fbpx

Γιάννης Πλιώτας, μια κουβέντα με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

Ο Γιάννης Πλιώτας γεννήθηκε το 1981.Κατάγεται από το Σταυροδρόμι Αρκαδίας και ζει στα Γιάννενα και στην Αθήνα Έχει γράψει μερικά βιβλία.

Σε α’ πρόσωπο

Η μέρα που ξεκίνησα να γράφω τα «Ουγγρικά Ψάρια»

Ξεκίνησα να γράφω τα «Ουγγρικά Ψάρια» ένα πρωί Δευτέρας που είχα κατέβει στη θάλασσα με τον φίλο μου, τον Μάγο. Κάθε Δευτέρα είχαμε αποφασίσει να κατεβαίνουμε πολύ πρωί στην πιο κοντινή θάλασσα για βουτιές, στο πλαίσιο μιας υγιεινής και ισορροπημένης ζωής.

Ήταν μια παρορμητική απόφαση, μετά την τέταρτη μπίρα, ένα βράδυ που είχαμε βρεθεί στον μόλο της λίμνης, να συζητάμε για την αποδόμηση του συστήματος και για τις χαμένες αγάπες. Και είχαμε βάλει σκοπό να τηρήσουμε ευλαβικά αυτήν την απόφασή μας. Έτσι, χωρίς λόγο. Για να αποδείξουμε στο σύμπαν ότι δεν μπορεί να κερδίζει πάντα.

Όταν εκείνη την ανοιξιάτικη Δευτέρα πατήσαμε τα σκονισμένα χαλίκια μιας παραλίας που μας είχε προτείνει το Google Maps, έριξα μια ματιά στο ρολόι του κινητού μου. Ήταν περασμένες δώδεκα και ένα σχεδιάκι έδειχνε ότι ο ήλιος ψηλά ήταν κρυμμένος πίσω από τα σύννεφα. Κοίταξα στον ουρανό. Είχε όντως σύννεφα.

Η δημοτική πλαζ ήταν σχεδόν άδεια. Η θάλασσα ανέδιδε μια στιλπνή μυρωδιά – όχι αλάτι. Αστικοί μύθοι έκαναν λόγο για αποχετεύσεις παραλιακών μαγαζιών που έχυναν το περιεχόμενό τους εκεί. Παρακολουθώντας ύποπτα σκουπίδια να επιπλέουν παντού, αναρωτήθηκα πού σταματάνε τα όρια του μύθου. Λίγο μακρύτερα, καφετέριες και μπαράκια άπλωναν το τσιμέντο τους μέχρι τη θάλασσα καταπατώντας το Σύνταγμα των Ελλήνων. Όλα καλά.

Ρούφηξα λίγο απ’ τον περιποιημένο φραπέ μου. Άφησα το βλέμμα μου να περιπλανηθεί σε μέρη μακρινά, σε μέρη θνητά, απ’ όπου μπορείς ν’ αγναντέψεις αλαργινές Ιθάκες. Χάιδεψα την παραλία, ξέπλυνα τη ματιά μου στα κύματα, άγγιξα τις γραμμές του ορίζοντα, έφτασα μέχρι τις τολύπες των σωριασμένων στο στερέωμα σύννεφων.

Τότε ο Μάγος με κοίταξε σοβαρός και ρώτησε: «Λοιπόν, Γιάννη; Διάβασες εκείνο το βιβλίο που σου έδωσα;» Ο Μάγος μου δάνειζε τακτικά στρατευμένη λογοτεχνία, κομματικές μπροσούρες και μαυροκόκκινα περιοδικά, που σε άλλες εποχές θα μας εξασφάλιζαν διακοπές μακράς διαρκείας στη Γυάρο (και όχι στη Γαύρο, όπως νόμιζα παλιότερα).

«Εεε, η αλήθεια είναι ότι είχα κάπως βαρύ πρόγραμμα τις τελευταίες εβδομάδες και είμαι στη μέση είμαι ακόμα, Μάγε. Προσπαθώ να το διαβάζω πριν κοιμηθώ, αλλά είναι κάπως μπερδεμένο οφείλω να ομολογήσω. Ακόμα δεν έχω καταλάβει ποιος ήταν με το καθεστώς και ποιος ήταν αποστάτης. Κάθε φορά με παίρνει ο ύπνος μετά από μια- δυο παραγράφους», απολογήθηκα όσο πιο passive-aggressive μπορούσα.

Ο Μάγος επέμεινε: «Και τότε πώς έχεις φτάσει στη μέση, ρε; Πριν από τρεις μέρες σ’ το δάνεισα». Σήκωσα τους ώμους:. «Ξέρεις, ξεκίνησα να το διαβάζω απ’ τη μέση. Είναι ένα κόλπο που εφαρμόζω κι έτσι τα βιβλία τελειώνουν γρηγορότερα, ενώ παράλληλα δεν είναι τόσο βαρετά. Υπάρχει το μυστήριο του τι έχει γίνει πιο πριν, ανατροπές, σασπένς».

«Μα δεν σου έδωσα κάνα μυθιστόρημα, ρε! Η επίτομη ιστορία της επανάστασης ήταν!» Ο Μάγος έμοιαζε θυμωμένος.

«Α, όχι, δεν ήταν μυθιστόρημα;» Πραγματικά είχα εκπλαγεί. «Σαν μυθιστόρημα μού φάνηκε από τις λίγες παραγράφους που πρόλαβα να διαβάσω. Δηλαδή, όχι πάρα πολύ, ξέρεις, γιατί με έπαιρνε ο ύπνος», παραδέχτηκα για να ελαφρύνω κάπως τη θέση μου.

Ο Μάγος έκανε κρακ-κρακ στα δάχτυλα των χεριών του. Μετά άπλωσε λίγο αντηλιακό στους ώμους. Σκούπισε τα λάδια στο μαγιό του. Άναψε ένα τσιγάρο και άρχισε να σιγοτραγουδάει κάτι ανάμεσα σε εμβατήριο και τον ύμνο της τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας, την οποία υποστηρίζαμε φανατικά. Ένα κύμα έσκασε απ’ άκρη σ’ άκρη στην παραλία, στέλνοντας ρανίδες αλμυρού νερού πάνω μας και προοιωνίζοντας σημαντικά γεγονότα. Σημαντικά γεγονότα που είχα το καθήκον να τα καταγράψω σε ένα βιβλίο.

«Τα Ουγγρικά Ψάρια» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Διόπτρα