βασισμένο στο προφητικό βιβλίο του Τζέιμς Γκρέιντι «Οι Έξι Ημέρες του Κόνδορα» (1974), στην αρχή ήταν διστακτικός ο Πόλακ για να το γυρίσει σε ταινία, ώσπου ο παραγωγός Στάνλεϊ Σνάιντερ και ο αγαπητός, Καλιφορνέζος ηθοποιός και φίλος του σκηνοθέτη, Ρόμπερτ Ρέντφορντ τον έπεισαν να αναλάβει την μεταφορά του βιβλίου στην μεγάλη οθόνη με καπετάνιο στην εκτέλεση της παραγωγής τον Ιταλό, γερόλυκο Ντίνο ντε Λαουρέντις (κοινώς χρηματοδότηση). Η αδαμάντινη επιλογή του κάστ, εκτός του πρωταγωνιστή Ρέντφορντ στον ρόλο του χαρτογιακά πράκτορα Τζόζεφ Τάρνερ, με τον κωδικό «Κόνδωρ», κοσμείται με την απίστευτη παρουσία της Φέι Ντάναγουεϊ στον ρόλο της εσωστρεφούς και μοναχικής φωτογράφου Κάθι Χέιλ, που βοηθάει τον ήρωα να ξεδιπλώσει το σκοτεινό κουβάρι των συνομωσιών, δημιουργώντας με τον Ρόμπερτ ένα υπέροχο σε κινηματογράφηση δίδυμο, μια ουράνια χημεία ανδρός και γυναικός, που έγραψε ιστορία στο σινεμά. Στην ακολουθία των δυο απίθανων, τέλεια ευθυγραμμισμένων ηθοποιών καταφθάνει ο καταλύτης, η ξερακιανή, καθ΄ όλα μεστή, φιγούρα του Μαξ φον Σίντοου, που αναλαμβάνει το ρόλο του εκτελεστή της CIA, τον ψυχρό Ζουμπέρ, που ο ρόλος του είναι βαθιά σκοτεινός, καθώς τα καθήκοντα του αναπνέουν στο ημίφως των μυστικών υπηρεσιών. Η ταινία είναι σπάνιο και πολύτιμο ορυκτό, κατεργασμένο από έναν μετρ της κινηματογραφικής εικόνας με διάκοσμο την πολύβουη Νέα Υόρκη των seventies. Χρονική περίοδος που ένα πολιτικό σκάνδαλο ύψιστης, εθνικής σημασίας και ο πόλεμος του Βιετνάμ σέρνουν την χώρα, για μια φορά ακόμα στην βραχύσωμη ιστορίας της, στο κέντρο ανανέωσης της κοινωνικοπολιτικής της ταυτότητας. Ο Πόλακ, πολύ συγκεντρωμένος, ολύμπια ήρεμος, πειθαρχημένος με άριστο σκηνοθετικό ρυθμό στην θρίλερ ατμόσφαιρα συγκεντρώνει ολοκληρωτικά στην ταινία την αίσθηση της απώλειας εμπιστοσύνης στους κρατικούς θεσμούς, το διεφθαρμένο παρασκήνιο της χειραγώγησης, αποκαλύπτοντας τα ύποπτα παιχνίδια των σκοτεινών, μυστικών υπηρεσιών για την αποσταθεροποίηση πετρελαϊκών κρατών, δημιουργώντας κρίσεις ως προς το συμφέρον των ΗΠΑ. Εκείνη την εποχή, αναφερόμαστε στο 1975, το σενάριο φάνταζε κάτι σε επιστημονική φαντασία. Σήμερα όμως; Ενάμιση μήνα μετά την πρεμιέρα της ταινίας η εφημερίδα των 125 βραβείων Πούλιτζερ, η διεθνούς κύρους «The New York Times», ως πρώτη είδηση, έγραψε στους τίτλους της για την ταινία: «Τα νέα βρώμικα κόλπα της CIA».        

Ο Τζο Τάρνερ (Ρόμπερτ Ρέντφορντ – απίθανος) είναι ο διαβαστερός, αναλυτής της CIA, με το κωδικό όνομα «Κόνδορας». Εργάζεται στην Αμερικανική Λογοτεχνική και Ιστορική Λέσχη της Νέας Υόρκης, που στην πραγματικότητα είναι εγκατεστημένο ένα ιδιαίτερο κλιμάκιο της CIA. Διαβάζει βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά από όλο τον κόσμο, ψάχνοντας για κρυμμένα μηνύματα, και πιθανά σενάρια που οδηγούν στην αποκάλυψη κρατικών μυστικών. Κάποια στιγμή, διαβάζοντας ανακαλύπτει ένα ύποπτο σενάριο, που αναφέρει την εκμετάλλευση πετρελαϊκών πόρων μια χώρας της Μέσης Ανατολής (δεν διευκρινίζεται πια χώρα είναι), γραμμένο από την γκρίζα έως μαύρη περιοχή της ίδιας της CIA., για το οποίο η κύρια υπηρεσία δηλώνει άγνοια. Ο Τάρνερ θα ετοιμάσει μια αναφορά και θα την στείλει στα κεντρικά γραφεία. Κατά την διάρκεια ενός ολιγολέπτου διαλείμματος για δεκατιανό, ο Τάρνερ θα βγει από την «Λέσχη» και θα πάει σε ένα κοντινό καφέ για να τσιμπήσει κάτι. Εν τω μεταξύ δύο οπλισμένοι άνδρες θα μπουν στην λέσχη και θα δολοφονήσουν εν ψυχρώ όλους τους εργαζόμενους στην Λέσχη. Επιστρέφοντας στο γραφείο του ο αναλυτής θα σοκαριστεί από το θέαμα, αντικρίζοντας παντού τα πτώματα των συναδέλφων του. Θα φύγει τρέχοντας και θα ειδοποιήσει τα κεντρικά γραφεία της CIA για το συμβάν. Καταλαβαίνει σύντομα, πως βρίσκεται στο μάτι ενός κυκλώνα που προκάλεσε η αναφορά του για την ύποπτη έκθεση που ανακάλυψε. Τα σκοτεινά κλιμάκια της υπηρεσίας τον έχουν βάλει στο στόχαστρο να τον εξοντώσουν. Για να μπορέσει να κινηθεί ελεύθερα από τον στενό κλοιό που έχει στήσει η  κακιά CIA χρησιμοποιεί την μελαγχολική φωτογράφο Κέιθ Χέιλ (Φέι Ντάναγουεϊ – αριστούργημα), η οποία θα τον βοηθήσει να έρθει σε επαφή με τα υψηλά κλιμάκια και να ενεργοποιηθεί ο εκτελεστής Ζουμπέρ (Μαξ φον Σίντοου – καταπληκτικός) ώστε να εκτονώσει  τον σκοτεινό κόσμο της προδοσίας. 

«Σινεμά ο Παράδεισος»

(Nuovo Cinema Paradiso)

 

  • Είδος: Δραμεντί
  • Χώρα: Ιταλία (1988)
  • Σκηνοθεσία: Τζουζέπε Τορνατόρε
  • Με τους: Φιλίπ Νουαρέ, Ζακ Περέν, Σαλβατόρε Κάσιο, Μάρκο Λεονάρντι
  • Διάρκεια: 125’
  • Διανομή: Odeon – Audio Visual
  • Διακρίσεις: Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας

Ο διάσημος σκηνοθέτης Σαλβατόρε Ντι Βίτα έπειτα από 30 χρόνια επιστρέφει στο σικελιάνικο χωριό του που γεννήθηκε και μεγάλωσε γιατί έμαθε πως ο αγαπημένος του Τότο (Φιλίπ Νουαρέ, πολύ καλός) πέθανε. Και το φλας μπακ ξεκινάει για να γυρίσουμε πίσω, όταν ο πιτσιρικάς Σαλβατόρε γίνεται φίλος με τον προβολατζή Τότο, του μοναδικού κινηματογράφου του χωριού. Όλη η ηθογραφία μιας ξεχασμένης Ιταλίας περασμένη στον χώρο του σινεμά με τα κατάλληλα, τα ακατάλληλα έργα και την ιερατική λογοκρισία που έριχνε ψαλίδι στις ερωτικές, κινηματογραφικές σκηνές. Ο Τότο και μικρός Σαλβατόρε γίνονται αχώριστοι φίλοι. Μια φιλιά που φθάνει έως την ενηλικίωση και στην φωτιά του κινηματογράφου, που ο Σαλβατόρε ζώσει την ζωή του Τότο. Έρωτες, σινεφιλία, αθωότητα και όνειρα όμορφα πλεγμένα στην δεύτερη ταινία του Ιταλού σκηνοθέτη Τζουζέπε Τορνατόρε, πρώτη σημαντική στην καριέρα του, στιγματίζοντας απανταχού το κινηματογραφόφιλο κοινό με τις ευαισθησίες του σεναρίου, τις ερμηνείες των ηθοποιών και την μουσική του Ένιο Μορικόνε.

Αμφιβάλλω εάν υπάρχει άνθρωπος που δεν έχει δει την ταινία. Τα στοιχεία αυτής της ιταλικής παραγωγής είναι τόσο κοινά με τα δικά μας, τα ελληνικά, καθότι όμορες χώρες και ίδιας νοοτροπίας, που θα είναι απίστευτο να μην έχετε επισκεφθεί το δραματικό και το κωμικό στοιχείο του «Σινεμά ο Παράδεισος». Ήταν τέτοιο το hit στην χώρα μας όταν προβλήθηκε, τέτοια η συγκίνηση και το δάκρυ, που μόνο μνημείο δεν έστησαν σε πλατεία. Ο Δημοτικός Κινηματογράφος του Κορυδαλλού, πάντως, ονομάστηκε «Παράδεισος», τιμώντας με αυτό τον τρόπο την αισθηματική με τις μύριες νοσταλγικές αναφορές ταινία του Τορνατόρε για μια εποχή που έφυγε ανεπιστρεπτί. Ταινία που η πλοκή του σεναρίου αγγίζει πολλές εσωτερικές χορδές. Όσες φορές και να την δεις πάντα θα σου φτιάχνει την διάθεση και πάντα θα σε ταξιδεύει, τουλάχιστον τους παλαιότερους. Οι νεώτεροι ας την απολαύσουν ως κάτι σημαντικό που δεν είχαν την τύχη να βιώσουν, κι ούτε πρόκειται να το ζήσουν ποτέ.       

«Ζωή σε Φιλμ»

(Kodachrome)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Χώρα: Η.Π.Α. (2017)            
  • Σκηνοθεσία: Μαρκ Ράσο
  • Με τους: Έντ Χάρις, Τζέισον Σουντεΐκις, Ελίζαμπεθ Ολσεν, Μπρους Γκρίνγουντ
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Tanweer

Η αλήθεια είναι, πως η ταινία «Ζωή σε Φιλμ» (Kodachrome ο αυθεντικός τίτλος) με συστήνει στο σύμπαν του νέου κινηματογραφιστή Μάρκ Ράσο. Δραστήριος μικρομηκάς με δική του εταιρεία παραγωγής ανεξάρτητων ταινιών στην Νέα Υόρκη. Είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους που φτιάχνει ο εν λόγω σκηνοθέτης, μετά από την «Copenhagen» (2014), που δεν έχω δει και νομίζω πως κάποιοι ελάχιστοι θα είναι οι θεατές της, καθώς εδώ στην χώρα μας δεν έτυχε διανομής, ούτε στο δίκτυο του dvd. Ο τυπάς είναι καλός, το λέει η περδικούλα του, έχει ψυχή και παλλόμενο συναίσθημα. Ξέρει, που να ακουμπήσει το πακέτο με τα χαρτομάντιλα, ώστε διακριτικά οι άνδρες να τα χρησιμοποιήσουν δίχως να γίνουν αντιληπτοί. Το δραματικό στοιχείο το δουλεύει καλά, όπως και το ειρωνικό αστειάκι αλείφεται άνετα στην σεναριακή επιφάνεια παρότι είναι το γνωστό και το χιλιοειπωμένο θέμα πέριξ του πατέρα και του γιού, που οι σχέσεις τους έχουν ταξιδέψει, χρόνια τώρα, προς διαόλου μεριά και ο ένας δεν βλέπει τον άλλον. Το σενάριο του 48χρονου Αμερικανού συγγραφέα και σεναριογράφου Τζόναθαν Τρόπερ, πραγματικά είναι φίνο στην γραφή του και τα σημεία των διαλόγων ανάμεσα στον Εντ Χάρις και τον Τζέισον Σουντεΐκις λαμβάνουν δύναμη και υπόσταση από την ερμηνευτική γοητεία των δυο ηθοποιών. Ο Ράσο γουστάρει την κόντρα και το αγεφύρωτο χάσμα που υπάρχει στην πλοκή και καλύπτει τα τρία τέταρτα της ταινίας. Κουρδίζει συνετά την road movie διάσταση και πετάει μέσα της δυο προβληματικές, ανδρικές οντότητες διαφορετικών γενεών με οικογενειακό δεσμό: Ο διάσημος, πετυχημένος, φημισμένος πατέρας και ο χωρισμένος γιος με τα πολλά ταλέντα, που χρόνια αγωνίζεται να γίνει κάτι επαγγελματικά, αλλά δεν τα καταφέρνει γιατί είναι άδειος από αυτοπεποίθηση και στεγνός από πατρική αγάπη. Ορφανός από μητέρα και εγκαταλελειμμένος από τον πατέρα μεγάλωσε με την στοργή και την φροντίδα του θείου της θείας, ένεκα της πατρικής απουσίας, διότι ο πατήρ του, μακριά στα ξένα, όρθωνε καριέρα, φούσκωνε από χρήμα και γέμιζε αναγνωρισιμότητα. Η γέφυρα αυτών των δυο χαρακτήρων μια γυναίκα. Η Ελίζαμπεθ Όλσεν με τα προβληματάκια και τα θέματα της κι αυτή θα αρχίσει να ενώνει τις πλευρές.  

Διαζευγμένος και στα πρόθυρα να χάσει τη δουλειά του σε δισκογραφική εταιρεία, ο απίστευτος γνώστης μουσικής, Ματ (Τζέισον Σουντέικις – πολύ καλός) αιφνιδιάζεται από την απρόσμενη επίσκεψη της Ζούι (Ελίζαμπεθ Όλσεν – πολύ καλή), της κοπέλας που προσέχει τον άρρωστο και χρόνια αποξενωμένο πατέρα του Μπεν (Εντ Χάρις – απίθανος!), οποίος είναι διάσημος, βραβευμένος φωτογράφος, παγκόσμια αναγνωρισμένος με φιλίες που φθάνουν μέχρι τον Μπιλ Κλίντον. Η Ζούι τον ενημερώνει, ότι ο πατέρας του είναι βαριά άρρωστος από καρκίνο, έχει λίγο χρόνο ζωής, ζητώντας από τον Ματ να τους συνοδεύσει μέχρι το Κάνσας. Εκεί, ο Μπεν σκοπεύει να εμφανίσει φωτογραφίες τραβηγμένες σε Kodachrome (απαράμιλλη φωτογραφική εμφάνιση με κόκκο, που δεν υπάρχει πια λόγω της ψηφιακής τεχνολογίας), λίγο πριν κλείσει το τελευταίο εργαστήριο εμφάνισης αυτού του είδους φιλμ, που η Kodak αποσύρει οριστικά από την αγορά. Ο Ματ έχει να δει τον πατέρα του περίπου δέκα χρόνια και η κατάσταση της υγείας του δεν τον ενδιαφέρει διόλου γιατί ο ίδιος ο πατέρας του δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για εκείνον. Τελικά, μια σημαντική συνάντηση με ένα ροκ συγκρότημα που θα κρίνει την παραμονή του στην εταιρεία  ή την αποχώρηση του –  συνάντηση που την κανονίζει ο μάνατζερ του φωτογράφου πατέρα του – ο Ματ με βαριά καρδιά αποδέχεται την πρόταση να οδηγήσει τον άρρωστο Μπεν και την Ζούι στο Κάνσας ως το τελευταίο ταξίδι του φωτογράφου. Με τέσσερα καρούλια ανά χείρας, έτοιμα να εμφανισθούν στο τελευταίο, παγκοσμίως, εργαστήριο τεχνικής Kodachrome, τρεις διαφορετικοί άνθρωποι θα αναθεωρήσουν τις ζωές τους.

«Το Εξπρές των Ζωντανών Νεκρών»

(Train to Busan)

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Χώρα: Νότιος Κορέα (2016)
  • Σκηνοθεσία: Γιέον Σανγκ-χο
  • Με τους: Γκονγκ Γιου, Μα Ντονγκ-σέοκ, Γιουνγκ Γιου-μι, Κιμ Σου-αν
  • Διάρκεια: 118’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment
  • Διακρίσεις: Καλύτερη Ταινία και Καλύτερη Ασιατική Συμμετοχή στο Φεστιβάλ Fantasia του Μόντρεαλ

Είδος απέθαντο. Δηλαδή, φίλες και φίλοι, ζόμπι και μάλιστα καλογυρισμένη ταινία με την αγωνία στα κόκκινα. Μια άλλη οπτική, πιο κλειστοφοβική, πιο ανελέητη και τρομακτική από τις τελευταίες του είδους, που έχουν δει το φως της σκοτεινής αίθουσας, ακόμα πιο βαρβάτο από το κουραστικό πια, τηλεοπτικό «Walking Dead». Κορεάτικης κοπής προϊόν με σκηνές που κόβουν την ανάσα. Σινεμά τρόμου, που επιβεβαιώνει το είδος και αποζημιώνει τους φανατικούς θεατές  του. Παραγωγή του 2016, που άργησε τα μάλα να φτάσει στην ελληνική διανομή, ενώ η ταινία έχει κάνει καριέρα παντού, ακόμα και στα κανάλια της κουτσής Μαρίας. Δυο χρόνια και δεν δύναμαι να δώσω ερμηνεία αυτής της τόσο αισθητής καθυστέρησης. Τέλος πάντων, ο Νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης animation Γιέον Σανγκ-χο ορθώνει την πρώτη του ταινία τρόμου, πρώτη ταινία με αιμοδιψή ζόμπι και για τον κινηματογράφο της χώρας του, αποκαλύπτοντας διαμαντάκι, απελευθερώνοντας, συνάμα, την πρωτοτυπία να κάνει την δουλειά της σωστά. Έχουμε δει ουκ ολίγα zombie films και υβρίδια αυτών, αλλά το «Train to Busan» ξεχωρίζει και βγαίνει στον αφρό γιατί διαθέτει ένα σημαντικό στοιχείο. Το κακό συμβαίνει μέσα στο περιβάλλον των στενών βαγονιών ενός τρένου, ενώ αυτό τρέχει δαιμονισμένα, οπότε η διαφυγή είναι εντελώς μονόδρομος με μια μόνο επιλογή. Ούτε δεξιά, ούτε αριστερά πας, όπως είναι στις ανοιχτωσιές των ομόσταυλων ταινιών. Ή εμπρός ή πίσω κινείσαι, ανάλογα από που καταφθάνουν οι ορδές των ζωντανών νεκρών για να γίνει το μακελειό. Thtat’s it! Η σκηνοθεσία του Κορεάτη είναι γροθιά στο στομάχι, νευρική, ανελέητη, κι όταν αντιλαμβάνεται το ελάχιστο εμβαδόν που διαθέτει για να αναπτύξει τον τρόμο, τότε κάνει θαύματα. Τα γυρίσματα είναι λες και βρίσκεσαι ο ίδιος μέσα στα βαγόνια και η κλειστοφοβική και δύσκαμπτη κίνηση αυξάνει το ενδιαφέρον. Ο φακός της κάμερας πραγματικά μεταμορφώνεται σε απελπισμένο βλέμμα ματιού και δεν ορμάει αμέσως στο ψητό, αλλά με Δαρζέντια χειρουργική και Τζον ΜακΤίρναν κινηματογράφηση στα κλειστά στενάχωρα πλάνα, ανοίγει την δράση για να φτάσει μέχρι το κόκαλο. Υπάρχει και το ανθρώπινο, δραματικό στοιχείο στο σενάριο που οπλίζει δυναμικά το στόρι έως τα όρια της κάθαρσης για να μην είναι μόνο μια συνεχόμενη αιματοχυσία άνευ περιεχομένου, που γεωμετρικά επεκτείνεται στην σφαίρα του ανούσιου και του βαρετού. Υπέροχο και ευφάνταστο, καλλιτεχνικό και πρωτότυπο!

Ένας άγνωστου ταυτότητας ιός που σαρώνει τη Νότια Κορέα, εξελίσσεται σε πανδημία και μεταμορφώνει τους κατοίκους της σε ζωντανούς νεκρούς. Η κυβέρνηση αναγκάζεται να θέσει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αλλά ούτε η κήρυξη του στρατιωτικού νόμου είναι αρκετή. Οι μοναδικοί σώοι επιβάτες μιας υπερταχείας με προορισμό το Μπουσάν, που έχει αποκλείσει τη μετάδοση του ιού, πρέπει να παλέψουν μέχρι θανάτου για να επιβιώσουν. Ο χωρισμένος χρηματιστής Σέοκ γου (Γκονγκ Γιου – καλός), θα πολεμήσει με νύχια και με δόντια για να σώσει τη μικρή του κόρη. Στα 453 χιλιόμετρα αυτής της αιματηρής διαδρομής, θα κάνουν τα πάντα για να παραμείνουν ζωντανοί.  

«Έγκλημα στην Αμμοθύελλα»

(Los que Αman Οdian / In Love and In Hate)

 

  • Είδος: Ερωτικό θρίλερ
  • Χώρα: Αργεντινή (2017)
  • Σκηνοθεσία: Αλεχάντρο Μάσι
  • Με τους: Γκιγιέρμο Φραντσέλα, Λουιζιάνα Λοπιλάτο
  • Διάρκεια: 101’
  • Διανομή: Seven Films

Με κέντρο του κύκλου την Αργεντινή ηθοποιό και σύζυγο του διάσημου τραγουδιστή Μάικλ Μπουμπλέ, την Λουιζάνα Λοπιλάτο, ο σκηνοθέτης Αλεχάντρο Μάσι με μακράν θητεία στις τηλεοπτικές σειρές (μόνο δυο ταινίες μεγάλου μήκους) απλώνει το γαϊτανάκι του ανθρώπινου πάθους, των εμμονών και του μίσους, βασισμένο στο βιβλίο «Όποιος Αγαπά Μισεί» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια) που συνέγραψαν το 1946 ο Αντόλφο Μπιόι Κασάρες και η Σιλβίνα Οκάμπο. Ένα μείγμα ερώτων, ίντριγκας και μυστηρίου με φόντο το μοναχικό, παραθαλάσσιο ξενοδοχείο και τους δυνατούς ωκεάνιους αέρηδες του Νότιου Ατλαντικού. Άριστη φωτογραφία, απίθανες χρωματικές αποδυναμωμένο σενάριο και σχεδόν επίπεδες ερμηνείες από όλους τους πρωταγωνιστές. Εξόφθαλμες χιτσκοκικές αναφορές και άβολες συγκρίσεις με το μυστήριο της Άγκαθα Κρίστι. Tόσο η απόδοση του σεναρίου για την μεγάλη οθόνη, όσο και η σκηνοθετική στατικότητα βυθίζουν το κινηματογραφικό οικοδόμημα στην κινούμενη άμμο, αφήνοντας μόνο την ενδιαφέρουσα φωτογραφία να τρέξει τον μαραθώνιο του προβλέψιμου, δίχως εκπλήξεις.

Αργεντινή, μέσα της δεκαετίας του ’40. Ο Ενρίκε Ούμπερμαν (Γκιγιέρμο Φραντσέλα) είναι ο μοναχικός, μεσήλικας, εργένης γιατρός, που χρειάζεται επειγόντως διακοπές για να ξεκουραστεί. Επιλέγει να πάει στο ξενοδοχείο της ξαδέρφης του, που βρίσκεται σε μια ερημική παραλία του Νοτίου Ατλαντικού. Για κακή του τύχη, η γυναίκα την οποία ήθελε να ξεχάσει, καθώς τον πλήγωσε ανεπανόρθωτα, βρίσκεται εν αγνοία του στο ίδιο ξενοδοχείο. Πρόκειται για τη Μάρι (Λουιζιάνα Λοπιλάτο), μια εξωστρεφή και όμορφη νεαρή μεταφράστρια, η οποία ξελόγιασε τον γιατρό αλλά διέκοψε την σχέση όταν απλά τον βαρέθηκε. Η Μάρι δεν είναι μόνη της στο ξενοδοχείο. Μαζί της είναι η αδελφή της με τον αρραβωνιαστικό της, ο οποίος τυγχάνει να είναι ένας ακόμα από τους πρώην εραστές της Μάρι. Η ζήλια και το πάθος ξεχειλίζουν στον μικρόκοσμο που δημιουργείται στο ξενοδοχείο έως ότου, μετά από μια έντονη αμμοθύελλα, η Μάρι βρίσκεται νεκρή στο δωμάτιο της. Σε όλους υπάρχει κάποιος λόγος που θα τους οδηγούσε να δολοφονήσουν την Μάρι. Όλοι τους είναι ύποπτοι, καθώς αγαπούσαν και μισούσαν την δολοφονημένη γυναίκα.        

«Για Καλό και Για Κακό»

(Ôtez-moi d’ un Doute / Just to Be Sure)

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Χώρα: Γαλλία, Βέλγιο, (2017)
  • Σκηνοθεσία: Καρίν Ταρντιέ
  • Με τους: Φρανσουά Νταμιέν, Σεσίλ Ντε Φρανς, Γκι Μαρσάντ, Αντρέ Βιλμς
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Weird Wave

Πρέπει να είναι βαρύ το τάμα, ίσως πρόκειται για κάτι πέρα από λαμπάδα στο μπόι καμηλοπάρδαλης, ίσως κάτι παραπάνω από δίωρο, γονατιστό περπάτημα μέχρι το τέμπλο για να υπάρχει πάντα μια γαλλική κωμωδία στο θερινό, εβδομαδιαίο, κινηματογραφικό μενού. Το αναφέραμε τις προάλλες πόσο ταυτόσημα είναι, πόσο άρρηκτα συνυπάρχουν το ελληνικό, σινε-καλοκαίρι με τις κωμωδίες εκ Παρισίων. Γράφεις ολόκληρη πραγματεία στο είδος και κρατάς πιστά το σκορ για το πόσες φορές μειδίασες απαλά κατά την διάρκεια της κάθε ταινίας. Μια από τα ίδια είναι και αυτή η παραγωγή: Προβλέψιμη κωμωδία, στο ίδιο και απαράλλαχτο, βαρετό μονοπάτι – μοτίβο σαν να ακολουθεί τυφλά η μια γαλλική κωμωδία την άλλη. Ακόμα και η μανιέρα έχει το όριο και τις σταθερές της και κάπου κάπου ξεπετιέται μια ατίθαση φλογίτσα για να λαμπαδιάσει το πυκνό. Εδώ και χρόνια στο συγκεκριμένο είδος της συμπαθούς Γαλλίας δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Καμιά αυτοθυσία δεν προκύπτει με αποτέλεσμα να δεχόμαστε την απλοϊκότητα σαν μπόλι για να μεταβολιστεί η αδιάκοπη τροφοδοσία του κοπανιστού αέρα.

Τα πάνω κάτω έρχονται στη ζωή του 45χρονου χήρου Εργουάν (Φρανσουά Νταμιέν), που ζει αφοπλίζοντας βόμβες και νάρκες στη γαλλική περιφέρεια, ξεχασμένες από τους πολέμους, όταν μαθαίνει πως ο πατέρας του δεν είναι ο αληθινός του πατέρας. Παρά τη στοργή για τον άντρα που τον μεγάλωσε, ξεκινάει διακριτικά να ανακαλύψει τον βιολογικό του daddy και καταφέρνει να εντοπίσει τον Ζοζέφ (Αντρέ Βιλμς), έναν αξιαγάπητο και άτακτο 70χρονο, που είχε στα νιάτα του ξέφρενο σεξ της μιας νυκτός με την μητέρα τού βομβοεξολοθρευτή Εργουάν. Όταν τα πράγματα φαίνονται να έχουν μπει σε μια σειρά, μια άλλη αναπάντεχη πραγματικότητα χτυπάει την καρδιά του Εργουάν αυτή την φορά με τη μορφή της όμορφης γιατρίνας Ανά (Σεσίλ Ντε Φρανς). Μόνο που η Ανά είναι η κόρη του γερό-Ζοζέφ, ενώ η κόρη του Εργουάν, η Ζουλιέτ (Αλις Ντελοσάν) είναι έγκυος από έναν άνδρα που δεν θέλει να κατονομάσει.