«Δεν Ήσουν Ποτέ Εδώ»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

«Δεν Ήσουν Ποτέ Εδώ»               

(You Were Never Really Here)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Σκηνοθεσία: Λιν Ράμσεϊ
  • Με τους: Χοακίν Φίνιξ, Τζούντιθ Ρόμπερτς, Εκατερίνα Σαμσόνοφ, Αλεξ Μανέτ
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Φεστιβάλ Κανών: Βραβείο Καλύτερου Σεναρίου (εξ ημισείας με το «Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού») – Βραβείο Καλύτερου Αντρικού Ρόλου (Χοακίν Φίνιξ)

Είναι κατασταλαγμένη απόφαση, ότι ο sui generis Χοακίν Φίνιξ σημειώνει solid υποκριτική καριέρα και κάθε του συμμετοχή σε ταινία είναι αξιοπρόσεκτη. Έχει την δυνατότητα, τούτο το ξωτικό, να μεταμορφώνεται φυσιογνωμικά, δίχως τεχνικές επεμβάσεις. Κάτι το άνευ ορίζοντα βλέμμα του, κάτι το ράθυμο ύφος του που κρύβει, όμως, έναν ουλαμό δαίμονες στις εκρήξεις του, κάτι οι χαμένοι σε άπατους βυθούς μορφασμοί του, που δεν ξέρεις εάν το άτομο χρειάζεται τρυφερότητα και χάδια ή στρατόπεδο αναμόρφωσης, είναι από  τα μαγικά συστατικά του, που σε μπλοκάρουν και σφίγγουν το στομάχι σου. Βέβαια, η προτίμηση του σε ρόλους που δημιουργούν την άφωνη κραυγή του σκότους είναι εξόφθαλμα αποδεδειγμένη. Ο άνθρωπος, παρά την «γεια σου» προσωπική ζωή, καλουπώνει στο ικρίωμα της τελειότητας τον κάθε ήρωα που υποδύεται και τον κάνει κατάδικο του. Μια spooky διαδικασία, που σε τρελαίνει ολότελα, αλλά βασανιστικά σε γλυκαίνει. Το σημαντικό είναι, ότι δεν κουράζεσαι όταν έχεις απέναντι σου τον Χοακίν, ακόμα κι αν ο χαρακτήρας που ενσαρκώνει είναι κάτι που το έχεις ξαναδεί.

Ο Τζο (Χοακίν Φίνιξ, απίθανος) είναι βετεράνος του πολέμου του Ιράκ με τραυματικές εμπειρίες που επιβαρύνουν την ήδη κολασμένη, παιδική του ηλικία. Ζει απομονωμένος στο σπίτι να φροντίζει την ηλικιωμένη μητέρα του (Τζούντιθ Ρόμπερτς  – «Eraserhead», «Νεκρική Σιγή», «Θανάσιμη Εκδίκηση», περσόνα η Ρόμπερτς). Ο Τζο βιοπορίζεται ως πληρωμένος δολοφόνος με συμβόλαια θανάτου που αφορούν τον υπόκοσμο, σκοτώνοντας με σφυρί απατεώνες και εγκληματίες που έχουν πράξει χοντρολαδιές και ατασθαλίες. Οι σκέψεις στο μυαλό του Τζο λειτουργούν εφιαλτικά σαν δαιμονισμένος ανεμόμυλος από τον αέρα του θανάτου, που έχει την οσμή των κακοποιήσεων του πατέρα του προς την μάνα του, αλλά και τα τρομακτικά σκηνικά του πολέμου. Κάθε εφιάλτης του τελειώνει με την αυτοχειρία ως μέσο φυγής από τα βάσανα που τον μαστιγώνουν ψυχικά. Οι εκτονώσεις του είναι να σκοτώνει βίαια τα κωθώνια που του υποδεικνύουν. Τα συμβόλαια τα κλείνει ένας παντοπώλης και με τα χρήματα που εξοικονομεί συντηρεί την άρρωστη και σχεδόν ανήμπορη μητέρα του, τον εαυτό του και το σπίτι τους. Ένα συμβόλαιο που αφορά την απαγωγή της ανήλικης κόρης ενός γερουσιαστή από σπείρα προαγωγών παιδικής πορνείας τον φέρνει αντιμέτωπο με το κύκλωμα παιδοφιλίας και ανωμαλίας κορυφαίων αξιωματούχων –  και βάλε – του αμερικανικού έθνους (τι θυμίζει, τι θυμίζει, ω ρε μπίρομ!), με αποτέλεσμα αυτή η «δουλεία» να είναι και η λύτρωσή του.

Όλη η ταινία είναι μια κατάβαση στην άβυσσο της ανθρώπινης σήψης χωρίς ανάσα και ο όποιος συνδυασμός ονειρικής αντίδρασης από την πλευρά του ήρωα, που συμβαίνει συχνά, επιδεινώνει την ψυχοσύνθεση του αντί να την καλμάρει. Οι εφιάλτες του να βιώνει την αυτοκτονία, είναι χρήσιμοι και τα λογής οικογενειακο-στρατιωτικά τραύματα ακόμα χρησιμότερα γιατί όλη η ζωή του ήρωα είναι δομημένη στην άρνηση με μοναδική όαση την φροντίδα της μητέρα του, εν πρώτοις, και μετέπειτα του κοριτσιού. Είναι τα δυο σημεία που τεντώνουν υπαρξιακά την δράση του εκτελεστή και παράλληλα ηθικού ανθρώπου με ευθύνες και υποχρεώσεις. Θυμίζει κάπως τον «Ταξιτζή» του Σκορσέζι, μόνο που η βραβευμένη, Σκωτσέζα σκηνοθέτις, Λιν Ράμσεϊ μετά την ταινία «Πρέπει να Μιλήσουμε για τον Κέβιν» ρίχνει στο θέμα, με εξαιρετική κινηματογράφηση, την γυναικεία οπτική (σκηνές βίας δεν υπάρχουν πουθενά), που είναι η συνείδηση δομημένη σε αξιακό σύστημα να  μάχεται τους εφιάλτες του παρελθόντος, ταυτόχρονα και το τέρας της σύγχρονης, ερεβώδους κοινωνίας. Μια ιαματική διαδικασία που φαινομενικά κρατάει στην ζωή τον Τζο, που θέλει όμως να πεθάνει. Η Ράμσεϊ, δείχνει τις διεξόδους, αλλά και τα απαραίτητα δεκανίκια που χρειάζονται οι βασανισμένες ψυχές, όπως είναι αυτή του ήρωα της ταινίας, για να ανταπεξέλθει από τον μηδενιστικό κλοιό που στοιχειώνει την ύπαρξη του. Και το «exit» του ήρωα είναι η ολοκλήρωση ενός σκοπού που ο «στοιχειωμένος» θεωρεί ως απαράβατο καθήκον, κάτι σαν πολεμική διαταγή ανωτέρου, πως πρέπει να την φτάσει, πάση θυσία στο τέρμα της. Εντάξει, ο Χοακίν δεν παίζεται ο άνθρωπος. Έχει βάλει αρκετά κιλά, είναι βαρύς, δείχνει ολίγον αργόστροφος, αλλά γρήγορος στις αντιδράσεις του, εξαιρετικά βίαιος και συνειδητά γλυκός, δίχως να φλερτάρει με την σχιζοφρένεια και την παράνοια, παρότι χρησιμοποιεί κάθε φορά ένα σφυρί ως φονικό όπλο, αλλά με την απογοήτευση και την έλλειψη αγάπης ανάγλυφα στο πρόσωπο της ψυχής του. Παρατηρήστε τις κινήσεις του, το βάδισμα, την ομιλία και την συμπεριφορά του και θα διαπιστώσετε απίθανες κινηματογραφικές φόρμες υποκριτικής άλλων εποχών. Ο Χοακίν Φίνιξ, σε αιχμαλωτίζει και σε οδηγεί άνευ αντιστάσεων στο δικό του σκοτεινό βασίλειο.