«Διαμάντι του Αλεξάντερ Μακέντρικ από το 1955, ουγγρική ραψωδία, ληστεία, Σαρλίζ Θερόν και Δρ. Κνοκ » Οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Οι παλαιότεροι, ειδικά όσοι διαθέτουν ζουμερά, κινηματογραφικά βιώματα εφηβικής και νεανικής ηλικίας, θα το απολαύσουν τα μάλα. Οι νεότεροι θα εισβάλλουν σε ένα δυνατό mood, που θα μείνει αξέχαστο. Περί τίνος πρόκειται; Μα, θερινός κινηματογράφος με ταινία άλλης εποχής και μάλιστα μαύρη κωμωδία. Δεν υπάρχει καλύτερη αίσθηση για τους original σινεφίλ από ένα δίωρο μέσα σε μικρές οάσεις με το άσπρο πανί να προβάλλει κάποια «τέρατα» υποκριτικής, που άφησαν βαθύ το χνάρι τους στην λεωφόρο της 7ης Τέχνης. Πιάστε εικόνα άλλων εποχών: Τριάντα και βάλε βαθμούς Κελσίου θερμοκρασία, βραδινός, έναστρος ουρανός, γαζίες, νυχτολούλουδα, γεράνια, φτέρες, χοντρόκορμες μουσμουλιές και ψηλή, φουντωτή πρασινάδα στα πλάγια, πάνινες, άσπρες καρέκλες, χαλικάκι λευκό στο έδαφος, καλαμπόκι στο χέρι και φουλ παγωμένο, αναψυκτικό σε μπουκάλι με στενό καλαμάκι ανάμεσα στα πόδια. Ασπρόμαυρη ή έγχρωμη εικόνα, συμφωνική ορχήστρα στο score και τα μεγάφωνα να ανοίγουν κέντες στους θεατές, είτε με τα κοφτά, σπαρτιάτικα, είτε με τα φλύαρα, είτε με τα λιγωτικά μουσικά μέτρα ανάλογα με το είδος της ταινίας. Αστυνομική περιπέτεια, κωμωδία ή ερωτικό δράμα και το αρχοντικό δίδυμο της γειτονιάς, οι χήρες κυρίες, η Αγλαΐα συντροφιά με την Ουρανία μπροστά σου, μεταφέροντας στο κρανίο τους το φριζαρισμένο εκρού μαλλί σε κουπ καρμπολάχανο και ασορτί χρώματος, με τις κεφαλότριχες, ζακετάκια στους ώμους τους. Ραντισμένες, μάλιστα, όσο δεν παίρνει άλλο, από το άφθονο L’Air du Temps της Nina Ricci, προσκαλώντας άπαντα τα κουνούπια της συνοικίας σε πλούσιο, βραδινό μπουφέ και open bar. Μέσα σε όλα ήταν και τα τζιτζίκια, οι σπαστικοί, οι μονότονοι και συνήθως οι παράτονοι μεν, οι γλυκύτατοι, δε, θερινοί τραγουδιστάδες, να συνοδεύουν ηχητικά την καλά δεμένη αίσθηση της απαράμιλλης, βραδινής, καλοκαιρινής ψυχαγωγίας. Και την φωτεινή δέσμη της λάμπας από την μηχανή προβολής; Μην την ξεχνάμε… Ξεκινούσε από το όχι καλά μονωμένο καμαράκι με τον δικό της ήχο και απλωνόταν ακούραστα σαν φανταστικό κοσμοδρόμιο στην σκούρα διαδρομή του κενού της ανοιχτής αίθουσας, ακριβώς πάνω από τα κεφάλια μας, τερματίζοντας στον βαμβακερό τοίχο, συνδέοντας τον ρεαλισμό με το παραμύθι. Αμ οι τζαμπατζήδες; Αυτή η περίεργη «μαρίδα» των πέριξ σκαρφαλωμένη στα πλατιά κλαδιά της ηλικιωμένης συκιάς του διπλανού, έρμου οικοπέδου. Η πιτσιρικαρία η αμίλητη, η ακούνητη, πίσω από το πυκνό του δένδρου για να μην τους πάρει πρέφα ο αιθουσάρχης και τους διαολοστείλει, παρακολουθούσε με τους οφθαλμούς ορθάνοιχτους το «Κατάλληλο άνω των 17». Χρόνος άχρονος για όποιους έχουν βιώσει τέτοιες όμορφες εικόνες ως παιδιά και ως νέοι. Θαρρώ, λοιπόν, ότι επιβάλλεται η επιλογή μιας αρκετά παλαιότερης, σπουδαίας ταινίας, άνω του μισού αιώνα κόσμημα, που άφησε εποχή και μέσα της πρωταγωνιστεί ένα καρέ «ημίθεων» ηθοποιών. Θερινός «σινεμάς», σύγχρονος, πια και μοντέρνος, αλλά με την ίδια ζεστή επαφή του παρελθόντος, την ίδια ατμόσφαιρα, όπου κι αν βρίσκεται στην Ελλάδα μας και φιλοξενεί το δυνατό, το σπουδαίο των κινηματογραφικών μας μνημών μας, σίγουρα είναι μια εγγυημένη έξοδος ανεξαρτήτου ημέρας της εβδομάδας. Πόσο μάλιστα, όταν προβάλλει μοναδικές παλιές ταινίες σε αποκατεστημένες κόπιες. Είναι εμπειρία ύψιστου βαθμού. Μοιάζει με χρονοκάψουλα, ή με μαγικό ελιξίριο που τονώνει τους παλαιότερους και συμπληρώνει τους νεότερους με το «ευ» της ιστορίας μας. Ακόμα κι αν το μπαρ του κινηματογράφου δεν σερβίρει, πια, Ταμ Ταμ, Μπυράλ και σάμαλι…          

«Η Συμμορία των Πέντε»

(The Ladykillers)

 

  • Είδος: Κωμωδία (Έτος 1955) Έγχρωμο
  • Σκηνοθεσία: Αλεξάντερ Μακέντρικ
  • Με τους: Αλεκ Γκίνες, Πίτερ Σέλερς, Σέσιλ Πάρκερ, Χέρμπερτ Λομ, Ντάνι Γκριν, Κέιτι Τζονσον
  • Διάρκεια: 97’
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Η ταινία είναι σε επανέκδοση με αποκατεστημένες κόπιες
  • Προβάλλεται μόνο στους κινηματογράφους: Σινέ «Θησείο»Σινέ «Ριβιέρα» (Εξάρχεια) – Σινέ «Όαση» (Παγκράτι)

Αν και γεννήθηκε στην Βοστώνη, ακολούθησε τον δρόμο της καταγωγής των κηδεμόνων του προς την Σκωτία μεριά, όπου και σπούδασε τα της 7ης Τέχνης. Ο αγγλικός κινηματογράφος είναι αυτός που ανέδειξε τον καταπληκτικό Αλεξάντερ Μακέντρικ (8 Σεπτεμβρίου 1912 – 22 Δεκεμβρίου 1993) με ταινίες, αρχικά,  ακέραια στερεωμένες στην γνωστή φόρμα της βρετανικής σχολής. Γέννημα θρέμμα των γνωστών «Ealing Studios» του δυτικού Λονδίνου, μετά τον Β’ ΠΠ ο Μακέντρικ μεγαλούργησε. Λεπτεπίλεπτος, πειθαρχημένος, πάντα ευγενικός και ουσιώδης στα πλάνα του, τονίζει τους χαρακτήρες των έργων του με πανέμορφη, εσωτερική διάθεση και τέχνη, που πραγματικά σε σκλαβώνει. Αισθητστής και συνάμα θιασώτης του ήπιου topsy-turvy κινεί την κάμερα με άνεση, θεατρικότητα και απόλυτο έλεγχο στα δυο ακραία σημεία, χαϊδεύοντας τον θεατή με μια συνεχόμενη αγωνία στην πλοκή δοσμένη από απαλό, βασανιστικό, μεταξένιο γάντι. Κάτι σαν τον δικό μας, τον «γαλαζοαίματο» και «αριστοκράτη» του ελληνικού σινεμά, Γιώργο Τζαβέλλα. Οι ταινίες τού Αλεξάντερ Μακέντρικ είναι αριστουργήματα και δικαίως αναγνωρίζεται ως ένας από τους μεγάλους εκφραστές της ακμάζουσας μεταπολεμικής, αγγλικής, κινηματογραφικής βιομηχανίας. Η πρώτη του ταινία προβάλλεται το 1949 με το τίτλο «Whisky Galore» (Ουίσκι Δίχως Δελτίο). Το 1952 ο Μακέντρικ μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη το δραματικό βιβλίο παιδικής φαντασίας «The Day is Ours» της Αγγλίδας συγγραφέως και δασκάλας Χίλντα Λιούς με τον κινηματογραφικό τίτλο «Μάντι». Το 1951 προβάλει το υψηλό μέγεθος της ωριμότητας του, σκηνοθετώντας την ταινία «The Man in the White Suit» (Ο Άνθρωπος με το Άσπρο Κοστούμι) ένα ταινιακό κράμα με δίκαιο κέρασμα στην σάτιρα, το δράμα και την επιστημονική φαντασία, ανακαλύπτοντας στο πρόσωπο και τις υποκριτικές δυνατότητες του Άλεκ Γκίνες την θεατρική πλαστικότητα που αναζητάει. Ακολουθεί το 1955 το καινοτόμο από πολλές απόψεις «The LadyKillers» (ελλ. τίτλος: Η Συμμορία των Πέντε), σε παραγωγή των «Ealing Studios», που προβάλλεται αυτή την εβδομάδα με αποκατεστημένες κόπιες, πάλι με τον Άλεκ Γκίνες στον πρωταγωνιστικό ρόλο εντελώς αλλαγμένο (είναι η 17η κατά σειρά ταινία του μεγάλου ηθοποιού), μαζί με τον 30χρονο τότε Πίτερ Σέλερς στην 5η κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του. Η ταινία του Αλεξάντερ Μακέντρικ κερδίζει μια υποψηφιότητα Όσκαρ στην κατηγορία Σεναρίου για την εμπνευσμένη πένα του Αμερικανού, σεναριογράφου Ουίλιαμ Ρόουζ (βραβείο Όσκαρ για το «Μάντεψε Ποιος θα Έρθει το Βράδυ») και γίνεται ένα όχι τόσο επιτυχημένο ριμέικ το 2004 από τους Αδελφούς Ίθαν και Τζοέλ Κοέν με πρωταγωνιστή τον Τομ Χάνκς. Η πρώτη, αυθεντική έκδοση του 1955 παραμένει αξεπέραστη. Το εστέτ ύφος τού Μακέντρικ διασχίζει τον Ατλαντικό και πλασάρεται στο Χόλιγουντ το 1957 με την ταινία αριστούργημα «Sweet Smell of Success» (Η Γλυκιά Μυρωδιά της Επιτυχίας) και πρωταγωνιστές τον Τόνι Κέρτις και τον Μπερτ Λανκάστερ σε ένα καταπληκτικό φιλμ εξαίσια ριζωμένο στον κύκλο των noir ηρώων με διαχρονική δύναμη. Ίσως η μεγάλη ερμηνεία της καριέρας του Λανκάστερ, την οποία απόλαυσα το 2012 στις Νύχτες Πρεμιέρας του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Αθήνας. Έπειτα από τρεις ταινίες, ο Αλεξάντερ Μακέντρικ to 1969 περνάει τις πύλες της Ακαδημαϊκής καριέρας, αποδεχόμενος την έδρα του καθηγητή στο Τμήμα Κινηματογράφου του Ινστιτούτου Καλών Τεχνών της Καλιφόρνιας, σπουδαία έδρα που την κράτησε με επιτυχία μέχρι λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από τα γήινα το 1993 προσβεβλημένος από βαριά πνευμονία.

Ο ευγενικός προφέσορ Μάρκους (Άλεκ Γκίνες – απολαυστικός), επισκέπτεται την Αγγλίδα, χήρα γριούλα κυρία Γουίλμπερφορς (Κέτι Τζόνσον, πολύ καλή) για να νοικιάσει ένα από τα δωμάτια του σπιτιού της. Την παρακαλεί να έχει την ησυχία του, όταν ακόμα τέσσερις φίλοι του θα τον επισκέπτονται για να επιδίδονται σε πολύωρες πρόβες ως ερασιτεχνικό, πενταμελές, μουσικό σχήμα εγχόρδων. Ενθουσιασμένη η μοναχική χήρα καπετάνιου με τους τρεις παπαγάλους στο σπίτι της αποδέχεται τον καινούργιο ενοικιαστή και την μικρή απαίτηση του. Καταφθάνουν και οι άλλοι τέσσερις: ο «Ταγματάρχης» (Σέσιλ Πάρκερ – πολύ καλός), ο Λούις (Χέρμπερτ Λομ, πολύ καλός), ο κ. Λόουσον, γνωστός και ως «Παλαιστής» (Ντάνι Γκριν, καλός) – το απίθανο ψευδώνυμο του είναι «one round» (του ενός γύρου) –  και ο κ. Ρόμπινσον (Πίτερ Σέλερς – απίθανος) γνωστός και ως Χάρι. Βέβαια καμιά σχέση δεν έχουν με την μουσική αυτά τα πέντε μούτρα, αλλά είναι μια συμμορία ληστών με αρχηγό τον εγκέφαλο της σπείρας, τον προφέσορ Μάρκους που σχεδιάζουν την ληστεία της χρηματαποστολής στον κοντινό σταθμό του τρένου.  Εμπλέκουν την γριούλα στο κόλπο, εν αγνοία της, η ληστεία πετυχαίνει και ένα μικρό, αδέξιο λάθος φέρνει τα πάνω κάτω. Η γιαγιά καταλαβαίνει πως είναι οι ληστές του τρένου και η συμμορία αποφασίζει να την δολοφονήσει.

Έξι ηθοποιοί στο κινηματογραφικό «σανίδι» του Αλεξάντερ Μακέντρικ αποδίδουν την γουστόζικη πένα του Ουίλιαμ Ρόουζ σε μια μαύρη κωμωδία καταστάσεων με πλούσιο, αγγλικό, θεατρικό στήσιμο. Ο Άλεκ Γκίνες στην πρώτη του ερμηνευτική περίοδο, όπως και ο Πίτερ Σέλερς πλαισιωμένοι από το ευλύγιστο, μεταπολεμικό, made in England, καστ και τον υπέροχο Τσέχο ηθοποιό Χέρμπερτ Λομ (τον θυμάστε ως τον φουκαρά επιθεωρητή στον «Ροζ Πάνθηρα», που περνάει τον τάραχο του από τον Πίτερ Σέλερς), νεότατος εδώ, να προσφέρουν για 97 λεπτά της ώρας πραγματικό σινεμά στις αισθήσεις μας. Η έντιμη και καλοπροαίρετη γριούλα, κ Γουίλμπερφορς (Κέιτι Τζόνσον, καθαρόαιμη, θεατρική περσόνα, απολαυστικός ο χαρακτήρας της) με τους παπαγάλους της μεταμορφώνεται από την αγαθοσύνη της το βασικό στοιχείο της ανατροπής.  Μην χάσετε την ταινία, είναι πραγματικό κέντημα μιας άλλης εποχής.     

«1945»

 

  • Είδος: Δράμα εποχής (Α/Μ)
  • Σκηνοθεσία: Φέρεντς Τόροκ
  • Με τους: Πίτερ Ρούντολφ, Μπενς Τασνάντι, Ταμάς Ζάμπο Κίμελ
  • Διάρκεια: 91’
  • Διανομή: Neo Films

Εάν έχεις την οποιαδήποτε απορία για την ξαφνική παρουσία ενός άγνωστου ανθρώπου στον χώρο σου, αμέσως ρώτα τον, ποιος είναι και τι θέλει. Όταν δεν προβαίνεις σε αυτή την απλή, κοινωνική διαδικασία συστάσεων, παρά αρχίσεις να εικάζεις τι και πως, τότε είσαι βαθιά, έως το μεδούλι των οστών σου, ένοχος για κάποιο κρυφό και βδελυρό ατόπημα. Παραμένοντας ανενημέρωτος, φοβισμένος και πανικόβλητος, ευθύς οι εικασίες σου μετασχηματίζονται σε Νέμεση και ανάλογα με την λαδιά που έχεις διαπράξει σε εξολοθρεύουν. Ωραιότατη βάση για να αναπτυχθεί εξαιρετικά η κατάμαυρη ιστορία του 47χρονου Ούγγρου σκηνοθέτη Φέρεντς Τόροκ. Είναι το ασπρόμαυρο πορτρέτο, σε μορφή καταγραφής-διαμαρτυρίας της πολύπαθης Ουγγαρίας, ακριβώς μετά την λήξη του Β΄ ΠΠ, εξ΄ ου και ο τίτλος της ταινίας «1945». Είναι αυτό που βίωσε και η χώρα μας με την γερμανική κατοχή και τους γερμανόφιλους, Έλληνες, δοσίλογους (ο Θεός να τους κάνει Έλληνες), που άρχισαν να απολαμβάνουν, δυστυχώς έως σήμερα οι απόγονοι τους, τα «δώρα» των ναζί για την άριστη συνεργασία και την καλή διαγωγή τους στο Γ΄ Ράιχ. Είναι ο επίλογος ενός ματωμένου ημερολογίου, που υπάνθρωποι γύρω μας εκμεταλλεύτηκαν τις δολοφονικές διώξεις συνανθρώπων μας και πλούτισαν.  Σάμπως, μια από τα ίδια δεν συμβαίνει και σήμερα, εν ονόματι, πάντα, της «ευρωπαϊκής ένωσης», της «ευρωπαϊκής ακεραιότητας» και του «ευρωπαϊκού ιδεώδους;», πανάθεμα με; Το θέμα του σκηνοθέτη Τόροκ αμιγώς επικεντρωμένο στην γνωστή κακοποίηση των Ούγγρων Ιουδαίων από τους ναζί (διώξεις, στρατόπεδα συγκεντρώσεως, δημεύσεις περιουσιών και μεταφορά αυτών στα «καλόπαιδα» των γερμανόφιλων Ούγγρων), ουδεμία στιγμή εκστομίζει την λέξη «ναζί», «Γερμανία», «Γ΄ Ράιχ», «δοσίλογος», παρά η πλοκή και φυσικά η χρονολογία που εκτυλίσσεται το σενάριο προσφέρουν το αυτονόητο. Έξυπνο! Το συγκεκριμένο καλοστημένο τέχνασμα, δίνει διαχρονικότητα στο θέμα, σαν να μην άλλαξε τίποτα από το 1945 έως σήμερα και η ιστορία να επαναλαμβάνεται ακριβώς στο ίδιο μοτίβο. Το σπουδαίο του Τόροκ είναι η άμεση θεατρικότητα στο  δωρικό στήσιμο της ταινίας και η απουσία χρωμάτων, παραμένοντας στο ασπρόμαυρο που εκφράζει μεν την καλλιτεχνικότητα της ταινίας με την φωτογραφική σπουδή του γκουρού Ελέμερ Ραγκάλι, αλλά και το ασπρόμαυρο καταβάσιο στην γενικότερη ψυχοσύνθεση των θυμάτων και των ενόχων. Άσπρα και μαύρα ή το αντίθετο σε κάθε τι ρημαγμένο, σε κάθε τι που δεν διορθώνεται και πέρα για πέρα παραμένει ακριβά ζυγισμένο στην μισαλλοδοξία, στην προδοσία, τον φθόνο και την σιωπηρή τιμωρία.

Ζεστή αυγουστιάτικη ημέρα του 1945, η βόμβα σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι έπεσαν, ο πόλεμος κτύπησε την λήξη του και οι κάτοικοι του μικρού, ουγγρικού χωριού, ελεύθεροι από την γερμανική κατοχή (φαινομενικά) είναι αφοσιωμένοι στην προετοιμασία για το γάμο του γιου του τοπικού κοινοτάρχη. Καταφθάνουν, όμως, στον σταθμό των τρένων δύο Ορθόδοξοι Ιουδαίοι, κουβαλώντας κάποια μυστηριώδη μπαούλα. Οι χωρικοί παθαίνουν αμόκ, τρέμοντας στην ιδέα πως πρόκειται για επιζώντες από τα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου, που επέστρεψαν ζωντανοί για να διεκδικήσουν την χαμένη τους περιουσία. Αυτές τις περιουσίες των Ιουδαίων, δηλαδή, που οι ναζί, έπειτα από την αιχμαλωσία του τοπικού ιουδαϊκού στοιχείου, την παρέδωσαν με συνοπτικές διαδικασίες στους «φίλους», τους Ούγγρους γερμανόφιλους. Η παρουσία των Σοβιετικών στρατιωτών στο χωριό είναι ήδη έντονη παντού. Οι φίλα προσκείμενοι στην νέα κατάσταση πραγμάτων που διαφαίνεται στον πολιτικό ορίζοντα της χώρας είναι εμφανής και όσοι αποδέχτηκαν ακίνητα, τιμαλφή, κτήματα κατατρεγμένων Ιουδαίων βρίσκονται σε κατάσταση πανικού. Το ευτράπελον της υπόθεσης είναι, ότι ο αστυνόμος του χωριού και «μπράβος» του τομαριού, χαφιέ κοινοτάρχη, κυκλοφορεί ακόμα με γερμανική στολή δίχως τα εθνόσημα ή τα οπλόσημα των Ες Ες, χρησιμοποιώντας και την γνωστή τρίκυκλη μοτοσυκλέτα με το καλάθι (απίθανο), προσφορά των κατακτητών. Το πρόσφατο, αισχρό παρελθόν αναδύεται με την άφιξη των δυο μαυροφορεμένων και βλοσυρών Ιουδαίων. Οι ευθύνες μετατίθενται από τον έναν, αναλόγως με το σθένος του καθενός ουτιδανού, στον άλλον και όσο διαρκεί η πεζοπορία των δυο σιωπηλών ανδρών (μοιάζει με νεκρική πομπή δυο ανθρώπων), από τον σταθμό του τρένου έως την πλατεία του χωριού, ακολουθώντας το αργό κάρο με τα δυο αινιγματικά μπαούλα τους, η μικρή, αγροτική κοινότητα, που συμπεριφέρθηκε χυδαία και προδοτικά στους συντοπίτες τους Ιουδαίους, μοιάζει να έχει αρπάξει στο κεφάλι ατομική βόμβα. Άπαντες αναφέρουν, ότι οι υποτιθέμενοι νεκροί γύρισαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και θέλουν πίσω τα υπάρχοντα τους (φρικτό!). Γίνεται το σώσε σ΄ αυτό το στιβαρό δημιούργημα του  Φέρεντς Τόροκ (και συν-σεναριογράφος με τον Γκάμπορ Σάντο), μετρώντας το βαθύ ρήγμα του σκότους που επικρατεί στην ανθρώπινη φύση. Οι ερμηνείες απίθανες και ενώ δεν υπάρχει, καθ΄ όλη την διάρκεια της ταινίας, πουθενά η έντονη βία, η εσωτερικότητα του δημιουργήματος εκπέμπει δύναμη, ατόφιο πνεύμα, ειρωνεία και, ας πούμε, μια μικρή δόση ικανοποίησης ως προς το αισχρόν και το ποτατόν του θέματος, που είναι η αναίδεια και η ύβρις προς τους συνανθρώπους μας σε ζοφερές εποχές.  

«Η Ληστεία»

(Money)

 

  • Είδος: Θρίλερ περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Γκέλα Μπαμπλουανί
  • Με τους: Βενσάν Ροτιέ, Ζορζ Μπαμπλουανί, Λουί-Ντο ντε Λενσάν, Ολιβιέ Ραμπουρντέν, Μπενουά Μαζιμέλ, Σαρλότ Βαν Μπερβεσελές
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Weird Wave

Επικεντρωμένο σενάριο στην δράση παραβατικών ενεργειών, όχι απαραίτητα από ανθρώπους τους περιθωρίου, αλλά από ψυχές που αναζητούν το καλύτερο σήμερα και αύριο στον πανταχόθεν διαβρωμένο κοινωνικό ιστό. Είναι η καινούργια ταινία του Γκέλα ή Τζέλα Μπαμπλουανί, σκηνοθέτη του υπέροχου «13 Τζαμέτι» (2005) και της αμερικανικής ολοκλήρωσης του με το  «13» (2010), ανεβάζοντας ένα σούπερ κάστ από Τζέισον Στέιθαμ, Μίκι Ρουρκ, Μάικλ Σάνον και Σαμ Ράιλι. Ο Μπαμπλουανί λατρεύει τον υπόκοσμο,  όταν, μάλιστα εμπλέκονται σε αυτόν απλοί, αδαείς φτωχοδιάβολοι, τσίτα στην απόγνωση, που για να κερδίσουν μια θέση στον ήλιο, πέφτουν σε «αρπαχτές» και, ω την ατυχία τους, τέτοιες «αρπαχτές» συνήθως είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με ότι πιο φονικό υπάρχει. Η τυχαιότητα και η ανατροπή είναι τα καλά εργαλεία σε κάθε ταινία του και με αυτά στήνει τα αιματηρά δόκανα στην πλοκή. Θριλερικού ύφους και η «Ληστεία» με άφθονες ανατροπές, καλή σκηνοθεσία σενάριο με κάποια λαθάκια (Ζορζ Μπαμπλουανί και Βινσέντ Ροτιέρ) και η αγωνία να στέκει στην ακμή των αιχμηρών στύλων της μιας ανάσας. Ο Γεωργιανός σκηνοθέτης και γιός του σκηνοθέτη Τεμούρ Μπαμπλουάνι, έφυγε από την Τυφλίδα σε ηλικία 17 χρόνων για σπουδές κινηματογράφου στην Γαλλία και από εκεί άρχισε να ανοίγει τα φτερά του με επιτυχίες και βραβεία. Η ταινία διαθέτει ρυθμό, ένταση, καλές ερμηνείες, ευφάνταστη σκηνοθεσία και ο συνεργάτης του, ο Ταριέλ Μελιάβα σε άψογη φόρμα με καλή φωτογραφία. Φυσικά ο αδελφός τού σκηνοθέτη, ο Ζορζ Μπαμπλουανί ξανά έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως και στο «13 Τζαμέτι». Όλη η πλοκή της ταινίας διαδραματίζεται σε μια νύχτα κι αυτό ανεβάζει την αδρεναλίνη, καθώς η μια ανατροπή γεννά την επόμενη.

Παιδικοί φίλοι, μετανάστες, ο Ντανί (Ζορζ Μπαμπλουανί, καλός) και ο Ερίκ (Βενσάν Ροτιέ, καλός) δεν είναι παράνομοι αλλά εργάζονται στο λιμάνι της Χάβρης για να τα φέρουν βόλτα. Ο Ντανί έχει κάποιες συναναστροφές με την σέρβικη συμμορία της γειτονιάς, αποπληρώνοντας τυπικά και σταθερά ένα δάνειο. Η αδελφή του Ερίκ, η Άλεξ (Σαρλότ Ντε Μπερβεσέλ, καλή) είναι παρούσα σε ένα νταραβέρι «νονών» με τον γραμματέα πολιτικής προστασίας σε ένα παρακμιακό φαγάδικο, να παραδίδουν οι μαφιόζοι μια βαλίτσα με χρήματα στον διεφθαρμένο αξιωματούχο, Μερσιέ (Λουί – Ντο Ντε Λενσάν, πολύ καλός) για να κάνει τα στραβά μάτια στο τεράστιο φορτίο ναρκωτικών που καταφθάνει στο λιμάνι. Η Άλεξ παρακολουθεί την πορεία της βαλίτσας και αμέσως ενημερώνει τον Ντανί και τον Ερίκ, πως μπορούν να κλέψουν εύκολα τα χρήματα από το σπίτι, λύνοντας το οικονομικό τους πρόβλημα μια για πάντα. Σχεδιάζουν τον τρόπο, αλλά μόλις μπαίνουν στο σπίτι, αντικρίζουν τον διεφθαρμένο πολιτικό έτοιμο να περάσει θηλιά στο λαιμό του και να αυτοκτονήσει, διότι η δίωξη συνέλαβε τους κακοποιούς, κατέσχεσε το φορτίο ναρκωτικών στο λιμάνι και ο αξιωματούχος βρέθηκε στο ικρίωμα των Μ.Μ.Ε. ως συνεργάτης της μαφίας. Από την μια η λαϊκή κατακραυγή, ο δημόσιος διασυρμός του πολιτικού ανδρός και από την άλλη τα τηλεφωνήματα από την πλευρά των μαφιόζων, του Σαρλ (Ολιβιέ Ραμπουρντέν, καλός, τον θυμάστε από την «Αρπαγή», ως ο Γάλλος πράκτορας), που θέλει πίσω την βαλίτσα με τα χρήματα. Η ληστεία τελικά ολοκληρώνεται, ο κρατικός λειτουργός γλυτώνει μεν την αυτοκτονία αλλά είναι σε άθλια κατάσταση, και οι τρεις φίλοι εξαφανίζονται από το σπίτι με την μπάζα μοιρασμένη σε ίσα μέρη και ο καθένας παίρνει τον δρόμο του. Ο άπληστος Ερικ, όμως μαζί με την αδελφή του Αλέξ θα επιστρέψουν στο σπίτι για να αρπάξει και το παραπάνω του, που είναι το χρηματοκιβώτιο με ό,τι έχει μέσα. Και τα παρατράγουδα αρχίζουν.

«Ο Γιατρός Βλάπτει Σοβαρά την Υγεία»

(Knock)

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Σκηνοθεσία: Λορέν Λεβί
  • Με τους: Ομάρ Σι, Αλέξ Λουτζ, Ανά Ζιραρντό
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Seven Films

Ριμέικ της παλιάς ταινίας του Γάλλου Γκι Λεφράνκ, χρονολογίας 1951, με πρωταγωνιστή, τότε, τον θεατρικό ηθοποιό Λουί Ζουβέ. Ο θεατρικός ρόλος του Δόκτορος Knock (Κνοκ), σφράγισε χαρακτήρα στον Γάλλο ηθοποιό Ζουβέ, που τον ακολούθησε έως το τέλος της ζωής του, ας πούμε, σαν τον «Θύμιο» του δικού μας Κώστα Χατζηχρήστου. Ο Ζουβέ τον χαρακτήρα τού πανέξυπνου γιατρού Κνοκ τον καθιέρωσε αρχικά στο γαλλικό θέατρο, περί το 1923, ρόλος γραμμένος από τον διάσημο ποιητή και συγγραφέα Ζιλ Ρομέν (ιδρυτής και κυριότερος εκπρόσωπος του «ουνανιμιστικού» κινήματος, δεκαέξι φορές προτάθηκε για Νόμπελ Λογοτεχνίας) και έπειτα πέρασε στην μεγάλη οθόνη. Την σύγχρονη μεταφορά του εμβληματικού Γάλλου επαρχιακού γιατρού ανέλαβε η σεναριογράφος, σκηνοθέτης του θεάτρου και του κινηματογράφου Λορέν Λεβί. Τον λευκό γιατρό Κνοκ – Λουί Ζουβέ, αντικαθιστά ο πληθωρικός και ωραίος μαύρος ηθοποιός Ομάρ Σι («Άθικτοι», «Τζουράσικ Παρκ», «X-Men»).

Η ταινία ξεκινάει στην Μασσαλία του 1955 με τον μικροαπατεώνα Κνοκ (Ομάρ Σι, καλός) να είναι μπλεγμένος άγρια και με ημερομηνία λήξης από ένα τζογαδορίστικο χρέος, που εάν δεν το καταβάλει σε εικοσιτέσσερις ώρες θα του κοστίσει την ζωή. Κάπατσος και ευγενικός όπως είναι πείθει τον καπετάνιο επιβατηγού πλοίου να τον πάρει μαζί του ως γιατρό στο εξάμηνο ταξίδι στην Ινδία για να σωθεί από τους διώκτες του. Παντελώς άσχετος από την επιστήμη της ιατρικής διαβάζει συνεχώς τόμους επί τόμων στο πλοίο, εξυπηρετεί μικροσυμβάντα και αρχίζει να φτιάχνει αλοιφές και μαντζούνια για να θεραπεύσει πλούσιες τρελοαμερικάνες που τσουρουφλίζονται από την συνεχή έκθεση τους στο ήλιο. Η επιτυχία του κομπογιαννίτη γιατρού στα παρασκευάσματα είναι μεγαλειώδης και οι τιμές που τα πουλάει αστρονομικές. Ο Κνοκ φτιάχνει μια καλή χρηματική μπάζα για να σπουδάσει πέντε χρόνια στην Ιατρική Σχολή της Μασσαλίας, διαβλέποντας, πως η συγκεκριμένη επιστήμη έχει πολύ «ψωμί», καθώς όλοι ενδιαφέρονται για την υγεία τους και ουδείς διστάζει να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη, αρκεί να γίνει ή να είναι καλά. Με το πέρας των ιατρικών του σπουδών του και πτυχίο με την βούλα, μεταφέρεται ως τοπικός γιατρός σε ένα πλούσιο χωριό των γαλλικών Άλπεων με υψηλό βιοτικό επίπεδο. Το Σεν Μορίς γίνεται ο οικονομικός παράδεισος του γιατρού Κνοκ, αφού ο ηλικιωμένος, προκάτοχός του, ο Δρ Παρπαλέ (Νικολά Μαριέ, καλός) διένυσε μακρόχρονη θητεία στο αλπικό χωριό, διατηρώντας τους ασθενείς του υγιέστατους, καθώς κανείς δεν έπασχε από καμία νόσο, παρά από ελάχιστα αρθριτικά, κι αυτά στους ηλικιωμένους κατοίκους. Ο Κνοκ, όμως, είδε απέραντες προοπτικές σε αυτό χωριό. Βάζει στο κόλπο τον φαρμακοποιό και την γυναίκα του, που επί προηγούμενου γιατρού Παρπαλέ ,το γεμάτο αράχνες και σκόνη φαρμακείο είχε στοιχειώσει από πελατεία και ευθύς αρχίζει να μοιράζει ασθένειες σε πλούσιους και φτωχούς, γεμίζοντας χρήμα και δόξα. Αυτά τα δυο παράξενα φαινόμενα, μαζί με τον ίδιο, καταφερτζή Κνοκ μπήκαν στο στόχαστρο του λαμόγιου ιερέα, που ολοένα έβλεπε το ποίμνιο του να εξαφανίζεται με κατεύθυνση το ιατρείο του Κνοκ, αλλά και οι οβολοί των πιστών να μειώνονται αισθητά. Ο ωραίος και αυστηρός γιατρός, που η μπίζνα του τρέχει με χίλια, γίνεται μήλο της έριδος από τις θεότρελες νυμφομανείς του χωριού, αλλά και υποκείμενο σεβασμού από τους προύχοντες του τόπου. Αποτρέπει κάθε είδους σεξουαλική επαφή με τις πωρωμένες κυρίες και ερωτεύεται σφόδρα την όμορφη Αντέλ (Ανά Ζιραρντό, καλή), την παρατρεχάμενη μιας εύπορης τσιφλικού, η οποία Αντέλ πάσχει από φυματίωση. Με δικά του έξοδα, ο ερωτευμένος γιατρός, την στέλνει σε ακριβό σανατόριο για να θεραπευτεί και όσο η νεαρή κουράρεται το παράνομο παρελθόν του Κνοκ έρχεται στο Σεν Μορίς για να συναντήσει τον επιχειρηματία γιατρό. Καλοφτιαγμένη γαλλική κομεντί με το γέλιο της, το δραματικό στοιχείο της από την  Λορέν Λεβί, που όλη η ταινία είναι κρεμασμένη πάνω στον καλό Ομάρ Σι, ο οποίος τα καταφέρνει περίφημα. Οι όποιες προεκτάσεις του θέματος, όπως: όλοι έχουμε δικαίωμα στην υγεία και στην αρρώστια, επιστήμη και θρησκεία, διαβαίνουν γρήγορα και επιδερμικά τα καταπράσινα τοπία των Άλπεων, παραμένοντας ευχάριστα στον γραφικό, σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού. Ό,τι πρέπει για θερινό σινεμά.       

«24 Ωρες Προθεσμία»

(24 Hours to Live)

 

  • Είδος: Δράση, Περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Μπράιαν Σμερζ
  • Με τους: Ιθαν Χοκ, Ξου Κινγκ, Πολ Αντερσον, Λίαμ Κάνινγκχαμ, Ρούτγκερ Χάουερ
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Spentzos Films

Ο Τράβις (Ιθαν Χοκ), ένας πρώην στρατιώτης των ειδικών δυνάμεων αγωνίζεται να ξεπεράσει τον ξαφνικό θάνατο της γυναίκας και του γιού του. Ένας παλιός του συνάδελφος τον πλησιάζει και του κάνει μια δελεαστική πρόταση με μεγάλο οικονομικό όφελος. Να αναλάβει μια επικίνδυνή αποστολή δολοφονίας για λογαριασμό ενός πανίσχυρου μυστικού οργανισμού. Ο Τράβις θα δεχθεί την πρόταση αλλά λίγο πριν ολοκληρώσει την αποστολή του θα γίνει αντιληπτός με αποτέλεσμα να δεχθεί πυρά από την Ιντερπόλ. Και ενώ νομίζει ότι όλα τελείωσαν ξυπνάει στο τραπέζι μια χειρουργικής αίθουσας.

«Tully: Τα Παιδιά είναι Ευτυχία;»

(Tully)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Σκηνοθεσία: Τζέισον Ράιτμαν
  • Με τους: Σαρλίζ Θερόν, Μακένζι Ντέιβις, Ρον Λίβινγκστον, Μαρκ Ντουπλάς
  • Διάρκεια: 92’
  • Διανομή: Tanweer

Το δίδυμο, Τζέισον Ράιτμαν και Ντιάμπλο Κόντι, που μας χάρισε το ξεχωριστό και οσκαρικό «Juno» επιστρέφει με μία κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του ιστορία με πρωταγωνίστρια τη βραβευμένη με Όσκαρ, και ταλαιπωρημένη για τις ανάγκες της ταινίας, Σαρλίζ Θερόν. Ο τέσσερις φορές υποψήφιος για Όσκαρ σκηνοθέτης Τζέισον Ράιτμαν («Ραντεβού στον Αέρα») ενώνει και πάλι τις δυνάμεις του με τη σεναριογράφο Ντιάμπλο Κόντι σε μία τρυφερή, αιχμηρή και συγκινητική κομεντί που αποφεύγει τα κλισέ και τολμά να εξερευνήσει την ωμή πραγματικότητα πίσω από το προσωπείο της μητρότητας.

Η Μάρλο (Σαρλίζ Θερόν), μια παντρεμένη γυναίκα με δυο παιδιά, είναι έγκυος στο τρίτο, και με μισή καρδιά δέχεται το καλοπροαίρετο δώρο του αδελφού της (Μαρκ Ντουπλάς) για «νυχτερινή νταντά», με την ελπίδα να ελαττώσει λίγο το στρες της καθημερινότητας της. Η «νυχτερινή νταντά» Τάλι (Μακένζι Ντέιβις) έχει τη μορφή μιας όμορφης, ανεξάρτητης φοιτήτριας που θα τη βοηθήσει όχι μόνο να βρει περισσότερο χρόνο να ξεκουραστεί, αλλά και να αλλάξει εντελώς τη ζωή της με τον πιο απρόσμενο τρόπο.

Η σύλληψη του Tully έγινε το 2015, λίγο καιρό αφού η  Ντιάμπλο Κόντι γέννησε το τρίτο της παιδί. Με δύο μικρά παιδιά που απαιτούσαν πολύ χρόνο και ενέργεια, η Κόντι δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις για την ικανότητα της να χειριστεί την εξουθενωτική κατάσταση σε συνδυασμό με την έλλειψη ύπνου που φέρνει ένα νεογέννητο. Προσέλαβε μια νυχτερινή νταντά, που ερχόταν στο σπίτι της στις 10 τη νύχτα και πρόσεχε το μωρό μέχρι νωρίς το επόμενο πρωί. Οι υπηρεσίες αυτού του είδους έχουν γίνει όλο και πιο δημοφιλείς μέσα σε μία δεκαετία, ειδικά ανάμεσα στις εργαζόμενες γυναίκες που ζουν σε μεγάλες πόλεις. Αλλά η Κόντι δεν ήξερε την ύπαρξη τους μέχρι την επιτυχία του Juno που την έφερε στο Λος Άντζελες για να δουλέψει στον χώρο του θεάματος. «Μεγάλωσα στο Ιλινόι και δεν είχα ακούσει για τις νυχτερινές νοσοκόμες. Μου φάνηκε παράξενη ιδέα αλλά και πολύ έξυπνη» παρατηρεί η σεναριογράφος. «Στο πρώτο μου παιδί ήμουν πεισματικά αντίθετη με την ιδέα. Το ίδιο και στο δεύτερο. Στο τρίτο, κατάπια την περηφάνια μου. Η νυχτερινή νταντά με βοήθησε με τη φροντίδα του μωρού κι έτσι μπορούσα να είμαι ξεκούραστη το πρωί για τα δύο μεγαλύτερα παιδιά μου. Ήταν μια αποκαλυπτική εμπειρία. Γιατί ακόμα και με τη βοήθεια, είσαι κουρασμένη. Ήταν σοκαριστικό πόσο την αγάπησα, γιατί ένιωθα ότι ήταν ο σωτήρας μου». Αυτή η εμπειρία της έδωσε την ιδέα για μία ταινία για την επιλόχεια προσπάθεια μιας γυναίκας και την απρόσμενα νεαρή νταντά που τη ξαναφέρνει στη ζωή.