fbpx

«Για τη μητέρα…», της Σμαράγδας Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«Μάνα! Δεν βρίσκεται λέξη καμία 

να’ χει στον ήχο της τόση αρμονία!» (Γεράσιμος Μαρκοράς)

«Για τη μητέρα…», της Σμαράγδας Μιχαλιτσιάνου
«Για τη μητέρα…», της Σμαράγδας Μιχαλιτσιάνου

Η σημερινή Κυριακή, είναι αφιερωμένη στην Παγκόσμια Ημέρα της Μητέρας, μέρα εορτασμού της μητρότητας και της ευγνωμοσύνης προς τη μητέρα. Αυτού του πανανθρώπινου συμβόλου της ζωής, της ανιδιοτελούς και άνευ όρων αγάπης και αυτοθυσίας.

Τιμές προς τη μητέρα αποδίδονταν και στην αρχαιότητα. Η πρώτη μητέρα που λατρευόταν ως θεότητα , ήταν η μητέρα Γη, που για τους αρχαίους Έλληνες ήταν η προσωποποίηση της φύσης και μητέρα των πάντων. Η μικρασιατική θεότητα Κυβέλη, γνωστή στους Έλληνες ως Ρέα λατρεύονταν ως θεά της γης, της άγριας φύσης και της γονιμότητας. Σύμφωνα με τη ελληνική μυθολογία ήταν η πρώτη γυναίκα που γέννησε με τοκετό και μεγάλωσε με το μητρικό της γάλα τα παιδιά της. «Οι μητέρες αγαπούν τα παιδιά τους πιο πολύ από τους πατεράδες. Κι αυτό, διότι πρώτον ο τοκετός είναι οδυνηρός, και δεύτερο, είναι σίγουρες ότι τα παιδιά που γέννησαν είναι δικά τους»  υποστήριζε ο Σταγειρίτης φιλόσοφος Αριστοτέλης. Και ο Ευριπίδης από την πλευρά του συμπλήρωσε: «Τίποτε το προσφιλέστερο στα παιδιά από την μητέρα. Αγαπάτε την μητέρα σας, παιδιά, διότι δεν υπάρχει άλλος έρωτας αγνότερος και γλυκύτερος».

Στην ελληνική παράδοση η θέση της γυναίκας και ιδιαίτερα της μητέρας είναι ξεχωριστή. Η γυναίκα είναι ο στυλοβάτης της κοινωνίας.  Τη μάνα απαθανάτισαν στο έργο τους μεγάλοι καλλιτέχνες. «Η Μητρική στοργή» του Ιακωβίδη  είναι ένας πίνακας μοναδικής εκφραστικότητας και συναισθηματισμού. Ανάμεσα στους καλλιτέχνες που ύμνησαν τη Μάνα ξεχωρίζει ένας από τους μεγαλύτερους γλύπτες του 20ού αιώνα, ο Χρήστος Καπράλος. Η τέχνη του ύψωσε ένα μνημείο στην κερά Βγενιώ, την αγρότισσα μητέρα του, που στάθηκε αστείρευτη πηγή έμπνευσης για το έργο του.

«Για τη μητέρα…», της Σμαράγδας Μιχαλιτσιάνου
Μητρική Στοργή του Γιώργου Ιακωβίδη
Η Μάνα του Χρήστου Καπράλου

 

Τη μητέρα ύμνησαν ποιητές και λογοτέχνες. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έγραψε προς τη μητέρα του το 1873: «Μάννα μου, ἐγώ ᾽ μαι τ᾽  ἄμοιρο, τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι  ὁποὺ τὸ δέρνει ὁ ἄνεμος, βροχὴ ποὺ τὸ πληγώνει.  Τὸ δόλιο! ὅπου κι ἂν στραφεῖ κι ἀπ᾽  ὅπου κι ἂν περάσει, δὲ βρίσκει πέτρα νὰ σταθεῖ κλωνάρι νὰ πλαγιάσει. Ἐγὼ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ᾽ ἀποδαρμένη μέσα σὲ πέλαγο ἀνοιχτό, σὲ θάλασσ᾽  ἀφρισμένη,  παλαίβω μὲ τὰ κύματα χωρὶς πανί, τιμόνι  κι ἄλλη δὲν ἔχω ἄγκουρα πλὴν τὴν εὐχή σου μόνη. Στὴν ἀγκαλιά σου τὴ γλυκειά, μανούλα μου, ν᾽  ἀράξω  μὲς στὸ βαθὺ τὸ πέλαγο αὐτὸ πριχοῦ βουλιάξω.»

 

 

Ο Ιωάννης Πολέμης στο ποίημά του με τον τίτλο «Ο αποχαιρετισμός της μάννας» παίρνει την ευχή της μάνας του:  «Μισεύεις γιὰ τὴν ξενητιὰ καὶ μένω μοναχή μου σύρε παιδί μου στὸ καλὸ καὶ σύρε στὴν εὐχή μου. Τριανταφυλλένια ἡ στράτα σου, κρινοσπαρμένοι οἱ δρόμοι, γιὰ χάρη σου ν᾿ ἀνθοβολοῦν καὶ τὰ λιθάρια ἀκόμη. Τὰ δάκρυά μου νὰ γεννοῦν διαμάντια σ᾿ ὅ,τι ἀγγίζεις καὶ τὸ ποτήρι τῆς χαρᾶς ποτὲ νὰ μὴ στραγγίζεις.»

 

 

Και ο Γεώργιος Βιζυηνός  κάνει το δικό του ύμνο στη μητέρα: «Πώς να πειράξω τη μητέρα να κάμω εγώ να λυπηθεί,  που όλη νύχτα κι όλη μέρα για το καλό μου προσπαθεί;   Πώς ν’ αρνηθώ ή ν ‘ αναβάλω ό,τι ορίζει κι απαιτεί, αφού στη γη δεν έχω άλλο κανένα φίλο σαν αυτή;   Αυτή στα στήθη τα γλυκά της με είχε βρέφος απαλό, με κάθιζε στα γόνατά της και μ’ έμαθε να ομιλώ. Αυτή με τρέφει και με ντύνει όλο το χρόνο που γυρνά, και δίπλα στη μικρή μου κλίνη, σαν αρρωστήσω ξαγρυπνά. Αυτή σαν πέσω και χτυπήσω φιλά να γειάνει την πληγή. Αυτή, τι πρέπει να αφήσω και τι να κάμω μ’ οδηγεί.   Πώς το λοιπόν τέτοια μητέρα να κάμω εγώ να λυπηθεί, που όλη νύχτα κι όλη μέρα για το καλό μου προσπαθεί.»

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Ιωάννης Πολέμης
Γεώργιος Βιζυηνός
Μαρία Πολυδούρη

 

Η Μαρία Πολυδούρη αναπολεί στα δύσκολα τη μητέρα της που έχει χάσει καιρό:

«Μητέρα μου, πόσο φρικτὰ βαραίνει

ἡ μοίρα σου στὸ νεανικό μου στῆθος.

Ὅλοι μου οἱ πόνοι καταφεύγουν πλῆθος

γύρω στὴ θύμησή σου ποὺ πικραίνει.

Μὰ στὴν καρδιά μου μόνο ἐγὼ θὰ ξέρω

πόσους μετροῦν νεκροὺς τἀγαπημένα.

Μητέρα μου, πόσο μου λείπεις τώρα

ποὺ πνιχτικό, βαθὺ σκότος θὰ γίνῃ

στὴ μάταιη ζωή μου ποὺ ὅλο σβήνει…

Ἄχ, πώς μου λείπεις σὲ μία τέτιαν ὥρα

Τη μητέρα του ονειρεύεται μες στα ερείπια ο Μίλτος Σαχτούρης:

Έψαχνα να βρω το σπίτι μου. Οι δρόμοι ήταν

γεμάτοι ερείπια· μοναχά τοίχους πεσμένους και

πέτρες έβλεπες· κι ούτε ένας άνθρωπος δεν φαινόταν.

Και τότε φάνηκε η άρρωστη μητέρα.

Ποτέ δεν ήταν τόσο καλά, γεμάτη ενέργεια και δύναμη,

με πήρε απ’ το χέρι και βρεθήκαμε σ’ ένα

συμπαθητικό δωμάτιο, το σπίτι μας.

Εγώ έκλαιγα, έκλαιγα γοερά…

Κι αυτή: Μη κλαις, ο καθένας μας με τη σειρά του.»

 

«Άβυσσος βαθιά η καρδιά της μάνας. Στα βάθη της πάντα η συγχώρεση» σημειώνει ο Μπαλζάκ και επιβεβαιώνει  τον Άγγελο Βλάχο στο σπαραξικάρδιο ποίημά του με τον τίτλο «Η καρδιά της μάνας»:

«Ένα παιδί, μοναχοπαίδι, αγόρι,

αγάπησε μιας μάγισσας την κόρη.

Δεν αγαπώ εγώ, του λέει, παιδιά,

μ’ αν θέλεις να σου δώσω το φιλί μου,

της μάνας σου να φέρεις την καρδιά

να ρίξω να τη φάει το σκυλί μου.

Τρέχει ο νιος, τη μάνα του σκοτώνει

και την καρδιά τραβάει και ξεριζώνει.

Και τρέχει να την πάει, μα σκοντάφτει

και πέφτει ο νιος κατάχαμα με δαύτη.

Κυλάει ο νιος και η καρδιά κυλάει

και την ακούει να κλαίει και να μιλάει.

Μιλάει η μάνα στο παιδί και λέει:

Εχτύπησες, αγόρι μου; και κλαίει!»

Ονορέ ντε Μπαλζάκ
Άγγελος Βλάχος
Ντίνος Χριστιανόπουλος

 

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος καταθέτει τις «Τύψεις» του  για τη μητέρα του:

«…μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου

όταν γυρνώ αργά το βράδυ και τη βρίσκω

μ’ ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει

βουβή ξενυχτισμένη και χλομή.

Τύψεις όσο περνούν οι μέρες και μακραίνει,

η ηλικία της σεμνότητας αισθάνομαι

τις ανεπαίσθητες ραγισματιές εντός μου

από νύχτα σε νύχτα να πληθαίνουν:

δρόμοι που πήρα με χαμηλωμένα μάτια

φώτα που πέσαν πάνω μου ανελέητα

λόγια πιο πρόστυχα κι απ’ τις χειρονομίες

– μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου

όταν γυρνώ αργά το βράδυ και τη βρίσκω

μ’ ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει

βουβή ξενυχτισμένη και χλομή»

 

Εκατοντάδες οι ρήσεις που κυκλοφορούν για τη μάνα και τη μητρότητα. Ξεκινάμε με μια φράση από ασπρόμαυρο κινηματογράφο που φθάνει ως τις μέρες μας και σε πολλούς προκαλεί τον γέλωτα, αλλά κρύβει το χρέος του μεγάλου γιού απέναντί στη μητέρα του:

 «Όχι τόσο για μένα, για τη φουκαριάρα τη μάνα μου» (ο Νίκος Ξανθόπουλος στον «Κατατρεγμένο», 1966)

Συνεχίζουμε με ρήσεις  αγαπημένων ποιητών και λογοτεχνών που εκμαιεύσαμε γι΄ αυτή την σημαντική επέτειο:

 

 

«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου» Οδυσσέας Ελύτης

 

 

 

«Επειδή ο Θεός δεν μπορεί να βρίσκεται παντού, γι’ αυτό έφτιαξε τη μητέρα» Αλέξανδρος Δουμάς (πατέρας)

 

 

 

«Ω! Την αγάπη της μάνας δεν την ξεχνά κανείς!» Βίκτωρ Ουγκό

 

 

 

«Δεν υπάρχει για τα παιδιά καλύτερο καταφύγιο από τη μητρική αγκαλιά» Γεωργία Σανδή

 

 

 

«Όταν γίνεσαι μητέρα, σταματάς να είσαι μόνη σου στις σκέψεις σου. Μία μητέρα πρέπει να σκέφτεται πάντα δύο φορές, μία τον εαυτό της και μία το παιδί της» Σοφία Λόρεν

 

 

«Τα δάκρυα της μητέρας είναι η πιο ισχυρή υδροηλεκτρική δύναμη του κόσμου» Τζορτζ Μπέρναρντ Σο

 

 

 

«Όταν είσαι καλή μητέρα, όλα συγχωρούνται» Εμίλ Ζολά

 

 

«Η μητέρα είναι τα πάντα. Αυτή είναι η παρηγοριά μας στη θλίψη, η ελπίδα μας στη δυστυχία και η δύναμή μας στην απελπισία. Είναι η πηγή της αγάπης, του ελέους, της συμπόνοιας και της συγχώρεσης. Αυτός που χάνει τη μητέρα του χάνει μια αγνή ψυχή που τον ευλογεί και τον προστατεύει συνεχώς» Καλίλ Γκιμπράν

 

 

«Όταν γίνεσαι μητέρα, γίνεσαι μητέρα όλων των παιδιών. Από εδώ και στο εξής κάθε πληγωμένο, εγκαταλελειμμένο, φοβισμένο παιδί είναι δικό σου. Ζεις μαζί με τις βασανισμένες μητέρες κάθε φυλής και πιστεύεις μαζί τους και θρηνείς μαζί τους. Επιθυμείς να παρηγορείς όλους τους απελπισμένους» Σάρλοτ Γκρέι

Να ζήσεις αγαπημένη μου μητέρα!